Ο Γιόζεφ Κάπλαν είναι ένας ωραίος ήρωας. Μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα που παλεύει μέσα στη δίνη του περασμένου αιώνα, με τον μεγάλο ευρωπαϊκό εμφύλιο και τις μεταπολεμικές του συνέπειες στην ανατολική Ευρώπη: Η τσακισμένη Πράγα, το πραξικόπημα των κομμουνιστών, το ανελεύθερο καθεστώς και η ομηρία των πολιτών από έναν πατερούλη που σου «κόβει το χέρι» για το καλό σου. Είναι τόσο ωραίος ο Γιόζεφ Κάπλαν που κάνει τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα να δείχνει ισχνός στο πλάι του. Κι αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η αδυναμία του κατά τ΄άλλα απολαυστικού και χορταστικού μυθιστορήματος του Ζαν-Μισέλ Γκενασιά «Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ.» (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, Βάνα Χατζάκη, εκδ. Πόλις). Το βιβλίο είναι πολύ δυνατό μέχρι τη στιγμή που ο αφηγητής στρέφει την οπτική του από τον γιατρό Γιόζεφ Κάπλαν στον ασθενή του Τσε και η αφήγηση επικεντρώνεται στο ακατέργαστο ρομάντζο του με την κόρη του Γιόζεφ, την Έλενα. Διαβάζοντας το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος αισθάνθηκα ότι ξεκίνησα ένα άλλο βιβλίο, άνισο με τα δύο πρώτα μέρη, όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διαδρομή του βασικού ήρωα, ενός νεαρού γιατρού, από την Πράγα των αρχών του περασμένου αιώνα στο Παρίσι και από εκεί στο Αλγέρι του μεσοπολέμου, όπου καταφεύγει ως βιολόγος στο παράρτημα του Ινστιτούτου Παστέρ για να αναζητήσει την τύχη του.

Το Αλγέρι, αυτό το μαγικό μέρος που τόσο αγαπήσαμε από τον Καμύ και μετά από τον Μωρίς Αττιά -το ωραιότερο νουάρ που έχω διαβάσει-, σκιαγραφείται με μεγάλη ακρίβεια από τον Γκενασιά. Το Μπαμπ-Ελ-Ουέντ, τα αλγερινά φαγητά στην ταβέρνα του Παντοβανί, τα πολυτελή εστιατόρια με τις αψίδες και τους κρυστάλλινους πολυελαίους, οι χοροί σε ξύλινες εξέδρες πάνω από τη θάλασσα, τα ταγκό, μια σιτροέν που τρέχει ξέφρενα στους φιδογυριστούς στενούς δρόμους, τα μεθυσμένα αγγίγματα, τα τσιγάρα της συνενοχής μεταξύ δυο φίλων σε ασβεστωμένες ταράτσες κάτω από τα άστρα, η άμμος, η σκιά των δέντρων, ο έρωτας και η ανεμελιά του τελευταίου καλοκαιριού πριν τη φρίκη του πόλεμου.

«Αν υπήρξε ποτέ Παράδεισος θα πρέπει να βρισκόταν σ΄αυτή τη μαγευτική ακτή, όπου πάνω από μια κατάλευκη παραλία και μέχρις εκεί όπου έφτανε το βλέμμα, απλωνόταν ένα δάσος από πεύκα-ομπρέλες, διακριτικούς φύλακες γερμένους προς την ακτή, καθώς και συστάδες φοινικόδεντρων· μια θάλασσα που θύμιζε οπάλι, κι αυτή η μεταξένια σιωπή, αυτός ο άνεμος, ανάλαφρος σαν κασμίρι, κάπου ανάμεσα στο Σίντι Φερούχ και τη Ζεράλντα, τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά από το Αλγέρι. Εκεί ένιωθε κανείς ότι βρίσκεται στις απαρχές του κόσμου, μόνος πάνω στη γη. Εκείνη την τόσο ευτυχισμένη Κυριακή, στα τέλη Αυγούστου 1939, η Κριστίν διάβαζε το κύριο άρθρο μιας εφημερίδας, η Νελλύ μαύριζε στον ήλιο, και ο Μωρίς με τον Γιόζεφ επέπλεαν ανάσκελα στο νερό».

Το πιο δυνατό κομμάτι του βιβλίου είναι η αυτοεξορία του Εβραίου γιατρού στην ερημική και άγρια ενδοχώρα του Αλγερίου, όπου ζει για καιρό σε ένα λασπωμένο καλύβι για να μελετά επιστημονικά ως απεσταλμένος του Ινστιτούτου Παστέρ τα έντομα ενός βάλτου. Το Ινστιτούτο τον φυγαδεύει εκεί για να τον σώσει από τη ναζιστική επέλαση. Οι περιγραφές του τοπίου αγγίζουν τα όρια μιας δυστοπίας, ο ήρωας φτάνει στα όριά του, εισάγεται στην παράνοια, το μέρος τον στοιχειώνει. Η απέραντη μοναξιά η οποία είναι άλλοτε υγρή και πνιγηρή σαν την λάσπη του βάλτου, κι άλλοτε ανυπόφορα στέρεα λες και την πιάνεις με το χέρι, σαν ένα πέτρινο καρβέλι ψωμί που πρέπει να το κόψεις με το μαχαίρι, είναι μια αλληγορία για την απέραντη εσωτερική ερημιά που βίωσαν όσοι Εβραίοι κατάφεραν να κρυφτούν, να εξαφανιστούν από προσώπου γης, για να μην τους συνθλίψουν οι ναζί. Μου θύμισε την ασφυξία την οποία ένιωθε η ηλικιωμένη Εβραία που έκρυβε ο δικαστής σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, στο αριστούργημα του Χανς Φάλαντα «Μόνος στο Βερολίνο», για τη σώσει από τους καταδότες γείτονες ή την κλειστοφοβία στο «Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ».

Στο τρίτο μέρος, το πιο αδύναμο, ο γιατρός έχει επιστρέψει στην Πράγα μετά τον πόλεμο και κουράρει έναν ιδιαίτερο ασθενή, τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, ο οποίος βαριά άρρωστος βρίσκει καταφύγιο στην Τσεχοσλοβακία μετά από μια αποτυχημένη αποστολή του στην Αφρική. Ο Γκενασιά, θέλοντας να περιγράψει τη βιαιότητα του κομμουνιστικού καθεστώτος, χρησιμοποιεί το εύρημα μιας ερωτικής σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ του Τσε και της Έλενας, κόρης του Γιόζεφ Κάπλαν. Ο στόχος εκπληρώνεται, διότι ένας τόσο καλός αφηγητής όσο ο Γκενασιά, ακόμα και στα τρωτά του, δεν εγκαταλείπει τον αναγνώστη. Παρακολουθείς με μεγάλο ενδιαφέρον την ερωτική ιστορία που έχει πολιτικές προεκτάσεις, έχει άλλωστε στιγμές κορύφωσης και δράσης, όχι όμως χωρίς αμηχανία από τον ολοφάνερα τεχνητό συναισθηματισμό. Ο Τσε μοιάζει με μια χοντροκομμένη καρικατούρα χωρίς κανένα βάθος, η Έλενα είναι άγουρη ως χαρακτήρας, και φυσικά ο Γιόζεφ Κάπλαν, σώζει την κατάσταση στο φινάλε.



ΥΓ. Δεν έχω διαβάσει τη Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων. Ίσως το κρατήσω για το ερχόμενο καλοκαίρι, διότι καλοκαίρι διάβασα και αυτό εδώ.

Την ημέρα που το χιόνι επισκέφθηκε την Αθήνα εγώ πετούσα για Φρανκφούρτη. Πήρα μαζί μου δύο βιβλία: ένα για φαν (Αριθμός 11 του Jonathan Coe, εκδ. Πόλις) και ένα για μία εργασία που πρέπει να παραδώσω την επόμενη εβδομάδα στην Ιστορία της Ευρωπαϊκής Οικονομίας (Ο μεγάλος μετασχηματισμός, Karl Polanyi, εκδ. Νησίδες).

Πάντα, όταν ταξιδεύω, εκτός από τα έντυπα βιβλία, παίρνω μαζί μου και το Kindle με άλλα 50 βιβλία, έτσι για την απληστία. 

Στη Φρανκφούρτη χιόνιζε περισσότερο. 

Αφού κάναμε μερικές βόλτες λόγω χαμηλής ορατότητας πάνω από το Fraport (όπου διάβασα δύο ακόμα κεφάλαια από τον Coe) τελικά αποβιβαστήκαμε πλάι σε ένα χιονισμένο δάσος από αυτά που σου ανοίγουν την όρεξη για noir βορειοευρωπαϊκό μακελειό.

Το δωμάτιό μου στο Sheraton έβλεπε στο φουτουριστικό κτίριο του Hilton, το οποίο μοιάζει με τα sci-fi αεροσκάφη στα μυθιστορήματα του Φίλιπ Πούλμαν.

Όταν χιονίζει η γραμμή S του τρένου σε μεταφέρει στην καρδιά μιας πόλης που θυμίζει σκηνικό σκανδιναβικού θρίλερ.

Είναι απόλαυση να ζεις για λίγο μέσα σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αρκεί βέβαια να μην είσαι το πτώμα που επιπλέει στον ποταμό Main.

 Το βράδυ πήγα σε ένα dinner party στη Villa Kennedy. Ένα υπέροχο κτίριο του 1901.

Μόλις πέσει το φως, η βιομηχανική Φρανκφούρτη δίνει τη θέση της σε μια λαμπερή πόλη με υπέροχα εστιατόρια, η οποία παντρεύει το παλιό και το σύγχρονο με αρμονικό τρόπο. 



Η αγαπημένη μου στιγμή στα ταξίδια είναι όταν κλέβω χρόνο ανάμεσα σε δύο ραντεβού για να κάνω τα μοναχικά μου: να διαβάσω το βιβλίο μου πίνοντας καφέ.



Αν τριγυρνώντας στην πόλη συναντήσω βιβλιοπωλείο και ποδήλατα, ε, είμαι σίγουρος ότι είμαι στο σωστό δρόμο.



Χωρίς να θέλω να προκαλέσω την κοινή γνώμη: θεωρώ ότι το shopping είναι μια χωροχρονική τρύπα που ρουφάει ζωτική ενέργεια και ροκανίζει τον ελεύθερο χρόνο μου. Σιχαίνομαι τα mall  και τους εμπορικούς δρόμους. 

Προτιμώ να τριγυρνώ άσκοπα στην πόλη και να φωτογραφίζω κτίρια. Ή να πηγαίνω σε μουσεία και πάρκα.

Δεν είναι δυνατόν να μην συμπαθήσεις μια πόλη που σε οδηγεί στον Γκαίτε.

Εννοείται ότι περπάτησα μέσα στο κρύο και στη βροχή για να επισκεφθώ το Goethe-Haus, το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα 16 του χρόνια ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου είναι το βιβλίο της ζωής μου. Ήταν αυτό που με οδήγησε στα 17 μου στον Ρολάν Μπαρτ και στα Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου, δοκίμιο το οποίο μου άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και αποκάλυψε τον πολυσήμαντο χαρακτήρα του κόσμου.



Πρόλαβα το μουσείο είκοσι λεπτά πριν κλείσει και μετά πέρασα το βροχερό απόγευμα σε ένα υπέροχο μικρό café (Opitz) εκεί κοντά με πολλά βιβλία και γλυκά. Σ' αυτό δουλεύει μια νεαρή ζωγράφος, η Lena Grewenig, που δημιουργεί υπέροχους πίνακες και σχεδιάζει κοσμήματα. 




Στην πόλη κυριαρχεί το μαύρο χρώμα. Στα κτίρια, στους σταθμούς του μετρό, στα καταστήματα. Ταιριάζει με τον γκρίζο συννεφιασμένο ουρανό.

Οι ουρανοξύστες συνομιλούν με οικήματα περασμένων αιώνων.



Το τελευταίο βράδυ πήγα στο πάρτι της Messe Frankfurt Heimtextil στο τεράστιο εκθεσιακό κέντρο στην καρδιά της πόλης που συγκεντρώνει καθημερινά χιλιάδες εμπορικούς επισκέπτες από όλο τον κόσμο.


ΥΓ. Στην επιστροφή είπα να διασκεδάσω τη μελαγχολία βλέποντας ταινίες μικρού μήκους με πρωταγωνιστή τον Scrat από το Ice Age. 

Όταν γυρνάς σπίτι τη Δευτέρα μετά από μια συνηθισμένη μέρα στο γραφείο, ακολουθώντας το συνηθισμένο δρομολόγιο, έχοντας για δείπνο κάτι απολύτως συνηθισμένο, υπάρχουν δύο πράγματα να κάνεις: ή μια ασυνήθιστη βόλτα ή αν βαριέσαι, τουλάχιστον να βγεις από το συνηθισμένο σου πρόγραμμα ανάγνωσης και να μπεις σε μια νέα περιπέτεια. Να βουτήξεις από τη βιβλιοθήκη ένα μυθιστόρημα που λαχταράς εδώ και καιρό να διαβάσεις, καταπατώντας τη σειρά, απατώντας τα μισοδιαβασμένα του κομοδίνου σου. Η ζωή είναι μικρή για βιβλιομονογαμία. Πρέπει να πέφτεις στο κρεβάτι με ό,τι σου γυαλίζει στο μάτι. Αν νιώσεις μια ξαφνική πλήξη με αυτό που διαβάζεις, το καπελάκι σου στραβά και σ' άλλο συγγραφέα.

Με ένα τέτοιο επαναστατικό mood ξεκίνησα τον Ζοφερό Οίκο του Ντίκενς (εκδ. Gutenberg, μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), ανικανοποίητο φλερτ μήνες τώρα. Όλο το γλυκοίταζα κι όλο το ανέβαλλα. Τρομαγμένος φυσικά από τον όγκο, το άφηνα στην άκρη για λίγο μετά, που θα είχα (;) περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Κακώς, γιατί όπως επανειλημμένα έχει αποδειχθεί με ογκώδη, κλασικά μυθιστορήματα όπως ο Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος του Ματιούριν ή Ο  Καλόγερος του Λιούις, η αφήγηση σε κάνει να ξεχνάς τον αριθμό των σελίδων, όπως όταν μια απολαυστική διαδρομή σε κάνει να απολαμβάνεις το ταξίδι χωρίς να ανυπομονείς να φτάσεις στον προορισμό σου.

Στα πιο ογκώδη βιβλία έχω μπει έτσι αυθόρμητα. Τα ανοίγω για να διαβάσω μερικές σελίδες από περιέργεια και τελικά κολλάω. Είναι λες και βρίσκομαι μέσα σε έναν καμβά από τον οποίο δεν θέλω να βγω. Είμαι τζάνκι της ζοφερής ατμόσφαιρας. Απολαμβάνω την αίσθηση της απειλής που υποβόσκει στη γοτθική λογοτεχνία. Λατρεύω τα γοτθικά κάστρα ή τα παλιά βικτοριανά σπίτια με τα μουντά δωμάτια, τις σκάλες που τρίζουν, τις ανήλιαγες τραπεζαρίες με τις πορσελάνες και τις καυτές σούπες, τα κολονάτα ποτήρια του κρασιού που λαμπυρίζουν μέσα στη φωτιά και τους κρυστάλλινους πολυελαίους που αδυνατούν να ρίξουν φως στις ζοφερές επαύλεις της αγγλικής υπαίθρου.

Από όσα βιβλία του είδους έχω διαβάσει (όποιος έχει να προτείνει κάποιο να το κάνει τώρα, αλλιώς ας σωπάσει για πάντα) αγαπημένο όλων είναι η Γυναίκα με τα άσπρα του Γουίλκι Κόλλινς. Ένα εξαντλημένο βιβλίο από τις εκδόσεις Ηλέκτρα, το οποίο αναζητούσα καιρό. Το έψαχνα χρόνια. Eίχα απευθυνθεί σε βιβλιοανιχνευτές εξαντλημένων, είχα ψάξει σε βιβλιοθήκες φίλων, είχα ξεσκονίσει ατέλειωτες στοίβες σε παλαιοβιβλιοπωλεία... Δεν μου είχε περάσει καθόλου, όμως, από το νου το πιο απλό: να δανειστώ το μυθιστόρημα από μία βιβλιοθήκη. Τελικά μετά από ένα τουρ σε δημοτικές και μη βιβλιοθήκες κατάφερα να εντοπίσω το βιβλίο και να μπω σε μια μικρή λίστα αναμονής.

Μερικές εβδομάδες μετά, και ενώ πλησίαζε η ώρα να το δανειστώ, έλαβα ένα ίνμποξ στη σελίδα του blog στο Facebook, όπου ένας συμπαθητικός κύριος ήθελε να μου δανείσει το δικό του αντίτυπο, ενώ ένας άλλος ευγενικός κύριος από το εξωτερικό μου πρότεινε να μου πουλήσει το δικό του που ήταν σε καλή κατάσταση. Είχαν ανοίξει οι ουρανοί και έβρεχε γυναίκες με άσπρα.

Το βικτοριανό πολυσέλιδο μυθιστόρημα άξιζε την αναμονή και το ψάξιμο. Οι σελίδες κυλούσαν σαν ρυάκι σε κάποιον ζοφερό, αλλά απίστευτα ατμοσφαιρικό βαλτότοπο στην αγγλική εξοχή. Η πλεκτάνη που στήνει μεθοδικά ο Γουίλκι Κόλλινς κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Η δράση γίνεται καταιγιστική. Οι χαρακτήρες είναι λεπτοδουλεμένοι, σαν πορτραίτα ενός ζωγράφου που απεικονίζουν ρεαλιστικά ακόμα και τις πιο αδιόρατες ρυτίδες ενός προσώπου. Οι περιγραφές των σπιτιών που αχνοφαίνονται από μακριά μέσα στην ομίχλη, οι περίπατοι στο ημίφως ενός δάσους, η εμφάνιση της χλωμής γυναίκας με τα άσπρα, τα γοτθικά νεκροταφεία με τις πέτρινες πλάκες και τους σπασμένους σταυρούς, τα σκοτεινά από τη βροχή σαλόνια, η υγρασία που φτάνει μέχρι τα κόκαλα, η ζεστασιά από μια φωτιά που τριζοβολά στο τζάκι, η απόγνωση του έρωτα, οι ίντριγκες της βρετανικής αριστοκρατίας, οι πολύπλοκες δικαστικές διαμάχες για κληρονομικά ζητήματα, οι γάμοι από συμφέρον: όλα σκιαγραφούνται λεπτομερώς, χωρίς να κουράζουν τον αναγνώστη, δημιουργώντας του την αίσθηση ότι κάτι απόκοσμο τον κυκλώνει από παντού. Το κακό φυσικά δεν είναι μεταφυσικό, αν και έχει μεταφυσικό εφέ -άλλωστε τα βικτοριανά μυθιστορήματα απευθύνονταν σε αναγνώστες που μεν λάτρευαν τα μυστήρια, ήταν όμως ορθολογιστές- γεννιέται από την ανθρώπινη δυστυχία. Είναι οι κακές προθέσεις, είναι η αρνητική αύρα που περιβάλλει τους συνωμότες, η ανειλικρίνεια, το άδικο που αιωρείται σκοτεινιάζοντας τα πάντα και το δίκιο που βράζει στο αίμα και γίνεται δηλητήριο για τους αδικημένους που αναζητούν την κάθαρση.

Η πλοκή είναι η κλασική της βικτοριανής λογοτεχνίας: ένας καλά υπολογισμένος γάμος, μια περιουσία που χάνεται, ένας έρωτας που θυσιάζεται στο βωμό του συμφέροντος, μια μυστηριώδης γυναίκα που περιπλανιέται σαν φάντασμα μέσα στην άγρια νύχτα ντυμένη στα λευκά, μια ζωντανή-νεκρή που δεν θα ηρεμήσει αν δεν δικαιωθεί. Η ιστορία του Kόλλινς, όπως συνηθιζόταν στα μέσα του 19ου αιώνα, δημοσιεύθηκε το 1859 σε συνέχειες στο περιοδικό All the Year Round του Τσαρλς Ντίκενς στην Αγγλία, αλλά και στο Harper's Weekly στην Αμερική. Ανήκει στο είδος των sensation novels, έναν συνδυασμό ρομαντισμού και ρεαλισμού που στόχο είχε να διεγείρει τα συναισθήματα του αναγνώστη, εκφράζοντας ταυτόχρονα τους προβληματισμούς και τις συνέπειες της ραγδαίας εκβιομηχάνισης. Μια στροφή δηλαδή στις αισθήσεις σε μια εποχή που βρισκόταν μπροστά σε έναν μεγάλο μετασχηματισμό, σε μια κοινωνία που είχε αφήσει από καιρό πίσω της τους αργούς ρυθμούς της μεσαιωνικής κουλτούρας και βίωνε με τρόμο τους ρυθμούς ενός ρυπαρού και απρόσωπου καινούριου κόσμου. Το ενδιαφέρον είναι, όπως επισημαίνει ο Τζον Σάδερλαντ στην υπέροχη Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας (εκδ. Πατάκη), ότι ακόμα και σήμερα η βικτοριανή λογοτεχνία καταφέρνει να συγκινεί και να διαβάζεται με πάθος, τόσο που τα βιβλία του Ντίκενς «πουλούν στις αρχές του 21ου αιώνα ένα εκατομμύριο αντίτυπα κάθε χρόνο»! Ίσως κι εμείς, πολίτες ενός κόσμου που αλλάζει λόγω της τεχνολογικής έκρηξης, να έχουμε την ανάγκη να ρίξουμε τους ρυθμούς και να ταξιδέψουμε αργά σε μυστηριώδεις κόσμους που μοιάζουν με ζωντανούς καμβάδες του Caspar David Friedrich.

Προσωπικά, διαβάζοντας βικτοριανή λογοτεχνία, ανακάλυψα ότι κάτι τούβλα που ξεπερνούν τις 800 σελίδες διαβάζονται πολύ πιο ευχάριστα από κάτι σύγχρονες νουβέλες που είναι λες και σνομπάρουν τον αναγνώστη, καταπατώντας όλες τις τεχνικές αφήγησης που έκαναν τον βασιλιά του βικτοριανού μυθιστορήματος Ντίκενς να αναφωνεί στους φίλους του, όπως ο Γουίλκι Κόλλινς: «Κάν' τους να γελούν. Κάν' τους να κλαίνε. Κάν' τους να ανυπομονούν». Κάν' τους να ταξιδεύουν, να ξεχνιούνται, να μαγεύονται, να νοσταλγούν, θα πρόσθετε ένας αναγνώστης του σήμερα που δεν συγκινείται, δεν κλαίει ή δεν τρομάζει τόσο εύκολα όσο ο βικτοριανός.


ΥΓ. Για το φινάλε, ένα καλό νέο: Η γυναίκα με τα άσπρα αναμένεται να κυκλοφορήσει ξανά από τις εκδόσεις Gutenberg στην ίδια -αλλά υπό νέα επιμέλεια- μετάφραση του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου.

Τα τελευταία χρόνια είχα μία πολύ κακή συνήθεια: αγόραζα όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ που κυκλοφορούσαν, φλέτραρα αναίσχυντα μαζί τους και τα παρατούσα στις πρώτες 50 σελίδες. «Ο Ροθ δεν μου ταίριαζε καθόλου», αν και διαισθανόμουν πώς η ευθύνη ήταν απολύτως δική μου. Διαβάζοντας άρθρα για τα βιβλία του ή ακούγοντας φίλους να λένε πόσο λατρεύουν το στυλ του, ένιωθα ότι κάτι έχανα, ήμουν ένας παρίας στο νεοϋορκέζικο κόσμο του βραβευμένου με Πούλιτζερ συγγραφέα.

Η ζημιά έγινε στον Ζούκερμαν. Προσπάθησα τρεις φορές να τον διαβάσω, αλλά κάτι άλλο σύντομα αποσπούσε την προσοχή μου. Ό,τι κι αν διάβαζα κατόπιν με την υπογραφή του Ροθ ήταν καταδικασμένο. Λες και υπήρχε μια συνωμοσία που με κρατούσε έξω από το κλαμπ των ορκισμένων Ροθικών.

Φέτος, στις διακοπές, διαβάζοντας στο iPad ένα άρθρο με τίτλο How Philip Roth Predicted the Rise of Donald Trump αποφάσισα να ξεκινήσω το μυθιστόρημα Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής (εκδ. Πόλις, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης, επιμ. μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Το βιβλίο βασίζεται σε ένα πολύ ενδιαφέρον εύρημα: ο Ροθ αφηγείται την ιστορία για την εμπλοκή της Αμερικής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αντιστρέφοντας τα γεγονότα: καταγράφει, μέσα από τη σκοπιά της εβραϊκής οικογένειας Ροθ, τι θα είχε συμβεί αν τις εκλογές του 1940 είχαν κερδίσει οι απομονωτιστές Ρεπουμπλικανοί που δεν ήθελαν οι ΗΠΑ να εισέλθουν στον ευρωπαϊκό πόλεμο κατά του ναζισμού. Τι θα σήμαινε για χιλιάδες Αμερικανούς Εβραίους η ήττα του Ρούζβελτ, ηγέτη των Δημοκρατικών, που επιθυμούσε την εμπλοκή της χώρας του στον πόλεμο στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων;

Ο Ροθ χρησιμοποιεί τον Τσαρλς Λίντμπεργκ, τον Αμερικανό αεροπόρο που έγινε διάσημος διασχίζοντας τον Ατλαντικό με το μονοκινητήριο αεροπλάνο του Spirit of St. Louis (και κατόπιν εξαιτίας της απαγωγής και δολοφονίας του γιου του), για να αναντρέψει τα αληθινά γεγονότα. Έτσι βάζει τον δημοφιλή και υπέρμαχο του απομονωτισμού Λιντμπεργκ να προσγειώνεται σαν από μηχανής θεός στο συνέδριο για εκλογή αρχηγού των Ρεπουμπλικανών και να μαγεύει τα πλήθη. Ο Λίντμπεργκ παίρνει το χρίσμα και κατόπιν κερδίζει τις καρδιές των Αμερικανών στηρίζοντας όλη του την προεκλογική εκστρατεία στο σλόγκαν «Λίντμπεργκ ή πόλεμος». Οι αντισημιτικές δηλώσεις που είχε κάνει στο παρελθόν σε συνδυασμό με την παρασημοφόρησή του από του Ναζί για την προσφορά του στην εξέλιξη της αεροπλοϊάς, μετέτρεψαν το όνομα Λίντμπεργκ σε συνώνυμο της φρίκης για τους  Εβραίους της Αμερικής. Το βράδυ της εκλογής του οι Εβραϊκές οικογένειες ξεχύνονται τρομοκρατημένες στους δρόμους κάνοντας λόγο για εκφασισμό της Αμερικής. Τα ακραία στοιχεία βγαίνουν από τα σκοτάδια τους και οργανώνουν ρατσιστικές επιθέσεις σε Εβραίους. Η κυβέρνηση Λίντμπεργκ δεν εκδηλώνεται εξαρχής, χρησιμοποιεί μάλιστα έναν ραβίνο για να καθησυχάσει τους Εβραίους. Τα πράγματα ωστόσο πολύ γρήγορα ξεφεύγουν από τον έλεγχο, η Κου Κλουξ Κλαν και η οργάνωση Πρώτα Η Αμερική καίνε αυτοκίνητα Εβραίων και οργανώνουν πογκρόμ σε εβραϊκές συνοικίες, ξεσκεπάζοντας το φιλοναζιστικό πρόσωπο του καθεστώτος Λίντμπεργκ. Ο Λευκός Οίκος παραμένει αδρανής στις βιαιοπραγίες. Το αυγό του φιδιού δεν έχει απλώς εκκολαφθεί, το θηρίο σέρνεται απειλητικά σκορπίζοντας τον πανικό στις άλλοτε φιλελεύθερες αμερικανικές μεγαλουπόλεις.

Είναι αλήθεια ότι από κεκτημένη ταχύτητα στις πρώτες 150 σελίδες, ειδικά στο σημείο με την εξαντλητική αφήγηση του μικρού Ροθ για τα γραμματόσημα, ήμουν επιφυλακτικός. Έλεγα «Τραγωδία! Άλλος ένας παρατημένος Ροθ». Ξαφνικά όμως τα μάγια λύθηκαν. Διάβαζα απολαμβάνοντας κάθε σελίδα, άρχισα να δένομαι με τους ήρωες και να θαυμάζω τη μαεστρία του συγγραφέα. Τις τελευταίες διακόσιες σελίδες τις διάβασα με κομμένη την ανάσα. Καταιγισμός γεγονότων. Μια άλλη Αμερική, βγαλμένη από τους χειρότερους εφιάλτες.

Ηθικό δίδαγμα: Έρχεται η ώρα που τα βιβλία μάς βρίσκουν. Παρατημένα, μισοδιαβασμένα, αδικημένα, σκονισμένα, ανέγγιχτα, ανασύρονται από την αφάνεια στην οποία τα έχουμε καταδικάσει και διεκδικούν το χρόνο και την προσοχή μας. Ευτυχώς για εμάς.

ΥΓ.: Ο Ροθ, εννοείται, μου άνοιξε την όρεξη για περισσότερο Ροθ. Ήδη κατέβασα από τη βιβλιοθήκη το Αμερικανικό ειδύλλιο και Tο σύνδρομο Πόρτνοϊ (και τα δύο από τις εκδόσεις Πόλις). Και φυσικά αναζήτησα το αντίστοιχου θέματος μυθιστόρημα του Φίλιπ Ντικ Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο (εκδ. Τόπος), στο οποίο επίσης αντιστρέφεται η Ιστορία: η Γερμανία νικά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και οι Αμερικανοί πολίτες υποδουλώνονται στο ναζισμό.  

Στην Ιστορία, όπως και στην καλή λογοτεχνία άλλωστε, τα πράγματα δεν είναι ποτέ απλά, ούτε υπάρχουν καθαρά σχήματα ή εύκολες ερμηνείες. Οι «καλοί» και οι «κακοί» των γουέστερν, οι «ήρωες» και οι «προδότες» του εύκολων μπλογκμπάστερ, μπαίνουν σε πολλά εισαγωγικά, εισαγωγικά που χωρούν τις χίλιες δυο διαφορετικές πτυχές των γεγονότων, εισαγωγικά που φωτίζονται από μακροχρόνιες έρευνες. Έτσι αν η ίδια η Ιστορία που οδηγεί σε επίπονες και ενοχλητικές αλήθειες είναι ένα απαιτητικό εγχείρημα, η συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος είναι μια διαρκής άσκηση ισορροπίας σε ένα τεντωμένο σκοινί. Ο Πιέρ Ασουλίν είναι πρωταθλητής σε αυτό το επικίνδυνο σπορ. Στο σύντομο αλλά περιεκτικό μυθιστόρημά του «Ένας πύργος στη Γερμανία – Ζιγκμαρίνγκεν» (εκδ. Πόλις), αφηγείται ένα κομμάτι από την πιο σκοτεινή σελίδα στην ιστορία της Γαλλίας, τη «φυγάδευση» το Φθινόπωρο του 1944 της δωσιλογικής κυβέρνησης του Βισύ -του στρατάρχη Πεταίν, του αντιπροέδρου και πρωθυπουργού Λαβάλ και του υπουργικού συμβουλίου- στον πύργο του Ζιγκμαρίνγκεν της Γερμανίας ύστερα από την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία. Βάζω τη λέξη φυγάδευση σε εισαγωγικά, καθώς οι δωσίλογοι είχαν ουσιαστικά συλληφθεί από τον Χίτλερ και παρέμεναν έγκλειστοι στο χρυσό κλουβί της δυναστείας των Χοέντσολερν.

Για να κατανοήσει κανείς την πολυπλοκότητα του μυθιστορήματος πρέπει να γνωρίζει το αληθινό ιστορικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η αφήγηση του Ασουλίν, κυρίως όμως όσα προηγήθηκαν από τη μετακίνηση των δωσίλογων στο Ζιγκμαρίνγκεν. Μετά την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων στις 14 Ιουνίου του 1940 στο Παρίσι και την παραίτηση του Γάλλου προέδρου Αλμπέρ Λεμπρέν και του πρωθυπουργού Πωλ Ρεϊνώ, την εξουσία του ελεύθερου τμήματος της Γαλλίας ανέλαβε ο στρατάρχης και ήρωας του Ά Παγκοσμίου Πολέμου Φιλίπ Πεταίν. Ο Πεταίν, ο οποίος, όπως αναφέρει ο Μαρκ Μαζάουερ στο βιβλίο του «Η Αυτοκρατορία του Χίτλερ: Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη» (εκδ. Αλεξάνδρεια), υποσχόταν να «εκκαθαρίσει τη Γαλλία από τους Εβραίους, τους κομμουνιστές και τους μασόνους», ήταν αρκετά δημοφιλής και μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας τον θεωρούσε ιδανική επιλογή ελπίζοντας ότι θα λειτουργήσει ως κυματοθραύστης στη γερμανική επέλαση, ελαχιστοποιώντας τις συνέπειες με μία συνεργασία που θα δεν θα έπληττε το κύρος της χώρας. Πράγματι οι Γάλλοι μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 22 Ιουνίου του 1940, όπως εξηγεί στο βιβλίο του «H Ευρώπη: 1870-1970» (εκδ. Βάνιας) ο ιστορικός James Joll, απολάμβαναν τα περισσότερα προνόμια από τους ναζί μεταξύ των κατακτημένων ευρωπαϊκών λαών. Η ανακωχή χώρισε τη Γαλλία στα δύο: Το βόρειο τμήμα κατείχαν οι Γερμανοί και στο νότιο ο Πεταίν εγκατέστησε την κυβέρνησή του στη λουτρόπολη του Βισύ, από την οποία πήρε το όνομά της. Παράλληλα ο στρατηγός Ντε Γκωλ εκπροσωπούσε το κομμάτι της Γαλλίας που έφριττε με την ιδέα της συνεργασίας με τον κατακτητή και οργάνωνε από το Λονδίνο όπου κατέφυγε τη σθεναρή αντίσταση στους ναζί εισβολείς αλλά και στους Γάλλους συνεργάτες τους. Η πλειοψηφία του επιχειρηματικού κόσμου στήριξε τον Πεταίν γιατί θα έκλεινε το δρόμο στα συνδικάτα και τους συνδικαλιστές, η εκκλησία βολευόταν με τις συντηρητικές του θέσεις, οι δεξιοί τον έβλεπαν ως μια χρυσή ευκαιρία να χτυπηθεί η αριστερά, με την οποία είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς από πολύ παλιά (την υπόθεση Ντρέιφους ή ακόμα και τη Γαλλική Επανάσταση). Η Γαλλία ήταν ήδη κλονισμένη βαθιά από μια εσωτερική διχόνοια. Κατά τον Μαζάουερ, «η ιστορία της συνεργασίας μοιάζει μ' εκείνες τις απελπιστικά περίπλοκες οικογενειακές έριδες που ο κατακτητικός πόλεμος της Γερμανίας αποκάλυψε και επιδείνωσε κατά πολύ, και εξηγεί γιατί η κατοχή απείλησε τόσο πολύ την εθνική ενότητα και γιατί παραμένει τόσο λεπτό ζήτημα ακόμα και σήμερα». Γιατί όμως τόσο μεγάλο ποσοστό των πολιτών άργησε να δει το δωσιλογικό πρόσωπο της κυβέρνησης του Βισύ; Σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό: «Στραπατσαρισμένη, ζαβλακωμένη, λαβωμένη από το χάος, την εγκληματικότητα και την εκπληκτικά γρήγορη κοινωνική αποδιάρθρωση που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι την ώρα του πανικόβλητου φευγιού μπροστά στους προελαύνοντες Γερμανούς, η χώρα ασπάστηκε την καθησυχαστική εικόνα του στρατάρχη, που είχε βάλει τέρμα στις συγκρούσεις και είχε αποκαταστήσει την ηρεμία. Έτσι προέκυψε προσωπολατρία, και το φουαγιέ του Οτέλ ντυ Παρκ στο Βισύ κατακλύστηκε από δώρα, εκατοντάδες κωμοπόλεις και χωριά έδωσαν το όνομα του Πεταίν σε δρόμους και πλατείες. Ο Πεταίν δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει αυτές τις προσκυνήσεις. Σαφές δόγμα δεν υπήρχε, ούτε κόμμα ούτε σύνταγμα, έτσι τίποτα δεν ενσάρκωνε πιο απτά τη Νέα Τάξη στη Γαλλία από το πρόσωπό του».
Ο Πεταίν όμως παραήταν μετριοπαθής τόσο για τα δεδομένα των Γερμανών όσο και για εκείνα των Γάλλων ακροδεξιών, οι οποίοι επιθυμούσαν βεβαίως έναν πιο σκληροπυρηνικό ηγέτη στο τιμόνι και το ρόλο αυτό ανέλαβε με τη στήριξη των Γερμανών ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Βισύ Πιερ Λαβάλ. Συνιδρυτής της πιο ισχυρής παραστρατιωτικής ακροδεξιάς ομάδας, της οργάνωσης Milice, έγινε το αντίπαλον δέος του Πεταίν, με τη στήριξη του Γερμανού πρέσβη στο Παρίσι Όττο Άμπετζ, και η εξουσία του ενισχύθηκε πάρα πολύ από τους ναζί, όταν οι τελευταίοι έχασαν την εμπιστοσύνη τους στη Γαλλική αστυνομία. Ο Πεταίν συγκρούστηκε με τον Λαβάλ, διότι ο τελευταίος προσπάθησε να κλείσει πίσω από την πλάτη του μια συμφωνία με τον Γκέρινγκ για στρατιωτική συμμαχία του κουτσουρεμένου γαλλικού στρατού με τη Βέρμαχτ. Γύρω από το δίπολο Πεταίν-Λαβάλ στήθηκε ένα γαϊτανάκι δωσίλογων, τους οποίους οι ναζί χρησιμοποιούσαν τόσο για να ελέγχουν το ελεύθερο τμήμα της Γαλλίας όσο και για ασπίδα στις συμμαχικές δυνάμεις.

«Καθώς η Ευρώπη μετατοπιζόταν προς τα δεξιά, η ίδια η δεξιά αποκάλυπτε τα πολλά της πρόσωπα» (Μαζάουερ). Αυτή την πολυπλοκότητα μιας Γαλλίας διχασμένης ακόμα και στους κόλπους των δωσίλογων, περιγράφει αριστοτεχνικά ο Ασουλίν, αποδεικνύοντας πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι. Ο πύργος του Ζιγκμαρίνγκεν είναι μια μικρογραφία του Βισύ, των παρασκηνιακών κινήσεων, των συμμαχιών, των ανταγωνισμών και των εχθροτήτων μεταξύ των διεκδικητών της εξουσίας. Ο Γάλλος συγγραφέας δεν πέφτει στην παγίδα να καταφύγει σε εύκολους συναισθηματισμούς. Να κάνει τα πρόσωπα της αφήγησης συμπαθητικά ή αντιπαθητικά, να μπει στον πειρασμό να ανατρέψει την εικόνα τους με εύκολα παραπολιτικά σχόλια και ιστορικά κουτσομπολιά-πυροτερχνήματα που συνηθίζονται σε μυθιστορηματικές βιογραφίες γραμμένες για να γίνουν bestseller. Εδώ μιλάμε για σπουδαία λογοτεχνία που υπογραμμίζει το γεγονός ότι η πραγματικότητα είναι ένα άθροισμα πολλών στοιχείων, ένα σύνολο διαφορετικών πτυχών.

Ο Πιερ Ασουλίν πιάνει το νήμα της αφήγησης από τη στιγμή που οι δωσίλογοι του Βισύ μεταφέρονται στον πύργο των Χοέντσολερν. Με χειρουργική λεπτότητα εστιάζει με τη βοήθεια της μυθοπλασίας αποκλειστικά μόνο σε όσα συμβαίνουν μέσα στον πύργο όπου ζουν οι κρατούμενοι Γάλλοι συνεργάτες του Χίτλερ. Οι κακές σχέσεις του Πεταίν και του Λαβάλ, των δύο αντρών που χρησιμοποιούσε ως μαριονέτες ο Χίτλερ πυροδοτώντας -κατά την πρακτική διαίρει και βασίλευε- τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, δημιουργούν ένα τοξικό περιβάλλον που οδηγεί σε κωμικοτραγικές καταστάσεις (απολαυστική η σκηνή όπου η σύζυγος ενός υπουργού της τέως κυβέρνησης του Βισύ κλέβει πολύτιμα σερβίτσια). Ίντριγκες, παιχνίδια εξουσίας, χυδαίοι ανταγωνισμοί ξεδοντιασμένων κροκόδειλων που τρώνε με χρυσά κυριολεκτικά κουτάλια όσο ο κόσμος, τόσο στη Γερμανία και τους κατακτημένους λαούς όσο και στις στις χώρες των συμμαχικών δυνάμεων, λιμοκτονεί. Τα γεγονότα αφηγείται με λεπτή ειρωνεία ο μπάτλερ των Χοέντσολερν, ο οποίος με τα SS στα πόδια του παραμένει στον πύργο υπηρετώντας -περισσότερο προστατεύοντας τον πύργο που έχει επιταχθεί από τον Χίτλερ- τους έγκλειστους «vip καλεσμένους» των ναζί.

Το βιβλίο του Ασουλίν είναι από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα απολαυστικό. Είναι γεμάτο με μουσική (θα καταλάβετε γιατί), αλλά και αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα (πχ ο Σελίν που τριγυρνά στο Ζιγκμαρίνγκεν με μια γάτα κρυμμένη στη λερή ζακέτα του). Έκπληξη: ένας έρωτας που ανθίζει ως αντίβαρο στον πόλεμο που μαίνεται έξω από τον πολυτελή πύργο.


ΥΓ. Τα δραματικά γεγονότα των ημερών του Πεταίν περιγράφει στο συγκλονιστικό μυθιστόρημά του «Κύριε Διοικητά» (εκδ. Πόλις) και ο Ρομαιν Σλοκόμπ. Όπως φαίνεται και στο σπουδαίο βιβλίο του Σλοκόμπ τα πράγματα σε κάθε πόλεμο ή πολιτική κρίση είναι πολύπλοκα. Φυσικά δεν συνεργάστηκαν όλοι οι Γάλλοι με τους ναζί, ενώ ακόμα και στους κόλπους των δωσίλογων του Βισύ, όπως εξηγεί ο Μαρκ Μαζάουερ αλλά δείχνει και ο Ασουλίν στο βιβλίο του, υπήρχαν μυστικοί πράκτορες που βοηθούσαν κρυφά τα πολύ σημαντικά αντιστασιακά δίκτυα της Γαλλίας. Υπήρχαν βέβαια και πολλοί από επιχειρηματικούς, εκκλησιαστικούς, καλλιτεχνικούς κόλπους που ενώ υπήρξαν στυλοβάτες, χρηματοδότες ή φανατικοί υποστηρικτές του δωσιλογικού καθεστώτος του Βισύ αργότερα, στο παρά πέντε όταν είδαν τα σκούρα, πέρασαν στην αντίσταση παριστάνοντας τους ήρωες.  


8:30 Πρωινό στη βεράντα. Τριαντάφυλλα από τη γλάστρα, μισάνοιχτα βιβλία, μυρωδιά από φρεσκοκομμένο καφέ.

11:30 Ραντεβού για grooming.

13:30 Βιβλιοβόλτα. Επί Λέξει στην Ακαδημίας. Αριθμός 11, ολοκαίνουριος Τζόναθαν Κόου.


14:30 Ραντεβού για φαγητό, με γονείς. Πουρές σελινόριζας με ξύσμα λεμονιού και παγωτό ρυζιού με αμύγδαλο, τριμμένο παξιμάδι γλυκάνισου και σιρόπι από μαύρα κεράσια Πηλίου.

16:00 Διάβασμα στη βεράντα: Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ. Ζαν Μισέλ Γκενασιά. Αλγέρι. Μεσοπόλεμος. Στρατηγοί με μονόκλ, παριζιάνες που μυρίζουν λεμόνι, φορέματα που λικνίζοται σε πίστες χορού οι οποίες αιωρούνται πάνω από τη Μεσόγειο. «Αν υπήρξε ποτέ Παράδεισος θα πρέπει να βρισκόταν σ΄αυτή τη μαγευτική ακτή, όπου πάω από μια κατάλευκη παραλία και μέχρις εκεί όπου έφτανε το βλέμμα, απλωνόταν ένα δάσος από πεύκα-ομπρέλες, διακριτικούς φύλακες γερμένους προς την ακτή, καθώς και συστάδες φοινικόδεντρων· μια θάλασσα που θύμιζε οπάλι, κι αυτή η μεταξένια σιωπή, αυτός ο άνεμος, ανάλαφρος σαν κασμίρι, κάπου ανάμεσα στο Σίντι Φερούχ και τη Ζεράλντα, τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά από το Αλγέρι. Εκεί ένιωθε κανείς ότι βρίσκεται στις απαρχές του κόσμου, μόνος πάνω στη γη. Εκείνη την τόσο ευτυχισμένη Κυριακή, στα τέλη Αυγούστου 1939, η Κριστίν διάβαζε το κύριο άρθρο μιας εφημερίδας, η Νελλύ μαύριζε στον ήλιο, και ο Μωρίς με τον Γιόζεφ επέπλεαν ανάσκελα στο νερό».

18:30 Καφές στο δρόμο. Ζέστη. Θρυμματισμένος πάγος. Ποδήλατο.

21:00 Αΐντα.Verdi. Ηρώδειο.


12:30 Σαλάτα με κινόα, σέλερι, μαϊντανό και σπόρους κολοκύθας. Κρασί κάτω από το Μουσείο της Ακρόπολης. Tη νύχτα μοιάζει με ένα φωτισμένο καράβι από μπετόν, γυαλί και ατσάλι το οποίο πλέει σιωπηλά μέσα στο χρόνο.


2:30 House of Cards, s04e05.