Πόσες φορές σάς έχει τύχει να αρχίσετε ένα μυθιστόρημα και λίγο πριν τη μέση να το αφήσετε στην άκρη για να διαβάσετε κάτι άλλο που σάς φαίνεται πιο ενδιαφέρον;
Εμένα μου συμβαίνει όλο και συχνότερα. Δεν επιμένω πολύ σε ένα βιβλίο αν δεν μου λέει κάτι στη φάση που βρίσκομαι. Το αφήνω στην άκρη χωρίς ενοχές πια. Δίχως να βιάζομαι να το κρίνω αρνητικά. Μπορεί το βιβλίο να τα έχει όλα: ωραία γραφή, δυνατή πλοκή, έξυπνες ανατροπές, καλή μετάφραση, κι όμως να μην τραβάει. Δεν φταίει το βιβλίο. Σίγουρα. Απλά δεν είσαι έτοιμος για όσα είχε να σου πει.

Είμαι πεπεισμένος γι' αυτό: Κάθε βιβλίο διαβάζεται όταν έρθει η ώρα του. Τουλάχιστον έτσι λειτουργεί σε μένα. Λες και μια πόρτα ανοίγει ξαφνικά μέσα μου από το πουθενά που με οδηγεί σε ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Σκόρπιες πληροφορίες, γνώσεις, εμμονές, ερεθίσματα, ιστορίες άλλων βιβλίων, τα λόγια κάποιου που ειπώθηκαν και νόμιζα πως τα πήρε ο αέρας: Κομμάτια του παζλ που κουμπώνουν κι ένα μυθιστόρημα το οποίο παράτησα πέρυσι τέτοια εποχή, φέτος το βρίσκω τόσο ενδιαφέρον που ακυρώνω το βραδινό σινεμά για να κάτσω μέσα να διαβάσω δύο τρία κεφάλαια ακόμα. Και απορώ με τον εαυτό μου που λίγους μήνες πριν το είχα αφήσει να σκονίζεται πάνω-πάνω στη στοίβα με τα παρατημένα.

Μου έχει τύχει και με καλά βιβλία. Για παράδειγμα, τις «Διορθώσεις» του Τζόναθαν Φράνζεν (εκδόσεις Ωκεανίδα) τις ξεκίνησα το 2003, τις εγκατέλειψα με απόλυτη αδιαφορία λίγο πριν το δεύτερο κεφάλαιο και επέστρεψα σε αυτές με κομμένη ανάσα τον περασμένο Σεπτέμβρη. Οκτώ χρόνια μεσολάβησαν κι ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Φυσικά δεν έγινε το βιβλίο ξαφνικά ενδιαφέρον, ήταν από την αρχή. Απλά δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να συναντηθούμε.



Αν ο εγκέφαλός μας είναι ένας μικρός ηλεκτρονικός επεξεργαστής που αποθηκεύει πληροφορίες, αντιδρά με ερεθίσματα και αποκωδικοποιεί μηνύματα (όπως έγραφε στο βιβλίο της «From Words to Brain» η νευροβιολόγος Λίβια Μπλακμπουρν), τότε υπάρχει μια λογική εξήγηση στο γιατί το βιβλίο, ο έρωτας, η ταινία που πέρυσι δεν σου έλεγε τίποτα, φέτος σου κόβει την ανάσα. Είναι λες και υπόγεια το μυαλό όλο αυτό το διάστημα μάζευε τα στοιχεία που του χρειάζονταν για να απολαύσει και να επεξεργαστεί κάτι στην ώρα του.

Υ.Γ. Τα ρολόγια τοίχου The Big Hands Clock στις φωτογραφίες είναι δημιουργίες της σχεδιάστριας Yenwen Tseng.



6 Responses so far.

  1. Iron Gio says:

    Αυτού του είδους τα ποστ μου αρέσουν περισσότερο ^.^

  2. Ιω says:

    Πόσο αλήθεια! Και μετά όλα αυτά γίνονται κομμάτι της αναγνωστικής ιστορίας μας.

  3. Μου'χει συμβεί πάμπολλες φορές και σχεδόν πάντα με 'καλά' βιβλία. Στη δική μου περίπτωση, συχνά δεν τέλειωνα καν την πρώτη παράγραφο. Κάτι δε μου καθόταν, απλώς - το άφηνα και το έπιανα ξανά στο πλήρωμα του χρόνου.

  4. Ανώνυμος says:

    αυτό το χα πάθει (εκτός των άλλων) με το "Κάτω από το ηφαίστειο" του Λοόυρυ όπου όταν το ξανάπιασα είχα μείνει κόκκαλο.

    υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα να μην συναντηθούμε ποτέ με ένα βιβλίο, όσες φορές και να το προσπαθήσουμε.

    ο δόκτορ φάουστους του Τόμας Μαν είναι το δικό μου Βατερλό :)

    raskol

Leave a Reply