Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικο-πολιτικο μυθιστορημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικο-πολιτικο μυθιστορημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Γιόζεφ Κάπλαν είναι ένας ωραίος ήρωας. Μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα που παλεύει μέσα στη δίνη του περασμένου αιώνα, με τον μεγάλο ευρωπαϊκό εμφύλιο και τις μεταπολεμικές του συνέπειες στην ανατολική Ευρώπη: Η τσακισμένη Πράγα, το πραξικόπημα των κομμουνιστών, το ανελεύθερο καθεστώς και η ομηρία των πολιτών από έναν πατερούλη που σου «κόβει το χέρι» για το καλό σου. Είναι τόσο ωραίος ο Γιόζεφ Κάπλαν που κάνει τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα να δείχνει ισχνός στο πλάι του. Κι αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η αδυναμία του κατά τ΄άλλα απολαυστικού και χορταστικού μυθιστορήματος του Ζαν-Μισέλ Γκενασιά «Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ.» (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, Βάνα Χατζάκη, εκδ. Πόλις). Το βιβλίο είναι πολύ δυνατό μέχρι τη στιγμή που ο αφηγητής στρέφει την οπτική του από τον γιατρό Γιόζεφ Κάπλαν στον ασθενή του Τσε και η αφήγηση επικεντρώνεται στο ακατέργαστο ρομάντζο του με την κόρη του Γιόζεφ, την Έλενα. Διαβάζοντας το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος αισθάνθηκα ότι ξεκίνησα ένα άλλο βιβλίο, άνισο με τα δύο πρώτα μέρη, όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διαδρομή του βασικού ήρωα, ενός νεαρού γιατρού, από την Πράγα των αρχών του περασμένου αιώνα στο Παρίσι και από εκεί στο Αλγέρι του μεσοπολέμου, όπου καταφεύγει ως βιολόγος στο παράρτημα του Ινστιτούτου Παστέρ για να αναζητήσει την τύχη του.

Το Αλγέρι, αυτό το μαγικό μέρος που τόσο αγαπήσαμε από τον Καμύ και μετά από τον Μωρίς Αττιά -το ωραιότερο νουάρ που έχω διαβάσει-, σκιαγραφείται με μεγάλη ακρίβεια από τον Γκενασιά. Το Μπαμπ-Ελ-Ουέντ, τα αλγερινά φαγητά στην ταβέρνα του Παντοβανί, τα πολυτελή εστιατόρια με τις αψίδες και τους κρυστάλλινους πολυελαίους, οι χοροί σε ξύλινες εξέδρες πάνω από τη θάλασσα, τα ταγκό, μια σιτροέν που τρέχει ξέφρενα στους φιδογυριστούς στενούς δρόμους, τα μεθυσμένα αγγίγματα, τα τσιγάρα της συνενοχής μεταξύ δυο φίλων σε ασβεστωμένες ταράτσες κάτω από τα άστρα, η άμμος, η σκιά των δέντρων, ο έρωτας και η ανεμελιά του τελευταίου καλοκαιριού πριν τη φρίκη του πόλεμου.

«Αν υπήρξε ποτέ Παράδεισος θα πρέπει να βρισκόταν σ΄αυτή τη μαγευτική ακτή, όπου πάνω από μια κατάλευκη παραλία και μέχρις εκεί όπου έφτανε το βλέμμα, απλωνόταν ένα δάσος από πεύκα-ομπρέλες, διακριτικούς φύλακες γερμένους προς την ακτή, καθώς και συστάδες φοινικόδεντρων· μια θάλασσα που θύμιζε οπάλι, κι αυτή η μεταξένια σιωπή, αυτός ο άνεμος, ανάλαφρος σαν κασμίρι, κάπου ανάμεσα στο Σίντι Φερούχ και τη Ζεράλντα, τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά από το Αλγέρι. Εκεί ένιωθε κανείς ότι βρίσκεται στις απαρχές του κόσμου, μόνος πάνω στη γη. Εκείνη την τόσο ευτυχισμένη Κυριακή, στα τέλη Αυγούστου 1939, η Κριστίν διάβαζε το κύριο άρθρο μιας εφημερίδας, η Νελλύ μαύριζε στον ήλιο, και ο Μωρίς με τον Γιόζεφ επέπλεαν ανάσκελα στο νερό».

Το πιο δυνατό κομμάτι του βιβλίου είναι η αυτοεξορία του Εβραίου γιατρού στην ερημική και άγρια ενδοχώρα του Αλγερίου, όπου ζει για καιρό σε ένα λασπωμένο καλύβι για να μελετά επιστημονικά ως απεσταλμένος του Ινστιτούτου Παστέρ τα έντομα ενός βάλτου. Το Ινστιτούτο τον φυγαδεύει εκεί για να τον σώσει από τη ναζιστική επέλαση. Οι περιγραφές του τοπίου αγγίζουν τα όρια μιας δυστοπίας, ο ήρωας φτάνει στα όριά του, εισάγεται στην παράνοια, το μέρος τον στοιχειώνει. Η απέραντη μοναξιά η οποία είναι άλλοτε υγρή και πνιγηρή σαν την λάσπη του βάλτου, κι άλλοτε ανυπόφορα στέρεα λες και την πιάνεις με το χέρι, σαν ένα πέτρινο καρβέλι ψωμί που πρέπει να το κόψεις με το μαχαίρι, είναι μια αλληγορία για την απέραντη εσωτερική ερημιά που βίωσαν όσοι Εβραίοι κατάφεραν να κρυφτούν, να εξαφανιστούν από προσώπου γης, για να μην τους συνθλίψουν οι ναζί. Μου θύμισε την ασφυξία την οποία ένιωθε η ηλικιωμένη Εβραία που έκρυβε ο δικαστής σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, στο αριστούργημα του Χανς Φάλαντα «Μόνος στο Βερολίνο», για τη σώσει από τους καταδότες γείτονες ή την κλειστοφοβία στο «Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ».

Στο τρίτο μέρος, το πιο αδύναμο, ο γιατρός έχει επιστρέψει στην Πράγα μετά τον πόλεμο και κουράρει έναν ιδιαίτερο ασθενή, τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, ο οποίος βαριά άρρωστος βρίσκει καταφύγιο στην Τσεχοσλοβακία μετά από μια αποτυχημένη αποστολή του στην Αφρική. Ο Γκενασιά, θέλοντας να περιγράψει τη βιαιότητα του κομμουνιστικού καθεστώτος, χρησιμοποιεί το εύρημα μιας ερωτικής σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ του Τσε και της Έλενας, κόρης του Γιόζεφ Κάπλαν. Ο στόχος εκπληρώνεται, διότι ένας τόσο καλός αφηγητής όσο ο Γκενασιά, ακόμα και στα τρωτά του, δεν εγκαταλείπει τον αναγνώστη. Παρακολουθείς με μεγάλο ενδιαφέρον την ερωτική ιστορία που έχει πολιτικές προεκτάσεις, έχει άλλωστε στιγμές κορύφωσης και δράσης, όχι όμως χωρίς αμηχανία από τον ολοφάνερα τεχνητό συναισθηματισμό. Ο Τσε μοιάζει με μια χοντροκομμένη καρικατούρα χωρίς κανένα βάθος, η Έλενα είναι άγουρη ως χαρακτήρας, και φυσικά ο Γιόζεφ Κάπλαν, σώζει την κατάσταση στο φινάλε.



ΥΓ. Δεν έχω διαβάσει τη Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων. Ίσως το κρατήσω για το ερχόμενο καλοκαίρι, διότι καλοκαίρι διάβασα και αυτό εδώ.

Τα τελευταία χρόνια είχα μία πολύ κακή συνήθεια: αγόραζα όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ που κυκλοφορούσαν, φλέτραρα αναίσχυντα μαζί τους και τα παρατούσα στις πρώτες 50 σελίδες. «Ο Ροθ δεν μου ταίριαζε καθόλου», αν και διαισθανόμουν πώς η ευθύνη ήταν απολύτως δική μου. Διαβάζοντας άρθρα για τα βιβλία του ή ακούγοντας φίλους να λένε πόσο λατρεύουν το στυλ του, ένιωθα ότι κάτι έχανα, ήμουν ένας παρίας στο νεοϋορκέζικο κόσμο του βραβευμένου με Πούλιτζερ συγγραφέα.

Η ζημιά έγινε στον Ζούκερμαν. Προσπάθησα τρεις φορές να τον διαβάσω, αλλά κάτι άλλο σύντομα αποσπούσε την προσοχή μου. Ό,τι κι αν διάβαζα κατόπιν με την υπογραφή του Ροθ ήταν καταδικασμένο. Λες και υπήρχε μια συνωμοσία που με κρατούσε έξω από το κλαμπ των ορκισμένων Ροθικών.

Φέτος, στις διακοπές, διαβάζοντας στο iPad ένα άρθρο με τίτλο How Philip Roth Predicted the Rise of Donald Trump αποφάσισα να ξεκινήσω το μυθιστόρημα Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής (εκδ. Πόλις, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης, επιμ. μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Το βιβλίο βασίζεται σε ένα πολύ ενδιαφέρον εύρημα: ο Ροθ αφηγείται την ιστορία για την εμπλοκή της Αμερικής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αντιστρέφοντας τα γεγονότα: καταγράφει, μέσα από τη σκοπιά της εβραϊκής οικογένειας Ροθ, τι θα είχε συμβεί αν τις εκλογές του 1940 είχαν κερδίσει οι απομονωτιστές Ρεπουμπλικανοί που δεν ήθελαν οι ΗΠΑ να εισέλθουν στον ευρωπαϊκό πόλεμο κατά του ναζισμού. Τι θα σήμαινε για χιλιάδες Αμερικανούς Εβραίους η ήττα του Ρούζβελτ, ηγέτη των Δημοκρατικών, που επιθυμούσε την εμπλοκή της χώρας του στον πόλεμο στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων;

Ο Ροθ χρησιμοποιεί τον Τσαρλς Λίντμπεργκ, τον Αμερικανό αεροπόρο που έγινε διάσημος διασχίζοντας τον Ατλαντικό με το μονοκινητήριο αεροπλάνο του Spirit of St. Louis (και κατόπιν εξαιτίας της απαγωγής και δολοφονίας του γιου του), για να αναντρέψει τα αληθινά γεγονότα. Έτσι βάζει τον δημοφιλή και υπέρμαχο του απομονωτισμού Λιντμπεργκ να προσγειώνεται σαν από μηχανής θεός στο συνέδριο για εκλογή αρχηγού των Ρεπουμπλικανών και να μαγεύει τα πλήθη. Ο Λίντμπεργκ παίρνει το χρίσμα και κατόπιν κερδίζει τις καρδιές των Αμερικανών στηρίζοντας όλη του την προεκλογική εκστρατεία στο σλόγκαν «Λίντμπεργκ ή πόλεμος». Οι αντισημιτικές δηλώσεις που είχε κάνει στο παρελθόν σε συνδυασμό με την παρασημοφόρησή του από του Ναζί για την προσφορά του στην εξέλιξη της αεροπλοϊάς, μετέτρεψαν το όνομα Λίντμπεργκ σε συνώνυμο της φρίκης για τους  Εβραίους της Αμερικής. Το βράδυ της εκλογής του οι Εβραϊκές οικογένειες ξεχύνονται τρομοκρατημένες στους δρόμους κάνοντας λόγο για εκφασισμό της Αμερικής. Τα ακραία στοιχεία βγαίνουν από τα σκοτάδια τους και οργανώνουν ρατσιστικές επιθέσεις σε Εβραίους. Η κυβέρνηση Λίντμπεργκ δεν εκδηλώνεται εξαρχής, χρησιμοποιεί μάλιστα έναν ραβίνο για να καθησυχάσει τους Εβραίους. Τα πράγματα ωστόσο πολύ γρήγορα ξεφεύγουν από τον έλεγχο, η Κου Κλουξ Κλαν και η οργάνωση Πρώτα Η Αμερική καίνε αυτοκίνητα Εβραίων και οργανώνουν πογκρόμ σε εβραϊκές συνοικίες, ξεσκεπάζοντας το φιλοναζιστικό πρόσωπο του καθεστώτος Λίντμπεργκ. Ο Λευκός Οίκος παραμένει αδρανής στις βιαιοπραγίες. Το αυγό του φιδιού δεν έχει απλώς εκκολαφθεί, το θηρίο σέρνεται απειλητικά σκορπίζοντας τον πανικό στις άλλοτε φιλελεύθερες αμερικανικές μεγαλουπόλεις.

Είναι αλήθεια ότι από κεκτημένη ταχύτητα στις πρώτες 150 σελίδες, ειδικά στο σημείο με την εξαντλητική αφήγηση του μικρού Ροθ για τα γραμματόσημα, ήμουν επιφυλακτικός. Έλεγα «Τραγωδία! Άλλος ένας παρατημένος Ροθ». Ξαφνικά όμως τα μάγια λύθηκαν. Διάβαζα απολαμβάνοντας κάθε σελίδα, άρχισα να δένομαι με τους ήρωες και να θαυμάζω τη μαεστρία του συγγραφέα. Τις τελευταίες διακόσιες σελίδες τις διάβασα με κομμένη την ανάσα. Καταιγισμός γεγονότων. Μια άλλη Αμερική, βγαλμένη από τους χειρότερους εφιάλτες.

Ηθικό δίδαγμα: Έρχεται η ώρα που τα βιβλία μάς βρίσκουν. Παρατημένα, μισοδιαβασμένα, αδικημένα, σκονισμένα, ανέγγιχτα, ανασύρονται από την αφάνεια στην οποία τα έχουμε καταδικάσει και διεκδικούν το χρόνο και την προσοχή μας. Ευτυχώς για εμάς.

ΥΓ.: Ο Ροθ, εννοείται, μου άνοιξε την όρεξη για περισσότερο Ροθ. Ήδη κατέβασα από τη βιβλιοθήκη το Αμερικανικό ειδύλλιο και Tο σύνδρομο Πόρτνοϊ (και τα δύο από τις εκδόσεις Πόλις). Και φυσικά αναζήτησα το αντίστοιχου θέματος μυθιστόρημα του Φίλιπ Ντικ Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο (εκδ. Τόπος), στο οποίο επίσης αντιστρέφεται η Ιστορία: η Γερμανία νικά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και οι Αμερικανοί πολίτες υποδουλώνονται στο ναζισμό.  

Στην Ιστορία, όπως και στην καλή λογοτεχνία άλλωστε, τα πράγματα δεν είναι ποτέ απλά, ούτε υπάρχουν καθαρά σχήματα ή εύκολες ερμηνείες. Οι «καλοί» και οι «κακοί» των γουέστερν, οι «ήρωες» και οι «προδότες» του εύκολων μπλογκμπάστερ, μπαίνουν σε πολλά εισαγωγικά, εισαγωγικά που χωρούν τις χίλιες δυο διαφορετικές πτυχές των γεγονότων, εισαγωγικά που φωτίζονται από μακροχρόνιες έρευνες. Έτσι αν η ίδια η Ιστορία που οδηγεί σε επίπονες και ενοχλητικές αλήθειες είναι ένα απαιτητικό εγχείρημα, η συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος είναι μια διαρκής άσκηση ισορροπίας σε ένα τεντωμένο σκοινί. Ο Πιέρ Ασουλίν είναι πρωταθλητής σε αυτό το επικίνδυνο σπορ. Στο σύντομο αλλά περιεκτικό μυθιστόρημά του «Ένας πύργος στη Γερμανία – Ζιγκμαρίνγκεν» (εκδ. Πόλις), αφηγείται ένα κομμάτι από την πιο σκοτεινή σελίδα στην ιστορία της Γαλλίας, τη «φυγάδευση» το Φθινόπωρο του 1944 της δωσιλογικής κυβέρνησης του Βισύ -του στρατάρχη Πεταίν, του αντιπροέδρου και πρωθυπουργού Λαβάλ και του υπουργικού συμβουλίου- στον πύργο του Ζιγκμαρίνγκεν της Γερμανίας ύστερα από την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία. Βάζω τη λέξη φυγάδευση σε εισαγωγικά, καθώς οι δωσίλογοι είχαν ουσιαστικά συλληφθεί από τον Χίτλερ και παρέμεναν έγκλειστοι στο χρυσό κλουβί της δυναστείας των Χοέντσολερν.

Για να κατανοήσει κανείς την πολυπλοκότητα του μυθιστορήματος πρέπει να γνωρίζει το αληθινό ιστορικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η αφήγηση του Ασουλίν, κυρίως όμως όσα προηγήθηκαν από τη μετακίνηση των δωσίλογων στο Ζιγκμαρίνγκεν. Μετά την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων στις 14 Ιουνίου του 1940 στο Παρίσι και την παραίτηση του Γάλλου προέδρου Αλμπέρ Λεμπρέν και του πρωθυπουργού Πωλ Ρεϊνώ, την εξουσία του ελεύθερου τμήματος της Γαλλίας ανέλαβε ο στρατάρχης και ήρωας του Ά Παγκοσμίου Πολέμου Φιλίπ Πεταίν. Ο Πεταίν, ο οποίος, όπως αναφέρει ο Μαρκ Μαζάουερ στο βιβλίο του «Η Αυτοκρατορία του Χίτλερ: Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη» (εκδ. Αλεξάνδρεια), υποσχόταν να «εκκαθαρίσει τη Γαλλία από τους Εβραίους, τους κομμουνιστές και τους μασόνους», ήταν αρκετά δημοφιλής και μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας τον θεωρούσε ιδανική επιλογή ελπίζοντας ότι θα λειτουργήσει ως κυματοθραύστης στη γερμανική επέλαση, ελαχιστοποιώντας τις συνέπειες με μία συνεργασία που θα δεν θα έπληττε το κύρος της χώρας. Πράγματι οι Γάλλοι μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 22 Ιουνίου του 1940, όπως εξηγεί στο βιβλίο του «H Ευρώπη: 1870-1970» (εκδ. Βάνιας) ο ιστορικός James Joll, απολάμβαναν τα περισσότερα προνόμια από τους ναζί μεταξύ των κατακτημένων ευρωπαϊκών λαών. Η ανακωχή χώρισε τη Γαλλία στα δύο: Το βόρειο τμήμα κατείχαν οι Γερμανοί και στο νότιο ο Πεταίν εγκατέστησε την κυβέρνησή του στη λουτρόπολη του Βισύ, από την οποία πήρε το όνομά της. Παράλληλα ο στρατηγός Ντε Γκωλ εκπροσωπούσε το κομμάτι της Γαλλίας που έφριττε με την ιδέα της συνεργασίας με τον κατακτητή και οργάνωνε από το Λονδίνο όπου κατέφυγε τη σθεναρή αντίσταση στους ναζί εισβολείς αλλά και στους Γάλλους συνεργάτες τους. Η πλειοψηφία του επιχειρηματικού κόσμου στήριξε τον Πεταίν γιατί θα έκλεινε το δρόμο στα συνδικάτα και τους συνδικαλιστές, η εκκλησία βολευόταν με τις συντηρητικές του θέσεις, οι δεξιοί τον έβλεπαν ως μια χρυσή ευκαιρία να χτυπηθεί η αριστερά, με την οποία είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς από πολύ παλιά (την υπόθεση Ντρέιφους ή ακόμα και τη Γαλλική Επανάσταση). Η Γαλλία ήταν ήδη κλονισμένη βαθιά από μια εσωτερική διχόνοια. Κατά τον Μαζάουερ, «η ιστορία της συνεργασίας μοιάζει μ' εκείνες τις απελπιστικά περίπλοκες οικογενειακές έριδες που ο κατακτητικός πόλεμος της Γερμανίας αποκάλυψε και επιδείνωσε κατά πολύ, και εξηγεί γιατί η κατοχή απείλησε τόσο πολύ την εθνική ενότητα και γιατί παραμένει τόσο λεπτό ζήτημα ακόμα και σήμερα». Γιατί όμως τόσο μεγάλο ποσοστό των πολιτών άργησε να δει το δωσιλογικό πρόσωπο της κυβέρνησης του Βισύ; Σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό: «Στραπατσαρισμένη, ζαβλακωμένη, λαβωμένη από το χάος, την εγκληματικότητα και την εκπληκτικά γρήγορη κοινωνική αποδιάρθρωση που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι την ώρα του πανικόβλητου φευγιού μπροστά στους προελαύνοντες Γερμανούς, η χώρα ασπάστηκε την καθησυχαστική εικόνα του στρατάρχη, που είχε βάλει τέρμα στις συγκρούσεις και είχε αποκαταστήσει την ηρεμία. Έτσι προέκυψε προσωπολατρία, και το φουαγιέ του Οτέλ ντυ Παρκ στο Βισύ κατακλύστηκε από δώρα, εκατοντάδες κωμοπόλεις και χωριά έδωσαν το όνομα του Πεταίν σε δρόμους και πλατείες. Ο Πεταίν δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει αυτές τις προσκυνήσεις. Σαφές δόγμα δεν υπήρχε, ούτε κόμμα ούτε σύνταγμα, έτσι τίποτα δεν ενσάρκωνε πιο απτά τη Νέα Τάξη στη Γαλλία από το πρόσωπό του».
Ο Πεταίν όμως παραήταν μετριοπαθής τόσο για τα δεδομένα των Γερμανών όσο και για εκείνα των Γάλλων ακροδεξιών, οι οποίοι επιθυμούσαν βεβαίως έναν πιο σκληροπυρηνικό ηγέτη στο τιμόνι και το ρόλο αυτό ανέλαβε με τη στήριξη των Γερμανών ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Βισύ Πιερ Λαβάλ. Συνιδρυτής της πιο ισχυρής παραστρατιωτικής ακροδεξιάς ομάδας, της οργάνωσης Milice, έγινε το αντίπαλον δέος του Πεταίν, με τη στήριξη του Γερμανού πρέσβη στο Παρίσι Όττο Άμπετζ, και η εξουσία του ενισχύθηκε πάρα πολύ από τους ναζί, όταν οι τελευταίοι έχασαν την εμπιστοσύνη τους στη Γαλλική αστυνομία. Ο Πεταίν συγκρούστηκε με τον Λαβάλ, διότι ο τελευταίος προσπάθησε να κλείσει πίσω από την πλάτη του μια συμφωνία με τον Γκέρινγκ για στρατιωτική συμμαχία του κουτσουρεμένου γαλλικού στρατού με τη Βέρμαχτ. Γύρω από το δίπολο Πεταίν-Λαβάλ στήθηκε ένα γαϊτανάκι δωσίλογων, τους οποίους οι ναζί χρησιμοποιούσαν τόσο για να ελέγχουν το ελεύθερο τμήμα της Γαλλίας όσο και για ασπίδα στις συμμαχικές δυνάμεις.

«Καθώς η Ευρώπη μετατοπιζόταν προς τα δεξιά, η ίδια η δεξιά αποκάλυπτε τα πολλά της πρόσωπα» (Μαζάουερ). Αυτή την πολυπλοκότητα μιας Γαλλίας διχασμένης ακόμα και στους κόλπους των δωσίλογων, περιγράφει αριστοτεχνικά ο Ασουλίν, αποδεικνύοντας πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι. Ο πύργος του Ζιγκμαρίνγκεν είναι μια μικρογραφία του Βισύ, των παρασκηνιακών κινήσεων, των συμμαχιών, των ανταγωνισμών και των εχθροτήτων μεταξύ των διεκδικητών της εξουσίας. Ο Γάλλος συγγραφέας δεν πέφτει στην παγίδα να καταφύγει σε εύκολους συναισθηματισμούς. Να κάνει τα πρόσωπα της αφήγησης συμπαθητικά ή αντιπαθητικά, να μπει στον πειρασμό να ανατρέψει την εικόνα τους με εύκολα παραπολιτικά σχόλια και ιστορικά κουτσομπολιά-πυροτερχνήματα που συνηθίζονται σε μυθιστορηματικές βιογραφίες γραμμένες για να γίνουν bestseller. Εδώ μιλάμε για σπουδαία λογοτεχνία που υπογραμμίζει το γεγονός ότι η πραγματικότητα είναι ένα άθροισμα πολλών στοιχείων, ένα σύνολο διαφορετικών πτυχών.

Ο Πιερ Ασουλίν πιάνει το νήμα της αφήγησης από τη στιγμή που οι δωσίλογοι του Βισύ μεταφέρονται στον πύργο των Χοέντσολερν. Με χειρουργική λεπτότητα εστιάζει με τη βοήθεια της μυθοπλασίας αποκλειστικά μόνο σε όσα συμβαίνουν μέσα στον πύργο όπου ζουν οι κρατούμενοι Γάλλοι συνεργάτες του Χίτλερ. Οι κακές σχέσεις του Πεταίν και του Λαβάλ, των δύο αντρών που χρησιμοποιούσε ως μαριονέτες ο Χίτλερ πυροδοτώντας -κατά την πρακτική διαίρει και βασίλευε- τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, δημιουργούν ένα τοξικό περιβάλλον που οδηγεί σε κωμικοτραγικές καταστάσεις (απολαυστική η σκηνή όπου η σύζυγος ενός υπουργού της τέως κυβέρνησης του Βισύ κλέβει πολύτιμα σερβίτσια). Ίντριγκες, παιχνίδια εξουσίας, χυδαίοι ανταγωνισμοί ξεδοντιασμένων κροκόδειλων που τρώνε με χρυσά κυριολεκτικά κουτάλια όσο ο κόσμος, τόσο στη Γερμανία και τους κατακτημένους λαούς όσο και στις στις χώρες των συμμαχικών δυνάμεων, λιμοκτονεί. Τα γεγονότα αφηγείται με λεπτή ειρωνεία ο μπάτλερ των Χοέντσολερν, ο οποίος με τα SS στα πόδια του παραμένει στον πύργο υπηρετώντας -περισσότερο προστατεύοντας τον πύργο που έχει επιταχθεί από τον Χίτλερ- τους έγκλειστους «vip καλεσμένους» των ναζί.

Το βιβλίο του Ασουλίν είναι από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα απολαυστικό. Είναι γεμάτο με μουσική (θα καταλάβετε γιατί), αλλά και αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα (πχ ο Σελίν που τριγυρνά στο Ζιγκμαρίνγκεν με μια γάτα κρυμμένη στη λερή ζακέτα του). Έκπληξη: ένας έρωτας που ανθίζει ως αντίβαρο στον πόλεμο που μαίνεται έξω από τον πολυτελή πύργο.


ΥΓ. Τα δραματικά γεγονότα των ημερών του Πεταίν περιγράφει στο συγκλονιστικό μυθιστόρημά του «Κύριε Διοικητά» (εκδ. Πόλις) και ο Ρομαιν Σλοκόμπ. Όπως φαίνεται και στο σπουδαίο βιβλίο του Σλοκόμπ τα πράγματα σε κάθε πόλεμο ή πολιτική κρίση είναι πολύπλοκα. Φυσικά δεν συνεργάστηκαν όλοι οι Γάλλοι με τους ναζί, ενώ ακόμα και στους κόλπους των δωσίλογων του Βισύ, όπως εξηγεί ο Μαρκ Μαζάουερ αλλά δείχνει και ο Ασουλίν στο βιβλίο του, υπήρχαν μυστικοί πράκτορες που βοηθούσαν κρυφά τα πολύ σημαντικά αντιστασιακά δίκτυα της Γαλλίας. Υπήρχαν βέβαια και πολλοί από επιχειρηματικούς, εκκλησιαστικούς, καλλιτεχνικούς κόλπους που ενώ υπήρξαν στυλοβάτες, χρηματοδότες ή φανατικοί υποστηρικτές του δωσιλογικού καθεστώτος του Βισύ αργότερα, στο παρά πέντε όταν είδαν τα σκούρα, πέρασαν στην αντίσταση παριστάνοντας τους ήρωες.  


Ξεκινάς ήσυχα κι ωραία ένα μαραθώνιο βεράντας με βιβλίο, σαλάτα και καφέδες με θρυμματισμένο πάγο... Ακυρώνεις τα πάντα για να διαβάσεις ένα μυθιστόρημα για τον Κομμουνισμό και την Κομιντέρν και ξαφνικά πέφτεις σε μια φράση που σε αναγκάζει να σηκωθείς από τη σεζλόνγκ και να αναζητήσεις στη βιβλιοθήκη το Κατά Μπαρτ Ευαγγέλιο των Ερωτευμένων, χιλιοδιαβασμενους Κούντερα, δερματόδετους Σταντάλ και να διανύσεις για μια ακόμη φορά την απόσταση από την άφατη ουτοπική ευτυχία στα μαύρα φεγγάρια του έρωτα.

«Τώρα κάθονταν σ' ένα καφέ. Η Λίζμπετ σκούπισε το πρόσωπό της με το δικό του μαντίλι, περίμεναν σιωπηλοί κι οι δύο να τους φέρουν το πρωινό. Ύστερα εκείνη έφαγε -λαίμαργα, όπως πάντα όταν ήταν θλιμμένη. Μια κίτρινη λουριδίτσα έμεινε στο πανωχείλι της. Κι όταν ο Γιόσμαρ, ρίχνοντας ένα βλέμμα πάνω απ' την εφημερίδα του, είδε αυτό το κίτρινο στόμα, ένιωσε βέβαιος πως αυτή η γυναίκα δεν τον αφορούσε πια καθόλου, πως καμιά κουβέντα που θα 'βγαινε απ' αυτό το στόμα δεν θα έπρεπε να επιτρέψει να τον συγκινήσει».

Αυτό το απόσπασμα από το απολαυστικό πρώτο μέρος της τριλογίας του Μανές Σπέρμπερ Η Καμένη Βάτος (εκδ. Καστανιώτη, μτφρ. Έμη Βαϊκούση, σελ. 39), εκφράζει απολύτως το στάδιο της ερωτικής απομάγευσης. Ο εραστής ανακαλύπτει ότι οι αμφιβολίες που θρέφει μέσα σε μια βασανιστική σιωπή -μια ένοχη σιωπή που δεν παραδέχεται για καιρό ούτε στον ίδιο τον εαυτό του- για το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του, είναι δυστυχώς όχι μόνο βάσιμες, αλλά μη αναστρέψιμες. Η διαδικασία της εξιδανίκευσης που ο Σταντάλ στο Περί Έρωτος (εκδ. Εξάντας) ονομάζει «κρυστάλλωση», έχει ολοκληρώσει οριστικά και αμετάκλητα τον κύκλο της. Ο ερωτευμένος συνειδητοποιεί και αποδέχεται πια ότι «ο έρωτας μοιάζει με τον πυρετό· γεννιέται και σβήνει ενώ η θέληση δεν έχει τον παραμικρό λόγο».

Ζαλισμένος από το κενό που αφήνει πίσω του ο πυρετός, η ολοκληρωτική απουσία της ερωτικής παραζάλης που κάποτε τον ταλάνιζε, βιώνει μια εσωτερική εξορία. «Αποφασισμένο να απαρνηθεί την ερωτική κατάσταση, το ερωτικό υποκείμενο διαπιστώνει με θλίψη ότι έχει εξοριστεί από το Φαντασιακό του» (Ρολαν Μπαρτ, Αποσπάσματα τουερωτικού λόγου, εκδ. Ράππα, σελ. 125). «Αρχίζει τότε ένα είδος μακράς αϋπνίας. Αυτό είναι το καταβλητέο τίμημα: θανατώνοντας την (εξιδανικευμένη) εικόνα (του άλλου) εξαγοράζω τη ζωή μου».

Διαβάζοντας γι' αυτή τη μικρή λουριδίτσα στα χείλη της Λίζμπετ, μια απεχθής πια εικόνα που γίνεται το λάβαρο της απελευθέρωσης του ήρωα από το βάσανο ενός νεκρού έρωτα, θυμάμαι μια αντίστοιχη διαδικασία «αποκρυστάλλωσης» στους Γελοίους Έρωτες του Μίλαν Κούντερα (εκδ. Οδυσσέας και Εστία): «Σκεφτόταν ότι αυτή η κοπέλα, όπως την αγαπούσε, δεν ήταν παρά ένα προϊόν της επιθυμίας του, της αφηρημένης σκέψης του, της εμπιστοσύνης του, και ότι η φίλη του, όπως ήταν πραγματικά, ήταν η γυναίκα που στεκόταν εκεί, απελπιστικά άλλη, απελπιστικά ξένη, απελπιστικά πολύμορφη. Τη μισούσε».

Ο ήρωας του Σπέρμπερ με τα αντανακλαστικά του σε πλήρη εγρήγορση αποδέχεται την αποκρυστάλλωση, την απομάγευση, την εξορία από το φαντασιακό του, άμεσα και χωρίς μάταιες εκλογικεύσεις, μπαίνει στο τρένο και εγκαταλείπει την ξένη πια γυναίκα που κάποτε αγάπησε παράφορα. Επιλέγει να αφήσει την εικόνα να πεθάνει για να εξαγοράσει τη ζωή του. Επιβιώνει. Δεν κάνει το λάθος του Φραντς και της Ρεβέκα στα Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα που προσπάθησαν «να νικήσουν τη μονοτονία του ζευγαριού, ανάγοντας τον έρωτα σε ειδωλολατρία», να ξεγελάσουν το τέλος με έναν ακόρεστο σεξουαλικό κανιβαλισμό. «Σήμερα πληρώνουμε επειδή θελήσαμε να διαιωνίσουμε μια αυταπάτη» (Πασκάλ Μπρυκνέρ, εκδ. Αστάρτη, σελ. 155). Πιο παλιά ίσως να θεωρούσα τον ήρωα του Σπέρμπερ δειλό, τώρα τον θεωρώ υγιή. Ίσως να έχω μεγαλώσει



Λέξεις που μυρίζουν μπαχάρια. Συγκλονιστικές ιστορίες λαών με ισχυρό πολιτισμό που σε ταξιδεύουν από την πρώτη σελίδα. Η φίλη Ελένη Καπετανάκη, φιλόλογος και μία από τις καλύτερες μεταφράστριες που διαθέτουμε, μας προτείνει πέντε βιβλία αραβικής λογοτεχνίας που πρέπει απαραιτήτως να διαβάσουμε:

«Εξ Ανατολών φερμένα τα βιβλία που επέλεξα. Δείγματα σύγχρονης αραβικής πεζογραφίας από Αίγυπτο, Λίβανο, Πακιστάν, Αλγερία, μεταφρασμένα στα ελληνικά και εκδοθέντα από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους – αυτούς που τόλμησαν, θα πρόσθετα εγώ. Και είναι αυτό ένα παράδοξο: αν και τόσο κοντά σε αυτούς τους λαούς, είμαστε ακόμα μακριά τους ως αναγνωστικό κοινό. Πέντε βιβλία προτείνουμε λοιπόν, αν και υπάρχουν πολλά περισσότερα που έχουμε αφήσει απέξω και είναι εξίσου ενδιαφέροντα. Ίσως σε μια δεύτερη προσέγγιση, μιλήσουμε και γι’ αυτά.
Η αραβική λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε τον 5ο αιώνα και απαρτιζόταν από ποιήματα με θέμα την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τις περιπλανήσεις και τα ταξίδια τους, τον έπαινο για έναν άνθρωπο ή μια φυλή. Επρόκειτο για τους λεγόμενους «παραμυθάδες» που αναφέρονταν στο βίο και την πολιτεία των Αράβων. Αργότερα, ο πεζός λόγος βρήκε και αυτός το δρόμο του μέσω της ρητορικής, μέσω των λόγων που εκφωνούνταν κάθε Παρασκευή στο τζαμί αλλά και μέσω των πολιτικών ομιλιών. Τον 19ο αιώνα συνέβη η αραβική αναγέννηση σε Αίγυπτο και Λίβανο κυρίως, στα γράμματα και τις τέχνες. Συγγραφείς και στοχαστές που ήρθαν σε επαφή με το δυτικό κόσμο, έγραψαν επηρεασμένοι από ευρωπαϊκή αλλά και ρώσικη ή αμερικάνικη λογοτεχνία. Άρχισαν οι μεταφράσεις αραβικών έργων σε άλλες γλώσσες, αλλά και εκείνες δυτικών έργων στα αραβικά κι έτσι οι Άραβες κατανόησαν τις πολιτισμικές αξίες και την τεχνολογία της Δύσης.
Στα πρόσφατα χρόνια έχουμε και το πρώτο αραβικό Νομπέλ, το 1988, στον Ναγκίμπ Μαχφούζ (1911-2006) για το σύνολο του έργου του. Και ας ξεκινήσουμε τις προτάσεις μας από τον σπουδαίο αυτόν μυθιστοριογράφο:

1. Η Τριλογία του Καΐρου - Ναγκίμπ Μαχφούζ (Αίγυπτος), εκδ. Ψυχογιός
(3τομο έργο: Ο Δρόμος κοντά στο Παλάτι, Το Παλάτι των Επιθυμιών, Οι Δρόμοι του Νείλου)
Πρόκειται για την περιπέτεια της οικογένειας του Άχμαντ ελ Γκαουάντ, ενός αυταρχικού πατέρα, μα γλεντζέ στη ζωή του έξω από το σπίτι. Μαζί του η καταπιεσμένη σύζυγος και τα παιδιά, ο περίγυρος και οι περιπέτειες της οικογένειας σε μια εποχή ταραγμένη όπου η Αίγυπτος προσπαθεί να αποτινάξει το βρετανικό ζυγό. Τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας βιώνονται μέσα στην οικογένεια, η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα των δεκαετιών του ’20 και του ’30 απεικονίζεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Τα μέλη της οικογένειας μεγαλώνουν από βιβλίο σε βιβλίο, ερωτεύονται, παντρεύονται, η κοινωνία εξελίσσεται και ο τρόπος ζωής αλλάζει. Η καθημερινότητα μιας μουσουλμανικής οικογένειας αποκαλύπτεται ώσπου στο τέλος, στο τελευταίο βιβλίο, όλα καταρρίπτονται και ο αυταρχικός πατέρας υποχρεώνεται να απομυθοποιήσει τις ιδέες που τόσα χρόνια ενστερνιζόταν. Κοντά στο τέλος της ζωής του αντιλαμβάνεται πως τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν κι αλλιώς, η εποχή που όλα θα αλλάξουν τώρα ζυγώνει.

«Ο Καμάλ ξεκίνησε από το σχολείο για το σπίτι. Μολονότι ο ήχος του κουδουνιού που σήμαινε το τέλος του μαθήματος του γέμιζε την ψυχή με απαράμιλλη χαρά εκείνες τις ημέρες, ωστόσο ο άνεμος της ελευθερίας τον οποίον ανέπνεε πανευτυχής έξω από τις πύλες του σχολείου δεν κατάφερνε να σβήσει από το μυαλό του και τον απόηχο του τελευταίου μαθήματος της ημέρας, που ήταν και το αγαπημένο του: των θρησκευτικών. Εκείνη την ημέρα ο σέιχ τους είχε απαγγείλει τη σούρα του Κορανίου που άρχιζε: «Να πεις: μου φανερώθηκε ότι μερικά από τα πνεύματα που άκουγαν…» Τους είχε εξηγήσει το εδάφιο αυτό. Ο Καμάλ είχε πολλές φορές σηκώσει το χέρι του για να ρωτήσει μερικά πράγματα που δεν καταλάβαινε. Καθώς ο δάσκαλος τον συμπαθούσε λόγω του ασυνήθιστου ενδιαφέροντος που εκδήλωνε για το μάθημα αλλά και της εκπληκτικής του αποστήθισης των εδαφίων του Κορανίου, ήταν πολύ πιο ανοιχτός στις απορίες του παιδιού απ’ ότι ήταν συνήθως με τους μαθητές του. Ο σέιχ είχε αναλάβει να του πει για τα πνεύματα και τις διάφορες συνομοταξίες τους, συμπεριλαμβανομένων και των μουσουλμανικών τζιν, και κυρίως για τα πνεύματα εκείνα που στο τέλος θα μπουν στον παράδεισο για να παραδειγματίσουν τ’ αδέλφια τους, τους ανθρώπους. Το παιδί έμαθε απέξω κι ανακατωτά την κάθε λέξη του. Συνέχισε να κλωθογυρίζει το μάθημα μες στο μυαλό του μέχρι που πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου για να πάει στο ζαχαροπλαστείο.»
«Τριλογία του Καΐρου», Βιβλίο 1 με τίτλο «Ο δρόμος κοντά στο Παλάτι», εκδόσεις Ψυχογιός, 1995, μτφρ : Μαρία Χωρεάνθη, Μερόπη Σταυρίδου.

Ο Ναγκίμπ Μαχφούζ γεννήθηκε στο Κάιρο το 1911- το μικρότερο από επτά αδέρφια- κι ένιωθε μοναχοπαίδι, αφού ο αμέσως μεγαλύτερος αδερφός του τον περνούσε δέκα χρόνια. Είχε ωστόσο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια σε μια στοργική οικογένεια όπου η θρησκεία έπαιζε σπουδαίο ρόλο. Για το βιβλίο αυτό, τον συγγραφέα ενέπνευσε η οικογένειά του, η αγαπημένη του γειτονιά με τα σοκάκια της, το σπίτι όπου ο ίδιος έμενε και γίνεται το σπίτι της οικογένειας στην «Τριλογία του Καΐρου». Η δεξιότητα του μεγάλου αυτού λογοτέχνη είναι έκδηλη σε όλο το έργο καθώς και η διαύγεια της οπτικής του στα σημαντικά θέματα. Θα λέγαμε ότι η «Τριλογία του Καΐρου» αποτελεί δείγμα γραφής και αν κάποιος δεν έχει διαβάσει Ναγκίμπ Μαχφούζ, αξίζει να ξεκινήσει από αυτό το έργο, χωρίς βέβαια να προβληματίζεται από το πολυσέλιδό του. Έζησε τις Επαναστάσεις του ’19 κι εκείνη του ’52, εκφράστηκε ανοιχτά στα έργα του μα ποτέ δεν συνελήφθη. Πάντα μετριοπαθής στις σχέσεις του με την εξουσία, ουδέποτε προκάλεσε με τις δηλώσεις του αλλά πάντα έλεγε αυτό που πραγματικά πίστευε. Δημόσιος υπάλληλος στο επάγγελμα, παντρεύτηκε στα 43 του κι έκανε δύο κόρες. Ταξίδεψε εκτός Αιγύπτου μόνο τρεις φορές στη ζωή του και το 1994 έγινε απόπειρα κατά της ζωής του από φονταμενταλιστή. Αντιπαθούσε τις ακραίες εκφράσεις του Ισλάμ και πίστευε ότι η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους έβλαψε το Ισλάμ και την εικόνα του σε όλο τον κόσμο. Από την επίθεση γλύτωσε, μα δυσκόλεψε η γραφή του. Από τότε έγραφε πολύ σύντομα διηγήματα, βασισμένα στα όνειρά του. Έγραψε σενάρια για ταινίες, πάνω από τριάντα βασισμένες στα διηγήματα και μυθιστορήματά του. Το 1988 του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Έφυγε από τη ζωή το 2006 στα χέρια της γυναίκας και των δύο θυγατέρων του.

2. Λέων ο Αφρικανός - Αμίν Μααλούφ (Λίβανος), εκδ. Ωκεανίδα, μτφρ από τα γαλλικά: Έφη Κορομηλά
Ο Χασάν αλ Ουαζάν γεννήθηκε στη Γρανάδα το 1488. Η οικογένειά του, εξαιτίας της Ιεράς Εξέτασης, μετακινήθηκε στη Φεζ του Μαρόκου κι εκεί μεγάλωσε. Εργάστηκε ως έμπορος, πραγματοποιώντας ταξίδια στην Ανατολή. Στις αρχές του 1518 κι ενώ επέστρεφε από προσκύνημα στη Μέκκα, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από Σικελούς πειρατές και προσφέρεται ως δώρο στον τότε μεγάλο Πάπα της Αναγέννησης, Λέοντα Ι. Στη Ρώμη, βαφτίζεται Ιωάννης-Λέων των Μεδίκων και από το γεωγραφικό του έργο «Περιγραφή της Αφρικής» παίρνει το όνομα Λέων ο Αφρικανός.

«Εμένα, τον Χασάν, τον γιό του Μοχάμεντ του ζυγιστή, εμένα, τον Ιωάννη-Λέοντα των Μεδίκων, τον περιτετμημένο από το χέρι ενός κουρέα και βαφτισμένο από έναν Πάπα, με λένε σήμερα ο Αφρικανός, μα δεν είμαι από την Αφρική, ούτε από την Ευρώπη είμαι, ούτε από την Αραβία. Με λένε ακόμα Γραναδινό, Φεζίτη και Ζαγιάτη, μα δεν κατάγομαι από καμία χώρα, καμία πόλη, καμία φυλή. Είμαι γιος του δρόμου, πατρίδα μου είναι το καραβάνι, και η ζωή μου, από τις πιο απρόσμενες διαδρομές.
Οι καρποί μου γνώρισαν άλλοτε το χάδι του μεταξιού κι άλλοτε την τραχύτητα του μαλλιού, το χρυσάφι των ηγεμόνων και τις αλυσίδες των σκλάβων. Τα δάχτυλά μου ανασήκωσαν χίλια πέπλα, τα χείλη μου έκαναν να κοκκινίσουν χίλιες παρθένες, τα μάτια μου είδαν πόλεις να ψυχορραγούν και αυτοκρατορίες να πεθαίνουν.
Από το στόμα μου θ’ ακούσεις τα αραβικά, τα τούρκικα, τα καστιλιάνικα, τα βερβερίνικα, τα εβραϊκά, τα λατινικά και την κοινή ιταλική, γιατί όλες οι γλώσσες, όλες οι προσευχές μού ανήκουν. Εγώ όμως δεν ανήκω σε καμιά. Είμαι μονάχα του Θεού και της γης, και σ’ αυτούς θα γυρίσω κάποια μελλούμενη μέρα».

Ο Αμίν Μααλούφ έχει γράψει μια υπέροχη βιογραφία ενός ξεχωριστού ανθρώπου. Αφηγείται τη ζωή ενός πραγματικού ιστορικού προσώπου μέσα από τη μυθοπλασία, με συνέπεια, όπως θα έπρεπε να είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Λυρικός πεζογράφος ο Μααλούφ, σε μεταφέρει σε άλλες εποχές και κόσμους που περιγράφει ποιητικά.
Ο Αμίν Μααλούφ γεννήθηκε στη Βηρυτό το 1949, την οποία και εγκατέλειψε την εποχή του εμφυλίου για να έρθει στη Γαλλία. Εκεί εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αλλά μετά την έκδοση του πρώτου του βιβλίου «Οι Σταυροφορίες από την πλευρά των Αράβων» (κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Λιβάνη) στράφηκε στη συγγραφή. Το 2011 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, τιμήθηκε με πολλά βραβεία και διακρίσεις και μεταφράστηκε σε σαράντα τρεις γλώσσες.

3. Στον ίσκιο της ροδιάς - Τάρεκ Άλι (Πακιστάν), εκδ. Άγρα, μτφρ: Παλμύρα Ισμυρίδου
Η οικογένεια των Μπανού-Χουντάιλ, Μαυριτανοί, αποδεκατίζεται μετά την πτώση της Γρανάδας και την «Ανακατάκτηση» από τους Ισπανούς. Η οικογένεια προσπαθεί να επιβιώσει ωστόσο, πολεμώντας στα χρόνια της Ιεράς Εξέτασης και της βασίλισσας Ισαβέλλας. Η καταστροφή ενός ολόκληρου κόσμου, των πνευματικών, θρησκευτικών και γλωσσικών ελευθεριών του είναι αναπότρεπτη. Δεν είναι μόνο οι Σταυροφόροι που καταφέρθηκαν εναντίον των Μουσουλμάνων, αλλά και οι Χριστιανοί της Ισπανίας που όχι μόνο τους εκδίωξαν από την Ανδαλουσία αλλά έκαψαν και τα βιβλία τους κατ’ εντολή του Χιμένεθ δε Θισνέρος, εξομολογητή της βασίλισσας Ισαβέλλας. Στον πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε:
«Μια εβδομάδα αργότερα, την πρώτη ημέρα του Δεκεμβρίου του έτους 1499, Χριστιανοί στρατιώτες υπό την ηγεσία των πέντε ιπποτών διοικητών εισέβαλαν στις εκατόν ενενήντα πέντε βιβλιοθήκες της πόλης και σε δώδεκα κατοικίες όπου στεγάζονταν οι πλέον γνωστές ιδιωτικές συλλογές. Καθετί γραμμένο στην αραβική γλώσσα κατασχέθηκε».

Στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρεται επίσης πως με την επιμονή των λογίων που υπηρετούσαν στους κόλπους της Εκκλησίας, εξαιρέθηκαν τριακόσια χειρόγραφα κυρίως ιατρικής και αστρονομίας που από την Ανδαλουσία και τη Σικελία πέρασαν στην Ευρώπη και άνοιξαν το δρόμο για την Αναγέννηση.
Και συνεχίζει: «Αρκετές χιλιάδες χειρόγραφα του Κορανίου, μαζί με εμβριθείς σχολιασμούς και θεολογικούς και φιλοσοφικούς στοχασμούς όσον αφορά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, γραμμένους με τα πιο υπέροχα καλλιγραφικά στοιχεία, μεταφέρθηκαν αδιακρίτως εκτός των βιβλιοθηκών από ένστολους στρατιώτες. Σπάνια χειρόγραφα, ζωτικά για ολόκληρη την αρχιτεκτονική και την πνευματική ζωή της Αλ-Ανδαλούς, στοιβάχτηκαν σε αυτοσχέδιους μπόγους στις πλάτες των στρατιωτών».

Η κατάληξη ήταν ότι αυτοί οι μπόγοι έγιναν πυροτέχνημα μπροστά στα μάτια των Μουσουλμάνων της Ανδαλουσίας. Υπήρξαν όμως και μερικοί στρατιώτες που ευαισθητοποιημένοι, χωρίς να είναι οι ίδιοι μορφωμένοι, άφηναν χειρόγραφα έξω από κλειστές πόρτες Μουσουλμάνων κι έτσι σώθηκαν μερικές εκατοντάδες έργα που μεταφέρθηκαν στις ιδιωτικές συλλογές της Φεζ.
Ο Τάρεκ Άλι , Βρετανός Πακιστανικής καταγωγής, μαχητικός διανοούμενος, συγγραφέας και κινηματογραφιστής, έχει γράψει πέντε μυθιστορήματα γνωστά και ως η πενταλογία του Ισλάμ, βιβλία για την παγκόσμια ιστορία και πολιτική, σενάρια. Η πενταλογία του Ισλάμ, της οποίας το πρώτο βιβλίο είναι αυτό για το οποίο μιλάμε, απεικονίζει την αντιπαράθεση μεταξύ ισλαμικού και χριστιανικού πολιτισμού. Το βιβλίο «Στον ίσκιο της ροδιάς» βραβεύτηκε ως το καλύτερο ξενόγλωσσο μυθιστόρημα στην Ισπανία το 1994 και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

4. Το τρομοκρατικό χτύπημα - Γιασμίνα Χάντρα (Αλγερία), εκδ. Καστανιώτη, μτφρ από τα γαλλικά: Γιάννης Στρίγκος
Ο Παλαιστίνιος Αμίν Ζααφαρί ζει στο Ισραήλ και είναι φημισμένος χειρουργός. Παντρεμένος με την επίσης Παλαιστίνια Σιχέμ, έχει μια άνετη και όμορφη ζωή. Κάποια στιγμή, συγκλονισμένος, μαθαίνει ότι η γυναίκα του ζωσμένη με εκρηκτικά, «καμικάζι», ανατινάζεται σε ένα εστιατόριο σκοτώνοντας πολλούς, μεταξύ τους και παιδιά. Ο Αμίν αρνείται να το πιστέψει και ξεκινά ένα κυνήγι αναζήτησης της αλήθειας που του επιφυλάσσει πολλές αποκαλύψεις. Ξετυλίγοντας το κουβάρι φτάνει μέχρι τη Ναμπλούς, όπου κατοικούν οι συγγενείς και των δύο. Εκεί όμως αντικρίζει μια διαφορετική πραγματικότητα. Φτώχεια, εξαθλίωση μα και εχθρική στάση απέναντι στον ίδιο καθώς οι συγγενείς τον υποπτεύονται για πράκτορα των Εβραίων. Έτσι, ο χειρουργός δεν βρίσκει πια υποστηρικτές ανάμεσα στους Παλαιστίνιους, μα ούτε και ανάμεσα στους Εβραίους φίλους του, γιατί αρνείται να αποκαλύψει τα συμπεράσματα των ερευνών του.

«Δεν θυμάμαι να άκουσα καμία έκρηξη. Ένα συριστικό ήχο μόνο, όπως όταν σκίζει κανείς ένα ύφασμα, αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρος. Όλη μου η προσοχή είχε στραφεί σ’ αυτό το είδος θεότητας γύρω από το οποίο είχε μαζευτεί σαν μελίσσι το ποίμνιό του, ενώ η πραιτοριανή του φρουρά προσπαθούσε να του ανοίξει δρόμο ως το αυτοκίνητο. «Κάντε στην άκρη, παρακαλώ. Παρακαλώ, τραβηχτείτε». Οι πιστοί σπρώχνονταν για να δουν το σεΐχη από πιο κοντά, να αγγίξουν μια πτυχή από το καφτάνι του. Ο σεβάσμιος γέροντας έστρεφε το κεφάλι κάπου-κάπου, για να χαιρετήσει κάποιο γνωστό του ή να ευχαριστήσει έναν οπαδό του. Το ασκητικό του πρόσωπο φωτιζόταν από ένα βλέμμα κοφτερό σαν λεπίδι σπαθιού. Προσπάθησα να ξεφύγω από τα εκστασιασμένα κορμιά που με στρίμωχναν, αλλά δεν τα κατάφερα. Ο σεΐχης χώθηκε στο όχημά του, κούνησε το χέρι του πίσω από το τεθωρακισμένο παράθυρο, ενώ οι δύο σωματοφύλακές του κάθισαν δίπλα του... Κι έπειτα, τίποτα. Κάτι άνοιξε στα δύο τον ουρανό και έλαμψε στη μέση του δρόμου, σαν αστραπή· το ωστικό κύμα με χτύπησε κατά μέτωπο, κάνοντας να σκορπιστεί ο όχλος που με κρατούσε αιχμάλωτο στο παραλήρημά του. Σ’ ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, ο ουρανός καταποντίστηκε κι ο δρόμος, γεμάτος από θρησκευτική θέρμη για μια στιγμή, έγινε κρανίου τόπος. Το σώμα ενός άντρα, ή ενός παιδιού ίσως, διέσχισε τη σκοτοδίνη μου σαν σκοτεινό φλας. Τι είναι;… Ένας χείμαρρος από σκόνη και φωτιά έρχεται και με γραπώνει, εκσφενδονίζοντάς με μέσα από μυριάδες θραύσματα. Έχω την απροσδιόριστη αίσθηση πως κατακομματιάζομαι, πως διαλύομαι μέσα στη λαίλαπα της έκρηξης... Λίγα μέτρα –ή, μήπως έτη φωτός– μακρύτερα, το όχημα που μεταφέρει το σεΐχη έχει τυλιχτεί στις φλόγες. Αδηφάγα πύρινα πλοκάμια το καταπίνουν, διαχέοντας στην ατμόσφαιρα μια φριχτή μυρωδιά καμένου. Το βουητό τους πρέπει να είναι τρομακτικό· δεν μπορώ όμως να το ακούσω. Μια ξαφνική απώλεια ακοής με παίρνει μακριά από τους θορύβους της πόλης. Δεν ακούω τίποτα, δεν αισθάνομαι τίποτα· αιωρούμαι, μονάχα αιωρούμαι. Αιωρούμαι για μια αιωνιότητα προτού ξανακατέβω στη γη, ζαλισμένος, τσακισμένος, αλλά, κατά περίεργο τρόπο, διαυγής, με τα μάτια ορθάνοιχτα, πιο μεγάλα ακόμη κι από τη φρίκη που πριν από λίγο σάρωσε το δρόμο. Τη στιγμή που αγγίζω το έδαφος, τα πάντα ακινητοποιούνται· οι προβολείς πάνω από το διαλυμένο αυτοκίνητο, τα θραύσματα, οι καπνοί, το χάος, οι οσμές, ο χρόνος... Μονάχα μια ουράνια φωνή, που δεσπόζει πάνω από την απύθμενη σιωπή του θανάτου, τραγουδά θα γυρίσουμε, μια μέρα, στον τόπο μας. Δεν πρόκειται ακριβώς για φωνή· μοιάζει με θρόισμα, με υδατογραφία... Το κεφάλι μου κάπου πετάγεται... Μαμά, φωνάζει ένα παιδί. Το κάλεσμά του είναι αδύναμο, αλλά ξεκάθαρο, αγνό. Έρχεται από πολύ μακριά, από έναν άλλο τόπο, όπου έχει επανέλθει η γαλήνη... Οι φλόγες που καταβροχθίζουν το αυτοκίνητο αρνούνται να κινηθούν, τα θραύσματα αρνούνται να πέσουν καταγής... Ψάχνω το χέρι μου ανάμεσα στα χαλίκια· νομίζω πως έχω τραυματιστεί. Προσπαθώ να κουνήσω τα πόδια μου, να ανασηκώσω το λαιμό μου, αλλά κανείς από τους μυς μου δεν με υπακούει... Μαμά, φωνάζει το παιδί... Εδώ είμαι, Αμίν... Και, όντως είναι εδώ η μαμά, ξεπροβάλλει πίσω από ένα παραπέτασμα καπνού. Προχωρά ανάμεσα σε μετέωρα χαλάσματα, ανάμεσα σε χέρια των οποίων η κίνηση πετρώνει, σε στόματα που χάσκουν στην άβυσσο. Για μια στιγμή, με το γαλακτερό της πέπλο και το μαρτυρικό της βλέμμα, την περνάω για την Παναγία. Η μητέρα μου πάντα ήταν έτσι, λαμπερή και θλιμμένη ταυτόχρονα, σαν κερί. Όταν ακουμπούσε το χέρι της στο πυρακτωμένο μου μέτωπο, απορροφούσε όλο τον πυρετό και κάθε μου στεναχώρια...».

Η Γιασμίνα Χάντρα ή Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ όπως είναι το πραγματικό του όνομα, πρώην στρατιωτικός αλγερινής καταγωγής που κρύβεται πίσω από το γυναικείο όνομα, υιοθέτησε το όνομα της γυναίκας του για να αποφύγει τη στρατιωτική λογοκρισία. Όταν άφησε το στρατό και την ίδια την Αλγερία το 2000, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία όπου ζει μέχρι σήμερα. Τότε αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα. Ο Γιασμίνα Χάντρα υποστηρίζει ότι εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης και ότι μεγάλη ευθύνη έχουν πρωτίστως οι Δυτικοί που με τον ιμπεριαλισμό που τους διακρίνει δεν προθυμοποιήθηκαν να κατανοήσουν τον αραβικό κόσμο. Ο ίδιος λέει ότι τα βιβλία του επιτρέπουν στους δυτικούς να κατανοήσουν τους Άραβες, ότι ο φονταμενταλισμός δεν είναι θρησκευτικό αλλά πολιτικό ζήτημα κι έχει σχέση με τη διαφθορά που χαρακτηρίζει την εξουσία σε κάθε αραβική χώρα. Το 2004, το περιοδικό Newsweek έγραψε ότι είναι ένας από τους σπάνιους λογοτέχνες που είναι ικανοί να δώσουν νόημα και σημασία στη βία που υφίσταται η Αλγερία. Το «Τρομοκρατικό χτύπημα» έχει γίνει ταινία με τον τίτλο «Η επίθεση», με σκηνοθέτη τον Ζιγιάντ Ντουεϊρί που μετά από 6 χρόνια ταλαιπωρίας, έπεισε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους να συνεργαστούν δίνοντας άδεια για τα γυρίσματα που έγιναν σε Τελ-Αβίβ και Ναμπλούς.

5. Μπαρακάτ, ο δίκαιος - Γκαμάλ Γιτάνι (Αίγυπτος), εκδ. Καστανιώτη, μτφρ από τα αραβικά: Ελένη Καπετανάκη
«Το ξημέρωμα βρίσκει τα σπίτια βυθισμένα σ’ ένα γλυκό λήθαργο. Ο ήλιος καθυστερεί να φτάσει στα σοκάκια της αλ Χασινίγια, της αλ Μπατινίγια, της αλ Γκαμαλίγια και της αλ Οτούφ, ενώ φαίνεται καθαρά πάνω απ’ τα τείχη και τους πύργους της Ακρόπολης του Όρους.
Μια ομάδα Μαμελούκων διασχίζει τους δρόμους της Χάντρατ αλ Μπάκαρα. Δεν βγήκε από την Ακρόπολη. Βγήκε από το σπίτι του εμίρη Κάνι Μπέη αλ Ραμάχ, διοικητή των στάβλων του Σουλτάνου. Οι Μαμελούκοι περνούν το κανάλι και χωρίς να βιάζονται κατηφορίζουν μέχρι την Μπαμπ αλ Λουκ, κραδαίνοντας τα σπαθιά τους στο πρόσωπο της καινούργιας μέρας. Νερουλάδες τους συναντούν – πρώτοι απ’ όποιον ξυπνάει στην πόλη – κοντά στην Μπαμπ αλ Λουκ. Μεταφέρουν νερό από το Νείλο στα σπίτια αγνοώντας τον προορισμό των ιππέων.
Οι οπλές των αλόγων τους σηκώνουν μικρές δίνες σκόνης, καθώς οι καμήλες, φορτωμένες με καφετιές κανάτες νερού, επιταχύνουν το βήμα τους. Οι ψίθυροι των νερουλάδων εξασθενούν. Αυτή η συνάντηση δεν θα αφήσει στο μυαλό τους παρά μια αμυδρή ανάμνηση, όπως το σημάδι του κουπιού στα ήρεμα νερά ενός καναλιού.»
Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα του Γκαμάλ Γιτάνι, «Μπαρακάτ, ο δίκαιος» - μία από τις πολλές υπέροχες περιγραφές-εικόνες που σε βάζουν στο κλίμα της εποχής εκείνης. Και είναι η εποχή ο 16ος αιώνας, όταν κυβερνούσε την Αίγυπτο ο Μαμελούκος Σουλτάνος αλ Γούρι, λίγο πριν την Οθωμανική εισβολή το 1517 μ.Χ. Τότε έζησε και ο αλ Ζίνι Μπαρακάτ Ιμπν Μούσα, υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο, που ήταν δικαστής και «Μοχτάσιμπ», μια θέση από την οποία ασκούσε έλεγχο στις αγορές και στη δημόσια ηθική. Υπήρξε φιλόδοξος μα και αγαπητός στον κόσμο κι έγινε «Μοχτάσιμπ» πέντε φορές. Σύμφωνα με τον Ιμπν Ιγιάς, χρονικογράφο και ιστορικό της περιόδου των Μαμελούκων, ο Μπαρακάτ διατήρησε τη θέση αυτή είκοσι ολόκληρα χρόνια. Ο Γιτάνι βασίστηκε στα χρονικά του Ιμπν Ιγιάς για να ξαναπλάσει την εποχή εκείνη και λέει: «Συνήθιζα να διαβάζω σελίδες φωναχτά και να τις γράφω στο σημειωματάριό μου ολόκληρες ∙ μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθούσα να αιχμαλωτίσω τον εσωτερικό ρυθμό στο ύφος του Ιμπν Ιγιάς.» Στο τέλος ωστόσο, ο Μπαρακάτ μεταμορφώνεται, γιατί η εξουσία διαφθείρει – και δεν διαφθείρει μόνο τον άνθρωπο, λέει ο συγγραφέας, διαφθείρει και το λαό. Παρόλο που η υπόθεση του βιβλίου εκτυλίσσεται σε μια εποχή που φαντάζει μακρινή, υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της εποχής εκείνης και της διακυβέρνησης της χώρας από τον Νάσερ. Τον Οκτώβρη του 1966 ο Γιτάνι φυλακίζεται από το καθεστώς του Νάσερ για 6 μήνες, λόγω των μαρξιστικών ιδεών του και της κριτικής που ασκούσε. Ο ίδιος λέει αστειευόμενος: «Φυλακίστηκα για τις ιδέες μου αλλά εγώ λέω ότι φυλακίστηκα για τα γραπτά μου!» Αφήνεται ελεύθερος όμως, όταν την Αίγυπτο επισκέπτεται ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και απειλεί την αιγυπτιακή κυβέρνηση με μια παγκόσμια εκστρατεία για τους παράνομα φυλακισμένους.
Ο Γκαμάλ Γιτάνι γεννήθηκε σε ένα χωριό της Νότιας Αιγύπτου, το 1945 και τη δεκαετία του ’50 έβλεπε από το σπίτι του τις Πυραμίδες στο ηλιοβασίλεμα. Αργότερα παθιάστηκε με την Αίγυπτο των φαραώ κι ενδιαφέρθηκε για τον σουφισμό και το μυστικιστικό Ισλάμ. Η γραφή του, ποιητική, μοιάζει με εκείνη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και οπωσδήποτε επηρεάστηκε από εκείνον που ο ίδιος θεωρεί δάσκαλό του, τον μεγάλο Ναγκίμπ Μαχφούζ για τον οποίον λέει: «Στην ηλικία των 15 χρόνων με συνεπήραν οι ιστορίες του Μαχφούζ, που είχαν τίτλους παρμένους από την παλιά μου γειτονιά στο Κάιρο.»
Στο έργο του ο Γιτάνι σκιαγραφεί τον αγώνα του ανθρώπου προς ένα σκοπό, την προσπάθειά του να ανακαλύψει τη θέση του στο χώρο και το χρόνο. Αφηγείται για να εκφράσει τη γνώμη του για τα μεγάλα ζητήματα που τον απασχολούν, όπως το ζήτημα του χρόνου. Αποφασίζει και παίρνει άδεια να περάσει ένα βράδυ μέσα στην κεντρική αίθουσα της Πυραμίδας του Χέοπος, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι κι όταν βγαίνει την επόμενη μέρα, είναι ένας άλλος άνθρωπος. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και πολλοί λένε, ότι είναι το επόμενο αραβικό Νομπέλ.

«Η καρδιά, γεμάτη τραύματα που δύσκολα επουλώνονται. Η ψυχή, ζούγκλα από αιχμηρά ακόντια, καρφωμένα βαθιά, που δεν ξεκολλάνε. Κανένα φράγμα δεν σταματά τη θλίψη που ρέει. Δεν υπάρχει πρώτος και τελευταίος, ο πληθυντικός και ο ενικός χάνονται, το τρίτο γράμμα της αλφαβήτου είναι το τέλος του τέλους. Ο θάνατος της ελπίδας γεννιέται από το χωρισμό των ερωτευμένων. Οι επιθυμίες απομακρύνονται, εγκαταλείποντάς σε.
Στην πρώτη σου νιότη μια κρυφή σκέψη, θαμμένη βαθιά, σε στοιχειώνει. Το μέτωπό σου δεν έχει χαραχτεί απ’ τις ρυτίδες. Γύρω σου ο τρόμος κάνει τ’ αστέρια να ψιθυρίζουν, τραβάει τη γη στον ουρανό. Οι ανθρώπινες καρδιές χτυπούν με πίκρες και βάσανα, αλλά κάνε υπομονή, μη βιάζεσαι. Σε λίγα χρόνια θα ‘ρθουν χαρούμενες μέρες. Τα πράγματα δεν θα μείνουν στη θέση τους, πάντα τα ίδια, αμετακίνητα».

Κλείνοντας, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη του Γκαμάλ Γιτάνι στον Ανταίο Χρυσοστομίδη, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Οι Κεραίες της Εποχής μου» (εκδ. Καστανιώτη), που κατά τη γνώμη μας εκφράζει τους δεσμούς των δύο πολιτισμών μας :
«Όταν διαβάζουμε την ιστορία του ισλαμικού πολιτισμού, βλέπουμε πως ο πολιτισμός αυτός γίνεται πιο δυνατός όταν ανοίγεται στους άλλους πολιτισμούς, ενώ αποδυναμώνεται όταν κλίνεται στον εαυτό του. Η λαμπρότερη εποχή του ισλαμισμού υπήρξε ο 11ος αιώνας μ.Χ ή 4ος ισλαμικός, όταν το κράτος των Αμπασιδών ήταν ισχυρό και ο χαλίφης Μααμούν ελ Αμπάσι άρχισε να ενθαρρύνει τη μεταφραστική δραστηριότητα. Τότε μεταφράστηκε η Αρχαία Ελληνική γραμματεία στην αραβική γλώσσα. Αυτή λοιπόν η αλληλεπίδραση πολιτισμών, το γεφύρωμα ανάμεσα στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την ισλαμική σκέψη, δημιούργησε μια Μεγάλη Ισλαμική Σχολή με πρωτοπόρους τον Ιμπν Σίνα (Αβικέννας) και τον Ιμπν ελ Άραμπι στην Ανδαλουσία».


Αυτές τις μέρες διαβάζω το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Γκορ Βιντάλ «Η Χρυσή Εποχή» (εκδ. Scripta, μτφρ. Ρένα Χατχούτ), το οποίο καταγράφει το παρασκήνιο που υποχρέωσε τον Ρούσβελτ να αποφασίσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα ιστορικά/πολιτικά λογοτεχνικά βιβλία, στην πλοκή των οποίων τα αληθινά πρόσωπα μπερδεύονται με μυθιστορηματικούς ήρωες, είναι πραγματικά το καλύτερό μου. Ένα πεδίο που ο Γκορ Βιντάλ έπαιζε στα δάχτυλα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο του επιχειρηματίες, διπλωμάτες, αρθρογράφοι, εκδότες, σταρ του Χόλιγουντ, σκηνοθέτες, γερουσιαστές και παρατρεχάμενοι στήνουν στο Λευκό Οίκο ένα απίστευτο γαϊτανάκι γύρω από τον Πρόεδρο, με στόχο να τον πείσουν να μην ακολουθήσει την πολιτική του απομονωτισμού και να συμμαχήσει με την Αγγλία και τη Γαλλία κατά του Χίτλερ.

Όσο περνούν οι σελίδες και η αρχιτεκτονική της ίντριγκας αποκαλύπτει το μεγαλείο της συνειδητοποιώ ότι μπορεί ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος να ήταν απείρως πιο άγριος δεν ήταν όμως αυτός που άλλαξε ριζικά τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα της Ευρώπης, όχι τουλάχιστον με τη σφοδρότητα που το έκανε ο Πρώτος. Ο Αλαν Χόλινγκχερστ είχε απόλυτο δίκιο όταν έγραφε στο πολύ ατμοσφαιρικό μυθιστόρημά του «Το παιδί του ξένου» (εκδ. Καστανιώτη), ότι οι Άγγλοι ακόμα και σήμερα όταν μιλούν με φρίκη για τον πόλεμο εννοούν το Μεγάλο Πόλεμο.

Γιατί όμως παρ' όλα αυτά έχουμε αφήσει τη λήθη να σκεπάσει ένα τόσο συγκλονιστικό γεγονός που τελικά ήταν πολύ πιο καθοριστικό από οποιοδήποτε άλλο για το μέλλον της Ευρώπης; Ο δημοσιογράφος Πέτρος Παπακωνσταντίνου έγραψε ένα άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής με αφορμή τη χθεσινή επέτειο της δολοφονίας του διαδόχου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, του αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του (28 Ιουνίου 1914) -η σπίθα που οδήγησε στη λαίλαπα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου-, στο οποίο δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία: «Στη συλλογική μνήμη των Ευρωπαίων, ο Μεγάλος Πόλεμος κατέχει σαφώς υποδεέστερη θέση έναντι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σαν να ήταν “μόνο” το πρελούδιο της πραγματικής Αποκάλυψης. Το γεγονός αυτό δεν εξηγείται εύκολα ούτε από τη μεγαλύτερη χρονική απόσταση ούτε από το μέγεθος των συνεπειών μιας σύγκρουσης που αφάνισε 14 εκατομμύρια ανθρώπους, γκρέμισε τέσσερις αυτοκρατορίες –Αυστροουγγρική, Ρωσική, Γερμανική, Οθωμανική–, ανέδειξε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στον κόσμο, χάραξε τα σύνορα της Μέσης Ανατολής και απαθανατίστηκε στα τρομερά μυθιστορήματα του Ρεμάρκ, του Γκρέιβς, του Σελίν και του Μυριβήλη. Κάτι άλλο, πιο βαθύ και πιο σκοτεινό, πρέπει να κρύβεται πίσω από την επίμονη απώθηση.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν "τακτοποιείται" εύκολα από τη λογική μας και δεν "χωνεύεται" εύκολα από την ηθική μας. Σε αντίθεση με τον Δεύτερο, στερείται της απόλυτης αντίθεσης ανάμεσα στο "καλό" και το "κακό". Δεν έχει να επιδείξει ένα "τέρας" στο ύψος του Χίτλερ ή μια φρίκη στο ύψος του Ολοκαυτώματος. Αν η θυσία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρείται αναδρομικά αυτονόητο καθήκον, η αιματοχυσία στον Πρώτο φαντάζει σαν ανυπόφορη ματαιότητα, που ζητάει επίμονα μια κάποια αιτιολόγηση: Γιατί έγιναν όλα αυτά και πώς δεν θα ξαναγίνουν;».

Τελειώνοντας το άρθρο ξεσκόνισα μερικά -διαβασμένα, μισοδιαβασμένα και αδιάβαστα- μυθιστορήματα από τη βιβλιοθήκη μου (από το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν και το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον» του Ρεμάρκ μέχρι τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Χέμινγουεϊ), ξεχωρίζοντας το πρόσφατο «14» του Ζαν Εσνόζ (εκδ. Ίκαρος, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης) και τον «Επικίνδυνο Οίκτο» του Στέφαν Τσβάιχ (εκδ. Άγρα, μτφρ. Μιμίκα Κρανάκη), στα οποία θα δώσω προτεραιότητα. Παράλληλα θυμήθηκα και μια παλιότερη ανάρτηση του Ναυτίλου για τη βιογραφία του Τσβάιχ «Ο κόσμος του χθες: Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου» (εκδ. Printa, μτφρ. Αλεξία Καλανταρίδου & Τατιάνα Λιάνη) που θέλω να αγοράσω. Στο απόσπασμα που ακολουθεί καταλαβαίνεις πόσο απίστευτη ήταν η αθωότητα με την οποία οι Ευρωπαίοι μπήκαν στο Μεγάλο Πόλεμο, χωρίς να ξέρουν ότι θα αλλάξει ριζικά τη ζωή τους για πάντα: «Οι άνθρωποι συνέχιζαν τα μπάνια τους, τα ξενοδοχεία παρέμεναν γεμάτα, κι οι παραθεριστές εξακολουθούσαν να συνωστίζονται στην πίστα σουλατσάρωντας, φλυαρώντας και γελώντας. Αλλά για πρώτη φορά, ένα νέο στοιχείο έκανε την εμφάνισή του. Ξαφνικά, είδαμε να ξεπροβάλλουν στην πλαζ Βέλγοι στρατιώτες, πράγμα παράδοξο, αφού σε κανονικές συνθήκες δεν έρχονταν ποτέ εκεί. Σκυλιά έσερναν τα μυδραλιοβόλα μέσα σε μικρά οχήματα -κάτι που αποτελούσε μια περίεργη ιδιαιτερότητα του βελγικού στρατού. (...) Οι μάζες εξεγείρονταν, κι εμείς γράφαμε και σχολιάζαμε ποιήματα. Δεν βλέπαμε τα πύρινα σημάδια στον τοίχο κι απολαμβάναμε αμέριμνοι τα ακριβά εδέσματα της τέχνης, όπως άλλοτε ο βασιλιάς Βαλτάσαρ, χωρίς να φοβόμαστε να κοιτάξουμε το μέλλον. Και μοναχά δεκαετίες αργότερα, όταν γκρεμίστηκαν στα κεφάλια μας στέγες και τείχη, συνειδητοποιήσαμε πως τα θεμέλια είχαν υποσκαφτεί από καιρό και πως η έλευση του νέου αιώνα, είχε σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους της ατομικής ελευθερίας στην Ευρώπη».

Ο Ιούνιος του 1914 ήταν μια ανάσα πριν τη βίαιη ενηλικίωση της Ευρώπης. Εκείνο ήταν το τελευταίο καλοκαίρι ανεμελιάς. Έκτοτε η Γηραιά Ήπειρος δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.  



Μπορεί κανείς να παραμένει αποστασιοποιημένος όταν βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα; Τι κόστος έχει η ουδετερότητα σε έναν κόσμο που βαδίζει στα όρια; Είναι η σιωπή συνενοχή; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει ο Γκράχαμ Γκρην στο υπέροχο μυθιστόρημά του Ο Ήσυχος Αμερικανός (εκδ. Πόλις, μτφρ. Γιώργος Τσακνιάς).

Βρετανός δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής στις μεγαλύτερες εφημερίδες, μυστικός πράκτορας της χώρας του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και συγγραφέας σπουδαίων βιβλίων -μεταξύ των οποίων και το πασίγνωστο Το Τέλος Μιας Σχέσης-, ο Γκρην (1904-1991) έχει μια ιδιαίτερη πένα που με συγκινεί πολύ. Οι εικόνες που περιέγραψε έχουν κάτι βαθιά ποιητικό, χωρίς όμως τα κείμενά του να χάνουν την αρρενωπότητά τους. Η γραφή του είναι στιβαρή και ταυτόχρονα τρυφερή, δεν αποσκοπεί στην εύκολη συγκίνηση.

Στον Ήσυχο Αμερικανό ήρωας είναι ένας Άγγλος δημοσιογράφος, ο Φάουλερ, που καλύπτει την εξέγερση των Βιετναμέζων κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του '50, η Γαλλία πολεμά μάταια να κρατήσει την αποικία της, ενώ η σύμμαχός της Αμερική προσπαθεί να υπονομεύσει τη γαλλική κυριαρχία στην περιοχή και να μπει ενεργά στο παιχνίδι. Για να τα καταφέρει, στέλνει στη Σαϊγκόν τον Όλντεν Πάιλ, έναν ευγενικό και ήσυχο νεαρό Αμερικανό που θα αποσταθεροποιήσει την κατάσταση με μια σειρά από τρομοκρατικά χτυπήματα.

Ο Φάουλερ παρακολουθεί τη δράση του Πάιλ, με τον οποίο παράλληλα βρίσκονται μπλεγμένοι σε ένα ερωτικό τρίγωνο: Ο νεαρός Αμερικανός διεκδικεί την ερωμένη του Άγγλου ανταποκριτή και μία ανταγωνιστική σχέση αναπτύσσεται μεταξύ τους. Η ζήλια, το πάθος, ο φόβος της μοναξιάς, οδηγούν τον Φάουλερ σε μία ενδοσκόπηση που τελικά θα τον αλλάξει. Ένα τρομοκρατικό χτύπημα που οργάνωσε ο Πάιλ και είχε πολλά θύματα, μεταξύ των οποίων και παιδιά, είναι όμως αυτό που θα βγάλει τον Φάουλερ από την ουδετερότητά του και θα τον αναγκάσει βίαια να πάρει θέση σε έναν πόλεμο που όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος δεν ήταν δικός του.

Εκτός από τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του ήρωα, τα διλήμματα και τις ενοχές, που περιγράφονται με απόλυτη ακρίβεια, προσωπικά με μάγεψαν οι περιγραφές του Βιετνάμ: Τα αποικιακά κτίσματα δίπλα στα παραπήγματα των ντόπιων, τα κοσμοπολίτικα μπιστρό που προστατεύονται από τις επιθέσεις των ανταρτών με συρματοπλέγματα, οι απέραντοι ορυζώνες την ώρα του δειλινού, ο αέρας της Ανατολής που έρχεται από τη θάλασσα φορτωμένος με εξωτικές μυρωδιές και τυλίγει με μια απόκοσμη υγρασία ολόκληρη τη Σαϊγκόν. Μα κυρίως είναι αυτή η αίσθηση του φόβου ότι ανά πάσα στιγμή θα είσαι νεκρός, ότι εκεί που πίνεις το ουίσκι σου στο μπαρ ενός ξενοδοχείου θα βρεθείς ανάμεσα στα πυρά των ανταρτών και του γαλλικού στρατού.

Η πιο δυνατή στιγμή του βιβλίου είναι η νύχτα που ο Φάουλερ και ο Πάιλ διασχίζουν με το αυτοκίνητο την ενδοχώρα του Βιετνάμ και μένουν από βενζίνη στη μέση του πουθενά. Οι συζητήσεις τους είναι απολαυστικές και φανερώνουν λέξη προς λέξη το χαρακτήρα και των δύο. Επίσης σπουδαίες είναι και οι σκέψεις του Φάουλερ, ενός ώριμου άντρα που χάνει το κορίτσι του και μαζί με αυτό τη δροσιά της νιότης του. Υπογράμμισα δυο τρεις ατάκες του, από αυτές που ρίχνουν φως στο σκοτάδι του έρωτα:

«Ερωτευμένος σημαίνει να βλέπεις τον εαυτό σου όπως τον βλέπει ο άλλος, σημαίνει να είσαι ερωτευμένος με το πλαστό και εξωραϊσμένο είδωλό σου. Όταν έχουμε ερωτευθεί, είμαστε ανίκανοι για την τιμή – μια θαρραλέα πράξη δεν είναι τίποτα περισσότερο από την εκτέλεση ενός ρόλου σε κοινό δύο ατόμων».

ή

«Μας παίρνει πολύ χρόνο να πάψουμε να περηφανευόμαστε που είμαστε επιθυμητοί. Άσε που ένας Θεός ξέρει γιατί νιώθουμε περήφανοι, αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου και να δεις ποιοι άλλοι άνθρωποι είναι επίσης επιθυμητοί».

Υ.Γ. 1: Η μετάφραση του Γιώργου Τσακνιά είναι υπέροχη! Μου άρεσαν πολύ και οι σημειώσεις του (εκτίμησα ιδιαιτέρως ότι σε μία από αυτές δίνει μάλιστα και τη συνταγή για τo βερμούτ κασίς που πίνει ο ήρωας στο τρίτο κεφάλαιο), καθώς και το πολύ κατατοπιστικό επίμετρο που ακολουθεί για το ιστορικό υπόβαθρο της εποχής.

Υ.Γ. 2: Το μικρό διαμάντι του Γκράχαμ Γκρην έχει μεταφερθεί δύο φορές στον κινηματογράφο, το 1958 και το 2002. Η δεύτερη ταινία, μάλιστα, λογοκρίθηκε στην Αμερική εξαιτίας του τρομοκρατικού χτυπήματος στους Δίδυμους Πύργους (2001) και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων.  

The Quiet American (1958)

The Quiet American (2002)

Ξεδιάντροπες δολοφονίες, άγρια βασανιστήρια, ίντριγκες και παρακρατικά παιχνίδια με την ανοχή ξένων δυνάμεων. Δικτάτορες, τύραννοι, παρανοϊκοί στρατηγοί, αχυράνθρωποι της πολιτικής, μυστικοί πράκτορες και στη μέση οι πολίτες-πιόνια, φρικτά αδύναμοι, ανυπεράσπιστοι, διαλυμένοι κι άλλοτε δουλικά κουλουριασμένοι και βολεμένοι στα πόδια του συστήματος.

Δεν ξέρω γιατί, ίσως φταίει το σκοτάδι της εποχής που ζούμε, αλλά τελευταία με τραβούν σαν μαγνήτης μυθιστορήματα -κυρίως συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής- που έχουν ρίξει φως στα πιο άγρια κι απολυταρχικά καθεστώτα.

Μετά τη Γιορτή του Τράγου του Μάριο Βάργκας Λιόσα (εκδ. Καστανιώτη), την Τρέλα του Πινοτσέτ του Λουίς Σεπούλβεδα (εκδ. Opera), το Μακρινό Αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο (εκδ. Καστανιώτη), τις Αναμνήσεις μιας κυρίας του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (εκδ. Καστανιώτη) αλλά και το συγκλονιστικό Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο (εκδ. Πατάκη), λέω να συνεχίσω τη βουτιά στην παράνοια. Επέλεξα τέσσερα βιβλία που έχουν κι αυτά φυσικά καταγωγή από τη Λατινική Αμερική:

Όλα καταγγέλλουν την αποκτήνωση της εξουσίας, πραγματεύονται τις συνέπειες που έχουν τα χαμηλά αντανακλαστικά και η τυφλή υποταγή ενός λαού και ξεγυμνώνουν τον πρόστυχο ρόλο σε κάθε μα κάθε περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες δεν διστάζουν να πετάξουν εκατομμύρια ανθρώπους στα «σκυλιά» προκειμένου να ασκήσουν τον έλεγχό τους. Έστω και αν για να τα καταφέρουν χαϊδεύουν κάτω από το τραπέζι τις πιο άρρωστες προσωπικότητες στην ιστορία της Αμερικανικής Ηπείρου.

Πρωταγωνιστές είναι άλλοτε πραγματικά, άλλοτε φανταστικά πρόσωπα, που όλα όμως μοιάζουν αισχρά: Είναι το ίδιο πανίσχυρα κι αδύναμα ταυτόχρονα, αφού όπως πολύ σοφά γράφει η Χάνα Άρεντ στο βιβλίο της Περί βίας (εκδ. Αλεξάνδρεια) «δύναμη και βία είναι πράγματα αντίθετα. Όταν η μία επικρατεί απόλυτα, η άλλη απουσιάζει».

Διαβάζοντας την εισαγωγή της μεταφράστριας Κλαίτης Σωτηριάδου-Μπαράχας στο βιβλίο του Μάρκες Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη, φυλλομετρώντας τα υπόλοιπα από τη στοίβα, αλλά και εκείνα που έχω ήδη διαβάσει, καταλαβαίνω ότι στη Λατινική Αμερική τα ονόματα (Τρουχίλιο, Πινοτσέτ, Πορφύριο Ντίας κ.α.) δεν έχουν καμία σημασία, ούτε οι χώρες (Χιλή, Αργεντινή, Περού, Βολιβία, Ουρουγουάη, Μεξικό, Παραγουάη κ.α.), το μόνο που μετράει είναι το πόσο άρρωστο και επικίνδυνο μπορεί να γίνει το ανθρώπινο μυαλό.

«Ο Πατριάρχης, ένας "παραδοσιακός" Λατινοαμερικανικής προέλευσης δικτάτορας, είναι ένας γέρος στρατηγός ακαθόριστης ηλικίας "μεταξύ 107 και 232 χρόνων", σε κάποια ανώνυμη Λατινοαμερικανική χώρα. Μέσα από τα καθημερινά γεγονότα της ζωής του αναγνωρίζουμε χαρακτηριστικά από στυγνούς δικτάτορες, παλαιούς και σύγχρονους, που συνθέτουν την εικόνα του, αυτή όμως η μυθική, αινιγματική, τρομερή και παντοδύναμη φιγούρα μεταμορφώνεται από την πένα του συγγραφέα σε ήρωα φαρσοκωμωδίας. Ο δικτάτορας επιτέλους απομυθοποιείται, ξαναπαίρνει τις ανθρώπινες διαστάσεις του, καταρρέει και τελικά πεθαίνει για να αφήσει το σαπισμένο κορμί του έρμαιο στα όρνια που μπαινοβγαίνουν στο "μέγαρο της εξουσίας"».

Τα επόμενα βιβλία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα που θέλω να αγοράσω είναι η φυσικά, η τριλογία του Ουρουγουανού Εδουάρδο Γκαλεάνο Μνήμη της φωτιάς: Η αρχή - Τα πρόσωπα και οι μάσκες - Ο αιώνας του ανέμου (εκδ. Πάπυρος), που όπως λέει ο Αναστάσης Βιστωνίτης στο Βήμα πρόκειται για «ένα έργο μοναδικό σε σύλληψη και σε εκτέλεση. Ο Ουρουγουανός Εδουάρδο Γκαλεάνο, επιφανής συγγραφέας, δημοσιογράφος και άριστος γνώστης του πολιτισμού και της λατινοαμερικανικής ιστορίας έγραψε τη δική του ιστορία της Νότιας Αμερικής σε μικρά, αυτόνομα και ακαριαίας αποτύπωσης κείμενα, από την προκολομβιανή εποχή ως το τέλος περίπου του 20ού αιώνα».

Βεβαίως, ανυπομονώ να ξεκινήσω το Μαπούτσε του Καρίλ Φερί (εκδ. Άγρα). Αν και δεν έχει γραφτεί από Λατινοαμερικανό συγγραφέα, πιστεύω ότι θεματικά και μόνο αξίζει να μπει στη λίστα, αφού όσα διαδραματίζονται σε αυτό έχουν τις ρίζες τους στη δικτατορία του στρατηγού Βιντέλα στην Αργεντινή. Ίσως τολμήσω κάποια στιγμή να αναμετρηθώ με το 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο (εκδ. Άγρα), ενώ θα αναζητήσω (κι ελπίζω να βρω) σε δανειστική βιβλιοθήκη το εξαντλημένο Τελευταία νύχτα στη Χιλή του ίδιου (εκδ. Μεταίχμιο). Η κριτική της Αρχοντής Κόρκα στο Critique μου έχει εξάψει τη φαντασία.

Υ.Γ. Θα ήθελα τις προτάσεις σας για βιβλία αντίστοιχης θεματολογίας και καταγωγής που μου έχουν διαφύγει ή έχω λησμονήσει.


Το μυθιστόρημα «Αναμνήσεις μιας κυρίας» του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (εκδόσεις Καστανιώτη) είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ακτινογραφία του πώς λειτουργεί η παράλογη «δημοκρατία μιας μπανανίας». Δικτάτορες, μαφιόζοι, επιχειρηματίες-αραπαχτικά, αριστοκρατικές οικογένειες με βρώμικο χρήμα και παλιές αποικιακού στυλ βίλες γεμάτες συνωμοσίες και μυστικά. Άγιος Δομίνικος και Κούβα. Στα μέσα του περασμένου αιώνα. Το βιβλίο διηγείται την ιστορία της οικογένειας Μινέτι. Η Ντιάνα Μινέτι, κληρονόμος μιας αμύθητης περιουσίας, ζει σε μια μεζονέτα στο Παρίσι, μια ανάσα από τα Ηλύσια Πεδία και ονειρεύεται την αυτοβιογραφία της: Ένα βιβλίο γεμάτο κουτσομπολιά από γκλάμορους πάρτι, πιπεράτα σχόλια για επώνυμους που έχει συναναστραφεί (από την Τζάκι Κένεντι μέχρι τον Μάριο Βαργκας Λιόσα), λαμπερά κοσμήματα και τουαλέτες, αλλά και τη δραματική προσωπική της ιστορία. Τα παιδιά της κατάφεραν να πάρουν δόλια τη διαχείριση ολόκληρης της περιουσία της και να της αφήσουν ένα μηνιαίο καταπίστευμα ώστε να ζει υπερπολυτελώς για όλη της τη ζωή. Για την αυτοβιογραφία της προσλαμβάνει έναν Περουβιανό ghost writer.

Από τις διηγήσεις της Ντιάνα στο νεαρό συγγραφέα προκύπτει ένα υπέροχο γαϊτανάκι με τις πιο απίθανες ιστορίες που φυσικά βασίζονται σε αληθινά ιστορικά γεγονότα: Ο Τρουχίλιο (αιμοσταγής δικτάτορας του Αγίου Δομίνικου από το 1942 έως το 1952), ο Μπατίστα, η επανάσταση του μουσάτου, η CIA, η φασιστική κυβέρνηση του Μουσολίνι, οι νονοί της Ιταλίας και φυσικά η Μαφία της Κούβας (π.χ. Σάντος Τριφικάντε: πρόσωπο που συναντά κανείς και στο βιβλίο Αμερικανικό Ταμπλόιντ του Τζέιμς Ελρόι, εκδ. Άγρα). 

Όταν ο νεαρός συγγραφέας ξεκινά τις έρευνες για να συμπληρώσει τα κενά στις αφηγήσεις της Ντιάνα ανακαλύπτει ότι η περιουσία της οικογένειας Μινέτι προέκυψε από τη συνεργασία του πατέρα της με τη φασιστική Ιταλία του 1940. Ο πατέρας της, πρόξενος της κυβέρνησης Μουσολίνι στον Άγιο Δομίνικο, κάνει τις δουλειές του (κυρίως εμπόριο αυτοκινήτων) πατώντας στη δύναμη του φασισμού και στην επιρροή της ιταλικής μαφίας. Όταν κάποια στιγμή εναντιώνεται στον δικτάτορα του Αγίου Δομίνικου, τον φοβερό Τρουχίλιο (στην παρανοϊκή προσωπικότητα του οποίου βασίζεται το μυθιστόρημα «Η γιορτή του Τράγου» του Μάριο Βάργκας Λιόσα, επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη) και συμμετέχει στο σχέδιο δολοφονίας του, χάνει τα πάντα και αυτοεξορίζεται μαζί με την οικογένειά του στην Κούβα του Μπατίστα. Ο μεγαλομανής δικτάτορας της Αβάνας, που δεν πλήρωνε ποτέ τίποτα και καταπατούσε ό,τι επιθυμούσε, τους δίνει άσυλο θέλοντας την στήριξη της ιταλικής μαφίας. Οι Μινέτι πολύ γρήγορα δικτυώνονται και συνεργάζονται άψογα με τον υπόσκοσμο και τη μαφία της Κούβας. Ο πατέρας αγοράζει εφημερίδες και αποκτά τεράστια δύναμη, ενώ ο γιος του Μινετίνο, αδερφός της Ντιάνα γίνεται πράκτορας των Αμερικανών στο νησί. Η οικογένεια, έχοντας πλέον βάσεις σε όλες τις πλευρές, χτίζει ξανά πολύ γρήγορα την περιουσία της.

Ανάμεσα στις απολαυστικές διηγήσεις για τη ζωή της Ντιάνα Μινέτι παρεμβάλλεται η προσωπική ιστορία του Περουβιανού αφηγητή που έχει αναλάβει να γράψει το βιβλίο της πάμπλουτης γυναίκας. Αν και είναι γραμμένη με χιούμορ και αποτυπώνει πολύ καθαρά τις περιπέτειες ενός λαθρομετανάστη νεαρού συγγραφέα που προσπαθεί να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο, θεωρώ πως απλά ωχριά μπροστά στους καταιγιστικούς ρυθμούς που έχουν τα κεφάλαια που αφορούν την οικογένεια της Ντιάνα.

Όπως κι αν έχει, το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα. Δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Είναι γεμάτο εξαιρετικές εικόνες και πληροφορίες για το πως δρα η μαφία, πως γεννιούνται και πέφτουν οι δικτατορίες και πώς χτίζονται οι ματωμένες περιουσίες. Η εξουσιομανία δε του Τρουχίλιο με εντυπωσίασε τόσο που διάβασα κατευθείαν τη «Γιορτή του Τράγου».

Υ.Γ. Το βιβλίο «Αναμνήσεις μιας κυρίας» θα το βρείτε σε προσφορά στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία: € 3,83.