Το προφίλ που είχα στο κοινωνικό δίκτυο ως Lou Read (στη συνέχεια Λου Ριντ) δυστυχώς από εχθές δεν υφίσταται. Η νέα πολιτική του Facebook δεν επιτρέπει το log in σε κάποιους bloggers ή απλούς χρήστες που δεν επιθυμούν να δώσουν το όνομα που αναγράφεται στην ταυτότητά τους. Ως εκ τούτου δημιούργησα μία νέα σελίδα στην οποία θα μπορούμε να επικοινωνούμε: www.facebook.com/BlogLouRead

Θα χαρώ να τα λέμε καθημερινά και εκεί για να μοιραζόμαστε όλα αυτά τα νόστιμα που ξετρελαίνουν όλους εμάς τους αχόρταγους βιβλιοφάγους: φωτογραφίες bookporn με καφέδες και κέικ καρότου, πρόστυχους σελιδοδείκτες, άρθρα, βιβλιοπαρουσιάσεις, απόψεις για όσα διαβάσαμε, (εξομολογήσεις για όσα παρατήσαμε) και φυσικά λίστες, λίστες και λίστες με όσα θέλουμε να αγοράσουμε, να ανταλλάξουμε, να δανειστούμε ή να επιτάξουμε τάχα για λίγο από τις βιβλιοθήκες των φίλων μας.

YΓ.: Είχα υποσχεθεί δημόσια αυτό το φθινόπωρο να δείξω αυτοσυγκράτηση, να κάνω book detox και να μην παρασυρθώ σε βουλιμικές αποβάσεις στα βιβλιοπωλεία. Όπως βλέπετε στη φωτογραφία τα... κατάφερα πάλι μια χαρά. :-/


«Δεν είμαστε τυφλοί, είμαστε απλά άνθρωποι. Ζούμε σε μια ευμετάβλητη πραγματικότητα και προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σ' αυτήν όπως τα φύκια που πάλλονται στο παραμικρό θαλάσσιο ρεύμα».

Αυτή η φράση από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα Ο Γατόπαρδος του Τζουζέπε Τομάζι, δούκα της Πάλμα και πρίγκιπα ντι Λαμπεντούζα (εκδ. Bell, μτφρ. Μαρία Σπυριδοπούλου), συνοψίζει ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Την ιστορία μιας αέναης προσαρμογής, ενός αγώνα να πάμε μπροστά κάνοντας δυο βήματα πίσω. Οι άνθρωποι μαθαίνουμε να συμβιβαζόμαστε, όπως τα δέντρα λυγίζουν τα κλαδιά τους στον άνεμο για να μην σπάσουν. Τρομάζουμε μπροστά στο καινούριο και οχυρωνόμαστε στο παλιό. Και μια μέρα, είτε σταματάμε να παλεύουμε μάταια το νέο και ακολουθούμε τις εξελίξεις -γιατί κατανοούμε τους όρους του παιχνιδιού όπως ακριβώς κάνει και ο ήρωας του βιβλίου-, είτε αποδεχόμαστε την ήττα μας.

Ο Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα αφηγείται την ιστορία ενός μεγάλου κοινωνικού μετασχηματισμού. Η πλοκή τοποθετείται το Μάιο του 1860, την εποχή της απόβασης του Γκαριμπάλντι στη Σικελία που οδήγησε στην ένωση του νησιού με την Ιταλία. Η αριστοκρατία υπό τη διακυβέρνηση του Φραγκίσκου Β' των δύο Σικελιών αδυνατεί να ελέγξει το τεράστιο κύμα δυσαρέσκειας της αναδυόμενης αστικής τάξης, η οποία θέλει απεγνωσμένα πια να απαλλαγεί από τη δυναστεία των Βουρβώνων. Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε τα γεγονότα μέσα από τα μάτια του Ντον Φαμπρίτσιο, πρίγκιπα ντι Σαλίνα, αρχηγού μιας εκ των ισχυρότερων οικογενειών του τόπου.

Η Σικελία είναι μια μικρογραφία του κόσμου, το χρονικό πλαίσιο δεν έχει σημασία, θα μπορούσε τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο (και στην υπέροχη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι) να εκτυλίσσονται τηρουμένων των αναλογίων σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, οποιαδήποτε μεταβατική περίοδο. Άλλωστε οι άνθρωποι αντιδρούν πάντα το ίδιο τρομαγμένα όταν ο τροχός της ιστορίας πάρει στροφή. Σε κάθε μετασχηματισμό που βιώνει η ανθρωπότητα, μετά από πολέμους, επαναστάσεις, σπουδαίες ανακαλύψεις που τα ανατρέπουν όλα, ο άνθρωπος χρειάζεται να αλλάξει για να μην πεθάνει μαζί με το παλιό, να γίνει καινούριος για να μην ξεπεραστεί.

Ο Ντον Φαμπρίτσιο ντι Σαλίνα, αν και αρχικά σαστίζει με τα γεγονότα που οδηγούν σε κοινωνική ανατροπή, αποδέχεται ότι είναι ανίσχυρος να συγκρατήσει το ρεύμα και έξυπνα τελικά ακολουθεί τη ροή του «ποταμού». «Ανήκω σε μια κακότυχη γενιά, στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παλιά και τη νέα εποχή και νιώθω άβολα και με τις δύο» παραδέχεται προς το τέλος. Καταλύτης στην προσαρμογή του είναι ο ανιψιός του Τανκρέτι, ξεπεσμένος ευγενής χωρίς καμία προσωπική περιουσία πέρα από τον τίτλο του. Ο φιλόδοξος νεαρός, που στην ταινία του Βισκόντι υποδύεται ο Αλέν Ντελόν, παρά την αριστοκρατική του καταγωγή ανεβαίνει στα βουνά για να στηρίξει τον ανταρτοπόλεμο των Πιεμοντέζων κατά του βασιλιά Φραγκίσκου Β'. Λίγο πριν φύγει λέει στον πρίγκιπα: «Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, τότε πρέπει όλα ν' αλλάξουν». Κι αυτά τα λόγια είναι τελικά που εκφράζουν απόλυτα σε μια μόνο πρόταση ολόκληρο το νόημα του μυθιστορήματος.

Πέρα από την αξία του βιβλίου σε ιστορικό επίπεδο, αφού καταγράφει με ακρίβεια τη σύγκρουση του παλαιού με τον καινούριο κόσμο, υπάρχει και η λογοτεχνική. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κείμενο, ένα αληθινό έργο τέχνης. Οι περιγραφές του Σικελού συγγραφέα, ο οποίος δεν είδε ποτέ το μυθιστόρημά του να εκδίδεται, συνθέτουν έναν ζωγραφικό πίνακα, τις λεπτομέρειες του οποίου δύσκολα ξεχνάς: Η εντυπωσιακή έπαυλη του οίκου Σαλίνα με τις συγκλονιστικές νωπογραφίες στην οροφή. Τα χρυσοποίκιλτα σαλόνια με τις βελούδινες κουρτίνες και τις φθαρμένες ταπετσαρίες. Οι βεράντες που βλέπουν στην άνυδρη σικελική γη. Αυτός ο μαγικός κήπος με τις ακακίες και τα εσπεριδοειδή που διαχέουν σε όλο το κτήμα «την ερωτική μυρωδιά των πρώτων πορτοκαλανθών τους». Τα στρωμένα τραπέζια με όλους τους θησαυρούς της Μεσογείου. Τα αριστοκρατικά κορίτσια με φορέματα γεμάτα ολάνθιστα λουλούδια που τραγουδούν διάσημες άριες γύρω από το πιάνο, σε δωμάτια τα οποία μυρίζουν άνοιξη, ενώ έξω μαίνεται η επανάσταση. Διαβάζεις και παρασύρεσαι. Έχεις αυτήν την υπέροχη «αίσθηση της αιώνιας παιδικής ηλικίας». Ακολουθείς τους ήρωες σε ξερούς ελαιώνες, στέκεσαι και κοιτάς την αγριεμένη θάλασσα πλάι σε μια φραγκοσυκιά που αγέρωχη αιωρείται πάνω απ' τον γκρεμό, ταξιδεύεις με μαύρες άμαξες που αφήνουν πίσω τους ένα σύννεφο σκόνης. Στιγμές σπάνιας ομορφιάς ενός κόσμου που βιώνει τους τελευταίους του σπασμούς πριν πεθάνει για να δώσει τη θέση τους σε ένα νέο πιο ευέλικτο, πιο δίκαιο μα πιο άξεστο και πεζό.

Το πιο απολαυστικό για μένα κομμάτι του βιβλίου ήταν οι περιγραφές της ακαταμάχητης έλξης μεταξύ του αριστοκρατικού ανιψιού του πρίγκιπα ντι Σαλίνα, του ατίθασου Τανκρέτι και της άξεστης αλλά πανέμορφης χωριατοπούλας, της Αντζέλικα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την αταίριαστη ένωσή τους για να υπογραμμίσει το πάντρεμα των τάξεων, δημιουργώντας τελικά ένα αληθινό ποίημα για την παραζάλη του έρωτα: τις κοφτερές ματιές, τα αναπάντεχα χάδια, την ελεύθερη πτώση του σώματος στο κενό μετά το πρώτο φιλί...

«Έτσι, στέκονταν εκεί μέσα σφιχταγκαλιασμένοι, ακίνητοι και αθώοι, παρηγορώντας ο ένας τον άλλον. (...) Μια μέρα, όχι το μυαλό του Τανκρέτι, που ήταν εντελώς αμέτοχο σ' αυτό, αλλά όλο του το αίμα αποφάσισε να δώσει ένα τέλος σε τούτο το μαρτύριο. Ήταν το πρωί που η Αντζέλικα του είχε πει με όλη τη γοητευτική πονηριά της: “Είμαι η μαθητευόμενή σου”, θυμίζοντάς του με την ξεκάθαρη αυτή πρόκληση την πρώτη φορά που είχαν σμίξει οι πόθοι τους. Με αναστατωμένα μαλλιά, η γυναίκα ήταν έτοιμη να παραδοθεί προσφέροντας τον εαυτό της, ενώ το αρσενικό ήταν έτοιμο να υπερνικήσει τον άντρα, όταν το υπόκωφο βουητό της μεγάλης καμπάνας της εκκλησίας έπεσε σχεδόν κατακόρυφα πάνω στα ξαπλωμένα κορμιά, προσθέτοντας έναν ακόμη αναστεναγμό στους δικούς τους. Τα ενωμένα χείλη αναγκάστηκαν να ξεκολλήσουν και να χαμογελάσουν. Συνήλθαν. Την επόμενη ο Τανκρέτι έφυγε. (...) Όταν γέρασαν και απέκτησαν την ανώφελη πια σύνεση, η σκέψη τους επέστρεφε σε κείνες τις μέρες με επίμονη νοσταλγία: ήταν η εποχή του άσβεστου πόθου, που παρέμενε ζωντανός γιατί διαρκώς καταπιεζόταν, τότε που είχαν στη διάθεσή τους αναρίθμητες κλίνες και πάντα τις απέρριπταν, η εποχή της αισθησιακής διέγερσης η οποία, ακριβώς επειδή χαλιναγωγούνταν, μετουσιωνόταν έστω και για λίγο σε παραίτηση, δηλαδή αληθινή αγάπη».

Δείτε τo τρέιλερ της ταινίας The Leopard (Il Gattopardo) του Λουκίνο Βισκόντι: 



Ο έρωτας και τα δύο του πρόσωπα. Το καλό που γεννά την ψευδαίσθηση αθανασίας και κάνει τους εραστές να νιώθουν για μια στιγμή Θεοί και το κακό που κουβαλά μέσα του το φόβο και τη θλίψη του θανάτου. Ο Παράδεισος και η Κόλαση. Ο άγγελος και ο δαίμονας. Η αποδοχή και η απόρριψη. Η μαγεία και η απομυθοποίηση. Από τη Μήδεια του Ευριπίδη μέχρι τους γελοίους εραστές του Κούντερα, ο έρωτας δεν είναι παρά μία διαρκής διαδρομή από τον έβδομο ουρανό στον Άδη, μια ατέλειωτη παρεξήγηση. Ενίοτε απολύτως αιματηρή. Οι εραστές ισορροπούν μάταια σε ένα τεντωμένο σκοινί πάνω από το χάος, εξαρχής ηττημένοι, αφού έχουν μεταθέσει εντελώς το κέντρο βάρος του εαυτού τους σ' έναν άλλον άνθρωπο.

Αυτή την απίστευτη αγωνία που κρύβει μέσα του ο έρωτας, τη συγγένειά του με το θάνατο, κανένας δεν έχει περιγράψει τόσο απόλυτα, τόσο δραματικά, τόσο ατμοσφαιρικά όσο η γοτθική λογοτεχνία. Ο Καλόγερος του Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις (ένα κομψοτέχνημα των εκδόσεων Gutenberg σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου και του Κυριάκου Αθανασιάδη στα ποιήματα), ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του λογοτεχνικού είδους που άνθισε στα τέλη του 18ου αιώνα, παντρεύει το ρομαντισμό του αγνού έρωτα ο οποίος εξυψώνει τον άνθρωπο, με την αγριότητα της ερωτικής παράκρουσης που είναι ικανή να τον συνθλίψει για πάντα.

Ο μόλις δεκαεννέα χρόνων συγγραφέας που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1775, όταν έγραψε τον Καλόγερο το 1794 δεν μπορούσε να φανταστεί τις θύελλες που θα ξεσήκωνε. Ξεκίνησε να αφηγείται την ιστορία του Αμβρόσιου -ενός χαρισματικού καλόγερου που πουλά την ψυχή του στο διάβολο στο όνομα ενός σαρκικού πάθους-, προκειμένου να διασκεδάζει την πλήξη του όσο εργαζόταν στην διπλωματική υπηρεσία της Ολλανδίας. Εμπνευσμένος από το γερμανικό θρύλο της Ματωμένης Καλόγριας, μια υπέροχη εγκιβωτισμένη ιστορία στην καρδιά του μυθιστορήματος, καταγράφει τη σταδιακή διαφθορά του ηγούμενου των Καπουτσίνων στη Μαδρίτη. Ο αποκαλούμενος «άγιος άνθρωπος», τα κηρύγματα του οποίου μάγευαν τους πιστούς, καταπατά τον όρκο αγνότητας που έχει δώσει στον Θεό, υποκύπτοντας στις ορέξεις της Ματθίλδης (μιας κολασμένης γυναίκας η οποία κάνοντας επίκληση στον σατανά καταφέρνει να τρυπώσει στη μονή μεταμφιεσμένη σε δόκιμο και να παρασύρει τον καλόγερο σε απαγορευμένες ηδονές). Πολύ γρήγορα ο Αμβρόσιος απορρίπτει τη Ματθίλδη κι εκείνη για να τον εκδικηθεί τον πείθει να χρησιμοποιήσει μαύρη μαγεία για να τυλίξει στον ιστό του την ομορφότερη γυναίκα από το ποίμνιό του, τη νεαρή Αντωνία. Ο ηγούμενος στο... όνομα του ρόδου (διαβάζοντας είναι αδύνατον να μην θυμηθείς τον Έκο) μεταμορφώνεται σε έναν αδίστακτο βιαστή και δολοφόνο και τελικά παραδίδεται στο απόλυτο κακό.

Ο Καλόγερος, που μαζί με Το Κάστρο του Οτράντο του Ουόλπολ και τον Μέλμοθ τον περιπλανώμενο του Ματιούριν θεωρούνται η κορωνίδα της γοτθικής λογοτεχνίας, αντιμετωπίστηκε ως ένα αιρετικό έργο και οδήγησε σε διασυρμό τον Λιούις. Όπως γράφει ο μεταφραστής του μυθιστορήματος Αλέξανδρος Κοσματόπουλος στην εισαγωγή, το βιβλίο «στα μάτια πολλών, ήταν μια δήλωση ενός άθρησκου συγγραφέα και μια σοβαρή περίπτωση βλασφημίας. Άλλοι συνέκριναν τον Καλόγερο με τις αντιθρησκευτικές δημοσιεύσεις που εμφανίστηκαν στη Γαλλία πριν από την Επανάσταση. Μετά τη δημοσίευση της δεύτερης ανατύπωσης του βιβλίου με την υπογραφή του συγγραφέα (η πρώτη έκδοση ήταν ανώνυμη) και τον τίτλο που έφερε ως μέλος του Κοινοβουλίου, ο Lewis προσήχθη σε δίκη, με αποτέλεσμα να αποσύρει τα αντίτυπα της τρίτης ανατύπωσης, και να αφαιρέσει κάποια αποσπάσματα από την τέταρτη».

Η ανάγνωση του έργου είναι μια αληθινά απολαυστική εμπειρία. Γυρνώντας αχόρταγα τις σελίδες, οι περιγραφές σε ταξιδεύουν στον μυσταγωγικό κόσμο μιας όπερας: γοτθικά κάστρα, ζοφερά κελιά, κρύπτες γεμάτες σκιές, βασανισμένες ψυχές που επιστρέφουν από τον κόσμο των νεκρών για να στοιχειώσουν τους ζωντανούς, απεγνωσμένοι, ρομαντικοί έρωτες, έκπτωτοι άγγελοι που υπηρετούν τον Εωσφόρο... Χρησιμοποιώ τη λέξη «όπερα» γιατί για έναν αιμοβόρο αναγνώστη που έχει δίπλα στο κρεβάτι του μια βιβλιοθήκη γεμάτη αστυνομικά μυθιστορήματα και θρίλερ με άγριες και φρικιαστικές περιγραφές, το κακό του Λιούις, το οποίο τον 18ο και 19ο αιώνα ήταν ανατριχιαστικό και σκανδαλιστικό, σήμερα είναι λυρικό, ποιητικό, μαγικό. Σαν να παρακολουθείς ένα έργο του Βέρντι στο Ηρώδειο ή να βυθίζεσαι στην απόκοσμη ομορφιά ενός πίνακα του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ.

* Φράση από τη σελίδα 43 στην οποία ο συγγραφέας περιγράφει τη γοητεία που ασκούσε ο Αμβρόσιος στο ποίμνιό του.   


Αυτές τις μέρες διαβάζω το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Γκορ Βιντάλ «Η Χρυσή Εποχή» (εκδ. Scripta, μτφρ. Ρένα Χατχούτ), το οποίο καταγράφει το παρασκήνιο που υποχρέωσε τον Ρούσβελτ να αποφασίσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα ιστορικά/πολιτικά λογοτεχνικά βιβλία, στην πλοκή των οποίων τα αληθινά πρόσωπα μπερδεύονται με μυθιστορηματικούς ήρωες, είναι πραγματικά το καλύτερό μου. Ένα πεδίο που ο Γκορ Βιντάλ έπαιζε στα δάχτυλα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο του επιχειρηματίες, διπλωμάτες, αρθρογράφοι, εκδότες, σταρ του Χόλιγουντ, σκηνοθέτες, γερουσιαστές και παρατρεχάμενοι στήνουν στο Λευκό Οίκο ένα απίστευτο γαϊτανάκι γύρω από τον Πρόεδρο, με στόχο να τον πείσουν να μην ακολουθήσει την πολιτική του απομονωτισμού και να συμμαχήσει με την Αγγλία και τη Γαλλία κατά του Χίτλερ.

Όσο περνούν οι σελίδες και η αρχιτεκτονική της ίντριγκας αποκαλύπτει το μεγαλείο της συνειδητοποιώ ότι μπορεί ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος να ήταν απείρως πιο άγριος δεν ήταν όμως αυτός που άλλαξε ριζικά τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα της Ευρώπης, όχι τουλάχιστον με τη σφοδρότητα που το έκανε ο Πρώτος. Ο Αλαν Χόλινγκχερστ είχε απόλυτο δίκιο όταν έγραφε στο πολύ ατμοσφαιρικό μυθιστόρημά του «Το παιδί του ξένου» (εκδ. Καστανιώτη), ότι οι Άγγλοι ακόμα και σήμερα όταν μιλούν με φρίκη για τον πόλεμο εννοούν το Μεγάλο Πόλεμο.

Γιατί όμως παρ' όλα αυτά έχουμε αφήσει τη λήθη να σκεπάσει ένα τόσο συγκλονιστικό γεγονός που τελικά ήταν πολύ πιο καθοριστικό από οποιοδήποτε άλλο για το μέλλον της Ευρώπης; Ο δημοσιογράφος Πέτρος Παπακωνσταντίνου έγραψε ένα άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής με αφορμή τη χθεσινή επέτειο της δολοφονίας του διαδόχου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, του αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του (28 Ιουνίου 1914) -η σπίθα που οδήγησε στη λαίλαπα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου-, στο οποίο δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία: «Στη συλλογική μνήμη των Ευρωπαίων, ο Μεγάλος Πόλεμος κατέχει σαφώς υποδεέστερη θέση έναντι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σαν να ήταν “μόνο” το πρελούδιο της πραγματικής Αποκάλυψης. Το γεγονός αυτό δεν εξηγείται εύκολα ούτε από τη μεγαλύτερη χρονική απόσταση ούτε από το μέγεθος των συνεπειών μιας σύγκρουσης που αφάνισε 14 εκατομμύρια ανθρώπους, γκρέμισε τέσσερις αυτοκρατορίες –Αυστροουγγρική, Ρωσική, Γερμανική, Οθωμανική–, ανέδειξε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στον κόσμο, χάραξε τα σύνορα της Μέσης Ανατολής και απαθανατίστηκε στα τρομερά μυθιστορήματα του Ρεμάρκ, του Γκρέιβς, του Σελίν και του Μυριβήλη. Κάτι άλλο, πιο βαθύ και πιο σκοτεινό, πρέπει να κρύβεται πίσω από την επίμονη απώθηση.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν "τακτοποιείται" εύκολα από τη λογική μας και δεν "χωνεύεται" εύκολα από την ηθική μας. Σε αντίθεση με τον Δεύτερο, στερείται της απόλυτης αντίθεσης ανάμεσα στο "καλό" και το "κακό". Δεν έχει να επιδείξει ένα "τέρας" στο ύψος του Χίτλερ ή μια φρίκη στο ύψος του Ολοκαυτώματος. Αν η θυσία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρείται αναδρομικά αυτονόητο καθήκον, η αιματοχυσία στον Πρώτο φαντάζει σαν ανυπόφορη ματαιότητα, που ζητάει επίμονα μια κάποια αιτιολόγηση: Γιατί έγιναν όλα αυτά και πώς δεν θα ξαναγίνουν;».

Τελειώνοντας το άρθρο ξεσκόνισα μερικά -διαβασμένα, μισοδιαβασμένα και αδιάβαστα- μυθιστορήματα από τη βιβλιοθήκη μου (από το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν και το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον» του Ρεμάρκ μέχρι τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Χέμινγουεϊ), ξεχωρίζοντας το πρόσφατο «14» του Ζαν Εσνόζ (εκδ. Ίκαρος, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης) και τον «Επικίνδυνο Οίκτο» του Στέφαν Τσβάιχ (εκδ. Άγρα, μτφρ. Μιμίκα Κρανάκη), στα οποία θα δώσω προτεραιότητα. Παράλληλα θυμήθηκα και μια παλιότερη ανάρτηση του Ναυτίλου για τη βιογραφία του Τσβάιχ «Ο κόσμος του χθες: Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου» (εκδ. Printa, μτφρ. Αλεξία Καλανταρίδου & Τατιάνα Λιάνη) που θέλω να αγοράσω. Στο απόσπασμα που ακολουθεί καταλαβαίνεις πόσο απίστευτη ήταν η αθωότητα με την οποία οι Ευρωπαίοι μπήκαν στο Μεγάλο Πόλεμο, χωρίς να ξέρουν ότι θα αλλάξει ριζικά τη ζωή τους για πάντα: «Οι άνθρωποι συνέχιζαν τα μπάνια τους, τα ξενοδοχεία παρέμεναν γεμάτα, κι οι παραθεριστές εξακολουθούσαν να συνωστίζονται στην πίστα σουλατσάρωντας, φλυαρώντας και γελώντας. Αλλά για πρώτη φορά, ένα νέο στοιχείο έκανε την εμφάνισή του. Ξαφνικά, είδαμε να ξεπροβάλλουν στην πλαζ Βέλγοι στρατιώτες, πράγμα παράδοξο, αφού σε κανονικές συνθήκες δεν έρχονταν ποτέ εκεί. Σκυλιά έσερναν τα μυδραλιοβόλα μέσα σε μικρά οχήματα -κάτι που αποτελούσε μια περίεργη ιδιαιτερότητα του βελγικού στρατού. (...) Οι μάζες εξεγείρονταν, κι εμείς γράφαμε και σχολιάζαμε ποιήματα. Δεν βλέπαμε τα πύρινα σημάδια στον τοίχο κι απολαμβάναμε αμέριμνοι τα ακριβά εδέσματα της τέχνης, όπως άλλοτε ο βασιλιάς Βαλτάσαρ, χωρίς να φοβόμαστε να κοιτάξουμε το μέλλον. Και μοναχά δεκαετίες αργότερα, όταν γκρεμίστηκαν στα κεφάλια μας στέγες και τείχη, συνειδητοποιήσαμε πως τα θεμέλια είχαν υποσκαφτεί από καιρό και πως η έλευση του νέου αιώνα, είχε σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους της ατομικής ελευθερίας στην Ευρώπη».

Ο Ιούνιος του 1914 ήταν μια ανάσα πριν τη βίαιη ενηλικίωση της Ευρώπης. Εκείνο ήταν το τελευταίο καλοκαίρι ανεμελιάς. Έκτοτε η Γηραιά Ήπειρος δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.  





Πολυτελείς σουίτες, μαργαριταρένια κολιέ, παθιασμένα τανγκό σε παράγκες του Μπουένος Άιρες και ένοχα μυστικά στο φως της Μεσογείου. Ερωτικά τρίγωνα, επικίνδυνα ηδονικά παιχνίδια και πρόστυχες ματιές που κόβουν σαν ξυράφι. Υπερωκεάνια που διασχίζουν τον Ατλαντικό μέσα στη νύχτα. Αστραφτερές Jaguar στους φιδογυριστούς δρόμους της Ριβιέρας. Βίλες που κρύβουν στα χρηματοκιβώτιά τους πολιτικά μυστικά. Υπέροχα γεύματα σε ηλιόλουστες βεράντες στο Αμάλφι. Δολοφονίες, κλοπές, ίντριγκες σε διεθνείς σκακιστικούς αγώνες, ο εμφύλιος της Ισπανίας κι ένας υπόγειος πόλεμος μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το μυθιστόρημα Το τανγκό της παλιάς φρουράς του Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε (μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκης) τα έχει όλα. Τόσο πολύ που αισθάνεσαι ότι ο συγγραφέας ζωγραφίζει έναν πίνακα ή σκηνοθετεί μια ταινία με καταπληκτικά σκηνικά και κοστούμια. Στην αρχή ενθουσιάστηκα. Στη συνέχεια όμως άρχισα να νιώθω ελαφρώς άβολα. Διαβάζοντας, τουλάχιστον μέχρι τη μέση του βιβλίου, είχα όλο και πιο έντονα την αίσθηση ότι κάτι έλειπε. Σαν ένα gourmet πιάτο άψογα μαγειρεμένο, με τα σωστά υλικά, σερβιρισμένο σε ένα τραπέζι που ακολουθεί τους κανόνες της art de la table, ένα πιάτο που θα χορτάσει το βλέμμα σου, αλλά που θα ξεχάσεις τη γεύση του αμέσως μετά την τελευταία μπουκιά.

Το μυθιστόρημα ξεκινά το 1928 σε ένα υπερωκεάνιο που μόλις έχει αφήσει πίσω του τις ακτές της Ισπανίας και κατευθύνεται στην Αργεντινή. Σε αυτό επιβαίνει ένα ευκατάστατο, αριστοκρατικό ζευγάρι, ο συνθέτης Αρμάντο ντε Τροέγε και η πολύ κομψή Μέτσα-Ινθούνθα (τόσο όμορφη και πορσελάνινη όπως η Γκρέις Κέλι στην ταινία του Χίτσκοκ To Catch a Thief). Το πρώτο κιόλας βράδυ, αμέσως μετά το δείπνο, το ζευγάρι μπαίνει στο στόχαστρο ενός νεαρού, του Μαξ Κόστα, ο οποίος εργάζεται στο πλοίο ως κοσμικός χορευτής, συνοδεύοντας δηλαδή στην πίστα μοναχικές κυρίες και γυναίκες που ο συνοδός τους δεν χορεύει ποτέ. Όταν φτάνουν στην Αργεντινή, ο χορευτής αναλαμβάνει να ξεναγήσει τον Ντε Τροέγε και τη γυναίκα του στις πιο κακόφημες γειτονιές της πατρίδας του και εκεί σε μία παράγκα, όπου νταβατζήδες και πόρνες χορεύουν το αυθεντικό τανγκό της παλιάς φρουράς, μέσα στον καπνό των πούρων και τη μυρωδιά του φθηνού αλκοόλ, γεννιέται μεταξύ τους ένα ερωτικό τρίγωνο. Η ιστορία των ηρώων εκτυλίσσεται σε τρεις διαφορετικούς χρόνους: Στο Μπουένος Άιρες, στη Νίκαια λίγα χρόνια αργότερα και στο Αμάλφι μετά τον πόλεμο.

Για να είμαι ειλικρινής, στη μέση εγκατέλειψα το βιβλίο και άρχισα το Μόνος στο Βερολίνο του Χανς Φάλαντα. Μετά από καιρό, έχοντας διαβάσει και άλλα βιβλία, αποφάσισα να επιστρέψω στον Πέρεθ-Ρεβέρτε για να διαπιστώσω αν τον είχα αδικήσει. Η αίσθηση ότι είχα στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, ατμοσφαιρικό -μα ίσως περισσότερο από όσο θα έπρεπε στυλιζαρισμένο-, αλλά εντελώς «άψυχο», ήταν ίδια. Αυτό που είχε αλλάξει πλέον ήταν ο ρυθμός αφήγησης. Η πλοκή είχε γίνει πιο γρήγορη, οι εξελίξεις περισσότερες και πιο ενδιαφέρουσες από αυτές ενός παράνομου love story. Μυστικοί πράκτορες, πρωταθλητές σε αγώνες σκάκι, αριστοκράτες που έπαιζαν άγρια παιχνίδια με τον φασισμό, εμπλέκονται στην ιστορία και κάνουν το δεύτερο μισό του βιβλίου πιο spicy. Έτσι, χαλάρωσα και ακολούθησα τους ήρωες μέχρι τέλους, χωρίς να βαρυγκωμώ, χωρίς να φλερτάρω κρυφά με άλλα βιβλία και τελικά σχεδόν το μυθιστόρημα μου άρεσε. Σχεδόν.  



Σας έχει τύχει ποτέ να αντιπαθήσετε τον ήρωα/ίδα ενός βιβλίου; Η Ειρήνη του Πολ Μοράν στο μυθιστόρημα Λιούις και Ειρήνη (εκδ. Καλέντη, μτφρ. Βάσω Νικολοπούλου, Νίκη Καρακίτσου-Dougé) μπαίνει σε καλή θέση στη δική μου... αντι-λίστα.

Είναι ένα πολύ όμορφο κορίτσι, δυστυχώς όμως, με χίλιες δυο αγκυλώσεις, εντελώς δυσλειτουργικό. Ένας άνθρωπος συντηρητικός, βαθιά συμπλεγματικός, που, λίγο ικανοποιημένος να είσαι από τη ζωή σου, κάνεις το σταυρό σου να μην τύχει στο δρόμο σου. Μεγαλωμένη σε ένα αυστηρό περιβάλλον, κόρη μιας ελληνικής καταγωγής οικογένειας Τραπεζιτών από την Τεργέστη, ζει σαν ταριχευμένη και μουμιοποιημένη, δεμένη με χίλιες δυο συμβάσεις που δεν σπάνε ούτε όταν συναντά το μεγάλο έρωτα.

Ο Λιούις, από την άλλη, είναι ένας μπον βιβέρ που εργάζεται στο χρηματιστήριο και απολαμβάνει δίχως περιττές ενοχές τη ζωή του. Διατηρεί ένα κομψό διαμέρισμα στο Παρίσι, κινείται με άνεση στα κοσμικά σαλόνια της εποχής και κάνει σημαία του το τρίπτυχο ευτυχίας ενός περιζήτητου εργένη: ησυχία-ερωτική πολυφωνία-ελευθερία. Σε ένα μικρό κόκκινο καρνέ (πόσο Twenties!) σημειώνει πληροφορίες για όλες τις γυναίκες που κατέκτησε. Όλα αυτά μέχρι που συναντά στη Σικελία, όπου έχει πάει για να αγοράσει ένα ορυχείο, την Ειρήνη, κληρονόμο της Τράπεζας Αποστολάτου. Η εντυπωσιακή γυναίκα με τα στιλπνά μαύρα μαλλιά (η περιγραφή της μου φέρνει στο νου την Ειρήνη Παππά), βάζοντας χίλια δυο εμπόδια στα σχέδια του Λιούις, τον πείθει να εξαγοράσει το ορυχείο του. Εκείνος, επιστρέφοντας στο Παρίσι, την ερωτεύεται με πάθος και τη διεκδικεί.

Η ιστορία του σύντομου μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1920. Οι περιγραφές του Μοράν είναι όπως σε όλα του τα βιβλία υπέρκομψες. Σκιαγραφούν μια γενιά που παραδίδεται στις απολαύσεις μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Οι γυναίκες απαλλαγμένες από τους αυστηρούς κορσέδες της παλιάς εποχής, διεκδικούν το δικαίωμα μιας ελεύθερης ζωής. Ερωτεύονται, μεθούν, επαναστατούν, χορεύοντας τζαζ σε φωταγωγημένους κήπους και σάλες σαν αυτές που περιγράφει στα βιβλία του και ο Σκοτ Φιτζέραλντ. Η Ειρήνη δεν είναι μία από αυτές. Ενώ επαγγελματικά έχει διεκδικήσει το δικαίωμα να έχει τη δική της επιτυχημένη καριέρα (σπάνιο για εκείνη την εποχή), προσωπικά αδυνατεί να κάνει ένα βήμα μακριά από αυτό που έχει γαλουχηθεί να είναι: μια γυναίκα που δεν πρέπει να έχει μερίδιο στην απόλαυση. Η βαθιά συντηρητική οικογένειά της τηρεί με αυστηρότητα δεσμοφύλακα όλες τις παραδόσεις μιας Ελλάδας, η οποία δεν διαφέρει πολύ από το Ιράν του Χομεϊνί: Μαυροντυμένες γυναίκες χωρίς δικαιώματα, κακοποιημένες είτε από αυταρχικούς συζύγους είτε -το χειρότερο- από μητέρες, θείες, γιαγιάδες, γεροντοκόρες ξαδέρφες που γίνονται η μια για την άλλη ο χειρότερος δήμιος. Η περιγραφή του πατριάρχη της οικογένειας Αποστολάτου είναι ενδεικτική: «Δεν είχε καμιά επιείκεια για τη νεολαία, θεωρούσε κατακριτέο οτιδήποτε ήταν εύκολο και ευχάριστο, επέκρινε τις κόρες του που ξεχνούσαν τα γενέθλιά του, που πίστευαν ότι ήταν ισότιμες, που είχαν το μυαλό τους μόνο στη διασκέδαση, μολονότι και οι δυο τους είχαν ξεπεράσει τα σαράντα και είχαν ζήσει σαν καλόγριες. Τους καταλόγιζε, επιπλέον, ότι είχαν μείνει γεροντοκόρες, μολονότι ο ίδιος είχε κάνει το παν για να τις εμποδίσει να παντρευτούν. Εκείνες τον περιέβαλλαν με φόβο, σεβασμό, θαυμασμό. Είχε κάποτε μια σύζυγο που πέθανε επειδή την κακοποιούσε και της φερόταν βάναυσα. Όταν ήταν υποχρεωμένος να την αφήνει μόνη για να πηγαίνει στην Τράπεζα, δέσμιος της ανατολίτικης ζήλιας του, έλυνε τα μαλλιά της δυστυχισμένης γυναίκας και τα' πιανε ανάμεσα σε δυο συρτάρια ενός κομό, που μετά τα κλείδωνε».

Ο Πολ Μοράν (1888-1976), κοσμοπολίτης ο ίδιος, περιγράφει σε κάθε μυθιστόρημά του λίγο πολύ όσα έζησε. Γι΄ αυτό τα βιβλία του θεωρούνται δικαίως αυθεντικές τοιχογραφίες μιας ολόκληρης εποχής. Είχε την τύχη να ταξιδεύει διαρκώς ως διπλωμάτης, να γνωρίζει κόσμο, να μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Παρισιού, Λονδίνου, Βενετίας. Φίλος του Μαρσέλ Προυστ, του Ζαν Κοκτό και της Κοκό Σανέλ (της οποίας έγραψε τη βιογραφία: Η αύρα της Σανέλ, εκδ. Άγρα), παντρεύτηκε την Ελληνορουμάνα πριγκίπισσα Ελένη Σούτσου. Η συνεργασία του με την κυβέρνηση του Βισύ, στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, τραυμάτισε την εικόνα του και ακόμα και σήμερα αποτελεί ένα αγκάθι στην υστεροφημία του.  


«Φανταστείτε ένα παιδί κακομαθημένο και απαιτητικό, που πιστεύει ότι πάντα πρέπει να γίνεται το δικό του, αξιώνει απόλυτη ελευθερία και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Και στη συνέχεια, φανταστείτε το ίδιο παιδί να τηλεφωνεί στις τρεις το πρωί στη μαμά του να έρθει να το πάρει με το αυτοκίνητο από εκεί που γλεντούσε με την παρέα του, επειδή δεν του έχουν μείνει λεφτά για ταξί».

Έτσι ακριβώς περιγράφει, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Σκέψεις για την πολιτική σήμερα» (εκδ. Πόλις), ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Γιώργος Γιαννουλόπουλος τον Tom McKillop: Τον πρόεδρο της Royal Bank of Scotland, μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου, ο οποίος τρεις εβδομάδες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers τηλεφώνησε στον Βρετανό υπουργό οικονομικών και ζήτησε κρατική βοήθεια. Ένας νεοφιλελεύθερος που οραματίζεται έναν κόσμο όπου το κράτος δεν θα επεμβαίνει στις συναλλαγές της αγοράς, όταν τα βρίσκει σκούρα σηκώνει το τηλέφωνο και απαιτεί από την κρατική μηχανή να τον προστατέψει. «Αιμορραγούμε. Τι σκοπεύετε να κάνετε;».

Δεν θα είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε την αντίφαση. Και στα δικά μας, συγγραφείς γνωστοί για το νεοφιλελεύθερο κυνισμό τους, συχνά προκλητικοί στα social media, σήκωσαν παντιέρα για να προστατέψουν (δικαίως) την Ενιαία Τιμή από μια νεοφιλελεύθερη πολιτική που αντιμετωπίζει το βιβλίο σαν ένα οποιοδήποτε προϊόν στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Οι ίδιοι άνθρωποι συχνά τα έβαζαν με άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδους, συνδικάτα, όταν κι εκείνοι αντιδρούσαν σε μια αντίστοιχη πολιτική «απελευθέρωσης» του δικού τους αντικειμένου. Προφανώς, η αγορά του βιβλίου δεν είναι το ίδιο πράγμα με αυτή της αγοράς του ταξί, ωστόσο εδώ δεν κρίνεται αυτό, αλλά η στάση των -νεοφιλελεύθερης αντίληψης- συγγραφέων που όπως ο τραπεζίτης Tom McKillop σπεύδουν στο «κακό» κράτος για να τους σώσει όταν η φωτιά να φτάσει και στη δική τους πόρτα.

Το μικρό -μόλις 107 σελίδων- αλλά περιεκτικό βιβλίο του κ. Γιαννουλόπουλου ερμηνεύει με μεγάλη ψυχραιμία και διαύγεια την πολιτική του σήμερα και φωτίζει τα δύο βασικά μέτωπα που κυριαρχούν στη μεταμνημονιακή Ελλάδα. Από τη μια έχουμε τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι ο κρατισμός πρέπει να χτυπηθεί στη ρίζα του για να μπορέσει η χώρα να εκσυγχρονιστεί και να γίνει ανταγωνιστική (με τις γνωστές σε όλους μας συνέπειες: υψηλή ανεργία, απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, αλλά και διάλυση του κοινωνικού κράτους: κατάρρευση του εθνικού συστήματος υγείας, άγρια φτωχοποιήση των συνταξιούχων, απαξίωση της δημόσιας παιδείας κ.ά). Από την άλλη έχουμε την Αριστερά (ο συγγραφέας μιλά κυρίως για τον ΣΥΡΙΖΑ) η οποία καλεί τον λαό σε αντίσταση, απορρίπτοντας κάθε μα κάθε απόπειρα εξυγίανσης δημόσιων φορέων, ακόμα και εκείνων που ολοφάνερα έχουν δημιουργηθεί για να καλύψουν τις ανάγκες του πελατειακού κράτους των κομμάτων εξουσίας.

Διαβάζοντας το βιβλίο, αναρωτιέσαι: Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ένα κόμμα που δεν έχει κυβερνήσει ποτέ και υποθέτω δεν έχει καμία ευθύνη για τη διόγκωση του πελατειακού κράτους, το προστατεύει με τόση οργή; Προφανώς γιατί ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι απογοητευμένοι του ΠΑΣΟΚ που αναζήτησαν προστασία στην Αριστερά όταν το κόμμα τους υπέκυψε στη νεοφιλελεύθερη συνταγή της τρόικας. Ο κ. Γιαννουλόπουλος εξηγεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καταφεύγει στο λαϊκισμό με τον οποίο ο Ανδρέας Παπανδρέου οδηγήθηκε στην εξουσία: «Έχει ειπωθεί συχνά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η νέα εκδοχή ή το κακέκτυπο του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Τέτοιου είδους παραλληλισμοί αποδεικνύονται κατά κανόνα παρακινδυνευμένοι, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν βάση. Και δεν εννοώ την τάση του Αλέξη Τσίπρα να ανακυκλώνει τη φρασεολογία του Ανδρέα Παπανδρέου ή να μιμείται το ύφος του. Οι ομοιότητες με το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αναζητηθούν στον τρόπο με τον οποίο ορισμένες έννοιες, έχοντας αποκτήσει θετικό πρόσημο, χάνουν το συγκεκριμένο πολιτικό τους περιεχόμενο και γίνονται αφηρημένες, για να λειτουργήσουν πολυσυλλετικά. (Το αντιστρόφως ανάλογο συμβαίνει όταν το πρόσημο είναι αρνητικό). Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο όρος “μη προνομιούχοι”, που ο Ανδρέας Παπανδρέου τον χρησιμοποιούσε συστηματικά, αλλά αποφεύγοντας ταυτόχρονα να δώσει έναν σαφή ορισμό του. Έτσι άρχισε ο κατήφορος: ο καθένας μπορούσε να αυτοανακηρυχθεί μη προνομιούχος, και στη συνέχεια να ρημάζει το Δημόσιο έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του, επειδή η χαριστική μεταχείριση που απολάμβανε συνιστούσε αποκατάσταση μιας αδικίας. Κάτι ανάλογο κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν μιλάει για “αντίσταση” και “αδικημένους”. Όχι πως δεν υπάρχουν αδικημένοι, και η αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό δεν είναι εκ των ουκ άνευ για κάθε αριστερό· αλλά γιατί αυτή η σκόπιμα θολή ορολογία, εκτός του ότι λειτουργεί ως άλλοθι για να μη διορθωθούν κάποιες εξόφθαλμες παθογένειες με το σκεπτικό ότι το ζητάει η τρόικα, ανοίγει τις πύλες τού υπό την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ αντιμνημονιακού στρατοπέδου σε κάθε καρυδιάς καρύδι, ακόμα κι εκείνους που έσπρωξαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Με ένα τόσο απλό, πλην όμως αποτελεσματικό τέχνασμα, ευελπιστούν στον ΣΥΡΙΖΑ ότι θα επιτευχθεί ο απώτερος σκοπός: να εγκατασταθεί ο Αλέξης Τσίπρας στο Μαξίμου».

Κατά τον συγγραφέα, όπως οι νεοφιλελεύθεροι προκειμένου να κανιβαλίσουν την κρατική μηχανή δεν κάνουν καμία διάκριση μεταξύ πελατειακού και κοινωνικού κράτους, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μία πάγια άρνηση να χαράξει μια σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ΄αυτά τα δύο. Όπως επισημαίνει ο κ. Δημοσθένης Κούρτοβικ στη στήλη του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ: «Αποφεύγοντας να διαχωρίσει με σαφήνεια και έμφαση το κοινωνικό από το πελατειακό κράτος, ο ΣΥΡΙΖΑ ενισχύει το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα για την εγγενή ταύτιση των δύο. Χαρίζει πόντους στη νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα με την αντίστασή του σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξορθολογισμού του κράτους, ακόμη και όπου είναι εξόφθαλμα αναγκαίος, καταγγέλοντάς την ως νεοφιλελεύθερη και ενταγμένη σε ένα ευρύτερο σχέδιο ιδιωτικοποίησης των φορέων και λειτουργιών του Δημοσίου».

Η Αριστερά, σε κρίσιμες περιόδους όπως αυτή, οφείλει άμεσα να κάνει την αυτοκριτική της και να εγκαταλείψει το ανάχωμα του λαϊκισμού πίσω από το οποίο έχει ταμπουρωθεί, να επιστρέψει στον ορθό πολιτικό λόγο (τον οποίο έχει επιτρέψει να καπηλεύονται οι πολιτικοί της αντίπαλοι) και να ερμηνεύσει αντικειμενικά τις αληθινές ανάγκες εξυγίανσης, όπου και όταν αυτές υπάρχουν. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να μην χαρακτηρίζεται δύναμη αναχρονισμού. Ο ρόλος της Αριστεράς δεν είναι να γίνει ασπίδα προστασίας για τα ορφανά του πελατειακού κράτους, αλλά να εγκαθιδρύσει ξανά το κοινωνικό κράτος και να αποκαταστήσει τις αδικίες που έχει επιφέρει η μνημονιακή πολιτική.