Ο Μισέλ Ουελμπέκ είναι ηδονοθήρας της μοναξιάς, φετιχιστής της απομόνωσης, απολαμβάνει να κλείνεται στο καβούκι του, αποκομμένος απ' όλα. Αυτάρκης σαν αμοιβάδα. Το ίδιο και οι ήρωές του, πλάσματα μοναχικά, που δεν τρομάζουν από την έλλειψη επικοινωνίας, αλλά αντιθέτως θρέφονται από αυτήν. Πρόσωπα αποστασιοποιημένα από την κοινή λογική, λειτουργούν έξω από τις νόρμες, λες και ένας γυάλινος τοίχος τους διαχωρίζει από τον κόσμο και τους εμποδίζει να έχουν ακόμα και την ψευδαίσθηση μιας μέθεξης. Στέκονται στο πλάι της ζωής, όχι από αδυναμία, αλλά λόγω φύσης. Ίσως γι' αυτό και να είναι δεινοί παρατηρητές της κοινωνίας, γιατί τη βλέπουν από απόσταση. Μπορούν τόσο εύστοχα να αφηγηθούν τη ματαιότητα ενός πολιτισμένου κόσμου που στην ουσία κινείται χωρίς νόημα διαρκώς γύρω από τον άξονά του.
Αυτό ισχύει σε όλα του τα βιβλία: από τη «Δυνατότητα ενός νησιού» όπου ο συγγραφέας στηλίτευσε τη μανία του ανθρώπου να πιστέψει, να ενταχθεί κάπου, μέχρι τα «Στοιχειώδη Σωματίδια» όπου μιλούσε για τα αδιέξοδα του καταναλωτισμού (σε μια εποχή μάλιστα που ο καταναλωτισμός δεν ήταν απλά μονόδρομος, αλλά θρησκεία). Στο νέο του μυθιστόρημα -το οποίο απέσπασε το 2010 το Βραβείο Γκονκούρ, τη σημαντικότερη διάκριση για έναν συγγραφέα στη Γαλλία- «Ο Χάρτης και η Επικράτεια» (εκδ. Εστία, όπως και όλα του τα βιβλία) στοχοποιεί την Τέχνη και τις υπερβολές της. Με τριτοπρόσωπη αφήγηση ο συγγραφέας διηγείται την άνοδο ενός φωτογράφου και μετέπειτα ζωγράφου, του Ζεντ Μαρτέν, στα πιο ψηλά κλιμάκια της μοντέρνας Τέχνης, πλάι στους Ντάμιεν Χερστ και Τζεφ Κουνς.
Το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα, το στυλ της γραφής είναι ξεκούραστο ακόμα κι όταν ο συγγραφέας περιγράφει αναλυτικά την τεχνοτροπία του εικαστικού ή τις τεχνικές λεπτομέρειες ενός μηχανήματος ή gadget που αυτός χρησιμοποιεί προκειμένου να αποδώσει καλλιτεχνικά την άποψή του για τον κόσμο. Με την ίδια απάθεια και μηδενιστική προσέγγιση περιγράφονται και οι προσωπικές στιγμές του ήρωα, οι δεσμοί με τις γυναίκες, η σχέση με τον πατέρα του. Ο Ζεντ είναι τόσο παθητικός που σε ένα σημείο μάλιστα του βιβλίου χαρακτηρίζει τον εαυτό του περισσότερο σαν τηλεθεατή, παρά σαν οτιδήποτε άλλο.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μας μιλά για τα πρώτα χρόνια του ήρωα. Εδώ μαθαίνουμε ότι μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα του (επιτυχημένο αρχιτέκτονα), αφού η μητέρα του αυτοκτόνησε όταν εκείνος ήταν παιδί. Στη συνέχεια βλέπουμε τη γνωριμία του με την Όλγα, μία γυναίκα που δουλεύει στο Τμήμα Επικοινωνίας της εταιρείας Michelin, η οποία θα του ανοίξει τις πόρτες για να μπει στο χώρο της Τέχνης.
Στο δεύτερο μέρος, με το γνωστό κυνισμό του, ο Γάλλος συγγραφέας καταγράφει τη ματαιοδοξία, την παραφροσύνη και την ιλιγγιώδη υπερτίμηση έργων και καλλιτεχνών από τα κυκλώματα που έχουν μετατρέψει την Τέχνη σε ένα ακόμα λαμπρό πεδίο του μάρκετινγκ και των δημοσίων σχέσεων. Σελίδα σελίδα αποσυναρμολογεί τα εξαρτήματα και τα γρανάζια, φωτίζοντας τη λειτουργία όλου του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης ενός πίνακα, που τις περισσότερες φορές δεν έχει καμία σχέση με την αληθινή καλλιτεχνική αξία του.
Χαρακτηριστική (και απολαυστική) είναι η γνωριμία του Ζεντ Μαρτέν με τον Μισέλ Ουελμπέκ και οι συναντήσεις τους προκειμένου να πείσει ο ζωγράφος τον διάσημο συγγραφέα να γράψει ένα κείμενο για τον κατάλογο της νέας του έκθεσης.
Το τρίτο μέρος, το οποίο παίρνει ...αστυνομική τροπή, αφορά στη δολοφονία του Μισέλ Ουελμπέκ. Ο συγγραφέας σκοτώνει με τις λέξεις τον εαυτό του: ένα εύρημα που εντυπωσιάζει. Όμως από άποψη πλοκής το τρίτο μέρος είναι αδύναμο αν το κρίνεις σαν αστυνομική ιστορία. Αφενός είναι ολοφάνερο εξ' αρχής το κίνητρο του δολοφόνου, αφετέρου οι περιγραφές είναι ελαφρώς φλύαρες. Ο Ουελμπέκ μπορεί να είναι καλός συγγραφέας αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να γράψει αστυνομική λογοτεχνία το ίδιο καλά, για παράδειγμα, με τον Ίαν Ράνκιν.
Άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η συνεχόμενη αναφορά σε μάρκες προϊόντων.
Ώρες ώρες διαβάζοντας έπαιρνα όρκο ότι ο Ουελμπέκ απλά είχε εισπράξει απίστευτα ποσά από εταιρείες προκειμένου να αναφέρει τα προϊόντα τους μέσα στο βιβλίο. Από την αρχή μέχρι το τέλος οι μάρκες περισσεύουν, βγάζουν μάτι, σχεδόν εξοργίζουν. Και δεν μιλώ απλά για την Michelin που πάνω της σχεδόν βασίζεται όλη η πλοκή στα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου, αλλά και για εκατοντάδες άλλες εταιρείες.
Αν το σκεφτείς όμως πιο καθαρά, λίγο πιο αποστασιοποιημένα, αυτές οι αναφορές από τη στιγμή που ζούμε μέσα σε μία κοινωνία καταναλωτών, όπου το στυλ, η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση του καθενός, φωτογραφίζονται μέσα από το τί ψωνίζει, δικαίως γίνονται από τον συγγραφέα προκειμένου να αποδοθεί ολοκληρωμένα το προφίλ της μοντέρνας ζωής που περιγράφει. Υπό αυτή την έννοια, ο Ουελμπέκ τα καταφέρνει και δικαιώνει όσους τον θεωρούν μεγάλο στυλίστα της εποχής μας, έναν δημιουργό που μπορεί με ευκολία να σημειολογήσει ακόμα και τις πιο απλές καθημερινές συνήθειες του σύγχρονου ανθρώπου και τελικά να ειρωνευτεί έτσι την κενότητα του πολιτισμού μας.  


«Το ερώτημα δεν ήταν ο θάνατος – τα έμβια πεθαίνουν. Ήταν η αγάπη. Όχι το γεγονός ότι πεθαίνουμε, αλλά ότι νοιαζόμαστε παράφορα, και μετά βαθιά, για έναν άνθρωπο ανάμεσα σε δισεκατομμύρια. Δενόμαστε με το άστατο, το μεταβλητό και το θνητό σαν να είναι βράχος».

Το αισθαντικό μυθιστόρημα «Οι Maytrees» της Άννι Ντίλαρντ (εκδ. Ίνδικτος) μοιάζει με όστρακο που ανοίγει σιγά σιγά μέχρι να σου αποκαλύψει τη σαρκώδη ομορφιά του. Οι λέξεις του, οι ποιητικές φράσεις του, ταξιδεύουν μέσα σου σαν την ψιλή άμμο που τρυπώνει σε κάθε γωνιά μιας παραθαλάσσιας καλύβας. Το διάβασα αργά για να το απολαύσω περισσότερο. Ξαπλωμένος στον καναπέ της βεράντας, κάτω από τα μεγάλα πια δέντρα που έχω φυτέψει (μια αληθινή όαση στον πέμπτο όροφο), γυρνούσα τις σελίδες κι ήταν λες και άκουγα την άμμο να τρίζει.
Το Ακρωτήρι Κοντ, στις βορειοανατολικές ακτές της Αμερικής, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία των Maytrees.
Η Αμερικανίδα Άννι Ντίλαρντ σε αυτό το βιβλίο, το μοναδικό που έχει μεταφραστεί στη χώρα μας από τα έντεκα που έχει γράψει (ένα ακόμα μυθιστήρημα, ποιητικές συλλογές και δοκίμια), μιλά για όλα αυτά που αγαπώ: για τη φιλοσοφία της απόλυτης απλότητας, τη ζωή σε μια ήσυχη καλύβα πλάι στο κύμα, τον έρωτα, τα φιλιά στην ακρογιαλιά, τις αγκαλιές του πρωινού σε τσαλακωμένα λευκά σεντόνια. Μιλά για την προδοσία, αλλά κυρίως για το πως μπορεί κανείς να συμμαχήσει με τον πιο καλό εαυτό του. Αυτόν που, όσο κι αν πληγωθεί, βρίσκει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του, να ξεπεράσει χωρίς να ξεχάσει και να βρει τελικά τη γαλήνη, καταπολεμώντας την φτηνή παρόρμηση ν' ανταποδώσει τον πόνο που εισέπραξε.
Η Λου Μπίγκελοου είναι μια ηρωίδα-διαμάντι: από αυτές που ξεκινούν στις πρώτες σελίδες σαν πέτρα ακατέργαστη και λέξη τη λέξη σμιλεύονται για να λάμψουν στο τέλος σαν πολύτιμος λίθος, αναδεικνύοντας την ωραία πλευρά του ανθρώπινου γένους.
Στα είκοσί της η Λου γνώρισε τον σχεδόν συνομήλικό της Τόμπι Μέιτρι. «Την είδε για πρώτη φορά πάνω σε ένα ποδήλατο. Κόκκινο μαντίλι, άσπρο πουκάμισο, δέρμα καθαρό σαν τσόφλι αυγού, μεγάλα μάτια, σορτς. Σταμάτησε το ποδήλατο και πάτησε στο ένα πόδι για να μιλήσει με κάποιον στο δρόμο. Γέλασε, και η ομορφιά της του έκοψε την ανάσα». Την αναζήτησε, την πολιόρκησε και την κατέκτησε. Ερωτεύτηκαν σφόδρα και μετά από λίγο παντρεύτηκαν. Η ζωή τους ήταν γεμάτη ποίηση, όπως και το λιτό φτωχικό σπίτι τους μπροστά στον ωκεανό, στους αμμόλοφους του Ακρωτηρίου Κοντ. Εκείνος έγραφε στίχους κι εκείνη διάβαζε ασταμάτητα. Οι μέρες τους περνούσαν ήσυχα «με σκηνικό τα απλανή αστέρια».
«Ο αργός ουρανός σημάδευε τις ώρες. Ζούσαν συχνά έξω. Έπαιρναν κάθε ανάσα τους από μια μάζα αέρα που μόλις εκείνη τη στιγμή περνούσε από θάλασσα σε θάλασσα. Η χερσόνησος ήταν μια γυμνή γλώσσα άμμου ανάμεσα σε δύο απεραντοσύνες με ιδιαίτερη κλίση προς τα ειδικά εφέ.
Ο Τόμπι Μέιτρι μεγάλωσε στο Προβινστάουν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκεί. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους ακτοφύλακες που είχαν τοποθετηθεί από την πίσω μεριά, πάνω από τους γκρεμούς του Ατλαντικού. Όπως και μερικοί άλλοι ακτοφύλακες, έφτιαξε για την οικογένειά του μια πρόχειρη μονόχωρη καλύβα στη γυμνή άμμο κοντά στο σταθμό της ακτοφυλακής. Ο νεαρός Μέιτρι και η μητέρα του κατασκήνωναν στην ξύλινη καλύβα τα καλοκαίρια πάνω από τη μεγάλη παραλία του ωκεανού. Αντάλλασσαν επισκέψεις με τους άλλους ακτοφύλακες. Αργότερα, μετά τον πόλεμο, ο Μέιτρι έγινε ποιητής της δεκαετίας του σαράντα. Έγραψε τέσσερα ποιήματα σε μέγεθος βιβλίου και τρία βιβλία με στίχους.
Η γυναίκα του, η Λου Μέιτρι, σπάνια μιλούσε. Ζωγράφιζε λίγο σε καμβά και λινά έργα χαμένα τώρα. Οι δυο τους έπαιξαν μόνο σε δύο μικρά συμβάντα – τρία, αν μετράει και ο έρωτας. Το να ερωτεύεσαι, όπως το να κάνεις παιδί, πάει ενάντια στο ρεύμα της ζωής μας: χωρισμός, απώλεια και θάνατος. Αυτή είναι η χαρά τους.
Δύο φορές την ημέρα η παλίρροια ανέβαινε στην άμμο πίσω από το σπίτι τους. Τέσσερις φορές το χρόνο άλλαζαν οι εποχές. Έτσι ζουν και τα στρείδια, αλλά χωρίς να διαβάζουν τόσο όσο οι Μέιτρι».
Τα χρόνια περνούσαν μέσα σε μια ησυχία ονειρεμένη. Η Λου φρόντιζε το σπίτι, έβαφε το σιδερένιο κρεβάτι τους με λευκό χρώμα, απολάμβανε την ομορφιά μιας καθημερινότητας απαλλαγμένης από υποχρεώσεις και περιορισμούς... Ο Τόμπι τα πρωινά δεν δούλευε για να μπορεί να γράφει και τα απογεύματα έβγαζε λεφτά «μετακινώντας σπίτια για φίλους και φτιάχνοντας προεκτάσεις». Στο βιβλίο υπάρχει μια εξαιρετικής ομορφιάς σκηνή όπου όλο το χωριό προσπαθεί να μεταφέρει μέσω θαλάσσης ένα σπίτι το οποίο τελικά βυθίζεται στο νερό. Για φαντάσου, ένα μισοβυθισμένο σπίτι μέσα στο κύμα...
Όταν η Λου έμεινε έγκυος και γεννήθηκε ο γιος τους, ο Πιτι, ο Μέτρι άρχισε σιγά σιγά να απομακρύνεται από κοντά της. Αμφιβολίες. Αναρωτιόταν που πήγε ο έρωτας. «Είναι ο ρομαντικός έρωτας μια σύγχρονη επινόηση; Πόσο καιρό μπορεί να διαρκέσει με ανταπόδοση, χωρίς ανταπόκριση; Θολώνει η οικειότητα την καθαρή όραση της ουσίας στους ερωτευμένους και κάνει τις επιφάνειες να φαίνονται σημαντικές; Αφού ο έρωτας εντείνεται στους χωρισμένους εραστές, υποτίθεται επειδή οι εραστές ξεχνούν και ξαναφαντάζονται ο ένας τον άλλον, σημαίνει αυτό ότι ο έρωτας είναι τελείως τεχνητός; Πόσο τεχνητός; Τριάντα τοις εκατό τεχνητός; Εξήντα τοις εκατό; Πέντε;».
Όλο και πιο συχνά πλέον αναζητούσαν τη συντροφιά φίλων, μποέμ καλλιτεχνών που έρχονταν στο Ακρωτήρι του Κοντ για να περάσουν το καλοκαίρι, αλλά και της Ντίρι, μιας χίπισσας που απολάμβανε τον ελεύθερο έρωτα και μια ζωή χωρίς δεσμεύσεις, μακριά από την αριστοκρατική οικογένειά της. Η Ντίρι, ήταν μεγαλύτερη μια δεκαετία από τους Μέιτρις. Είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική και ήταν από πλούσια οικογένεια, αλλά λάτρευε να ζει σαν τσιγγάνα και να κοιμάται τυλιγμένη σε ένα καραβόπανο, αριστερά και δεξιά σε όποιον αμμόλοφο έβρισκε πιο βολικό, ανάλογα με το που φυσούσε λιγότερο ο άνεμος.
Σιγά σιγά, ο Μέιτρι βρήκε ξανά τον έρωτα στα μάτια της Ντίρι. Και μια νύχτα αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Λου και το γιο του για να την ακολουθήσει στο Μέιν.
Αυτό είναι το πιο μαγικό κομμάτι του βιβλίου. Η Λου από ένα ήσυχο κορίτσι που ζούσε στη σκιά του Μέιτρι απελευθερώνεται και αντί να αφεθεί στο πένθος του χαμένου έρωτα, παλεύει. Όχι για να επιβιώσει, αλλά να συγχωρήσει. Το διπλό χτύπημα, τη συμφορά του να χάνεις ταυτόχρονα την καλύτερή σου φίλη και τον άνθρωπο που αγαπάς. Για να αφήσει το σπόρο της αγάπης που νικά ακόμα και την προδοσία, ή τον πληγωμένο εγωισμό, να σπείρει μέσα της το μαγικό λουλούδι της αληθινής κατανόησης.
Η Λου αντιστάθηκε. Αντί να τρέξει για να ξεχάσει, να φύγει μακριά και να αφήσει τις αλλαγές της ζωής να της γιατρέψουν τις πληγές, έμεινε στάσιμη. Και πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν έψαξε απεγνωσμένα να αναπληρώσει το κενό με υποκατάστατα, δεν σάλεψε, στάθηκε αμίλητη και παρατηρούσε. Δεν υπέκυψε στο φόβο που φωλιάζει ύπουλα τις νύχτες, στην ανασφάλεια που συμμαχεί με τον εγωισμό, στην απόγνωση μιας γυναίκας που τα είχε όλα μα τα έχασε.
Πρόσωπο ποιητικό, σκαρφάλωνε στον πιο ψηλό λόφο του Κοντ καθημερινά και όταν έφτανε στην κορυφή, στο Μνημείο του Προσκυνητή, μόνη με τον αέρα να τη χτυπά στο πρόσωπο και την άμμο να κολλά στο δέρμα, πετούσε λίγο λίγο από πάνω της το βάρος της προδοσίας. Αυτός ήταν ο δικός της διαλογισμός, ο μόνος τρόπος που είχε για να ελέγξει το εγώ της και να βρει την ουσία μέσα της.
«Μόνο για ένα λεπτό με το ρολόι της τον είδε από τη δική του πλευρά. Εκείνη τη μέρα, έχοντας δώσει τόπο κατά μία μοίρα τόξου μόνο, για ένα λεπτό, είδε από μακριά την ανακούφιση. Ήταν κάτι που μπορούσε να το κάνει. Μπορούσε να ανεβαίνει κάθε μέρα και να δουλεύει πάνω στον εαυτό της σαν άσκηση. Δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει. Τα χρόνια τους μαζί ήταν καλά. Ο Μέιτρι είχε φύγει ήδη. Το μόνο που είχε να κάνει τώρα για να βρει τη γαλήνη ήταν να του δώσει τόπο μέσα της. Μέσα σε ένα μήνα κατάλαβε ότι αν δεχόταν πως δεν είναι η ίδια το κέντρο του κόσμου, δεν υπήρχε αδικία ή προδοσία. Αν πίστευε ότι ήταν ελεύθερη, ότι δεν είχε βγει από το λάκκο της πίσσας, δεν θα ελευθερωνόταν τότε από τον λάκκο της πίσσας; Τι ήταν αυτό, για παράδειγμα, μπροστά στο να έχανε τον Πίτι; Γιατί να προσβληθεί προσωπικά επειδή δύο άτομα ερωτεύτηκαν;».
Ανέβαινε στο λόφο χειμώνα καλοκαίρι, με βροχή και με ζέστη, και γυρνούσε πίσω στην καλύβα της ήσυχη, νιώθοντας σαν τον άνθρωπο που πάντα ήθελε να είναι. Αναχωρήτρια, σαν ξεχασμένη ναυαγός, περνούσε τις μέρες της έξω από τα ασφυκτικά κλουβιά της μοντέρνας εποχής.
«Η Λου ήλπιζε σκανδαλωδώς να ζήσει τη ζωής της όπως ήθελε. Μια αντικανονική ελπίδα, αφού πολιτισμός σημαίνει πόλεις και πόλεις σημαίνουν κοινωνικές νόρμες. Ήθελε μόνο να ακούει τον εαυτό της να σκέφτεται. Θαύμαζε τον Διογένη που ξύρισε το μισό κεφάλι του για να μείνει μέσα και να σκέφτεται. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ακούσει καμιά πρωτότυπη νότα, κανένα αδέσποτο υποκείμενο-και-ρήμα μέσα στο μυαλό της, όσο αμυδρό κι αν ήταν, αν εμφανιζόταν κανένα;
Έσπρωξε το τιμόνι τέρμα από την άλλη μεριά, έστριβε, κι έβαλε πορεία κόντρα στον άνεμο σκίζοντας τα κύματα. Ή όλο και πιο λιτή μονόχωρη καλύβα στον αμμόλοφο ήταν η κύρια κατοικία της από την οποία την εξόριζαν μόνο οι ανεμοστρόβιλοι και η παγωνιά. Με τις δεκαετίες είχε ανακτήσει ό,τι είχε χάσει από τον ίδιο το νου της, αν είχε χάσει κάτι. Φρόντιζε προσεκτικά να μείνει έξω από την επιτάχυνση του κόσμου. Μια αγορά των Αθηνών κατέπληξε τον Διογένη ώστε να πει: “Πόσα πράγματα υπάρχουν στον κόσμο που δεν τα χρειάζεται ο Διογένης!”. Η Λου είχε κόψει από καιρό τη μόδα και όλες τις ραδιοφωνικές εκπομπές εκτός από τους Ρεντ Σοξ. Τα τελευταία χρόνια είχε αφήσει να φύγουν από τη ζωή της οι δεσμοί της με τους ανθρώπους που δεν συμπαθούσε, με το σιδέρωμα, με το φαγητό έξω στην πόλη, και με την αγορά πραγμάτων που δεν ήταν απαραίτητα και που χρειάζονταν φροντίδα. Αγνοούσε οτιδήποτε δεν την ενδιέφερε. Με αυτά τα χτυπήματα άνοιξε τις μέρες της σαν πινιάτα. Εκατό ελευθερίες έπεσαν πάνω της. Έζευε ελεύθερα χρόνια στη ζωή της σαν ουρά σε χαρταετό. Όλοι τη ζήλευαν για το χρόνο που είχε, χωρίς να προσέχουν ότι είχαν κι αυτοί ίσο χρόνο».
Τα χρόνια περνούσαν έτσι, ευτυχισμένα, κι η Λου έγινε πια γιαγιά. Ο Πιτ παντρεύτηκε και της  χάρισε ένα εγγόνι. Τότε, εντελώς ξαφνικά, μια μέρα η πόρτα στην καλύβα χτύπησε και όταν άνοιξε είδε μπροστά της ξανά τον Μέιτρι. Γερασμένος, ανήμπορος, είχε επιστρέψει με την ετοιμοθάνατη Ντίρι για να ζητήσει στη Λου να ζήσουν το τέλος όλοι μαζί. Η Λου, πήρε ξανά μια βαθιά ανάσα, νίκησε το ξάφνιασμα και ένιωσε όλη εκείνη τη δύναμη που χρόνια είχε μαζέψει μέσα της να ανθίζει ξανά σαν λουλούδι. Τους πήρε πίσω στο σπίτι, περιποιήθηκε με τρυφερότητα την κατάκοιτη Ντίρι σαν να μην την είχε προδώσει ποτέ. Με μια βρεγμένη πετσέτα, έπλενε το σώμα της γυναίκας που κάποτε, μια αιωνιότητα πριν, της είχε κλέψει την αγάπη... Με μια βρεγμένη πετσέτα έσβηνε από το σώμα της Ντίρι τις τύψεις και ένιωθε ακόμα πιο σίγουρη πως όλα αυτά δεν είχαν συμβεί για το τίποτα...

Υ.Γ. Ο τίτλος του ποστ είναι στίχος της Λίνας Νικαλοκοπούλου από το τραγούδι Όστρακο που έχει ερμηνεύσει η Άλκηστις Πρωτοψάλτη.   

Μέρες πριν είδα την ταινία Little Ashes του Πολ Μόρισον. Λόρκα, Νταλί, Μπουνιουέλ. Έτος 1919. Mια παρέα στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, παιδιά που ούτε καν μπορούσαν να φανταστούν το μύθο που θα δημιουργούσαν, το πόσο θα χάραζαν την ιστορία της τέχνης. Ωραία ταινία, ατμοσφαιρική, αν και σε ορισμένα σημεία κάπως αμήχανη, τουλάχιστον ως προς την ερμηνεία του Ρόμπερτ Πάτινσον. Πώς να αναμετρηθείς με τον Σαλβαδόρ Νταλί χωρίς σε καταπιεί; Αντίθετα ο Χαβιέ Μπελτράν που υποδυόταν τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ήταν εκπληκτικός!
Η σκηνή της εκτέλεσης του Λόρκα από τους φασίστες ήταν συγκλονιστική. Η ντουφεκιά, η πτώση, το πλάνο με το αγριολούλουδο, η εικόνα που ολοένα και θόλωνε καθώς ερχόταν το τέλος. Η ζωή και ο θάνατος, ένα λουλούδι μέσα από τα μάτια του προδομένου ποιητή.
Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, στην λαίλαπα του ισπανικού εμφυλίου.
Ένα πρωί, στις 19 Αυγούστου του 1936 μια χούφτα παρανοϊκοί, φασίστες Φρανκιστές, τον εκτέλεσαν σε έναν ελαιώνα, στην περιοχή της Γρανάδα. Ήταν 38 ετών. Κανείς ποτέ δεν έμαθε που τάφηκε. Πέθανε γιατί ήταν διαφορετικός. Γιατί δεν έμοιαζε με τους άλλους. Πέθανε γιατί κάποιοι έβαλαν στην ίδια ζυγαριά την ιδεολογία που τους τύφλωνε, με τη ζωή την ανεκτίμητη και μεθυσμένοι από τη κίβδηλη δύναμη που προσφέρει η βία νόμισαν ότι είχαν το δικαίωμα να αποφασίσουν ποιος είναι για ζωή και ποιος για θάνατο. Και πάτησαν τη σκανδάλη. Ο άντρας που έγραψε τη Γέρμα και το Ματωμένο Γάμο, έπεσε πρώτα στα γόνατα, λύγισε μα δεν έσπασε, έφυγε για να αφήσει τον ποιητή να ζήσει για πάντα. Μέσα από τις λέξεις. Τους την έσκασε. Αυτό που προσπάθησαν να ορίσουν με τη βία, τους ξέφυγε. Αυτό που νόμιζαν πως θα εκμηδενίσουν με τα όπλα, γιγαντώθηκε. Κι έζησε, τους νίκησε για πάντα.
Αργά τη νύχτα, ώρες αφότου είχα δει την ταινία, ασφαλής στα λευκά μου σεντόνια, στο ημίφως του δωματίου, θυμήθηκα. Το πένθος. Σκόρπιες φράσεις, από το Ματωμένο Γάμο: Τις κραυγές της μάνας. Την απόγνωση της ερωτευμένης γυναίκας: «Ακόμα και με όλα τα παιδιά του γιου σου πιασμένα στα μαλλιά μου και πάλι θα 'φευγα».
Μέσα στη νύχτα, ακόμα ασφαλής, θυμήθηκα κι ένα μικρό βιβλιαράκι του Μωρίς Μπλανσό: «Η Τρέλα της Ημέρας», από τις εκδόσεις Άγρα. Το είχα διαβάσει πολύ παλιά, μα η βία, το τουφέκι, αυτός ο παράλογος ήχος από το κλείστρο του όπλου, το λουλούδι μετά στα μάτια του ποιητή, το ξετρύπωσαν από τη μνήμη και το ανέσυραν:
«Λίγο αργότερα, ξέσπασε η τρέλα του κόσμου. Μ' έστησαν στον τοίχο όπως και πολλούς άλλους. Γιατί; Χωρίς λόγο. Τα τουφέκια δεν έριξαν. Είπα με το νου μου: Θεέ, τι κάνεις; Τότε, έπαψα να είμαι άφρων. Ο κόσμος κλυδωνίστηκε, έπειτα βρήκε πάλι την ισορροπία του».
Άσχετη φράση, κι όμως σχετική. Για τον παραλογισμό αυτού του κόσμου. Για την τρέλα που φέρνει βία. Φράση που θυμήθηκα ξαφνικά. Γιατί έτσι είναι τα βιβλία, τα διαβάζεις και δεν καταλαβαίνεις πόσο βαθιά πάνε και τρυπώνουν. Λέξεις που εισβάλουν μέσα σου και κρύβονται σε κάποια γωνιά της μνήμης. Φράσεις, ξόρκια που τα ψελλίζεις με τη μέσα σου φωνή διαβάζοντας και μετά τα ξεχνάς, τα προδίδεις. Για να τα θυμηθείς κάποια στιγμή, έτσι, χωρίς λόγο, και να έρθουν να κουμπώσουν στο μυαλό σου, να δέσουν με την πραγματικότητα, να γίνουν ένα με τις σκέψεις σου.
Άναψα το φως, σηκώθηκα, ανασφαλής πλέον, ανήσυχος και διπλοκλειδωμένος, έψαξα στη βιβλιοθήκη να βρω το μικρό βιβλιαράκι που μιλά για το παράλογο που σκάει ξαφνικά και σε ξαφνιάζει, σαν να σου σπάνε γυαλιά μπροστά στα μάτια:
«Η ζωή μου είναι καλύτερη άραγε από των άλλων; Μπορεί. Στέγη έχω, πολλοί δεν έχουν. Δεν είμαι λεπρός, δεν είμαι τυφλός, βλέπω τον κόσμο, μια αφάνταστη ευδαιμονία. Τη βλέπω αυτή την ημέρα, πέρα απ' αυτήν τίποτα δεν υπάρχει. Αυτό, ποιος θα μπορούσε να μου το στερήσει; Κι όταν αυτή η ημέρα θα χαθεί, θα χαθώ μαζί της – η σκέψη, η βεβαιότητα αυτή με συναρπάζει.
Ανθρώπους αγάπησα, κι αυτούς έχασα. Όταν με βρήκε το κακό, πήγα να τρελαθώ, γιατί είναι μια κόλαση αυτό. Την τρέλα μου όμως δεν την είδε ανθρώπου μάτι, η παραφροσύνη μου δεν έβγαινε στο φως, τρελή ήταν μόνον η μέσα ζωή μου. Φορές-φορές, μ' έπιανε μια λύσσα. Μου έλεγαν: γιατί είσαι τόσο ήρεμος; Εγώ όμως, από πάνω μέχρι κάτω καιγόμουν, τη νύχτα έτρεχα στους δρόμους κι έβγαζα ουρλιαχτά. Τη μέρα, εργαζόμουν ήμερα. (...) Δεν είμαι δειλός, δέχτηκα χτυπήματα. Κάποιος (ένας εξαγριωμένος) πήρε το χέρι μου και κάρφωσε εκεί το μαχαίρι του. Τι αίμα! Μετά, άρχισε να τρέμει. Μου πρόσφερε το χέρι του για να το καρφώσω στο τραπέζι ή στην πόρτα. Ο άνθρωπος, ένας τρελός, πίστευε πως είχε γίνει φίλος μου επειδή με είχε μαχαιρώσει. Μου έδινε τη γυναίκα του. Έτρεχε ξοπίσω μου στον δρόμο κραυγάζοντας “Είμαι καταραμένος, έρμαιο ανήθικου παραληρήματος, τ' ομολογώ”. Ένας αλλόκοτος τρελός. Εν τω μεταξύ, το αίμα έτρεχε πάνω στο μοναδικό κοστούμι μου».

Υ.Γ. Η βία είναι πάντα η ίδια. Απ' όπου κι αν προέρχεται, όπου κι αν βασίζεται για να βρει άλλοθι. Η βία είναι πάντα ένοχη. Εξωφρενικά παράλογη. Κι αυτοί που την ασκούν, σε όποιο όνομα κι αν ακούν, σε όποια ομάδα κι αν ψάχνουν να βρουν συνενοχή, σε όποια ιδεολογία κι αν σκύβουν ευλαβικά, είναι αδύναμοι. «Γιατί δύναμη και βία είναι πράγματα αντίθετα, όταν η μια επικρατεί απόλυτα, η άλλη απουσιάζει»*.

* Φράση από το δοκίμιο της Χάνα Άρεντ «Περί Βίας» (εκδ. Αλεξάνδρεια).

«Μοιάζουμε τόσο πολύ εμείς οι δύο, ήδη από τη γέννησή μας, κοσμικές χορεύτριες, δυο παιδιά ηλικιωμένων ανθρώπων, δυο παιδιά παραχαϊδεμένα, ανυπόφορα, μέτρια στο σχολείο, κι αυτός όπως κι εγώ, ένα ντουέτο από λαμπρούς “θα μπορούσαν να τα πάνε και καλύτερα”, δύο ακόρεστα πλάσματα καταδικασμένα να διαψευσθούν».

Το αισθαντικό βιβλίο του Ζιλ Λερουά «Ένα μπλουζ για τη Ζέλντα» (εκδ. Μεταίχμιο), το οποίο χάρισε στον Γάλλο πεζογράφο το 2007 το βραβείο Γκονκούρ, μιλά για το πιο διάσημο ζευγάρι της δεκαετίας του '20: τη Ζέλντα και τον Σκοτ Φιτζέραλντ. Είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο. Μοιάζει με το χαμένο ημερολόγιο της Ζέλντα. Δεν είναι όμως. Πρόκειται για μία καλογραμμένη μυθιστορηματική βιογραφία που δανείζεται πληροφορίες από τον Τύπο της εποχής και τις μπλέκει με φανταστικά γεγονότα που γεννήθηκαν στο μυαλό του συγγραφέα. Το αποτέλεσμα είναι πολύ ενδιαφέρον!
Ουσιαστικά σε 287 σελίδες που κυλούν σαν το νερό ο Λερουά πραγματεύεται την ακαταμάχητη έλξη για εκείνο που μας μοιάζει και, παράλληλα, την ανυπέρβλητη ανάγκη να το συνθλίψουμε, να το αφανίσουμε. Να το διαλύσουμε σαν κάτοπτρο, σε χίλια κομμάτια, για να μη βλέπουμε σ' αυτό πόσο αδύναμοι είμαστε. Για να μη νιώθουμε ότι ενώ βρήκαμε το άλλο μας μισό, εκδιωχθήκαμε από τον Παράδεισο, εξαιτίας της ανικανότητάς μας να το κρατήσουμε.
Η Ζέλντα και ο Σκοτ πίσω από το πάθος έζησαν μια τραγωδία: έγιναν το πιο λαμπερό ζευγάρι της εποχής της τζαζ και κατασπάραξαν ο ένας τον άλλον με τόσο θυμό και βία που στο τέλος η αγάπη και η συνενοχή που βαθιά ένιωθαν έμοιαζε αδύναμη να τους σώσει.
Ο Ζιλ Λερουά χρησιμοποιεί το εύρημα ενός ημερολογίου, το οποίο δεν ακολουθεί τη χρονική σειρά των γεγονότων. Η Ζέλντα διηγείται την ιστορία της αποσπασματικά, όπως ένας άνθρωπος που γράφει σκόρπιες σκέψεις στο χαρτί. Από το 1918, τη χρονιά της γνωριμίας τους, βρισκόμαστε στο 1940 όπου εκείνη είναι κλεισμένη σε μία ψυχιατρική κλινική και εξομολογείται τα συναισθήματά της στο γιατρό που την κουράρει.
«Ήσασταν πολύ νέος, γιατρέ, δεν μπορείτε να φανταστείτε βλέποντας μας τώρα, στην εποχή της πτώσης μας και της λήθης, πόσο διάσημοι ήμασταν το Είδωλο κι εγώ - “το Ιδεώδες του”, όπως έλεγαν οι κοσμικοί χρονικογράφοι. Ήμασταν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες, τα πορτρέτα μας κοσμούσαν τις προμετωπίδες των θεάτρων και των σινεμά στο Μανχάταν. Μας πλήρωναν ολόκληρες περιουσίες για διαφημιστικά όπου όλη μας η προσπάθεια συνίστατο στο να φτάνουμε στην ώρα μας, ξεμέθυστοι, χαμογελαστοί και καθαροί. Εμείς εφηύραμε την έννοια της διασημότητας, και κυρίως το εμπόριό της».
Τα παιδικά χρόνια της Ζέλντα, όπως μιλά γι αυτά η ...ίδια, σκιαγραφούν με τον καλύτερο τρόπο το χαρακτήρα ενός παιδιού που δεν μεγάλωσε ποτέ. Ούτε καν όταν έγινε μάνα, αλλά ούτε όταν έχασε για πάντα το δικό της Γκουφό, όπως αποκαλούσε τον Σκοτ.
Παρέμεινε ατίθαση, όπως ήταν στην εφηβεία της. Όταν τριγυρνούσε με τα πατίνια και πιανόταν από τον προφυλακτήρα των διερχόμενων αυτοκινήτων παίζοντας με τη φωτιά. Όπως την εποχή που τα γόνατα της ήταν διαρκώς σκισμένα, αφού βρισκόταν μονίμως σκαρφαλωμένη πάνω σε δέντρα ή πηδούσε από σκαλωσιά σε σκαλωσιά στα υπό κατασκευή κτίρια του Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα. Παρέμεινε μέχρι το τέλος η ντροπή της οικογενείας. Κόρη δικαστή και εγγονή ενός γερουσιαστή κι ενός κυβερνήτη. Μα πάνω απ' όλα η πιο ωραία του Νότου. Το κορίτσι-έπαθλο που έκανε έρωτα απ' τα δεκάξι με όποιο αγόρι της άρεσε, αψηφώντας τα πρέπει και τα μη της εποχής.
«Εγώ αν ήμουν άντρας -κι αν δεν ήμουν υποχρεωμένη ως γυναίκα να περάσω απ' το γάμο για ν' αποκτήσω μια θέση στην κοινωνία- αν ήμουν λοιπόν άντρας δεν θα παντρευόμουν».
Έζησε σαν σταρ. Ήταν βασίλισσα στα πιο φωταγωγημένα και λαμπερά πάρτι της Νέας Υόρκης, κοιμόταν στις πιο πολυτελείς σουίτες των θρυλικών ξενοδοχείων του Παρισιού, κολυμπούσε στα διάφανα νερά της Ριβιέρας, έπαιζε χαρτιά με τους διασημότερους καλλιτέχνες του περασμένου αιώνα... Είχε περισσότερα από όσα ονειρεύτηκε ποτέ: Διθέσια αυτοκίνητα, φορέματα υψηλής ραπτικής, χαβιάρι, σαμπάνια, δόξα και χρήμα. Τα είχε όλα. Μα όχι εκείνον.
Η Ζέλντα κοιτούσε τον Σκοτ και δεν έβλεπε πια την αγάπη, έβλεπε την αναπηρία, τη συμφορά του να έχεις μετατοπίσει το κέντρο βάρους του εαυτού σου πάνω σε κάποιον άλλον. Πάνω σε κάποιον που τελικά νιώθει να μειώνεται όταν εσύ ανθίζεις. Χαμένη σε ένα παιχνίδι που παιζόταν με τους όρους του, τον τιμωρούσε που δεν της επέτρεπε να είναι ο εαυτός της. Κι εκείνος της το ανταπέδιδε με τον πιο σκληρό τρόπο. Ανθρωποφάγοι λόγω αγάπης.
«Υπάρχουν αυτοί που κρύβονται για να κλέψουν, να σκοτώσουν, να προδώσουν, ν' αγαπήσουν, ν' απολαύσουν. Εγώ έπρεπε να κρυφτώ για να γράψω. Ήμουνα δεν ήμουνα είκοσι χρόνων και βρισκόμουν ήδη υπό την επήρεια -για να μην πω κυριαρχία- ενός άντρα ελάχιστα μεγαλύτερου από μένα, που ήθελε να αποφασίζει για τη ζωή μου και το έκανε όσο πιο άσχημα μπορούσε».
Σύμφωνα με φήμες η Ζέλντα δεν ήταν απλά η εκκεντρική σύζυγος του πιο διάσημου συγγραφέα της Αμερικής των αρχών του περασμένου αιώνα. Δεν ήταν απλώς η μούσα του. Ήταν ο εγκέφαλος πίσω από το σταρ σύστεμ που είχαν χτίσει και πάνω στο οποίο βασιζόταν η καριέρα του. Λένε ότι ακόμα κι όσα εκείνη έγραφε στο ημερολόγιό της, μεταφέρονταν σχεδόν αυτούσια στα βιβλία του.
Όταν η Ζέλντα εκδήλωσε λογοτεχνικές φιλοδοξίες, ο Σκοτ άρχισε να την ανταγωνίζεται. Να τη σαμποτάρει, μέχρι που έφτασε στο σημείο να υπογράψει τις νουβέλες της, με τη δικαιολογία ότι ήταν απαίτηση του ατζέντη του, κάτι που δεν μπορούσε να παρακούσει. Στο τέλος δεν της επέτρεπε να γράφει ούτε στο ημερολόγιό της.
«Να γράφω, ναι, ήξερα, και ήμουν εγώ που τροφοδότησα όλα τα αριστουργήματά του, όχι ως μούσα του, όχι ως υλικό, αλλά ως σκλάβα ενός συγγραφέα που έμοιαζε να θεωρεί πως το γαμήλιο συμβόλαιο συμπεριελάμβανε και την κλοπή των πνευματικών δικαιωμάτων της γυναίκας από το σύζυγο. Οι ειδικοί με τις λευκές μπλούζες έχουν μια θεωρία: κατηγορώ τον Σκοτ γιατί με χρησιμοποίησε ως βάση για όλες του τις ηρωίδες, με είδε σαν υλικό και μου έκλεψε όλη μου τη ζωή. Αυτό όμως είναι λάθος, γιατί αυτή η ζωή ήταν και των δυο μας, αυτό το υλικό το μοιραζόμασταν. Η αλήθεια είναι ότι χρησιμοποίησε τα ίδια μου τα λόγια, οικειοποιήθηκε και λεηλάτησε το ημερολόγιο μου και τα γράμματά μου, υπέγραψε με το δικό του όνομα τα άρθρα και τις νουβέλες που έγραφα εγώ. Η αλήθεια είναι πως έκλεψε την τέχνη μου και με έπεισε πως δεν άξιζα τίποτα. Πώς θέλετε να αισθάνομαι; Παγιδευμένη, χρησιμοποιημένη, χωρίς να διαφεντεύω ούτε το κορμί, ούτε καν την ψυχή μου. Έτσι με έβλεπα. Αυτό όμως δεν ονομάζεται ζωή».
Τα πάρτι και οι καυγάδες τους στη Γαλλική Ριβιέρα έγραψαν ιστορία. Όσα περιγράφονται στο μυθιστόρημα «Τρυφερή είναι η νύχτα» (εκδ. Πατάκη), είχαν γραφτεί πρώτα στον διεθνή τύπο της εποχής σαν κουτσομπολιά και είχαν πάρει πάρει μυθικές διαστάσεις. Οι εφημερίδες τους παρακολουθούσαν στενά. Οι εκκεντρικότητές τους ήταν το αγαπημένο θέμα στα σαλόνια της καλής κοινωνίας. Κάθε απόγευμα στη βίλα τους περνούσαν όλοι οι εκπατρισμένοι Αμερικανοί καλλιτέχνες στην Ευρώπη, συγγραφείς, παραγωγοί του Χόλιγουντ, κοσμικές κυρίες με τους πάμπλουτους συζύγους τους, ενζενί και ζεν πρεμιέ, κοσμοπολίτες και τυχοδιώκτες... Εκείνος τύφλα από το τζιν που κατανάλωνε με τις κούτες από τις δέκα το πρωί κι αυτή ζαλισμένη από τα κοκτέιλ, τα χάπια και την αδιαφορία του έπεφτε με την τουαλέτα στη θάλασσα και υποδεχόταν τον κόσμο χασκογελώντας με το φόρεμα να κολλάει στο μουσκεμένο κορμί της. Άλλες φορές για να δείξει ότι βαριόταν σηκωνόταν κι επιδεικτικά γδυνόταν στο κέντρο του κατάμεστου σαλονιού. Ενώ συχνά έκαναν σκηνή ο ένας στον άλλον αδιαφορώντας για τους καλεσμένους τους ή προσβάλλοντάς τους. Κι όμως την επόμενη νύχτα όλοι ήταν και πάλι εκεί. Έτοιμοι να καταγράψουν με δίψα την πτώση από πρώτο χέρι. Την απόγνωση δύο πεταλούδων που ζύγωναν όλο και πιο κοντά στη λάμπα, μεθυσμένες απ΄το φως, ένα βήμα πριν κάψουν τα πολύχρωμα φτερά τους για πάντα.
«Εκείνα ακριβώς τα βράδια έπαιρνα χάπια, βρομιούχα άλατα και πολλή πολλή σαμπάνια. Ξυπνούσα δώδεκα ώρες αργότερα με το κεφάλι βαρύ από το μεθύσι και την ημικρανία, αλλά με ένα αίσθημα περηφάνιας επειδή κρατήθηκα: μια ηρωική σύζυγος».
Την ίδια περίοδο σύμφωνα με το μυθιστόρημα (κάτι που δεν αναφέρεται σε καμία βιογραφία της Ζέλντα) σε μια παραλία στην Αντίμπ γνώρισε έναν άντρα. Ένα Γάλλο πιλότο. Τον ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα. Ένιωσε πως αυτή τη φορά θα μπορούσε να ξεφύγει απ' όλα. Κλείστηκε μαζί του σε μια καλύβα πλάι στο κύμα και έζησε όσα ο Σκοτ της είχε στερήσει: την υπέροχη, απελευθερωτική αίσθηση που έχει ένα σώμα όταν νιώθει ποθητό. Τα χάδια, τα αγγίγματα στο σκοτάδι, τα φιλιά, την έκσταση που της έφερνε δάκρυα στα μάτια. Μαζί του ένιωθε ξανά γυναίκα.
Μέχρι που οι φήμες έφτασαν στα αυτιά του Σκοτ. Ντροπιασμένος, έξαλλος, έστειλε ένα αυτοκίνητο με μπράβους, οι οποίοι σχεδόν την απήγαγαν και την έφεραν πίσω στην κατάλευκη βίλα τους που δέσποζε στην κορφή ενός λόφου σε ένα τοπίο μαγικό πάνω από τη Μεσόγειο.
Για να μην την χάσει την πήρε και έφυγαν άρον άρον για τη Ρώμη. Μετά Παρίσι. Τότε ήταν που της απαγόρευσε κάθε ανάμειξη στη διαπαιδαγώγηση και το μεγάλωμα της κόρης τους, της Σκότι.
Οι σχέσεις τους ήταν πιο εύθραυστες κι από τα κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια της σαμπάνιας τα οποία κρατούσαν στο χέρι απ' το πρωί. Στις αίθουσες δεξιώσεων του ξενοδοχείου Ριτζ έδωσαν τα καλύτερα ρεσιτάλ της κοινής τους καριέρας: ένα σόου με τζαζ, άφθονο αλκοόλ και εξευτελισμούς. Δημόσιους, στην καρδιά της μπουρζουαζίας, μπροστά σε όλη την αφρόκρεμα της εποχής.
Ένα από αυτά τα βράδια σύμφωνα με το βιβλίο η Ζέλντα πέτυχε τον Σκοτ στη σουίτα τους στο Ριτζ να ερωτοτροπεί με έναν άλλον διάσημο συγγραφέα με τον οποίο περνούσαν σχεδόν όλο τους το χρόνο μαζί (ο Λερουά φωτογραφίζει τον Χέμινγουεϊ, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Λούις Ο' Κόνορ).
«Σας έχω πει πως ο σύζυγός μου ήταν ομοφυλόφιλος; Ναι; Ανέκαθεν το ήξερα. Αυτό ήταν άλλωστε που με τραβούσε πάνω του και παράλληλα με έκανε να διστάζω να τον παντρευτώ. Α, ασφαλώς ο ίδιος δεν ξέρει τίποτα».
Ο Φιτζέραλντ ισχυρίστηκε ότι όλα ήταν αποκυήματα του αρρωστημένου μυαλού της. Κι έτσι άρχισε να τη σέρνει στους πιο διάσημους ψυχιάτρους. Σιγά σιγά η Ζέλντα έγινε ένα ζόμπι. Κλεισμένη σε πολυτελείς κλινικές, κι ενώ η καριέρα εκείνου άρχισε να φθίνει (τα σενάρια που έγραφε για το Χόλιγουντ ήταν παταγώδεις αποτυχίες) πάλευε να νικήσει την παρακμή: τα περιττά κιλά από τα φάρμακα είχαν αλλοιώσει την εμφάνισή της, τα ηλεκτροσόκ την είχαν καταπονήσει, οι προσβολές των γιατρών και η παραβίαση των ατομικών της ελευθεριών την είχαν τσακίσει. Κι όμως ακόμα και μέσα σε αυτή τη δίνη, κρατιόταν, για να να μη βυθιστεί, από τη σκιά της παλιάς τους αγάπης, από τα όνειρα, από όλα εκείνα που ήθελαν αλλά δεν μπόρεσαν...
«Να ζηλεύω τον Σκοτ; Αυτό είναι γελοίο. Όχι δεν ζηλεύω, απάντησα. Θα ήθελα να ήμουν εκείνος, μια πλευρά από το στήθος του, οι γραμμές του χεριού του. Εγώ, καταλάβετέ το, με μεγάλη ευχαρίστηση θα στερούμουν όλες τις κοσμικότητες. Το μόνο παιδί που ήθελα από εκείνον ήταν αυτός ο ίδιος. (...) Θα αισθανόμουν χίλιες φορές καλύτερα εάν έμενα σε μια καλύβα φτιαγμένη από τα ξύλα που ξέβραζε η θάλασσα στην παραλία του Φρεζίς ή του Χουάν, όπου εκείνος θα έγραφε κι εγώ θα χόρευα, θα ζωγράφιζα, όπου εκείνος θα έγραφε μέρα και νύχτα, κι εγώ θα ζωγράφιζα τη μέρα και θα χόρευα τη νύχτα. Θα είχαμε μια εκπληκτική ζωή. Τίποτα δεν θα μας βάραινε. Το καταλαβαίνετε; Κανένα βάσανο, κανένα ξένο σώμα, καμιά πληγή στο πλήρωμά μας. Κανείς δεν θα 'πιανε επ' αυτοφώρω τα σκυλιά και τα άλογά μας. Όλοι μαζί θα χορεύαμε. Θα μαζεύαμε από τη θάλασσα τα λευκά άμφια των αφρών. Ποιος θέλει να μου το κλέψει αυτό;».
Η ίδια η ζωή. Αυτή που τους τα είχε προσφέρει όλα απλόχερα τελικά τους τα έκλεψε. Ματαίωσε με τον πιο τραγικό τρόπο όλα όσα είχαν ονειρευτεί. Στις 21 Δεκεμβρίου του 1940 ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ πέθανε από ανακοπή, λόγω του αλκοολισμού, σε ηλικία 44 ετών. Η Ζέλντα τον ακολούθησε οκτώ χρόνια μετά, στις 11 Μαρτίου του 1948, στα 47 της, όταν η ψυχιατρική πτέρυγα στο νοσοκομείο Χάιλαντ στο Άσβιλ όπου νοσηλευόταν τυλίχτηκε στις φλόγες. Ακόμα και το τραγικό τέλος τους ήταν μυθιστορηματικό, όπως άλλωστε και η ζωή που έζησαν. Μια ζωή που έμοιαζε με βιβλίο που έγραψε ο Φιτζέραλντ...

Οι βόλτες για να αγοράσω βιβλία είναι ενικού αριθμού. Πάντα. Όταν πηγαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο δεν θέλω παρέα. Είναι μια μικρή πολυτέλεια που προσφέρω στον εαυτό μου. Κλέβω λίγο χρόνο, παίρνω το ποδήλατο και βγαίνω έξω σαν τουρίστας.


Είναι μεγάλη απόλαυση: Να τριγυρνάς στην πόλη μόνος. Να σταματάς και να χαζεύεις. Να παρατηρείς, όσα πραγματικά το βλέμμα δεν προφταίνει όταν οδηγείς: Τους ανθρώπους που σου φαίνονται πιο όμορφοι όταν δεν βιάζεσαι, που τους χαμογελάς και ανθίζουν σαν λουλούδια. Τις πασχαλιές που έχουν βάψει μοβ την Αθήνα. Το γιασεμί που σκαρφαλώνει στα κάγκελα και μυρίζει τόσο που νιώθεις πως θα μεθύσεις. Τα κτίρια της πόλης. Τα μικρά μπαλκονάκια των γκρίζων πολυκατοικιών φορτωμένα με δεκάδες γλάστρες – μικρές τροπικές ζούγκλες σε δύο τετραγωνικά. Τα νεοκλασικά, τις πόρτες με τα περίτεχνα μπρούτζινα ρόπτρα και τις στέγες με τα ακροκέραμα.


Να περνάς με το ποδήλατο μπροστά από ωραίες βιτρίνες (στα Brooks Brothers στην οδό Αμερικής έχουν ανεβάσει ένα μεγάλο, παλιό ασπρόμαυρο εξώφυλλο του περιοδικού Life, δίπλα σε κάτι κοστούμια με '50s γραμμές σαν αυτά που φοράνε οι πρωταγωνιστές του Mad Men). Nα κάθεσαι σε ένα σκαλάκι, κάτω από ανοιχτά παράθυρα με τα στόρια τραβηγμένα και τις κουρτίνες να ανεμίζουν στο ανοιξιάτικο αεράκι και να απολαμβάνεις τις μυρωδιές των φαγητών, να αφουγκράζεσαι τα σκόρπια λόγια, τις μουσικές... Να φαντάζεσαι τις μικρές καθημερινές ιστορίες όσων ζουν εκεί, ιστορίες που δεν θα σου διηγηθεί ποτέ κανείς.


Σήμερα ήταν μια τέτοια μέρα. Μια ωραία μέρα. Με βόλτες στον Εθνικό Κήπο κάτω από τα δέντρα και διάβασμα ξαπλωμένος στο γρασίδι.


Δηλαδή, όχι ακριβώς διάβασμα, τρεις φράσεις και ονειροπόληση. Είχα πάρει μαζί μου το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις ημέρες, το ατμοσφαιρικό «Ένα μπλουζ για τη Ζέλντα» του βραβευμένου με Γκονκούρ Ζιλ Λερουά (εκδ. Μεταίχμιο). Μια υπέροχη μυθιστορηματική βιογραφία της Ζέλντα Φιτζέραλντ. Δεν μπόρεσα να συγκεντρωθώ βεβαίως, ζήτημα να διάβασα δέκα σελίδες. Χιλιάδες πράγματα μου αποσπούσαν την προσοχή: Δυο σπουργίτια που φλέρταραν μια ανάσα μακριά, ένας γάτος που έκανε ακροβατικά πάνω σε ένα γέρικο πλατάνι, μια παρέα Ισπανών που περνούσε γελώντας, τα κλαδιά των δέντρων που έμοιαζαν σαν να χορεύουν στον άνεμο.


Τα μυθιστορήματα, για ανθρώπους σαν εμένα που δεν μπορούν εύκολα να συγκεντρωθούν στο βιβλίο αν δεν υπάρχουν ιδανικές συνθήκες, δεν είναι κατάλληλα για τέτοιες βόλτες. Απαιτούν συγκέντρωση που όταν είσαι έξω δεν γίνεται να έχεις. Η ποίηση είναι προτιμότερη. Έτσι πήγα στο βιβλιοπωλείο Ianos για να αγοράσω τις «Φωτιές» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (εκδ. Χατζηνικολή). 


«Προϊόν μιας κρίσης πάθους», γράφει στον πρόλογο η ίδια η συγγραφέας, «το Φωτιές έχει τη μορφή μιας συλλογής ερωτικών ποιημάτων ή, αν το προτιμάτε, λυρικών πεζών, με άξονα μια ορισμένη αντίληψη για τον έρωτα. Σαν τέτοιο, το έργο δεν απαιτεί σχόλια. Ο απόλυτος έρωτας που επιβάλλεται στο θύμα του μαζί, σαν αρρώστια και σαν προορισμός, υπήρξε πάντοτε ένα θέμα πείρας και ένα από τα πιο τετριμμένα λογοτεχνικά θέματα. Το πολύ-πολύ να υπενθυμίζαμε πως κάθε έρωτας βιωμένος, όπως αυτός από τον οποίο βγήκε το βιβλίο, πλέκεται, ξεπλέκεται κατόπιν, μέσα σε μια δεδομένη κατάσταση, και όπως αυτή η πλοκή γίνεται με τη συνεργασία ενός πολυσύνθετου κράματος από συναισθήματα και περιστάσεις που σ' ένα μυθιστόρημα θα σχημάτιζαν την υπόθεση της αφήγησης και σ' ένα ποίημα συνιστούν το σημείο από το οποίο ξεκινά το τραγούδι. Στο Φωτιές, αυτά τα συναισθήματα και αυτές οι συνθήκες εκφράζονται άλλοτε άμεσα, αλλά αρκετά κρυπτογραφημένα, από αποσπασματικές σκέψεις που στην αρχή, οι περισσότερες τουλάχιστον, αποτελούσαν σημειώσεις ενός προσωπικού ημερολογίου, και άλλοτε αντίθετα έμμεσα, μέσα από αφηγήσεις που δανείζομαι από το θρύλο ή απ' την Ιστορία και που προορίζονται να χρησιμεύσουν στον ποιητή σαν στηρίγματα δια μέσου του χρόνου».
Το βιβλίο το ήξερα, αλλά δεν το είχα διαβάσει ποτέ. Πριν μέρες μια ανάρτηση στο blog Πανδοχείο το έβαλε πρώτο πρώτο στη λίστα με τα βιβλία που θέλω να αγοράσω.
Πέρασα όλο το μεσημέρι διαβάζοντάς το στη σκιά των δέντρων. Καθισμένος, σε ένα απόμερο τραπέζι, στην ήσυχη αυλή του Νομισματικού Μουσείου στην Πανεπιστημίου, με ένα ποτήρι Μοσχοφίλερο και μια δροσερή σαλάτα, ψαρεύοντας λέξεις και σκόρπιες φράσεις από τις «Φωτιές» της ερωτευμένης Γιουρσενάρ.


«Ανάμεσά μας υπάρχει κάτι περισσότερο από ένας απλός έρωτας: υπάρχει μια συνενοχή».

«Τα μαλλιά σου, τα χέρια σου, το χαμόγελό σου από μακριά μού θυμίζουν κάποιον που λατρεύω. Αλλά ποιόν λοιπόν; Μου θυμίζουν εσένα».


«Πού να σωθώ; Γεμίζεις τον κόσμο. Μόνο μέσα σε σένα μπορώ να σε αποφύγω».

«Το οινόπνευμα ξεμεθά. Μετά από λίγες γουλιές κονιάκ δεν σε σκέφτομαι πια».


«Τίποτα δεν έχω να φοβηθώ. Έχω φθάσει στον πάτο. Δεν μπορώ να πέσω πιο χαμηλά από την καρδιά σου».

«Όταν παύουν να σ' αγαπούν γίνεσαι αόρατος. Δεν αντιλαμβάνεσαι πια πως έχω ένα κορμί».


«Όταν τα χάνω όλα, μου μένει μόνο ο Θεός. Όταν χάνω το δρόμο του Θεού σε ξαναβρίσκω. Δεν μπορούμε νά 'χομε, μονομιάς, την απέραντη νύχτα μαζί με τον ήλιο».

Στο γυρισμό, κατηφορίζοντας με το ποδήλατο από την πλατεία Καρύτση προς το Μοναστηράκι, περνώντας μέσα από τα στενάκια του Ψυρρή, άκουγα τις πένθιμες καμπάνες να χτυπούν και σταμάτησα να προσκυνήσω τον επιτάφιο των Αγίων Ασωμάτων, στο μικρό πέτρινο εκκλησάκι πλάι στο σταθμό του Θησείου...


Άναψα κερί, έξω στην αυλή, πλάι σε δύο κομψές κυρίες που έλεγαν ότι ο Θεός μάς έχει εγκαταλείψει, και θυμήθηκα μια ακόμα φράση της Γιουρσενάρ που διάβαζα λίγο πριν...
«Υποφέρω τις ελλείψεις σου. Υπομένομε τις ελλείψεις του Θεού. Υποφέρω από την έλλειψή σου. Υπομένομε την έλλειψη του Θεού».


Διάβαζα στο site του περιοδικού New Yorker για μία τελευταία έρευνα που εξηγεί ότι τα βιβλία, περισσότερο από τα video games, τη μουσική και τις τηλεοπτικές σειρές, βοηθούν τους εφήβους να αποφύγουν την κατάθλιψη.
Φυσικά, μιλάμε για την προδιάθεση, γιατί αν κάποιος έχει κατάθλιψη ένα βιβλίο δεν αρκεί για να την αντιμετωπίσει, όπως άλλωστε επισημαίνει και ο δρ. Μπράιαν Πρίμακ -αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ (ΗΠΑ)- ο οποίος δημοσίευσε την εν λόγω μελέτη. (Περισσότερες πληροφορίες σχετικά θα βρείτε εδώ και εδώ).
Το διάβασμα δεν είναι φάρμακο, είναι απόλαυση, είναι ταξίδι. Για να αφεθεί κάποιος να τον απορροφήσει ένα βιβλίο σημαίνει ότι έχει και τη διάθεση και την ανάγκη να το κάνει, άρα δεν υποφέρει από το σαρωτικό κύμα της κατάθλιψης που παγώνει κάθε επιθυμία και όρεξη για ζωή.
Αυτή η έρευνα όμως με έβαλε σε σκέψεις: Γιατί διαβάζουμε;
Προσωπικά, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Όπως έγραψα και σε ένα κείμενο που αφορούσε το blog, το οποίο δημοσιεύθηκε στο site της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, η πραγματικότητα είχε πάντα λιγότερη βαρύτητα μέσα μου από όσα φανταζόμουν. Υπό αυτή την έννοια όταν άρχισα να διαβάζω συστηματικά λογοτεχνία απελευθερώθηκα. Αισθάνθηκα ότι βρήκα το δρόμο μου. Καλοκαίρι, στα δεκαεφτά, μετά από έναν έρωτα για μια εικόνα. Ένα πάθος ανολοκλήρωτο, άρα απεγνωσμένο για πάντα. Ένα trompe l' oeil του νου που με διάλυσε και μου έδωσε την ευκαιρία να βγω από το κουκούλι της εφηβείας. Ουσιαστικά όλα ήταν μόνο στο μυαλό μου. Αλλά, τελικά, και τι δεν είναι; Τα βιβλία τότε έγιναν η μήτρα. Για να γεννηθώ ξανά. Στις υπογραμμισμένες παραγράφους με κόκκινο στυλό, στις τσακισμένες σελίδες, στις σημειώσεις που κρατούσα στο πλάι του κειμένου... Εκεί, πάνω στις λέξεις, έχτιζα σιγά σιγά τη νέα μου ζωή.
Πέρασαν χρόνια. Άλλαξαν πολλά. Σχεδόν όλα. Όμως κάτι έμεινε σταθερό και αναλλοίωτο: η αγάπη για τα βιβλία. Η μάλλον όχι μόνο η αγάπη. Η ανάγκη. Γιατί χωρίς τα διαβάσματα η ζωή είναι σκέτη ζωή. Τα βιβλία έγιναν η δεύτερη φύση μου. Ό,τι κι αν είναι αυτό το συγκεχυμένο πράγμα με τις χιλιάδες πτυχές που μεταβάλλονται διαρκώς, νιώθω να το γνωρίζω καλύτερα όταν μια φράση φωτίζει μέσα μου έναν ολόκληρο κόσμο που δεν γνώριζα πως υπήρχε. Όταν ανοίγονται μπροστά μου δρόμοι και ταξιδεύω χωρίς να σηκωθώ ούτε στιγμή από τον καναπέ. Όταν τα λόγια ενός ξένου, καταφέρνουν να ερμηνεύσουν και να ανασύρουν όσα για χρόνια κρύβονταν στα απύθμενα σκοτάδια του υποσυνειδήτου. Ως δια μαγείας...



Το Λίμπερτυ Μπαρ του Ζορζ Σιμενόν (εκδ. Άγρα) έφερε το καλοκαίρι πριν την ώρα του. Με ταξίδεψε στο γαλλικό νότο από την πρώτη κιόλας σελίδα. Λίγο οι ανοιξιάτικες λιακάδες, λίγο η μαγεία του τοπίου που έφερνα και ξαναέφερνα στο νου, δεν ήθελα και πολύ για να ξεμυαλιστώ. Και δεν ήμουν ο μόνος. Ακόμα κι ο επιθεωρητής Μαιγκρέ, σ' αυτό το βιβλίο, παρασύρθηκε τόσο από την ατμόσφαιρα της Ριβιέρας που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και να διαλευκάνει το έγκλημα για το οποίο τον είχαν καλέσει από το Παρίσι.


«Στην αρχή της υπόθεσης ο Μαιγκρέ είχε την έντονη αίσθηση πως βρισκόταν σε διακοπές. Όταν κατέβηκε απ' το τρένο, ο μισός σταθμός της Αντίμπ λουζόταν σ' έναν ήλιο τόσο εκτυφλωτικό, που τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν τους έβλεπε κανείς σαν σκιές. Σκιές που φορούσαν καπελάκια ψάθινα κι άσπρα παντελόνια και βαστούσαν ρακέτες του τέννις. Ο αέρας βούιζε. Στην άκρη της αποβάθρας υπήρχαν φοίνικες, κάκτοι και πέρα από τον φωτεινό σηματοδότη απλωνόταν η γαλάζια θάλασσα».
Η ζέστη, τα παγάκια που έλιωναν στο ποτό του, η αντηλιά, οι μεθυστικές μυρωδιές της φύσης... Όλα συνηγορούσαν και τον οδηγούσαν από την κίνηση στην αδράνεια, στη ραστώνη, τη φυσική κατάσταση αυτού του τόπου.
Στο τελευταίο βιβλίο του Σιμενόν που εκδόθηκε στην Ελλάδα (από τα πρώτα μυθιστορήματα που έγραψε ο Βέλγος συγγραφέας με ήρωα τον Μαιγκρέ) ο βασικός πρωταγωνιστής είναι η Κυανή Ακτή. Η Ριβιέρα των μύθων και των χιλιοειπωμένων ιστοριών που δεν χορταίνεις ν' ακούς. Εκείνη των παλιών ασπρόμαυρων φωτογραφιών. Της μπουρζουαζίας και των συγγραφέων. Η Ριβιέρα που τόσο ωραία έχει περιγράψει ο Φιτζέραλντ στο μυθιστόρημα «Τρυφερή είναι η νύχτα» (εκδ. Πατάκη) ή η Φρανσουάζ Σαγκάν στο «Καλημέρα Θλίψη» (εκδ. Ζαχαρόπουλος). Ο επίγειος παράδεισος με το δροσερό γαλάζιο και τις καταπράσινες πλαγιές γεμάτες ελιές, μουριές, κυπαρίσσια και δάφνες. Η Μεσόγειος των απολαύσεων. Με τα γεύματα σε βεράντες που αιωρούνται πάνω από το γκρεμό. Τα κοκτέιλ πάρτυ πλάι σε πισίνες με διάφανα, κρυστάλλινα νερά. Τις βόλτες σε φιδογυριστούς δρόμους στο χείλος του γκρεμού με ξέσκεπα διθέσια αυτοκίνητα, τα οποία παίρνουν τις στροφές σαν θηλυκά που λικνίζονται με χάρη.
Ένας τόπος μαγικός, ζωντανός καμβάς, με κύματα που σκάνε στα βράχια και σύννεφα που χάνονται στον ανοιχτό ορίζοντα. Με ιστιοφόρα που αχνοφαίνονται στο ηλιοβασίλεμα. Ξενοδοχεία πνιγμένα στα πεύκα και βίλες χτισμένες δίπλα στην πλαζ. Με ηλικιωμένες κυρίες που τα απογεύματα παίζουν χαρτιά στο φερ φορζέ τραπέζι του κήπου, ενώ οι άντρες συζητούν πίνοντας ένα ακόμα μαρτίνι στη βεράντα. Την ίδια στιγμή οι νέοι με μπριγιαντίνη στο μαλλί και φορώντας κοστούμια λευκά, από ανάλαφρο λινό, ξεκινούν για τις Κάννες, όπου τους περιμένει μια νύχτα γεμάτη υποσχέσεις... Στα φωταγωγημένα καζίνο και τα night club της Κρουαζέτ. Καπνίζοντας, γελώντας, χορεύοντας. Φλερτάροντας με κορίτσια που έχουν βάλει τα καλά λουλουδάτα φορέματα τους και μερικές σταγόνες από το πιο μεθυστικό τους άρωμα στους καρπούς και πίσω από το λοβό των αυτιών.
Με λίγα λόγια ένα ειδυλλιακό περιβάλλον κατάλληλο για να κάνει κάποιος διακοπές και να απολαύσει την ανεμελιά του καλοκαιριού, όχι για να λύσει το μυστήριο μιας δολοφονίας. Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ περιφέρεται στα ξενοδοχεία και τα μπαρ σαν παραφωνία, ντυμένος με το αυστηρό κοστούμι της δουλειάς, ανάμεσα σε ανθρώπους με καλοκαιρινά φαρδιά παντελόνια και μαρινιέρες. Διαρκώς προσπαθεί να καταπολεμήσει την ανάγκη του να τεμπελιάσει, να αφεθεί στο άχρονο σκηνικό που τον περιβάλλει. Βαριεστημένος κοντοστέκεται στα καφενεία και λίγο πριν αφεθεί στη γλυκιά απραξία, νιώθει τύψεις και επαναλαμβάνει διαρκώς στον εαυτό του «ο Ουίλιαμ Μπράουν δολοφονήθηκε» μήπως και αυτό καταφέρει να τον κινητοποιήσει. Πρώτα επισκέπτεται τη βίλα στην οποία βρέθηκε νεκρός ο Μπράουν. Πρόκειται για ένα κατάλευκο σπίτι στον παραλιακό δρόμο της Αντίμπ. Ένα σπίτι μπουρζουάδικο μα παραμελημένο, στο οποίο το θύμα ζούσε με τη νεότερη ερωμένη του και την ηλικιωμένη μητέρα της. Οι δύο γυναίκες που έχουν συλληφθεί από τη τοπική αστυνομία γιατί λίγο μετά το έγκλημα προσπαθούσαν αδέξια να το σκάσουν φορτωμένες με δυο βαλίτσες, εξηγούν στον επιθεωρητή ότι εκείνες εντόπισαν τον Μπράουν μαχαιρωμένο να χαροπαλεύει έξω από την πόρτα της βίλας. Όταν αυτός ξεψύχησε τον έθαψαν όπως όπως στην αυλή και από το φόβο μην μπλέξουν αποπειράθηκαν να το σκάσουν. Ο Μαιγκρέ δίνει εντολή να τις αποφυλακίσουν και οι δυο γυναίκες επιστρέφουν στη βίλα που ζούσαν τα τελευταία χρόνια με τον Μπράουν. Το θύμα υπήρξε κάποτε πάμπλουτος μεγιστάνας, με τεράστια περιουσία στην Αυστραλία. Μια δεκαετία πριν, κουρασμένος από την οικογενειακή ζωή, εγκαταλείπει τη σύζυγο και τους γιους του, καθώς και την επιτυχημένη επιχείρησή του, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες που εξάγει μαλλί σε όλο τον κόσμο. Με πρόσχημα τις δουλειές επισκέπτεται την Ευρώπη και μαγεμένος από τη Ριβιέρα και τον κοσμοπολίτικο αέρα της αποφασίζει να μην επιστρέψει πίσω. Η οικογένεια αντιδρά και με αφορμή τις σπατάλες του -εκτός της άσωτης ζωής ενός μπον βιβέρ που απολάμβανε επί σειρά ετών, αγόρασε επιπλέον θαλαμηγό και βίλα στην Αντίμπ- του μπλοκάρουν νομικά την περιουσία. Το μόνο που του προσφέρει το δικαστήριο είναι το σπίτι που μένει στην Κυανή Ακτή με την ερωμένη του και της μητέρα της, αλλά και ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα για τα έξοδά του. Ο Μπράουν, αλκοολικός πια ζει την παρακμή στη βίλα μαζί με τις δυο γυναίκες, αλλά κάθε δεκαπέντε ημέρες όταν τους τελειώνουν τα χρήματα εξαφανίζεται για να φέρει άλλα. Οι δυο γυναίκες δεν γνωρίζουν λεπτομέρειες για το παρελθόν του: ούτε πού βρίσκει τα χρήματα ούτε που πηγαίνει όταν φεύγει. Ο Μαιγκρέ ακολουθώντας τα τελευταία ίχνη του καταλήγει σε ένα εξαθλιωμένο αλλά ατμοσφαιρικό μπαρ στις Κάννες. Εκεί μία ευτραφής γριά, η Ζαζά, ιδιοκτήτρια του Λίμπερτυ μπαρ τον υποδέχεται και τον βοηθά να βρει την άκρη του νήματος. Ο Ουίλιαμ Μπράουν εδώ ξημεροβραδιαζόταν τις ημέρες που έφευγε από τη βίλα, πίνοντας μέχρι τελικής πτώσης με τη Ζαζά καθώς και με τη συντροφιά μίας νεαρής πόρνης, της Συλβί και του νταβατζή της, του Γιαν, ενός καμαρότου σε μια σουδική θαλαμηγό που ήταν μονίμως δεμένη στη μαρίνα των Καννών. Τόσο οι δύο γυναίκες στη βίλα, όσο και οι τρεις αυτοί άνθρωποι στο μπαρ έτρωγαν τα λεφτά του Ουίλιαμ Μπράουν κάθε μήνα από το επίδομα. Άρα δεν είχαν συμφέρον να τον σκοτώσουν. Ποιος το έκανε; Ο γιος του, ο Χάρρυ Μπράουν, που στο ενδιάμεσο έχει καταφθάσει για την κηδεία αντί να βοηθήσει, θα περιπλέξει τα πράγματα.
Πέρα από την αστυνομική ιστορία που έχει πολύ ενδιαφέρον, όπως πάντα οι ιστορίες που διηγείται ο Σιμενόν, το βιβλίο είναι σκέτη απόλαυση γιατί νιώθεις σαν να περπατάς ο ίδιος στα στενάκια της γαλλικής Ριβιέρας. Οι περιγραφές σε κάνουν και διψάς, τα ποτά σε δροσίζουν, το άρωμα της σαλάτας που ο Μαιγκρέ δοκίμασε στο μπαρ της Ζαζά σου μένει στο στόμα σαν ένα πιάτο που γεύτηκες εσύ. Δεν ξέρω για εσάς αλλά αυτό για μένα είναι μεγάλο δώρο. Να διαβάζεις ένα βιβλίο και να νιώθεις ότι βαδίζεις εκεί που περπάτησαν οι ήρωές του. Να ξέρεις ένα μέρος κι ας μην το έχεις επισκεφθεί ποτέ στ' αλήθεια ή να νιώθεις κάτι όχι επειδή το έζησες αλλά γιατί το διάβασες...

Υ.Γ. Πόσο στ' αλήθεια ζηλεύω αυτούς που απόλαυσαν τα μποέμ καλοκαίρια στη Ριβιέρα τη δεκαετία του '20 ή του '50. Πόσο θα ήθελα να παίζω μπιρίμπα με τη Ζέλντα και τον Φιτζέραλντ. Να πίνω κοκτέιλ με την κακομαθημένη Σεσίλ της Φρανσουάζ Σαγκάν. Να «περνώ τη ζωή διασκεδάζοντας, μ' εκείνο το δυνατό συναίσθημα της άγριας φυγής, μαζί μ' έναν τόνο λύπης, αλλά πάντα με το όνειρο και την ελπίδα κάποιας απόλαυσης -ευτυχίας ίσως- γύρω στο τέλος της επόμενης εβδομάδας, μπορεί τα μεσάνυχτα, σε μια μακρινή χώρα»* Και πόσο ωραίο θα ήταν στ' αλήθεια να είμαστε μαζί εκεί, ξανά είκοσι χρόνων, με τα μαλλιά σου πιασμένα ψηλά, τα χείλη κόκκινα, να χορεύουμε, ανέμελοι, σαν να μην υπάρχει αύριο...

* Απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος «Όμορφοι και Καταραμένοι» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (εκδ. Ερατώ), ενός υπέροχου χρονικού για τη γενιά της τζαζ.