Το μυθιστόρημα «Αναμνήσεις
μιας κυρίας» του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο
(εκδόσεις Καστανιώτη) είναι μια πολύ
ενδιαφέρουσα ακτινογραφία του πώς
λειτουργεί η παράλογη «δημοκρατία μιας
μπανανίας». Δικτάτορες, μαφιόζοι,
επιχειρηματίες-αραπαχτικά, αριστοκρατικές
οικογένειες με βρώμικο χρήμα και παλιές
αποικιακού στυλ βίλες γεμάτες συνωμοσίες
και μυστικά. Άγιος Δομίνικος και Κούβα.
Στα μέσα του περασμένου αιώνα. Το βιβλίο
διηγείται την ιστορία της οικογένειας
Μινέτι. Η Ντιάνα Μινέτι, κληρονόμος μιας
αμύθητης περιουσίας, ζει σε μια μεζονέτα
στο Παρίσι, μια ανάσα από τα Ηλύσια Πεδία
και ονειρεύεται την αυτοβιογραφία της:
Ένα βιβλίο γεμάτο κουτσομπολιά από
γκλάμορους πάρτι, πιπεράτα σχόλια για
επώνυμους που έχει συναναστραφεί (από
την Τζάκι Κένεντι μέχρι τον Μάριο Βαργκας
Λιόσα), λαμπερά κοσμήματα και τουαλέτες,
αλλά και τη δραματική προσωπική της
ιστορία. Τα παιδιά της κατάφεραν να
πάρουν δόλια τη διαχείριση ολόκληρης
της περιουσία της και να της αφήσουν
ένα μηνιαίο καταπίστευμα ώστε να ζει
υπερπολυτελώς για όλη της τη ζωή. Για
την αυτοβιογραφία της προσλαμβάνει
έναν Περουβιανό ghost
writer.
Από τις διηγήσεις της
Ντιάνα στο νεαρό συγγραφέα προκύπτει
ένα υπέροχο γαϊτανάκι με τις πιο απίθανες
ιστορίες που φυσικά βασίζονται σε
αληθινά ιστορικά γεγονότα: Ο Τρουχίλιο
(αιμοσταγής δικτάτορας του Αγίου
Δομίνικου από το 1942 έως το 1952), ο
Μπατίστα, η επανάσταση του μουσάτου, η
CIA, η φασιστική κυβέρνηση του Μουσολίνι,
οι νονοί της Ιταλίας και φυσικά η Μαφία
της Κούβας (π.χ. Σάντος
Τριφικάντε: πρόσωπο που συναντά
κανείς και στο βιβλίο Αμερικανικό Ταμπλόιντ του Τζέιμς Ελρόι, εκδ. Άγρα).
Όταν ο νεαρός συγγραφέας
ξεκινά τις έρευνες για να συμπληρώσει
τα κενά στις αφηγήσεις της Ντιάνα
ανακαλύπτει ότι η περιουσία της
οικογένειας Μινέτι προέκυψε από τη
συνεργασία του πατέρα της με τη φασιστική
Ιταλία του 1940. Ο πατέρας της,
πρόξενος της
κυβέρνησης Μουσολίνι στον Άγιο
Δομίνικο, κάνει τις δουλειές του (κυρίως
εμπόριο αυτοκινήτων) πατώντας στη δύναμη
του φασισμού και στην επιρροή της
ιταλικής μαφίας. Όταν κάποια στιγμή
εναντιώνεται στον δικτάτορα του Αγίου
Δομίνικου, τον φοβερό Τρουχίλιο (στην
παρανοϊκή προσωπικότητα του οποίου
βασίζεται το μυθιστόρημα «Η γιορτή του Τράγου» του Μάριο Βάργκας Λιόσα, επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη) και
συμμετέχει στο σχέδιο δολοφονίας του,
χάνει τα πάντα και αυτοεξορίζεται μαζί
με την οικογένειά του στην Κούβα του
Μπατίστα. Ο μεγαλομανής δικτάτορας της
Αβάνας, που δεν πλήρωνε ποτέ τίποτα και
καταπατούσε ό,τι επιθυμούσε, τους δίνει
άσυλο θέλοντας την στήριξη της ιταλικής
μαφίας. Οι Μινέτι πολύ γρήγορα δικτυώνονται
και συνεργάζονται άψογα με τον υπόσκοσμο
και τη μαφία της Κούβας. Ο πατέρας
αγοράζει εφημερίδες και αποκτά τεράστια
δύναμη, ενώ ο γιος του Μινετίνο, αδερφός
της Ντιάνα γίνεται πράκτορας των
Αμερικανών στο νησί. Η οικογένεια,
έχοντας πλέον βάσεις σε όλες τις πλευρές,
χτίζει ξανά πολύ γρήγορα την περιουσία
της.
Ανάμεσα στις απολαυστικές
διηγήσεις για τη ζωή της Ντιάνα Μινέτι
παρεμβάλλεται η προσωπική ιστορία του
Περουβιανού αφηγητή που έχει αναλάβει
να γράψει το βιβλίο της πάμπλουτης
γυναίκας. Αν και είναι γραμμένη με
χιούμορ και αποτυπώνει πολύ καθαρά τις
περιπέτειες ενός λαθρομετανάστη νεαρού
συγγραφέα που προσπαθεί να εκδώσει το
πρώτο του βιβλίο, θεωρώ πως απλά ωχριά
μπροστά στους καταιγιστικούς ρυθμούς
που έχουν τα κεφάλαια που αφορούν την
οικογένεια της Ντιάνα.
Όπως κι αν έχει, το
βιβλίο διαβάζεται γρήγορα. Δεν μπορείς
να το αφήσεις από τα χέρια σου. Είναι
γεμάτο εξαιρετικές εικόνες και πληροφορίες
για το πως δρα η μαφία, πως γεννιούνται
και πέφτουν οι δικτατορίες και πώς
χτίζονται οι ματωμένες περιουσίες. Η
εξουσιομανία δε του Τρουχίλιο με
εντυπωσίασε τόσο που διάβασα κατευθείαν
τη «Γιορτή του Τράγου».
Υ.Γ. Το βιβλίο «Αναμνήσεις
μιας κυρίας» θα το βρείτε σε προσφορά
στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία: € 3,83.
Χθες κατέβηκα με το
ποδήλατο στο Φλοίσβο. Havaianas, σακίδιο
στην πλάτη, γυαλιά ηλίου και headphones –
κανονικός τουρίστας. Στην τσάντα, μέσα
στο σακουλάκι του book crossing, είχα «Το
κοιμητήριο της Πράγας» του Ουμπέρτο
Έκο που βαρέθηκα να διαβάσω
(zzZzzZzzzzZzzZzz). Σκόπευα να το «απελευθερώσω»
σε ένα παγκάκι πίσω από το τραμ. Όταν
έφτασα, μία ποδηλάτισσα προσπαθούσε να
κάνει το ίδιο με το μυθιστόρημα του
Πάμπλο Τουσέτ «Το καλύτερο που μπορεί
να συμβεί σ' ένα κρουασάν» (εκδόσεις
Οpera). Μπορεί να μην ακολουθήσαμε ακριβώς
τη διαδικασία του book crossing (κάντε κλικ εδώ για περισσότερες πληροφορίες) αλλά
ανταλλάξαμε μια χαρά τα βιβλία μας.
Το μυθιστόρημα του Τουσέτ που «ψάρεψα» απ' το δρόμο, φαίνεται τέλειο! Είναι νουάρ της πλάκας (με την καλή την έννοια). Υπόθεση: Ένας τριαντάρης, χοντρός τύπος, κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας, περνάει το χρόνο του παίζοντας playstation, κάνοντας πληρωμένο σεξ, σαβουρώνοντας ό,τι βρει μπροστά του (και κυρίως βουτυρωμένα κρουασάν) και χαζεύοντας όλη μέρα στο διαδίκτυο... Ο Πάμπλο Μιράγιες-Μπαλού, όπως είναι το όνομά του, είναι ένας άεργος αντι-πλέιμποϊ: Δεν πλένεται, είναι κακόγουστος και ζει για να τρώει. Όταν εξαφανίζεται μυστηριωδώς ο μεγάλος αδερφός του, ο Πάμπλο αναλαμβάνει ο ίδιος προσωπικά τις έρευνες για τον εντοπισμό του και μπλέκει σε ένα σουρεαλιστικό λαβύρινθο στην καρδιά της Βαρκελώνης.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο έπεσα σε απίστευτους διαλόγους. Άλλωστε ο Τουσέτ φημίζεται για το χιούμορ του. Εκτός από «Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν» που κυκλοφόρησε στη χώρα μας το 2003 κι έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, έχουν μεταφραστεί επίσης από τις εκδόσεις Opera και τα υπόλοιπα βιβλία του: «Ο άρχοντας των χοιρινών» (2008) και φέτος το«Πεθαμένοι στα γέλια».
To trailer της ταινίας
«Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν»
Υ.Γ. Μαργαρίτα, αν διαβάσεις την ανάρτηση, κράτα το μυστικό ;-)
Ποιος είναι
ο μυστηριώδης τύπος με το λευκό κοστούμι
που πίνει σαμπάνια στη βιβλιοθήκη, ενώ
έξω, στους γαλάζιους κήπους της τεράστιας
βίλας του μεθά με δροσερά κοκτέιλς όλη
η αριστοκρατία της Νέας Υόρκης; Κανείς
δεν ξέρει. Είναι πρώην κατάσκοπος των
Γερμανών, πράκτορας, λαθρέμπορος, νονός
της μαφίας με ματωμένα χρήματα ή απλώς
ένας άντρας που έχασε για πάντα εκείνη
που αγαπούσε; Ένας βαθιά πληγωμένος
άνθρωπος που αρνείται να προσαρμοστεί
στην πραγματικότητα και προσπαθεί
απεγνωσμένα να χτίσει τον κόσμο ξανά ή
ένα κακομαθημένο παιδί που δεν θα
μεγαλώσει ποτέ και αδυνατεί να αποδεχτεί
την ήττα του;
Ο Γκάτσμπυ
γνώρισε την Νταίζη όταν ήταν φτωχός.
Τίποτα στον αέρα του δεν πρόδιδε την
ταπεινή καταγωγή του. Όταν εκείνος έφυγε
για τον πόλεμο, ορκίστηκε μέσα του να
γίνει πλούσιος, για να είναι αντάξιος
της Νταίζη. Και τα κατάφερε. Επινόησε
τον ...εαυτό του: ένα νεόπλουτο κοσμοπολίτη
με ιδιαίτερο στυλ, τις ρίζες του οποίου
όλοι αγνοούσαν. Ο κόσμος πήγαινε στα
πάρτυ του μα δεν ήξερε ποιος πραγματικά
ήταν κι από πού προερχόταν η περιουσία
του. Φήμες ακολουθούσαν το όνομά του:
Καθένας έλεγε για εκείνον ό,τι ήθελε,
έτσι που η πραγματικότητα είχε για τα
καλά κρυφτεί μέσα σε ένα σύννεφο από
παρερμηνείες. Το μόνο που ενδιέφερε τον
Γκάτσμπυ ήταν η αγάπη της Νταίζη. Εκείνη
όμως είχε παντρευτεί ήδη τον Τομ
Μπιουκάναν, έναν αλαζονικό, πλούσιο, νεαρό πολίστα, κι είχαν μαζί ένα παιδί.
«Δεν μπορείς
να φέρεις πίσω το παρελθόν» τόλμησα να
πω.
«Να φέρεις
πίσω το παρελθόν;» φώναξε εκείνος
δύσπιστα. «Μπορείς και παραμπορείς
μάλιστα!».
Κοίταξε γύρω
του άγρια, σάμπως το παρελθόν να παραμόνευε
εκεί, μες στη σκιά του σπιτιού του –
έτσι ν' άπλωνε το χέρι του, θα 'το φτανε.
«Θα φτιάξω
τα πάντα ακριβώς όπως ήταν» είπε κουνώντας
αποφασιστικά το κεφάλι του. «Θα δει!».
Άρχισε να
λέει πολλά για το παρελθόν κι έβγαλα το
συμπέρασμα πως ήθελε να επανορθώσει
κάτι, ίσως κάποια ιδέα του που τον είχε
κάνει να ερωτευθεί την Νταίζη. Η ζωή του
από τότε ήταν μπερδεμένη κι άταχτη, μα,
αν μπορούσε έστω και μια φορά να
ξαναγυρίσει σ΄ένα νέο σημείο εκκίνησης
και να περάσει πάλι απ' όλα αυτά σιγά
σιγά, θα μπορούσε ν' ανακαλύψει ποιο
ήταν αυτό το πράγμα...
Ο Γκάτσμπυ
είναι εμμονή. Απ' όλους τους απεγνωσμένους
ήρωες της λογοτεχνίας, ο πιο αγαπημένος.
Αμέτρητες φορές έχω ονειρευτεί τη ζωή
του: τη βίλα του, τη λαμπερή κίτρινη
Rolls Royce του, τα κοστούμια και τον παραμυθένιο
κήπο του στο Λονγκ Άιλαντ. Έχω ερωτευθεί
την Νταίζη, έχω μεθύσει με τα κοκτέιλ
του, έχω ταξιδέψει μαζί του στους δρόμους
του Μανχάταν...
Ίσως γιατί
συμβολίζει το κομμάτι του έρωτα που
σέβομαι πιο πολύ: το ανικανοποίητο.
Η αλήθεια
ήταν πως ότι ο Τζέυ Γκάτσμπυ του Ουέστ
Εγκ στο Λονγκ Άιλαντ ξεπήδησε απ' την
πλατωνική ιδέα του εαυτού του. Ήταν ένας
γιος του Θεού -φράση που, αν σημαίνει
κάτι, σημαίνει ακριβώς αυτό- κι έπρεπε
να ασχοληθεί με τη δουλειά του Πατέρα
Του, υπηρετώντας μια απέραντη, βάρβαρη,
εκπορνευμένη και φανταχτερή ομορφιά.
Έτσι σκαρφίστηκε το είδος του Τζέυ
Γκάτσμπυ που θα μπορούσε ίσως να
σκαρφιστεί ένα δεκαεφτάχρονο αγόρι και
σ' αυτή την ιδέα έμεινε πιστός ως το
τέλος.
Ο υπέροχος
Γκάτσμπυ παίζει και χάνει. Όπως όλοι
όσοι ποντάρουν τα πάντα στον έρωτα. Ή
στην ψευδαίσθησή του. Ξοδεύει και
ξοδεύεται μέχρι τέλους αναζητώντας την
εξιδανικευμένη εικόνα της Νταίζη,
αποζητώντας λίγη από την προσοχή της.
Οργανώνει λαμπερούς χορούς, φωταγωγεί
το σπίτι του, χτίζει το μύθο του και μετά
αποσύρεται, συναισθηματικά ανίσχυρος
να διαχειριστεί την αληθινή ζωή,
παρατηρώντας από μακριά τα πάντα μέχρι
να εμφανιστεί εκείνη.
Μουσική
ερχόταν απ' το σπίτι του γείτονα τις
καλοκαιρινές νύχτες. Μες στους γαλάζιους
κήπους του άντρες και κορίτσια
πηγαινοέρχονταν σαν πεταλουδίτσες
ανάμεσα σε ψιθυρισμούς, σε σαμπάνια κι
αστέρια. Στην παλίρροια του απογεύματος
έβλεπα τους καλεσμένους του να κάνουν
βουτιές απ' το ύψος της εξέδρας του ή να
λιάζονται πάνω στην καυτή άμμο της
παραλίας του, ενώ οι δύο του βενζινάκατοι
έσκιζαν τα νερά του Περάσματος τραβώντας
πίσω τους σκιέρ πάνω από καταρράχτες
αφρού. (...) Στην κεντρική αίθουσα είχε
στηθεί ένα μπαρ με πραγματικά μπρούτζινο
κάγκελο κι ήταν εφοδιασμένο με τζιν και
με διάφορα ποτά τόσον καιρό ξεχασμένα,
ώστε ήταν αδύνατον, λόγω της νεαρής τους
ηλικίας, να ξεχωρίσουν το ένα απ' το άλλο
οι περισσότεροι απ' τους θηλυκούς
καλεσμένους του.
Στις εφτά η
ώρα έχει φτάσει η ορχήστρα -όχι πέντ'
έξι όργανα μόνο, μα ένα ολόκληρο σύνολο
από όμποε και τρομπόνια και σαξόφωνα
και βιόλες και κόρνες και φλάουτα και
κρουστά, ψηλά και χαμηλά. Οι τελευταίοι
κολυμβητές έχουν γυρίσει πια απ' την
ακρογιαλιά και αλλάζουν στα πάνω
πατώματα, τ' αμάξια απ' τη Νέα Υόρκη έχουν
παρκάρει σε πέντε σειρές και ήδη οι
αίθουσες και τα σαλόνια κι οι βεράντες
έχουν γεμίσει με φανταχτερά χρώματα
και με παράξενες καινούριες κομμώσεις
και με μαντίλες που ξεπερνούν τα
καστιλιάνικα όνειρα. Το μπαρ σε πλήρη
οργασμό και δίσκοι με κοκτέιλ γυροφέρνουν
σαν κύμα στον κήπο απ' έξω, ωσότου
ζωντανεύει η ατμόσφαιρα με κουβέντες
και γέλια, με τυχαία υπονοούμενα και
συστάσεις που ξεχνιούνται αυτοστιγμεί
κι ενθουσιαστικές γνωριμίες ανάμεσα
σε γυναίκες που δεν είχαν ακούσει ποτέ
τα ονόματα η μία της άλλης.
Στη μια μεριά
ο Γκάτσμπυ, στη φωταγωγημένη βίλα του,
μόνος μέσα στο μεθυσμένο πλήθος, και
στην άλλη ακτή του κόλπου, ακριβώς
απέναντι, η Νταίζη στην έπαυλη των
Μπιουκάναν. Εγκλωβισμένη σε ένα
δυστυχισμένο γάμο, ανέχεται τη διπλή
ζωή του συζύγου της για να μη χάσει τις
ανέσεις της καλής ζωής που της προσφέρει.
Εκείνη ξέρει καλά που βαδίζει, καθοδηγείται
από τις πραγματικές της ανάγκες.
Αντιθέτως, ο Γκάτσμπυ ονειροβατεί,
απολύτως χαμένος μέσα στον κόσμο, ξένος
ανάμεσα σε ξένους, ακολουθεί τα χνάρια
μιας ουτοπίας, η οποία αντί να ξεκαθαρίζει
με τα χρόνια γίνεται όλο και πιο σκοτεινή.
Και τον τυλίγει σαν την πνιγηρή ομίχλη
που βγαίνει από τον κόλπο του Γουέστ
Έγκ τα χαράματα και απλώνεται γύρω από
την κατάλευκη έπαυλή του. Ο Γκάτσμπυ ζει
έχοντας πίστη σ΄αυτή την ουτοπία. Μέχρι
το τέλος.
Θα πρέπει
να υπήρξαν στιγμές, ακόμα κι εκείνο το
απόγευμα, που η Νταίζη πέταγε σαν άχρηστα
τα όνειρά του – όχι από δικό της λάθος,
μα επειδή έφταιγε η τεράστια ζωτικότητα
των ψευδαισθήσεών του, που την είχαν
ξεπεράσει, είχαν ξεπεράσει το καθετί.
Είχε ριχτεί μέσα στην αυταπάτη μ΄ένα
δημιουργικό πάθος, προσθέτοντας της
όλη την ώρα κάτι νέο, στολίζοντάς την
με κάθε ελαφρύ φτερό που έβγαινε στο
δρόμο του. Καμιά φωτιά, ούτε και καμιά
δροσιά, δεν μπορεί να αναμετρηθεί μ'
ό,τι ένας άνθρωπος μπορεί ν' αποθηκεύσει
μες στη στοιχειωμένη καρδιά του.
Οι περιγραφές
από τη δεκαετία του '20, είναι μαγικές.
Όπως άλλωστε σε όλα τα βιβλία του Φράνσις
Σκοτ Φιτζέραλντ. Είναι λες και η τζαζ
πλημμυρίζει κάθε σελίδα τους, από την
πρώτη μέχρι την τελευταία. Έχω διαβάσει
το βιβλίο πάρα πολλές φορές (εκδόσεις
Πατάκη). Και πάντα με μαγεύει το ίδιο.
Φέτος το διάβασα ξανά, με αφορμή την
ταινία του Μπαζ Λούρμαν που θα προβληθεί
το Μάιο του 2013. Αν και φανατικός του
φιλμ με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ (1974), βρίσκω
το τρέιλερ της νέας ταινίας μαγικό. Και
το εύρημα του σκηνοθέτη να ντύσει τις
σκηνές με σύγχρονη μουσική (Jack White και
Jay Z), όπως έκανε και στο Moulin Rouge, με γεμίζει
ανυπομονησία. Το ίδιο ανυπόμονα περίμενα και την έκδοση του Υπέροχου
Γκάτσμπυ από τις εκδόσεις Άγρα σε
μετάφραση του Άρη Μπερλή.
To trailer της ταινίας με τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο.
Το τραγούδι Love Is Blindness (ερμηνεία: Jack White)
από το soundtrack της νέας ταινίας.
To trailer της ταινίας του 1974 με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.
Υ.Γ. Το μυστήριο του Γκάτσμπυ συνοψίζεται τέλεια σε μια φράση του Γιώργου Χειμωνά: «Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε, κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και προπαντός, κανείς να μη μάθει ποτέ, πώς πεθάναμε». Ουσιαστικά ο Γκάτσμπυ έκρυψε για τα καλά τον αληθινό εαυτό του πίσω από μια εικόνα που ο ίδιος έφτιαξε. Μια εικόνα πάνω στην οποία όλοι αντανακλούσαν τη δίψα τους για κάτι πρωτόγνωρο, ξεχωριστό.
Από τα Μακεδόνικα
ακούγονται κάθε τόσο μοιρολόγια. Τους
έρχονταν τα μαντάτα από το Γράμμο, το
Βίτσι. Οι μανάδες μας κοιτάζονταν
αμίλητες, κούναγαν το κεφάλι. Μαζεύουνε
τα παιδιά. Θα μας στείλουν αλλού, χώρια
απ' τους δικούς μας. Οι Μακεδόνισσες τα
'δωσαν τα δικά τους. Έκλαιγαν, τα φιλούσανε,
δεν είπανε όχι. Οι δικές μας αγρίεψαν.
Έσκουζαν, καταριόντανε, μας έσφιγγαν
πάνω τους, μια δυο πέσανε στους υπεύθυνους
με τα νύχια, βάλαμε κι εμείς τα κλάματα,
μας αφήσανε. Πήραν τα μεγαλύτερα, από
δέκα και πάνω. Μας φορτώνουν σε μεγάλα
καμιόνια. Μετά στο βαπόρι, ένα πολωνέζικο
φορτηγό, είπανε. Μας ανεβάζουν με βίντσι
και τρέμουμε, κάποιος πέφτει στη
θάλασσα. Κατεβάζουν το φαγητό με
αλυσίδες, είμαστε μέσα στο αμπάρι πατείς
με πατώ σε. Δεν μας αφήνουν να ξεμυτίσουμε.
Ανέβηκε ο πάππους μια μέρα στο κατάστρωμα,
περνούσε ένα βαπόρι, "Πέσε κάτω"
του λένε, δεν έπεφτε, τον κατέβασαν με
τη βία.
Η Μητριά Πατρίδα του
Μιχάλη Γκανά (εκδόσεις Μελάνι) είναι
ένα αφήγημα-ποίημα για την ξενιτιά. Για
εκείνους που φεύγουν αναζητώντας όσα
θα έπρεπε να είναι αυτονόητα, αλλά κυρίως
τη δυνατότητα να μπορούν να ελπίζουν
σε ένα καλύτερο μέλλον. Για τους δικούς
μας που από τη μια μέρα στην άλλη γίνονται
μια διεύθυνση μακρινή σε κάποια χώρα
ξένη.
Το διάβασα μέσα σε δύο
ώρες, σε μια αυλή της Αθήνας. Παραμονές
των δεύτερων εκλογών. Με τη Χρυσή Αυγή
να γιγαντώνεται κυνηγώντας μετανάστες.
Το διάβασα και θυμήθηκα: εκείνα τα
γράμματα στο συρτάρι της γιαγιάς μου
που της έστελνε ο γιος της από την Αφρική.
Έφυγε στα 25 και γύρισε στα 50. Ξένος
ανάμεσα σε ξένους. Μια ζωή. Θυμήθηκα τις
περιγραφές του άλλου μου παππού που,
από την Κατοχή, τότε που άφησαν πίσω
τους τα πάντα και αναγκάστηκαν να γίνουν
εσωτερικοί μετανάστες, στοιβαγμένοι
σε καΐκια έφευγαν από το νησί τους γιατί
δεν μπορούσαν πια να ταΐσουν τα παιδιά
τους.
Πόσο μακριά όλα αυτά;
Και πόσο κοντά; Ένα γύρισμα της τύχης
κι από ντόπιος γίνεσαι ξένος. Από εκεί
που κυνηγάς άλλους εδώ μην μπουν στο
σπίτι σου, σε κυνηγούν αλλού και σε
διώκουν γιατί είχες την ατυχία να πρέπει
να φύγεις από την πατρίδα σου για να
επιβιώσεις.
Σε μια χώρα με τέτοια
ιστορία στη μετανάστευση, με τόσες
παλιές φωτογραφίες στα σαλόνια των
γιαγιάδων με θείους που δεν γνωρίσαμε
ποτέ, πώς είναι δυνατόν να στοχοποιούμε
τους μετανάστες; Να δίνουμε δύναμη σε
κάποιον που βαφτίζει λαθραίους τους
ανθρώπους και τους κυνηγά με τσεκούρια
στις πλατείες και τους χτυπά με
σιδηρογροθιές στο μετρό;
Το αυτοβιογραφικό
βιβλίο του Μιχάλη Γκανά απλά περιγράφει
τα ζορια που μόνο στις λέξεις μπορούν
να δικαιωθούν. Τραύματα που μονάχα η
ποίηση μπορεί να επουλώσει. Ήρωες του
αφηγήματος μια μάνα με τα παιδιά της κι
ένας παππούς που αναγκάζονται στα χρόνια
του εμφυλίου να φύγουν από την πατρίδα
γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Περνούν τα
σύνορα και πηγαίνουν στο χωριό Μπελογιάννης
της Ουγγαρίας. Εκεί μένουν μέχρι το
1954.
Μεσημέρι, η μυρουδιά
της ρίγανης. Ολούθε βουνά, ρείκια, ξερό
χορτάρι. Είμαι στο ποτάμι με τ' άλλα
παιδιά, κολυμπάμε. Μετά πηγαίνουμε
χαμηλότερα για νερόφιδα και καβούρια,
ως τη ρηχή σπηλιά με τα πετροχελίδονα,
εκεί που σμίγουνε δυο ποτάμια. Ακούγονται
κρωξιές από μεγάλα πουλιά, οι πέτρες
καίνε. Η φωνή μιας γυναίκας μακρινή.
«Χρυσάνθη...» Τα παιδιά όλα μαζί
«Χρυσάνθη...» Ένα φτερό αγγίζει τα σπλάχνα
μου, σαν να γυρίζει αδράχτι γνέθοντας
ψιλή μαύρη κλωστή.
Το βράδυ τυλίγονται
στο κορμί μου τα νερά, που μέσα τους
κολύμπησα. Σκοτεινά, γεμάτα πέτρες
γλιστερές, βατράχια και νερόφιδα. Τ'
όνομα της Χρυσάνθης βουλιάζει, σαν
γυάλινο μάτι. Είναι θαμμένη στην Ουγγαρία.
Σ' ένα μικρό κοιμητήριο γεμάτο λουλούδια.
Τότε που πήγαμε εκδρομή με το σχολείο
δεν το 'ξερα. Κάποιο παιδί διάβασε τ'
όνομά της και μου ΄δειξε τον τάφο. Πήγα
στο σπίτι και τους το 'λεγα το βράδυ, με
πήραν άξαφνα τα κλάματα.
Όταν επιστρέφουν στην
Ελλάδα ζουν σε μια πατρίδα που δεν είναι
πια μάνα, αλλά μητριά, αφού ακόμα κι εδώ
όπου γεννήθηκαν αντιμετωπίζονται ως
μετανάστες για δεύτερη φορά.
Απόγευμα στη Γουμενίτσα,
δεν έπιανε το βαπόρι, μας βγάλανε με
βάρκες. Πολλοί φιλάνε το χώμα, κάποιος
ανέβηκε σ΄ένα τεπόζιτο κι έβγαζε λόγο.
Κλάματα, φωνές, αγκαλιάσματα. Βρήκαμε
τον πατέρα. Κλαίγανε η μάνα κι αυτός,
εγώ δεν μπορούσα να κλάψω. Μας πήγε σ΄ένα
καφενείο, το 'χε συγγενής μας, ήταν πολλοί
εκεί, μας κέρναγαν λουκούμια. «Μια χαρά
είστε» μας λέγανε, «γεροί, καλοντυμένοι».
Λες και δεν λάβαιναν φωτογραφίες.
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο
αφίσες για τις ταινίες του Γούντι Άλεν
έπεσα σε αυτό το blog blogminimalmovieposters.tumblr.com, το οποίο αν αγαπάτε
το σινεμά αξίζει να επισκεφθείτε οπωσδήποτε. Έχει
συγκεντρωμένα χιλιάδες μοντέρνα,
μινιμαλιστικά πόστερ για καινούριες
και πιο παλιές ταινίες, για καλτ φιλμ
και blockbusters. Εδώ έχω επιλέξει μερικά από
αυτά για να πάρετε μια ιδέα. Όλα βασίζονται σε ένα απλό μήνυμα και κρύβουν
πίσω τους μια ιδέα. Παρακαλώ πριν συνεχίσετε, απενεργοποιήστε τα κινητά σας.
Το blog μεταφέρθηκε σε νέα διεύθυνση: loureadblog.com
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Βιβλία και άλλα...
TΟ ΜΟΤΟ ΜΟΥ
«Ενα φλιτζάνι καφές, ένα τσιγάρο που καπνίζεις και το άρωμά του σε διαπερνά, τα μάτια μισόκλειστα μέσα στο ημίφως του δωματίου... Δεν θέλω τίποτε άλλο από τη ζωή εκτός από τα όνειρά μου και αυτό... Λίγο είναι; Δεν ξέρω. Μήπως ξέρω τι είναι λίγο και τι πολύ;» Φερνάντο Πεσσόα