Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξιδια δωματιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξιδια δωματιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Όταν γυρνάς σπίτι τη Δευτέρα μετά από μια συνηθισμένη μέρα στο γραφείο, ακολουθώντας το συνηθισμένο δρομολόγιο, έχοντας για δείπνο κάτι απολύτως συνηθισμένο, υπάρχουν δύο πράγματα να κάνεις: ή μια ασυνήθιστη βόλτα ή αν βαριέσαι, τουλάχιστον να βγεις από το συνηθισμένο σου πρόγραμμα ανάγνωσης και να μπεις σε μια νέα περιπέτεια. Να βουτήξεις από τη βιβλιοθήκη ένα μυθιστόρημα που λαχταράς εδώ και καιρό να διαβάσεις, καταπατώντας τη σειρά, απατώντας τα μισοδιαβασμένα του κομοδίνου σου. Η ζωή είναι μικρή για βιβλιομονογαμία. Πρέπει να πέφτεις στο κρεβάτι με ό,τι σου γυαλίζει στο μάτι. Αν νιώσεις μια ξαφνική πλήξη με αυτό που διαβάζεις, το καπελάκι σου στραβά και σ' άλλο συγγραφέα.

Με ένα τέτοιο επαναστατικό mood ξεκίνησα τον Ζοφερό Οίκο του Ντίκενς (εκδ. Gutenberg, μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), ανικανοποίητο φλερτ μήνες τώρα. Όλο το γλυκοίταζα κι όλο το ανέβαλλα. Τρομαγμένος φυσικά από τον όγκο, το άφηνα στην άκρη για λίγο μετά, που θα είχα (;) περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Κακώς, γιατί όπως επανειλημμένα έχει αποδειχθεί με ογκώδη, κλασικά μυθιστορήματα όπως ο Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος του Ματιούριν ή Ο  Καλόγερος του Λιούις, η αφήγηση σε κάνει να ξεχνάς τον αριθμό των σελίδων, όπως όταν μια απολαυστική διαδρομή σε κάνει να απολαμβάνεις το ταξίδι χωρίς να ανυπομονείς να φτάσεις στον προορισμό σου.

Στα πιο ογκώδη βιβλία έχω μπει έτσι αυθόρμητα. Τα ανοίγω για να διαβάσω μερικές σελίδες από περιέργεια και τελικά κολλάω. Είναι λες και βρίσκομαι μέσα σε έναν καμβά από τον οποίο δεν θέλω να βγω. Είμαι τζάνκι της ζοφερής ατμόσφαιρας. Απολαμβάνω την αίσθηση της απειλής που υποβόσκει στη γοτθική λογοτεχνία. Λατρεύω τα γοτθικά κάστρα ή τα παλιά βικτοριανά σπίτια με τα μουντά δωμάτια, τις σκάλες που τρίζουν, τις ανήλιαγες τραπεζαρίες με τις πορσελάνες και τις καυτές σούπες, τα κολονάτα ποτήρια του κρασιού που λαμπυρίζουν μέσα στη φωτιά και τους κρυστάλλινους πολυελαίους που αδυνατούν να ρίξουν φως στις ζοφερές επαύλεις της αγγλικής υπαίθρου.

Από όσα βιβλία του είδους έχω διαβάσει (όποιος έχει να προτείνει κάποιο να το κάνει τώρα, αλλιώς ας σωπάσει για πάντα) αγαπημένο όλων είναι η Γυναίκα με τα άσπρα του Γουίλκι Κόλλινς. Ένα εξαντλημένο βιβλίο από τις εκδόσεις Ηλέκτρα, το οποίο αναζητούσα καιρό. Το έψαχνα χρόνια. Eίχα απευθυνθεί σε βιβλιοανιχνευτές εξαντλημένων, είχα ψάξει σε βιβλιοθήκες φίλων, είχα ξεσκονίσει ατέλειωτες στοίβες σε παλαιοβιβλιοπωλεία... Δεν μου είχε περάσει καθόλου, όμως, από το νου το πιο απλό: να δανειστώ το μυθιστόρημα από μία βιβλιοθήκη. Τελικά μετά από ένα τουρ σε δημοτικές και μη βιβλιοθήκες κατάφερα να εντοπίσω το βιβλίο και να μπω σε μια μικρή λίστα αναμονής.

Μερικές εβδομάδες μετά, και ενώ πλησίαζε η ώρα να το δανειστώ, έλαβα ένα ίνμποξ στη σελίδα του blog στο Facebook, όπου ένας συμπαθητικός κύριος ήθελε να μου δανείσει το δικό του αντίτυπο, ενώ ένας άλλος ευγενικός κύριος από το εξωτερικό μου πρότεινε να μου πουλήσει το δικό του που ήταν σε καλή κατάσταση. Είχαν ανοίξει οι ουρανοί και έβρεχε γυναίκες με άσπρα.

Το βικτοριανό πολυσέλιδο μυθιστόρημα άξιζε την αναμονή και το ψάξιμο. Οι σελίδες κυλούσαν σαν ρυάκι σε κάποιον ζοφερό, αλλά απίστευτα ατμοσφαιρικό βαλτότοπο στην αγγλική εξοχή. Η πλεκτάνη που στήνει μεθοδικά ο Γουίλκι Κόλλινς κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Η δράση γίνεται καταιγιστική. Οι χαρακτήρες είναι λεπτοδουλεμένοι, σαν πορτραίτα ενός ζωγράφου που απεικονίζουν ρεαλιστικά ακόμα και τις πιο αδιόρατες ρυτίδες ενός προσώπου. Οι περιγραφές των σπιτιών που αχνοφαίνονται από μακριά μέσα στην ομίχλη, οι περίπατοι στο ημίφως ενός δάσους, η εμφάνιση της χλωμής γυναίκας με τα άσπρα, τα γοτθικά νεκροταφεία με τις πέτρινες πλάκες και τους σπασμένους σταυρούς, τα σκοτεινά από τη βροχή σαλόνια, η υγρασία που φτάνει μέχρι τα κόκαλα, η ζεστασιά από μια φωτιά που τριζοβολά στο τζάκι, η απόγνωση του έρωτα, οι ίντριγκες της βρετανικής αριστοκρατίας, οι πολύπλοκες δικαστικές διαμάχες για κληρονομικά ζητήματα, οι γάμοι από συμφέρον: όλα σκιαγραφούνται λεπτομερώς, χωρίς να κουράζουν τον αναγνώστη, δημιουργώντας του την αίσθηση ότι κάτι απόκοσμο τον κυκλώνει από παντού. Το κακό φυσικά δεν είναι μεταφυσικό, αν και έχει μεταφυσικό εφέ -άλλωστε τα βικτοριανά μυθιστορήματα απευθύνονταν σε αναγνώστες που μεν λάτρευαν τα μυστήρια, ήταν όμως ορθολογιστές- γεννιέται από την ανθρώπινη δυστυχία. Είναι οι κακές προθέσεις, είναι η αρνητική αύρα που περιβάλλει τους συνωμότες, η ανειλικρίνεια, το άδικο που αιωρείται σκοτεινιάζοντας τα πάντα και το δίκιο που βράζει στο αίμα και γίνεται δηλητήριο για τους αδικημένους που αναζητούν την κάθαρση.

Η πλοκή είναι η κλασική της βικτοριανής λογοτεχνίας: ένας καλά υπολογισμένος γάμος, μια περιουσία που χάνεται, ένας έρωτας που θυσιάζεται στο βωμό του συμφέροντος, μια μυστηριώδης γυναίκα που περιπλανιέται σαν φάντασμα μέσα στην άγρια νύχτα ντυμένη στα λευκά, μια ζωντανή-νεκρή που δεν θα ηρεμήσει αν δεν δικαιωθεί. Η ιστορία του Kόλλινς, όπως συνηθιζόταν στα μέσα του 19ου αιώνα, δημοσιεύθηκε το 1859 σε συνέχειες στο περιοδικό All the Year Round του Τσαρλς Ντίκενς στην Αγγλία, αλλά και στο Harper's Weekly στην Αμερική. Ανήκει στο είδος των sensation novels, έναν συνδυασμό ρομαντισμού και ρεαλισμού που στόχο είχε να διεγείρει τα συναισθήματα του αναγνώστη, εκφράζοντας ταυτόχρονα τους προβληματισμούς και τις συνέπειες της ραγδαίας εκβιομηχάνισης. Μια στροφή δηλαδή στις αισθήσεις σε μια εποχή που βρισκόταν μπροστά σε έναν μεγάλο μετασχηματισμό, σε μια κοινωνία που είχε αφήσει από καιρό πίσω της τους αργούς ρυθμούς της μεσαιωνικής κουλτούρας και βίωνε με τρόμο τους ρυθμούς ενός ρυπαρού και απρόσωπου καινούριου κόσμου. Το ενδιαφέρον είναι, όπως επισημαίνει ο Τζον Σάδερλαντ στην υπέροχη Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας (εκδ. Πατάκη), ότι ακόμα και σήμερα η βικτοριανή λογοτεχνία καταφέρνει να συγκινεί και να διαβάζεται με πάθος, τόσο που τα βιβλία του Ντίκενς «πουλούν στις αρχές του 21ου αιώνα ένα εκατομμύριο αντίτυπα κάθε χρόνο»! Ίσως κι εμείς, πολίτες ενός κόσμου που αλλάζει λόγω της τεχνολογικής έκρηξης, να έχουμε την ανάγκη να ρίξουμε τους ρυθμούς και να ταξιδέψουμε αργά σε μυστηριώδεις κόσμους που μοιάζουν με ζωντανούς καμβάδες του Caspar David Friedrich.

Προσωπικά, διαβάζοντας βικτοριανή λογοτεχνία, ανακάλυψα ότι κάτι τούβλα που ξεπερνούν τις 800 σελίδες διαβάζονται πολύ πιο ευχάριστα από κάτι σύγχρονες νουβέλες που είναι λες και σνομπάρουν τον αναγνώστη, καταπατώντας όλες τις τεχνικές αφήγησης που έκαναν τον βασιλιά του βικτοριανού μυθιστορήματος Ντίκενς να αναφωνεί στους φίλους του, όπως ο Γουίλκι Κόλλινς: «Κάν' τους να γελούν. Κάν' τους να κλαίνε. Κάν' τους να ανυπομονούν». Κάν' τους να ταξιδεύουν, να ξεχνιούνται, να μαγεύονται, να νοσταλγούν, θα πρόσθετε ένας αναγνώστης του σήμερα που δεν συγκινείται, δεν κλαίει ή δεν τρομάζει τόσο εύκολα όσο ο βικτοριανός.


ΥΓ. Για το φινάλε, ένα καλό νέο: Η γυναίκα με τα άσπρα αναμένεται να κυκλοφορήσει ξανά από τις εκδόσεις Gutenberg στην ίδια -αλλά υπό νέα επιμέλεια- μετάφραση του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου.

Ξύλινα παλιά τραπέζια, πορσελάνινα φλιτζάνια με αχνιστό καφέ ή τσάι, αφράτα μάφινς, τάρτες κολοκύθας και ανοιχτά βιβλία. Βικτωριανά σπίτια στην αγγλική εξοχή σαν αυτά που έχουμε αγαπήσει από τις ιστορίες του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ με τον Σέρλοκ Χολμς. Μονοπάτια μέσα στο δάσος που φέρνουν στο νου τους περιπάτους της Σεσίλια και του Ρόμπι Τέρνερ στην Εξιλέωση του Ίαν Μακ Γιούαν. Φορτωμένες βιβλιοθήκες και κομψά σεκρετέρ με στοίβες από αδιάβαστα μυθιστορήματα. Αναμμένα τζάκια και αναπαυτικές πολυθρόνες που θα λάτρευε η Μις Μαρπλ. Γωνιές για διάβασμα μπροστά από μεγάλα παράθυρα που μοιάζουν σαν να βγήκαν από ιστορίες της Τζέιν Όστεν. Βαγόνια τρένων που διασχίζουν τη Σκοτία. Φρεσκοκομμένα τριαντάφυλλα από τον κήπο. Βιβλιοπωλεία και παλιά καπηλειά στις παραθαλάσσιες περιοχές της βρετανικού νότου, καμπάνες στην Προβηγκία, φούρνοι στο Λονδίνο και υπέροχα στιγμιότυπα από μια ονειρεμένη country style κουζίνα. Αυτός είναι ο υπέροχος κόσμος της Jo Rodgers που ανακάλυψα λίγες ημέρες πριν στο Instagram. Η διαχειρίστρια του account @jo_rodgers, είναι μια Αμερικανίδα που από το 2010 ζει στην Αγγλία. Εργαζόταν στον εκδοτικό οίκο Random House και το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται εξ αποστάσεως ως συντάκτρια με την αμερικανική Vogue. Οι φωτογραφίες της με ταξιδεύουν καθημερινά πίσω στο χρόνο, αφού καθεμία από αυτές μοιάζει σαν να έχει βγει από μυθιστόρημα του Γουίλκι Κόλινς.

ΥΓ. Η ποιητική συλλογή του Διονύση Καψάλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα. 
Ο υπέροχος πίνακας με το λεμόνι είναι έργο του Lucian Freud (λάδι σε ξύλο, 24.12.46)


Μια κρυφή ματιά στα τετράδια των μεγάλων δημιουργών είναι σαν ένα ολόκληρο, μυστικό ταξίδι. Σκόρπιες φράσεις, εικόνες, προσωπικές στιγμές, μικρά θραύσματα της μνήμης που ο αναγνώστης παρακολουθεί με αφάνταστη ηδονική περιέργεια.

Δευτέρα 15 Απριλίου (Σαγκάη)
Συννεφιά, αρκετό κρύο.

Διασχίζουμε μια μεγάλη λαϊκή συνοικία. Καρβουνιάρηδες με τρίκυκλα, αργόσχολοι που καπνίζουν. Στάση με το αυτοκίνητο περιμένοντας το φέρι. Ένα αγόρι παίζει με μια σφεντόνα, τρεις, διαφορετικής ηλικίας, γυναίκες πλένουν ασπρόρουχα σε μια ξύλινη λεκάνη, με μια σανίδα όπως στο Μαρόκο. Πολύς κόσμος περνάει, πολλά τρίκυκλα, πανέρια, έπιπλα, χοιρινά, τεράστιες σούπες, σκοινιά.

Αναζωογονητικός διάπλους στον Γουάνγκ Που. Μυρωδιά ψαριού. Μεγάλες ξύλινες σχεδίες. Τεράστιο αυλακωτό πανί. Αχνός ήλιος.

Κάφκα. Ταρκόφσκι. Καπότε. Νταλί. Ναμπόκοφ... Και τώρα Ρολάν Μπαρτ. Τα ημερολόγια ή οι επιστολές των πιο ιδιοφυών ανθρώπων κρύβουν μικρά διαμάντια. Πολλά από αυτά τα κείμενα έχουν γραφτεί για να δημοσιευθούν, άλλα όμως είδαν το φως της δημοσιότητας μετά το θάνατό τους. Όλα βοηθούν να συμπληρώσουμε το παζλ και να κατανοήσουμε περισσότερο το έργο τους.

Τρίτη 16 Απριλίου (Σαγκάη)
Επιστροφή στο ειρηνικό Σαλόνι, στο λευκό τραπεζομάντιλο, στις τσαγιέρες με το ζεστό τσάι, στα τσιγάρα, στον ηλιόλουστο κήπο που φαίνεται απ' έξω.

Σάββατο 20 Απριλίου (Νανκίν)
Σηκώνομαι έξι και μισή το πρωί. Έξω συννεφιά, μουντάδα, ψιχαλίζει, βρέχει. Στο μεταξύ ένας παραπονιάρης δίσκος στριγγλίζει, έξω. Στο παράθυρο του ξενοδοχείου μου: σήτα για τα κουνούπια. Έλατα, πελούζες, μανόλιες. Τοίχος και κόκκινη επιγραφή.
Διαχίζω τον κήπο στις επτά, για να πάω στην τραπεζαρία. Βρέχει πολύ δυνατά.

Καρτ ποστάλ – αμέτρητες, τρελή βιασύνη, κανονικό μπορντέλο, μπαγαποντιά για να κολλήσω τα γραμματόσημα.

Τα «Τετράδια από το ταξίδι στην Κίνα» του Ρολάν Μπαρτ (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη) περιλαμβάνουν τις σκέψεις, τα γεγονότα, τις εντυπώσεις από την επίσκεψη του Γάλλου διανοούμενου στο Πεκίνο την περίοδο της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης. Το ταξίδι, που πραγματοποιήθηκε μετά από επίσημη πρόσκληση της κινεζικής πρεσβείας, είχε διάρκεια τριών εβδομάδων: από τις 11 Απριλίου έως τις 4 Μαΐου του 1974. Από την πρωτεύουσα της Κίνας, ο Μπαρτ ταξιδεύει με τρένο σε όλη τη χώρα, για να συναντήσει συγγραφείς, ακαδημαϊκούς, για να επισκεφθεί εργοστάσια, σχολεία, κομμούνες, πάρκα με παγόδες, εστιατόρια, όπερες. Η αμαξοστοιχία στην οποία επιβαίνει διασχίζει ατελείωτες εκτάσεις με ρυζοκαλλιέργειες κι ο συγγραφέας που κατέγραψε τον ερωτικό λόγο με τέτοια ακρίβεια όσο κανείς, κρατά σημειώσεις με μολύβι σε ένα μαύρο moleskine. Λόγος κοφτός και περιεκτικός. Συνοδεύεται από μικρά σκίτσα και μουτζούρες.

Δευτέρα 22 Απριλίου (από Νανκίν στο Λούο Γιανγκ)
Ήρεμη νύχτα στο βαγκονλί. Αν και πάντοτε κάποια αναστάτωση. Όμως είναι άνετα, είμαστε μόνοι. Μαξιλάρια γεμισμένα με ρύζι.
Ξύπνημα: επίπεδη γη, ήλιος ελαφρά κρυμμένος από την ομίχλη, γη στεγνή, σε χρώματα μπεζ-ροζ, αγροί σε απαλό πράσινο. Δεντροστοιχίες. Μπαίνουμε στο Χενάν.

Μικροί σταθμοί πολύ δυτικοί, φτωχικοί και ειρηνικοί. Στην αποβάθρα πάνε κι έρχονται διάφοροι να αγοράσουν τηγανόψωμο προτού ξαναμπούν στο τρένο.
Μια χώρα χωρίς ρυτίδες.
Το τοπίο δεν είναι εκπολιτισμένο, καλλιεργημένο (πέρα από τις καλλιέργειες της γης): τίποτα που να μιλάει για ιστορία.

Δευτέρα 29 Απριλίου (Πεκίνο)
7.30. Κάτω από την μπαλκονόπορτα του δωματίου μου, η λεωφόρος και ένα μεγάλο μέρος του Πεκίνου, σκεπές με σκονισμένα κεραμίδια, καφερόδινα. Ο ουρανός είναι γκρίζος, αλλά ο ήλιος προσπαθεί να διαπεράσει τα σύννεφα.

Από τα δωμάτια των ξενοδοχείων στα οποία διαμένει μυρίζει τα μπαχάρια, το τσάι, τα ρόδα που στολίζουν τα μαλλιά των κοριτσιών, αλλά λόγω του απαιτητικού, αυστηρού προγράμματος αισθάνεται διαρκώς ότι, ενώ βλέπει όλα τα αξιοθέατα που υπάρχουν στην ατζέντα ενός τυπικού ξεναγού, κάτι του διαφεύγει. Η αλητεία. Μόνο αν δεις μια πόλη στο σκοτάδι, αν βαρεθείς καθισμένος στο παγκάκι μιας πλατείας, αν ξεχάσεις ρολόγια, αν δεις την ασχήμια που κρύβουν τα οργανωμένα tour, μπορείς πραγματικά να κατακτήσεις μια ξένη χώρα.

Το βιβλίο διαβάζεται -αν θέλει κανείς- σε μερικές ώρες. Ο λόγος, τόσο λιτός που γίνεται ποιητικός, κυλάει απολαυστικά, αφού συνδυάζει το λαμπρό πνεύμα του φιλοσόφου και την μαγεία της Κίνας.

Παρασκευή 3 Μαΐου (Πεκίνο)
Τελευταίο δείπνο, προσφορά του Λουξίνγκ-σε.
Εστιατόριο Σαντούνγκ. Αίθουσα αρκετά πολυτελής, σκάλα του 1925. Τσάι, ζεστές, αρωματισμένες πετσέτες. Υποδοχή από τον Μεγάλο Αρχηγό του Λουξίνγκ-σε.
Ο Μεγάλος Αρχηγός βγάζει πολιτικό λόγο με αριθμούς.
Έδεσμα: στομάχι αρνιού κ.λπ. Πολύ καλό.
Βόλτα γύρω από το ξενοδοχείο πριν φτιάξω τη βαλίτσα μου.

Σάββατο 4 Μαΐου
Ξυπνάω στις πέντε για την αναχώρηση. Εκνευρισμένος. Έξω, μεγάλη συννεφιά, τελευταίες στέγες από Παγόδες, τελευταία κλάξον.



Χθες βράδυ, διαβάζοντας τον Τυφλό Λυτρωτή του Άλντους Χάξλεϋ, βρέθηκα σκαρφαλωμένος στη στέγη ενός αγγλικού οικοτροφείου, στις 6 Νοεμβρίου του 1902, να παρατηρώ ένα ξύλινο καραβάκι με τρία κατάρτια που έπλεε στα νερά μιας παλιάς μεταλλικής υδρορροής.

        «Η υδρορροή! Ο Μπράιαν ήταν ο πρώτος που είχε καταλάβει τις δυνατότητες που πρόσφερε. Μια χούφτα χώμα, που ανέβασε λαθραία στην τσέπη, μερικές πέτρες – και έτοιμο το φράγμα. Μόλις το έφτιαχνες, μάζευες όλες τις κανάτες με το νερό από τον κοιτώνα, τις κουβαλούσες μία μία στο παράθυρο και έριχνες το περιεχόμενό τους στην υδρορροή. Δεν θα πλενόταν κανένας το πρωί, αλλά τι σημασία είχε; Μια μακριά, στενή θάλασσα απλωνόταν τώρα μες στη νύχτα. Ένα λαξεμένο στο ξύλο καραβάκι μπορεί να καθελκυστεί εκεί, και τα δεκαπέντε μέτρα υγρού απείρου μπορούν να ξυπνήσουν τη φαντασία. (...) Κουρνιασμένοι ψηλά, ανάμεσα στο κρύο τζάμι και στην τραχιά τσόχινη κουρτίνα, ο Μπράιαν και ο Άντονι έσκυβαν από τα διπλανά παράθυρα έξω, στο σκοτάδι. Τους χώριζε μόνο ένας τούβλινος τοίχος, μπορούσαν να μιλάνε ψιθυριστά.
         “Λοιπόν, Αλογομούρη”, δίεταξε ο Άντονι, “φύσα!”.
Και σαν τον Ζέφυρο των εικόνων, ο Αλογομούρης φύσηξε. Τα χάρτινα πανιά φούσκωσαν, και το καράβι άρχισε να γλιστρά πάνω στη στενή υδάτινη λωρίδα.
         “Υπέροχο!” είπε εντυπωσιασμένος ο Άντονι. Και σκύβοντας ακόμη πιο χαμηλά, μέχρι που το μάγουλό του άγγιξε σχεδόν το νερό, κοιτούσε με το ένα μάτι μισόκλειστο, αποφεύγοντας να εστιάσει, ώσπου με θαυμαστό τρόπο το καραβάκι, που πλησίαζε, μεταμορφώθηκε σε ένα πελώριο τρικάταρτο, ένα πλοίο-φάντασμα που ερχόταν από μακριά κατά πάνω του, πλέοντας σιωπηλό μες στο σκοτάδι. Ένα μεγάλο πλοίο, πολεμικό -εκατόν δέκα κανόνια στα πλευρά του- κάτω από τη σκέπη των μεγάλων πανιών -οι βορειοανατολικοί άνεμοι να φυσάνε σταθερά- κι αυτό να τρέχει με δέκα κόμβους -η καμπάνα του να χτυπάει οκτώ φορές... τινάχτηκε απότομα, καθώς το πλωριό κατάρτι ακούμπησε τη μύτη του. Η πραγματικότητα επέστρεψε στη θέση της».

Αυτή είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, ακόμα και μια απλή υδρορροή μπορεί να γίνει ένας απέραντος ωκεανός. Όλα είναι θέμα οπτικής. Η ματιά που μπορεί να μετατρέψει μια ασήμαντη στιγμή σε ολόκληρη περιπέτεια και ένα ήσυχο βράδυ του Γενάρη σε μακρινό ταξίδι. Είχα φαίνεται μεγάλη ανάγκη να αποδράσω, που το συγκεκριμένο απόσπασμα κατάφερε να με ταξιδέψει σε φουρτουνιασμένες θάλασσες σαν αυτές στα μυθιστορήματα του Μέλβιλ.

Υ.Γ. Μιλώντας για πλοίο-φάντασμα δεν θα μπορούσε ο νους μου παρά να πάει στον Ιπτάμενο Ολλανδό του Βάγκνερ. Το μαύρο σιωπηλό πλοίο που πλησιάζει αργά από τον ανοιχτό ορίζοντα στην ακτή. Τα πορφυρά πανιά του που λάμπουν στο σκοτάδι και η μουσική άγρια και δυνατή σαν κύμα που χτυπά λυσσαλέα το καράβι στα ψαχνά του, μα αυτό αλώβητο συνεχίζει να βολοδέρνει στον άνεμο... Καταραμένο, να βρίσκεται για πάντα στους ωκεανούς.

H φωτογραφία είναι από την τηλεοπτική μεταφορά της όπερας Der fliegende Holländer του Wagner από τον σκηνοθέτη Brian Large το 1986. Δείτε ολόκληρη την όπερα στο βίντεο που ακολουθεί:


“I go back to the reading room, where I sink down in the sofa and into the world of The Arabian Nights. Slowly, like a movie fadeout, the real world evaporates. I'm alone, inside the world of the story. My favourite feeling in the world”

Haruki Murakami, Kafka on the Shore


Τελευταία μου αρέσει πολύ να ξυπνάω νωρίς. Ποιος να το περίμενε από μένα που δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου αν δεν είχε πάει 9. Πίνω καφέ, παρακολουθώ τις ειδήσεις στο διαδίκτυο και μετά, καμια δυο ώρες, διαβάζω πριν ετοιμαστώ για τα γραφεία.

Το πρωινό διάβασμα είναι ακόμα πιο απολαυστικό απ' το βραδινό. Τη νύχτα πλέον η προσοχή μου αποσπάται ευκολότερα ή καταλήγω να κοιμάμαι με το φως αναμμένο και το βιβλίο στα μούτρα. Φορώντας ακόμα τα γυαλιά.

Κάθε πρωί ξυπνάω πλέον πιο χαρούμενος. Νομίζω μάλιστα πως αυτές οι ώρες είναι οι πιο αγαπημένες μου μέσα στη μέρα. Ξαπλώνω στον καναπέ (τώρα που ανοίγει ο καιρός θα διαβάζω στη βεράντα κάτω από τα δέντρα) και το... σκάω. Δεν θες πολλά για τέτοια ταξίδια: δυο μαλακά μαξιλάρια κι ένα καλό βιβλίο.

Κλέβοντας μια ώρα ύπνο, κατάφερα όχι μόνο να διπλασιάσω τα βιβλία που διαβάζω, αλλά και να μεγαλώσω τη μέρα. Πριν πάω στη δουλειά έχω ταξιδέψει στον κόσμο ενός μυθιστορήματος. Κι έχω ζήσει δυο ζωές. Μια δική μου και μια χάρτινη. Πραγματικές πάντως και οι δύο. Τουλάχιστον, με τον τρόπο που έχουμε όσοι αγαπάμε το διάβασμα, να απολαμβάνουμε τα ταξίδια δωματίου.

Υ.Γ. Δεν ξέρω για εσάς, πάντως ο George R.R. Martin συμφωνεί: «Ένας αναγνώστης έχει ζήσει χιλιάδες ζωές πριν πεθάνει».



Μερικοί πίνακες είναι σαν βιβλία ή ταινίες. Aφηγούνται ιστορίες. Είναι λες και αυτό που απεικονίζουν το βλέπεις μέσα από τα μάτια ενός ήρωα.

Τα έργα του ζωγράφου Jeremy Mann από το Σαν Φανσίσκο μου θυμίζουν σκηνές από την ταινία Shame του Steve McQueen. Μια πόλη που κρύβεται μέσα στη βροχή. Ένας τύπος που τρέχει στις πέντε το πρωί ακούγοντας μουσική στο iPod. Τρέχει ανάμεσα σε λιγοστούς ανθρώπους που περνούν βιαστικά, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους αλλοιωμένα, σαν μουτζούρες, κάτω από μεγάλες μαύρες ομπρέλες.

Αν δεν έχετε δει το Shame, να το δείτε. Περισσότερο για όλα αυτά που υπαινίσσεται. Και γιατί έχει εκπληκτική φωτογραφία. Ένα αληθινό ποίημα.  

Tο τρέιλερ της ταινίας Shame 


Και το Εurope, After the rain του Max Richter

Σ΄ ένα μικρό δωμάτιο, δυτικά της όγδοης Λεωφόρου στο Μανχάταν, μια γυναίκα κι ένας άντρας παλεύουν να διανύσουν την απόσταση, η οποία γεννιέται ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που είναι από καιρό μαζί.

«Στο ξέστρωτο κρεβάτι μένει ξαπλωμένος ο άντρας με τσαλακωμένα ρούχα και μοιάζει μ' έναν άνθρωπο που έπεσε να κοιμηθεί πολύ μεθυσμένος. Η γυναίκα κάθεται στην καρέκλα μπροστά στο μοναδικό παράθυρο, που βλέπει σ΄ έναν ουρανό βαρύ, με μια βροχή που δεν έχει αρχίσει ακόμα να πέφτει. Κρατάει ένα ποτήρι με νερό, απ' όπου πίνει μικρές γουλιές σαν πουλί. Και οι δύο έχουν πρόσωπα κουρασμένα, ρυτιδωμένα σαν τα πρόσωπα των παιδιών σε μια πολιτεία που λιμοκτονεί. Στην κουβέντα τους υπάρχει μια λεπτότητα, μια διακριτικότητα, ένα είδος τρυφερής τυπικότητας, σαν και κείνη που υπάρχει σε δυο παιδιά μοναχικά που θέλουν να γίνουν φίλοι».

Το «Μίλα μου σαν τη βροχή» είναι ίσως το πιο αγαπημένο μου μονόπρακτο απ' όλα όσα έχει γράψει ο Τένεσι Ουίλιαμς. Το έχω σε ένα παλιό βιβλίο με κιτρινισμένα φύλλα από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Δεν ξέρω γιατί αγαπώ τόσο τους ήρωες του Ουίλιαμς. Ίσως γιατί, όπως γράφει η Κωστούλα Μητροπούλου (η οποία υπογράφει τη μετάφραση και το επίμετρο του βιβλίου) όλοι τους είναι άνθρωποι που «δεν κάνουν κανένα βήμα. Ούτε εμπρός ούτε πίσω. Απλά μένουν εκεί. Στη στιγμή που το χάος τους αποκαλύπτεται σαν το πρόσωπο ενός φίλου». Ήρωες εκτεθειμένοι στη σκηνή σαν ανοιχτά βιβλία. Με λόγια που χάσκουν. Φράσεις που κόβονται απότομα και όνειρα από τα οποία πιάνονται σα ναυαγοί σε μια απέραντη νύχτα.

ΑΝΤΡΑΣ: Πάει τόσος καιρός από τότε που εμείς οι δύο δεν είμαστε παρά μόνο ένα ζευγάρι από δύο ξένους που ζουν μαζί. Ας ξαναβρούμε ο ένας τον άλλο κι ίσως να η χαθούμε πια. Μίλα μου! Ήμουνα χαμένος! Σε σκεφτόμουν πολύ συχνά αλλά δεν μπορούσα να σε βρω, αγάπη μου. Σε σκεφτόμουν όλη την ώρα αλλά δεν μπορούσα να σου πω «είμαι χαμένος;». Χαμένος μέσα στην πόλη; Περνώντας από χέρι σε χέρι σαν λερωμένη καρτ ποστάλ; Και τότε ακριβώς, έκλεινα το τηλέφωνο... Είμαι χαμένος σ' αυτή... την πόλη...

ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είχα τίποτα άλλο παρά μόνο νερό από τότε που έφυγες! Τίποτα άλλο από στιγμιαίο καφέ ώσπου κι αυτός σώθηκε, και νερό.

ΑΝΤΡΑΣ: Μπορείς να μου μιλάς τώρα αγάπη μου; Μπορείς να μου μιλάς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι.

ΑΝΤΡΑΣ: Καλά λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και άφησέ με ν' ακούω... Άφησέ με να μένω εδώ ξαπλωμένος και ν' ακούω... Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που... είχαμε εξαφανιστεί ο ένας με τον άλλον. Τώρα πες μου, μίλα μου. Τι σκεφτόσουν στη σιωπή; Ενώ εγώ περνούσα από χέρι σε χέρι, σαν βρώμικη καρτ ποστάλ σ' αυτή την πόλη... Πες μου... Μίλα μου... Μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μείνω εδώ ξαπλωμένος και θ' ακούω.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω...

ΑΝΤΡΑΣ: Το έχεις καταλάβει, είναι απαραίτητο! Εγώ το ξέρω πια, γι΄ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μείνω εδώ ξαπλωμένος και θ' ακούω, θα μείνω εδώ ξαπλωμένος και...

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω.

ΑΝΤΡΑΣ: Θέλεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θ έ λ ω   ν α   φ ύ γ ω!

ΑΝΤΡΑΣ: Πώς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! Θα γραφτώ στο βιβλίο ενός μικρού ξενοδοχείου κοντά στη θάλασσα κάτω από ένα πλαστό όνομα...

ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Άννα... Τζόουνς... Η καμαριέρα θα είναι μια μικροκαμωμένη γριά, που θα έχει έναν εγγονό και θα μιλάει γι' αυτόν... Θα κάθομαι στην καρέκλα όση ώρα η γριά γυναίκα θα φτιάχνει το κρεβάτι, με τα χέρια μου κρεμασμένα στα πλάγια... Και με τη φωνή της που θα είναι ήρεμη, γαλήνια, θα μου διηγείται τι έφαγε ο εγγονός της. Ταπιόκα και κρέμα. Το δωμάτιο θα είναι γεμάτο ίσκιους, δροσερό, και θα πλημμυρίζει με το μουρμουρητό της...

ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.

ΑΝΤΡΑΣ: Και;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αγωνία θα περάσει.

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι...

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ύστερα από λίγο η μικροκαμωμένη γριά γυναίκα θα λέει, «το κρεβάτι σας είναι έτοιμο κυρία» και 'γω θα λέω «ευχαριστώ». Θα βγάζω ένα δολάριο από την τσέπη μου. Η πόρτα θα κλείνει. Και θα είμαι μόνη μου πάλι. Τα παράθυρα θα είναι ψηλά με μπλε παραθυρόφυλλα και θα είναι μια εποχή βροχής... Βροχής... Βροχής... Η ζωή μου θα είναι σαν το δωμάτιο, κρύα... με ίσκιους, κρύα και πλημμυρισμένη από το μουρμουρητό της...

ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής...

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θα λαβαίνω ένα τσεκ αεροπορικό κάθε βδομάδα που μπορώ να το υπολογίζω από τώρα. Η μικροσκοπική γριά γυναίκα θα εξαργυρώνει τα τσεκ για λογαριασμό μου και θα μου φέρνει βιβλία από μια βιβλιοθήκη και θα φροντίζει για τα ρούχα μου, να πλυθούν. Θα έχω πάντα καθαρά πράγματα! Θα ντύνομαι στα άσπρα. Δεν είμαι ποτέ πολύ δυνατή ούτε θα μου έχει μείνει πολλή ενεργητικότητα, αλλά θα έχω αρκετή ύστερα από λίγο καιρό, για να περπατάω στην πλατεία... Στον περίπατο... Να περπατάω στην παραλία χωρίς προσπάθεια... Τα βράδια θα περπατάω στο μάκρος της παραλίας, στον περίπατο. Θα έχω μια ορισμένη θέση στην παραλία, όπου θα πηγαίνω να κάθομαι, λίγο πιο μακριά από εκεί που είναι το περίπτερο, όπου η μπάντα παίζει επιλογές του Βίκτορ Χέρμπερτ όταν νυχτώνει... Θα έχω ένα μεγάλο δωμάτιο με ξώφυλλα στα παράθυρα... Θα είναι μια εποχή βροχής, βροχής... Και θα είμαι τόσο εξαντλημένη ύστερα από τη ζωή μου στην πόλη που δεν θα με νοιάζει που θ' ακούω τη βροχή. Θα είμαι τόσο ήρεμη! Οι γραμμές θα εξαφανιστούν από το πρόσωπό μου. Τα μάτια μου δεν θα είναι ποτέ πια κόκκινα. Δεν θα έχω φίλους. Δεν θα έχω ούτε γνωριμίες. Όταν θα νυστάζω, θα γυρίζω ήσυχα πίσω στο ξενοδοχείο. Ο ξενοδόχος θα λέει, «καλησπέρα κυρία Τζόουνς» και γω μόλις που θα χαμογελάω και θα παίρνω το κλειδί μου. Δεν θα διαβάζω ποτέ εφημερίδες ούτε θα ακούω ραδιόφωνο. Δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα τι γίνεται στον κόσμο. Δεν θα έχω καμιά συναίσθηση από το χρόνο που περνάει. Κάποια μέρα θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έχουν αρχίσει να γίνονται γκρίζα και για πρώτη φορά θ' ανακαλύψω ότι έζησα σ' αυτό το μικρό ξενοδοχείο, με ένα ψεύτικο όνομα, χωρίς καθόλου φίλους ή γνωστούς, ή κανενός είδους σχέσεις, για εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Θα με ξαφνιάσει λίγο αλλά δεν θα με τρομάξει καθόλου. Θα είμαι ευχαριστημένη που ο χρόνος θα έχει περάσει τόσο εύκολα. Μια φορά στο τόσο θα πηγαίνω στον κινηματογράφο. Θα κάθομαι στις πίσω σειρές με όλο αυτό το σκοτάδι γύρω μου και με κείνες τις φιγούρες ακίνητες στο πλάι μου, χωρίς να με προσέχουν. Βλέποντας την οθόνη. Φανταστικός κόσμος. Ο κόσμος των παραμυθιών. Θα διαβάζω μεγάλα βιβλία και το ημερολόγιο των νεκρών συγγραφέων. Θα νιώθω πολύ πιο κοντά τους, πολύ περισσότερο από ότι ένιωσα ποτέ για ανθρώπους που γνώρισα, προτού να φύγω από τον κόσμο. Θα είναι γλυκιά και ψυχρή μαζί αυτή η φιλία μου με τους νεκρούς ποιητές γιατί δεν θα μπορώ να τους αγγίζω ούτε και ν' απαντάω στις ερωτήσεις τους. Θα μου μιλάνε και δεν θα περιμένουν να τους απαντήσω. Και θα νυστάζω ακούγοντας τις φωνές τους να εξηγούν σε μένα τα μυστήρια. Θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο ακόμα στα χέρια μου, και θα βρέχει. Θα ξυπνάω και θ΄ ακούω τη βροχή και θα ξανακοιμάμαι. Μια εποχή βροχής... Βροχής... Βροχής... Και τότε κάποια μέρα, όταν θα έχω κλείσει ένα βιβλίο, ή θα γυρίζω στο σπίτι, μόνη μου, από τον κινηματογράφο στις έντεκα η ώρα τη νύχτα, θα κοιτάξω τον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα. Άσπρα, εντελώς άσπρα. Τόσο άσπρα όσο και ο αφρός στα κύματα... Θα κρεμάσω τα χέρια μου στο μάκρος του κορμιού μου, και τότε θα ανακαλύψω πόσο τρομακτικά ελαφριά και λεπτή έχω γίνει. Ω, εγώ, πόσο λεπτή θα έχω γίνει! Σχεδόν διαφανής. Όχι πια πραγματική, γήινη. Τότε θ΄ ανακαλύψω, θα καταλάβω, κάπως θολά, ότι έμεινα συνεχώς εδώ, σ΄ αυτό το μικρό ξενοδοχείο, χωρίς καθόλου κοινωνικές σχέσεις, υποχρεώσεις, αγωνίες ή ενοχλήσεις κάθε λογής, για πενήντα ολόκληρα χρόνια! Μισό αιώνα. Μια ζωή, στην ουσία. Δεν θα θυμάμαι πια ούτε τα ονόματα των ανθρώπων που γνώριζα προτού να έρθω εδώ, ούτε και πως αισθάνεται κάποιος που περιμένει κάποιον άλλον και που μπορεί να μην έρθει... Τότε λοιπόν θα ξέρω, κοιτώντας τον καθρέφτη, πως ήρθε για μένα η πρώτη εποχή, για να περπατήσω άλλη μια φορά μόνη μου στην πλατεία, με το δυνατό άνεμο να με χτυπάει, τον άσπρο καθαρό άνεμο που φυσάει από την άκρη του κόσμου, και ακόμα πιο μακριά από 'κει, πέρα από τις ψυχρές χαμένες επιφάνειες του διαστήματος, πολύ πιο πέρα από ό,τι υπάρχει, πέρα μακριά από τις άκριες στο γήινο χώρο... Και τότε θα βγω έξω και θα περπατήσω στην πλατεία. Θα περπατήσω μόνη μου και θα γίνομαι όλο και πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη...

ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολοένα και πιο αδύνατη. Πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη!

(Ο άντρας την φτάνει και την παίρνει δια της βίας από την καρέκλα μπροστά στο παράθυρο).

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ώσπου στο τέλος δεν θα έχω καθόλου σώμα πια, και ο αέρας θα με σηκώνει στα παγωμένα άσπρα του χέρια για πάντα και θα με πάρει μακριά!

ΑΝΤΡΑΣ: (Το στόμα του στο λαιμό της). Έλα στο κρεβάτι, μαζί μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω, να φύγω! (Την αφήνει και κείνη φτάνει στη μέση του δωματίου κλαίγοντας χωρίς έλεγχο. Κάθεται στο κρεβάτι. Εκείνος πηγαίνει στο παράθυρο, η βροχή δυναμώνει. Η γυναίκα σταυρώνει τα χέρια της μπροστά στο στήθος της. Οι λυγμοί της εξασθενούν αλλά αναπνέει με δυσκολία. Το φως αραιώνει, ακούγεται ο άνεμος δυνατά. Ο άντρας κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Στο τέλος εκείνη του λέει μαλακά: ) Έλα στο κρεβάτι. Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου...

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από το blog myveryowninspirationboard.tumblr.com


To πολυαναμενόμενο δέμα ήρθε χτες, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ούτε ο Άγιος Βασίλης να το έφερνε. Για κάτι τύπους σαν εμάς που αγαπάμε τρελά τα βιβλία, ένα eReader δεν θα μπορούσε παρά να είναι το καλύτερο δώρο για τη νέα χρονιά. Στην αρχή μου φάνηκε λίγο φτωχό σε σχέση με το iPhone (αγόρασα το απλό που δεν έχει οθόνη αφής). Όταν το έψαξα λίγο και το συνήθισα, ξετρελάθηκα! Κατευθείαν κατέβασα το Prague Fatale του Philip Kerr από το Amazon και στη συνέχεια δωρεάν από το site των Βορειoδυτικών Εκδόσεων «Τα ουγγρικά ψάρια» του Γιάννη Πλιώτα.

Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να καταλάβω τι παίζει: Ποιο application του Amazon να κατεβάσω στο macbook; Τι διαβάζει το Kindle και τι όχι; Πώς μετατρέπεις τα pdf σε mobi (άγνωστες λέξεις); Πώς τα στέλνεις μέσω gmail στο e-mail τoυ Κindle;
Ακολούθησα τις πολύ απλές οδηγίες (step by step) που δίνει στο blog του www.eanagnostis.gr (Η Βίβλος των eReaders στην Ελλάδα) o Ηλεκτρονικός Αναγνώστης:




Επόμενες κινήσεις: Να κατεβάσω ποίηση από το iBookstore των εκδόσεων Ίκαρος (γιατί με συγκινεί η ιδέα να διαβάζω Δημουλά ψηφιακά) και το βιβλίο του Αύγουστου Κορτώ «Ο άνθρωπος που έτρωγε πολύ» από το site των εκδόσεων Καστανιώτη.


Τώρα που κάθομαι χαλαρά και πίνω καφέ παρέα με τον Philip Kerr σκέφτομαι πόσο ανόητοι ήταν τόσο καιρό οι ενδοιασμοί μου (οι αμφιβολίες για το αν πρέπει να αγοράσω ένα ηλεκτρονικό βιβλίο, αν χάνεις τη μαγεία του εντύπου κτλ.). Δεν αντικαθιστάς τα τυπωμένα βιβλία με ηλεκτρονικά, απλά ένα gadget σου προσφέρει μια επιπλέον βοήθεια (και απόλαυση). Άλλα βιβλία θα τα αγοράζω έτσι, για να μυρίζω το χαρτί, να τσαλακώνω τις σελίδες, να τα λεκιάζω με καφέ ή με νερό και άμμο στην παραλία, άλλα θα τα κατεβάζω ηλεκτρονικά. Άλλωστε, δεν θυσιάζω τις βόλτες στα βιβλιοπωλεία (με τίποτα)!

Η γραμματοσειρά αλλάζει: Πολύ εύκολα επιλέγεις το μέγεθος και το στυλ που σε βολεύει. Το ωραιότερο είναι ότι όταν πας με τα βελάκια τον κέρσορα μπροστά από μία λέξη σού εμφανίζει το λεξικό. Κατέβασα το Αγγλοελληνικό Slovoed για Kindle αλλά έχει μόνο 4.000 λήμματα και δεν βοηθάει. Τα Αγγλοαγγλικά λεξικά που έχει ήδη φορτωμένα είναι καλύτερα. 

Το Kindle έχει το μέγεθος ενός βιβλίου στο μικρό, βολικό σχήμα των εκδόσεων Άγρα. Είναι τόσο μικρό που χωράει στην τσέπη.

Υ.Γ. Το gadget-φετίχ κόστισε 106 ευρώ (τελική τιμή με φόρους, κούριερ κ.α.). Αν θέλετε να το παραγγείλετε κάντε κλικ εδώ: Το νέο Kindle του Amazon - Πώς να παραγγείλουμε από Ελλάδα και Κύπρο.