Με τον Τζέιμς Ελρόι, πέρα από το γεγονός ότι λατρεύει την κλασική μουσική και την τζαζ, δεν συμφωνώ σε τίποτα απολύτως. Είναι ελεεινά συντηρητικός, ρατσιστής, φοράει φρικτά χαβανέζικα πουκάμισα και έχει αποκηρύξει το βιβλίο με το οποίο αγάπησα τη noir λογοτεχνία. Το μυθιστόρημα Οι δρόμοι του δολοφόνου (εκδόσεις Καστανιώτη) σύμφωνα με τον ίδιο είναι το χειρότερο που έχει γράψει.

Όταν σε μία συνέντευξή του τον ρώτησαν γιατί είναι το πιο παραγκωνισμένο του έργο απάντησε ότι «δεν είναι ένα βιβλίο εφάμιλλο των άλλων, γιατί διατηρεί τον ίδιο τόνο από την αρχή ως το τέλος».

Το διάβασα το 2002, όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά. Μέχρι τότε δεν ήμουν ιδιαίτερα φίλος της αστυνομικής λογοτεχνίας. Τα κομμένα κεφάλια που βρίσκονταν πεταμένα σε κάδους τότε μού προκαλούσαν αμηχανία, ενώ ακόμα και σήμερα έχω ένα θέμα να διαβάζω για εξαφανισμένα παιδάκια. Πέρα από τους Αγκάθα Κρίστι, Ζορζ Σιμενόν, Ρέιμοντ Τσάντλερ και Γιάννη Μαρή, οι περιγραφές των οποίων δεν ήταν άγριες, είχα άλλα διαβάσματα, ενώ από τους σύγχρονους συγγραφείς προτιμούσα το μοντέρνο στυλ των Μάρτιν Έιμις, Μπρετ Ίστον Έλις και Τσακ Πόλανικ που μιλούσαν για τη βία με πιο χιουμοριστικό τρόπο.

Τριγυρίζοντας στους Δρόμους του δολοφόνου ανακάλυψα την αδρεναλίνη της δυνατής πλοκής και άρχισα να βουτάω χωρίς μάσκα στα σκοτεινά νερά της αστυνομικής λογοτεχνίας. Αρχικά διάβασα την Τετραλογία του Λος Άντζελες (Μαύρη Ντάλια, Μεγάλο Πουθενά, Λος Άντζελες Εμπιστευτικό, Λευκή Τζαζ). Το στυλ του Ελρόι με μάγεψε. Οι σελίδες έσταζαν αίμα, ήταν γεμάτες διαστροφή και παράνοια, όμως είχαν κάτι βαθιά ποιητικό. Ο Ελρόι έχει τον τρόπο να περιγράφει τα πιο άγρια πράγματα με μία ψυχρότητα που σε καθηλώνει. Χωρίς να το συνειδητοποιείς οι λέξεις του και όσα αυτές περιγράφουν εισβάλλουν κάτω από το δέρμα και μένουν εκεί για καιρό. Δεν ξέρω τι συνέβη, ξαφνικά δεν είχα θέμα με τις σκηνές των εγκλημάτων (αν και ακόμα θυμάμαι με αηδία εκείνη με τα σκυλιά στο Μεγάλο Πουθενά). Έγινα τόσο αναίσθητος, που ξεκίνησα να τρώω πίτσα, βλέποντας τα nerd των εγκληματολογικών εργαστηρίων να τεμαχίζουν πτώματα στα νεκροτομεία του CSI: Miami ή του Bones. Ξεκοκάλιζα με τρελή ταχύτητα οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου μέχρι που εθίστηκα: Ρουθ Ρέντελ, Πατρίτσια Χάισμιθ, Mάικλ Κόνελι, Μινέτ Γουόλτερς, Π. Ντ. Τζέιμς, Ίαν Ράνκιν, Πατρίτσια Κόρνγουελ, και αργότερα όλους τους συγγραφείς των σκανδιναβικών noir θρίλερ (Στιγκ Λάρσον, Χένινγκ Μάνκελ, Άρνε Νταλ, Τζο Νέσμπο κ.α.).

Δεν ξέρω πραγματικά πώς θα μου φαίνονταν σήμερα Οι δρόμοι του δολοφόνου. Ίσως, έχοντας πια διαβάσει το Αμερικανικό Ταμπλόιντ και το Αμερικανικό ταξίδι θανάτου (που θεωρώ ότι είναι τα πιο σπουδαία βιβλία του Ελρόι), να έβλεπα αυτό που ισχυρίζεται και ο ίδιος ο συγγραφέας, ότι είναι υποδεέστερο σε σύγκριση με οτιδήποτε άλλο έχει γράψει.

Παρόλα αυτά, απ' όσο θυμάμαι, όταν διάβαζα έντεκα χρόνια πριν την on the road περιπέτεια του serial killer Μάρτιν Πλάνκετ δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Το τέλειωσα σε δύο νύχτες, κατάπινα τις σελίδες άναυδος από το πόσο αναίτια μπορεί να χάσει κάποιος τη ζωή του επειδή βρέθηκε τυχαία στο δρόμο ενός παρανοϊκού. Ο ήρωας, ένας καταπιεσμένος ομοφυλόφιλος με αγγελικό πρόσωπο, αφού σκότωσε τη μητέρα του, φόρτωσε τα πράγματά του στο αυτοκίνητό του (το θανατοκίνητο όπως το αποκαλούσε) και ξεκίνησε ένα ταξίδι από το Λος Άντζελες στην Καλιφόρνια, σκορπώντας το θάνατο. Ο συγγραφέας βάζοντας το δολοφόνο να μιλά σε πρώτο πρόσωπο δεν μένει μόνο στα εγκλήματα, αλλά φωτίζει και όλες τις ψυχικές διεργασίες ενός άρρωστου μυαλού που έφτασε στο σημείο να εθιστεί στο αίμα. Εκτός από την αφήγηση του Μάρτιν Πλάνκετ, τα γεγονότα παρουσιάζονται τόσο με τη μορφή δακτυλογραφημένων αστυνομικών αναφορών από τον ντετέκτιβ που είχε αναλάβει να διαλευκάνει την υπόθεση, όσο και με τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες της εποχής.

Υ.Γ. Η καινούρια έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη είναι μια καλή αφορμή για να διαβάσω ξανά το βιβλίο, αν και θυμάμαι ακόμα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τα γεγονότα ένα προς ένα.

Υπάρχουν κάτι τύποι στη λογοτεχνία, μεγάλα καθάρματα, που όμως καταφέρνουν να σε κάνουν να ταυτιστείς μαζί τους. Κι όχι μόνο τους συμπαθήσεις, αλλά τελικά να έχεις και αγωνία αν θα τους πιάσουν. Ο Τομ Ρίπλεϋ είναι το καλύτερο παράδειγμα.

Η Πατρίτσια Χάισμιθ κατάφερε να δημιουργήσει τον πιο συμπαθητικό απατεώνα της νουάρ λογοτεχνίας: Έναν εγκληματία που αντιμετωπίζει την απάτη ως τέχνη. Αλλάζει εαυτούς με μεγάλη ευκολία, όπως ένας καλός ηθοποιός υποδύεται τους ρόλους του στη σκηνή. Η ιστορία του ξεκινά στο Μοντζιμπέλο (με το μυθιστόρημα Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ), όπου ο Τομ σκοτώνει έναν πλούσιο Αμερικανό, νεαρό κληρονόμο που απολάμβανε μακριά από την πλούσια οικογένειά του μια μποέμ ζωή στη Μεσόγειο. Ο Ντίκι Γκρίνφιλντ ζούσε σε ένα από τα πιο όμορφα ψαροχώρια της Ιταλίας, ζωγραφίζοντας, κολυμπώντας και κάνοντας ιστιοπλοΐα. Αφού ο Ρίπλεϋ κατάφερε να μπει στη ζωή του, τον δολοφόνησε, ξεγέλασε τους πάντες, έκλεψε την ταυτότητά του και ταξίδεψε στη Ρώμη, τη Βενετία, τα νησιά του Αιγαίου, πότε ως Ντίκι και πότε ως Τομ, κάνοντας καλή ζωή με τα χρήματά του πρώτου.

Στο δεύτερο βιβλίο Ο Ρίπλεϋ κάτω απ' το χώμα (εκδ. Άγρα) ο Τομ, χρόνια μετά, έχει παντρευτεί ένα πλούσιο κορίτσι με αριστοκρατική καταγωγή, την Ελοΐζ, και ζουν μαζί στη γαλλική εξοχή, σε ένα υπέροχο πέτρινο σπίτι πλάι στο δάσος. Εκεί, περνά τη μέρα του ήσυχα φροντίζοντας τον κήπο, ακούγοντας κλασική μουσική, συλλέγοντας κρασιά σε μια πλούσια κάβα. Ζει σε έναν χώρο γεμάτο έργα τέχνης και όλα όσα χρειάζεται ένας αληθινός μπον βιβέρ για να μην πλήττει ποτέ.

Ο Τομ Ρίπλεϋ όμως, για να μπορεί να συντηρεί το είδος της ζωής που επιθυμεί, έχει στήσει μια νέα απάτη σε με μία γκαλερί στο Λονδίνο. Εκεί πωλούνται ως γνήσιοι πλαστοί πίνακες του νεκρού ζωγράφου Ντέργουατ, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει χρόνια πριν στην Ικαρία. Οι φίλοι του Ντέργουατ και ο Τομ έχουν διαδώσει παντού ότι ο ζωγράφος δεν πνίγηκε στην Ελλάδα, αλλά ζει απομονωμένος με ψεύτικο όνομα σε ένα άγνωστο χωριό του Μεξικού. Από εκεί στέλνει τους νέους πίνακές του στην γκαλερί του Λονδίνου. Στην πραγματικότητα όμως τους ζωγραφίζει σε ένα κρυφό ατελιέ ένας παιδικός φίλος του, ο Μπέρναρντ, ο οποίος έχει εκπαιδευτεί να μιμείται ακριβώς στο στυλ του Ντέργουατ. Σύντομα τα μίντια μαγεμένα από την ιδιαίτερη ιστορία του ερημίτη και αντικοινωνικού δημιουργού τον ανακηρύσσουν έναν από τους πιο σημαντικούς εν ζωή ζωγράφους της Ευρώπης. Οι πίνακές του πωλούνται για αστρονομικά ποσά. Στο Μιλάνο ιδρύεται μια σχολή ζωγραφικής που διδάσκει το στυλ του, ενώ μια εταιρεία που σχεδιάζει αναμνηστικά τέχνης (κούπες, γόμες, σελιδοδείκτες, τετράδια κτλ.) για τα πωλητήρια των μουσείων προσφέρει απίστευτα έσοδα στον Τομ και τους ιδιοκτήτες της γκαλερί.

Η καλοστημένη απάτη του Ρίπλεϋ λειτουργεί άψογα, μέχρι τη στιγμή που ένας Αμερικανός συλλέκτης έργων τέχνης, ο Τόμας Μέρτσισον, υποψιάζεται ότι ο πίνακας του Ντέργουατ που έχει αγοράσει είναι πλαστός. Για να διερευνήσει το θέμα ταξιδεύει στο Λονδίνο, επισκέπτεται την τελευταία έκθεση του ζωγράφου στην γκαλερί και ζητά επίμονα να μιλήσει μαζί του. Ο Τομ Ρίπλεϋ για να διασώσει την επιχείρηση, αποφασίσει να υποδυθεί ο ίδιος τον Ντέργουατ και να επισκεφθεί το Λονδίνο. Από εδώ ξεκινά μια περιπέτεια που κόβει την ανάσα. Η Πατρίτσια Χάισμιθ έχει κεντήσει μια δυνατή ιστορία γεμάτη αγωνία, αλλά και ατμοσφαιρικές εικόνες. Οι περιγραφές της βίλας του Ρίπλεϋ, αλλά και της ανέμελης ζωής στη γαλλική εξοχή σε ταξιδεύουν, ενώ η πλοκή σε παρασύρει να διαβάσεις το βιβλίο απνευστί.

Σαφώς η ιστορία, τώρα πια, μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης το 2001, δεν στέκει. Τα μέτρα ασφαλείας στα αεροδρόμια δεν θα μπορούσαν να επιτρέπουν ούτε καν σε έναν αριστοτέχνη απατεώνα όπως ο Τομ Ρίπλεϋ να περνά τα σύνορα αλλάζοντας έτσι εύκολα ταυτότητα. Ενώ, ένα, δυο επεισόδια CSI να έχει δει κάποιος, γνωρίζει πόσο εύκολο είναι πλέον τα σύγχρονα εργαστήρια του εγκληματολογικού να βρουν την ταυτότητα ενός πτώματος μόνο διασταυρώνοντας το DNA του. Όμως, αξίζει να δούμε το βιβλίο σαν μια αφήγηση άλλης εποχής, ίσως πιο αθώας. Θα είχε, μάλιστα, ενδιαφέρον αν ένας συγγραφέας επιχειρούσε να διηγηθεί την ίδια ιστορία, φέρνοντάς την όμως στο σήμερα. Πώς θα κατάφερνε ο Ρίπλεϋ να γλιτώσει στα χρόνια της ηλεκτρονικής εποχής;  

Η Χιλή του Αλιέντε και το πραξικόπημα του Πινοτσέτ. Η ποίηση και η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών. Η γοητεία του κακού και ένας παρανοϊκός υποσμηναγός της πολεμικής αεροπορίας που γράφει με τον καπνό του αεροπλάνου του στον ουρανό ανατριχιαστικούς στίχους από τη Βίβλο. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η παράξενη ιστορία που αφηγείται ο Ρομπέρτο Μπολάνιο στο Μακρινό Αστέρι (εκδόσεις Καστανιώτη).

Το μυθιστόρημα παρακολουθεί, μέσα από τις διηγήσεις του ήρωα-αφηγητή, μια παρέα φοιτητών, από δεκαεπτά έως εικοσιτριών ετών, που απολάμβανε τη μαγεία της λογοτεχνίας στη Χιλή του 1971, λίγο πριν η χώρα βυθιστεί στη βία του Πινοτσέτ. Έξι πρόσωπα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, με κοινό παρονομαστή την ίδια την ποίηση. Παιδιά που ανακάλυπταν τον κόσμο στις σελίδες των βιβλίων. Όπως ο Βιβιάνο που μάθαινε γαλλικά για να μπορεί να διαβάζει Σταντάλ στο πρωτότυπο και «ονειρευόταν να κλειστεί μέσα στον Σταντάλ και να αφήσει τα χρόνια να περάσουν». Ή οι αδερφές Γκαρμέντια, οι οποίες ήθελαν ένα πορτρέτο του Μαγιακόφσκι στο σαλόνι τους. Ή η Μάρτα Ποσάδας που το πρωί σπούδαζε ιατρική και τις νύχτες αντικαθιστούσε το νυστέρι με το μολύβι. Όλοι μαζί, και ο αφηγητής, συγκεντρώνονταν σε ένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής, σε μια λέσχη ποίησης που βρισκόταν στα υπόγεια της Ιατρικής Σχολής. «Σε ένα δωμάτιο με λίγα έπιπλα και κακό αερισμό, που το χώριζε μόλις ένας διάδρομος από το αμφιθέατρο όπου οι φοιτητές τεμάχιζαν πτώματα στα μαθήματα ανατομίας». Εκεί, γνώρισαν τον Αλβέρτο Ρουίς-Ταγλέ, έναν λίγο απόμακρο, καλοντυμένο νεαρό ποιητή που δήλωνε αυτοδίδακτος. Τα κορίτσια τον ερωτεύθηκαν και τα αγόρια γοητεύθηκαν από το ιδιαίτερο στυλ του. Ήταν ένας μπον βιβέρ των γραμμάτων. Γόνος καλής οικογενείας, ζούσε σε ένα δικό του διαμέρισμα, οδηγούσε ένα μοντέρνο αυτοκίνητο και φορούσε πάντα τις πιο ακριβές μάρκες.

Η δικτατορία σκόρπισε την παρέα. Οι αδερφές Γκαρμέντια έφυγαν από την πόλη και επέστρεψαν στο οικογενειακό τους σπίτι στην επαρχία. Ο αφηγητής φυλακίστηκε. Και ο Ρουίς-Ταγλέ μεταμορφώθηκε στον Κάρλος Βίντερ, τον πιλότο που έγινε διάσημος στη Χιλή γράφοντας ποίηση στον ουρανό με τον καπνό του αεροπλάνου του. Όταν ο αφηγητής βγαίνει από τη φυλακή συναντά τον Βιβιάνο και μαζί ανακαλύπτουν ότι οι αδερφές Γκαρμέντια έχουν εξαφανιστεί. Ψάχνοντας μαθαίνουν ότι τις έχει βασανίσει και τελικά σκοτώσει ο Ρουίς-Ταγλέ και αρχίζουν τις έρευνες για τον εντοπισμό του, έρευνες που κρατούν ολόκληρα χρόνια. Σε μία χώρα που καταρρέει κάτω από το βάρος της βίαιης και νεοφιλελεύθερης πολιτικής του Πινοτσέτ, ένας παρανοϊκός κατά συρροή δολοφόνος που σκοτώνει τα θύματά του συνδέοντας κάθε του πράξη με την ποίηση, είναι μια βελόνα χαμένη στ' άχυρα.

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο, βαθιά πολιτικό, που αποτυπώνει το πόσο άγριο, γοητευτικό κι επικίνδυνο μπορεί να γίνει το κακό, αγλαϊσμένο με το φως της τέχνης. Παρόλα αυτά, μου άφησε διαβάζοντάς το την αίσθηση πως κάτι έλειπε. Μάλλον περίμενα περισσότερα γεγονότα για τη Χιλή του Πινοτσέτ. Οι θηριωδίες ενός δικτάτορα που είχε τις πλάτες της Θάτσερ και του Μίλτον Φρίντμαν, οι χιλιάδες εξαφανισμένοι, το Καραβάνι του Θανάτου και οι πολιτικές εκτελέσεις, όλα αυτά που περιγράφονται στο βιβλίο του Λουίς Σεπούλβεδα Η Τρέλα του Πινοτσέτ (εκδόσεις Opera), εδώ απλά υπονοούνται. Ίσως γιατί ο αληθινός πρωταγωνιστής του βιβλίου δεν είναι η βία, αλλά η ποίηση.


Ένας φίλος μού είπε πρόσφατα ότι όταν είναι ερωτευμένος δεν μπορεί να διαβάσει. Ακούει, λέει, μόνο μουσική. Είναι τέτοια η μονομανία που τον κυριεύει που αδυνατεί να συγκεντρωθεί σε μια ιστορία. Λες και είναι στοιχειωμένη η φαντασία του, τριγυρνάει διαρκώς γύρω από την εμμονή του.

Είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει ο Βέρθερος στον φίλο του Βίλελμ: «Η ενεργητικότητά μου έχει εκφυλιστεί σε μια ανήσυχη χαύνωση, δεν μπορώ να παραμείνω αργός κι ωστόσο δεν μπορώ να κάνω και τίποτε. Δεν έχω καμία φαντασία, καμιά αίσθηση της φύσης και τα βιβλία μού προκαλούν αποστροφή. Όταν είμαστε απόντες από τον εαυτό μας, τότε μας λείπουν τα πάντα».

Αν ο έρωτας είναι μια διαρκής αναμονή, όπως λέει ο Μπαρτ, είναι δύσκολο σε κατάσταση ομηρίας να σε αφορά οτιδήποτε άλλο πέρα από τα δεσμά σου. «Η μοιραία ταυτότητα του ερωτευμένου δεν είναι άλλη απ' αυτήν: είμαι αυτός που περιμένει» ή «Ο κεραυνοβόλος έρωτας είναι μια ύπνωση: γοητεύομαι από μιαν εικόνα: αρχικά συγκλονίζομαι, ηλεκτρίζομαι, μετατίθεμαι, ανατρέπομαι... Στη συνέχεια, παγιδεύομαι, συμπιέζομαι, ακινητοποιούμαι με τη μύτη κολλημένη στην εικόνα (στον καθρέφτη)».

Οι πίνακες του Loui Jover αποτυπώνουν ακριβώς αυτή την αιχμαλωσία του ερωτευμένου στο αντικείμενο του πόθου του. Ο Αυστραλός ζωγράφος χρησιμοποιεί σαν καμβάδες κολάζ από κομμένες σελίδες παλιών βιβλίων. Πάνω στο κιτρινισμένο χαρτί «χαράσσονται» πρόσωπα, όμορφα σαν αγαπημένα, στοιχειώνουν τις λέξεις. Τα χείλη τους σβήνουν ολόκληρες φράσεις, τα δάκρυά τους θολώνουν τα νοήματα. Όπως ακριβώς συμβαίνει στο μυαλό του ερωτευμένου Βέρθερου.

«Δέχτηκε και πήγα και από εκείνη την ώρα μπορεί ο ήλιος κι η σελήνη και τ' αστέρια να διαγράφουν όπως θέλουν τους κύκλους τους, όμως εγώ δεν γνωρίζω ούτε μέρα ούτε νύχτα κι ολόκληρος ο κόσμος γύρω μου χάνεται».

Η ερωτική παράνοια υπαγορεύει (και ανέχεται) μονάχα σκόρπιες λέξεις. Στίχους τραγουδιών ή ποιημάτων. Ο ερωτευμένος αδυνατεί να παρακάμψει τη μορφή που τον έχει κατακτήσει και να συγκεντρωθεί σε κάτι που απαιτεί την προσοχή του, όπως είναι ένα πεζό κείμενο. Βαδίζει τυφλά από λέξη σε λέξη, γιατί όπως γράφει ο Ρολάν Μπαρτ στα Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου: «Οι φράσεις είναι μήτρες σχημάτων, ακριβώς επειδή παραμένουν μετέωρες: δηλώνουν το πρωτογενές συναίσθημα και σταματούν – ο ρόλος τους έχει τελειώσει. Οι λέξεις ποτέ δεν είναι τρελές (το πολύ πολύ να' ναι διεστραμμένες), τρελή είναι η σύνταξη».  










Y.Γ. Περισσότερα έργα του Loui Jover μπορείτε να δείτε εδώ: www.saatchionline.com

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από το να έχεις μαζί σου στην παραλία ένα απολαυστικό νουάρ μυθιστόρημα. Διάβασμα στη σκιά, βουτιές και μυρωδιά αντιηλιακού. Για τα πρώτα φετινά μπάνια επέλεξα το βιβλίο του Andrew Bergman Ο ύπεροχος κύριος ΛεΒάιν (από τη σειρά Μαύρο Βελούδο των εκδόσεων Κέδρος). Πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία που σε κερδίζει όχι μόνο με την κινηματογραφική πλοκή της (άλλωστε ο συγγραφέας είναι ο βραβευμένος σεναριογράφος της ταινίας Μπότες, Σπιρούνια και Καυτές Σέλες), αλλά και με το χιούμορ του κεντρικού της ήρωα. Ο ιδιωτικός ερευνητής Τζακ ΛεΒάιν είναι ένας πολύ ωραίος τύπος με χιούμορ και αδυναμία στις σέξυ γυναίκες.

Νέα Υόρκη του '50. Κούβα. Λας Βέγκας. Ένα περιπετειώδες ταξίδι γεμάτο ανατροπές. Καζίνο, αδίστακτοι μαφιόζοι που ζουν σαν μπον βιβέρ στις σουίτες πολυτελών ξενοδοχείων, ρουλέτες, μπέρμπον, Lucky Strike, κλασική μουσική και τζαζ, γραφεία γεμάτα ζουμερά κορίτσια με παστέλ γραφομηχανές, άντρες με κοστούμια, καπέλα και καμπαρντίνες τύπου Mad Men, μαύρες Μπιούικ με δερμάτινα καθίσματα και φοβερές καμπύλες, φωταγωγημένοι δρόμοι γεμάτοι θέατρα και λαμπερές βιτρίνες... Σ΄αυτό το σκηνικό ο ιδιωτικός ντετέκτιβ προσπαθεί να λύσει το γρίφο της μυστηριώδους εξαφάνισης του διάσημου μαέστρου Αρτούρο Τοσκανίνι.

Η ιστορία ξεκινά με τη δολοφονία ενός Εβραίου βιολιστή της συμφωνικής ορχήστρας του καναλιού ΝΒC. Ο Φριτζ Στερν, βρέθηκε μέσα σε ένα αυτοκίνητο νεκρός, με μία σφαίρα στο κεφάλι. Την προηγούμενη μέρα είχε αναθέσει στον ντετέκτιβ Λεβάιν τις έρευνες για τον εντοπισμό του καλλιτεχνικού διευθυντή της πιο διάσημης ορχήστρας της Αμερικής. Σύμφωνα με τον Στερν ο μαέστρος Τοσκανίνι είχε απαχθεί μήνες πριν και η διοίκηση του ΝΒC είχε βάλει στη θέση του έναν σωσία. Τόσο το κοινό (μεταξύ των οποίων και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν με τη σύζυγό του) όσο και οι δημοσιογράφοι δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Ούτε καν οι περισσότεροι μουσικοί της ορχήστρας. Δέκα από αυτούς αποφάσισαν να ερευνήσουν την ιστορία και να αποδείξουν ότι οι υποψίες τους ήταν βάσιμες.

Μετά τη δολοφονία του βιολιστή ο ΛεΒάιν αποφασίζει να συνεχίσει την έρευνα και να δικαιώσει τον άτυχο μουσικό. Ο ντετέκτιβ ταξιδεύει στην Κούβα και μετά στο Λας Βέγκας που εκείνη την εποχή αναπτύσσεται με τρελούς ρυθμούς για να μετατραπεί σε βασίλειο του κιτς. Συναναστρέφεται με μαφιόζους και ερωτεύεται την κόρη του νεκρού πελάτη του, τη χυμώδη Μπάρμπαρα. Οι δυο τους θα ανακαλύψουν ποιος κρύβεται πίσω από την απαγωγή του Τοσκανίνι, ποιος σκότωσε τον Φριτζ Στερν και γιατί το ΝBC έβαλε στη θέση του έναν σωσία.

Υ.Γ. Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε σε προσφορά στην Πολιτεία, μόνο με € 3.67. Μαζί με αυτό αγόρασα την Ομίχλη στη Γέφυρα Τολμπιάκ του Léo Malet (€ 3.36), την Κούφια Βελόνα του Maurice Leblanc (€ 3,69), το Γυάλινο Κελί της Patricia Highsmith (€ 5,77) και τα Αφρισμένα νερά της Donna Leon (€ 5,95).  


Τον περασμένο Νοέμβριο πήρα μία απόφαση που άλλαξε κατά πολύ τις αναγνωστικές μου συνήθειες. Αποφάσισα να διαβάζω οπουδήποτε. Kάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες: Πλάι σε ρακέτες, μωρά που αλαλάζουν, φλύαρες μαμάδες, φασαριόζικες παρέες... Μέσα στο μετρό, στο πάρκο, στο φουαγιέ του σινεμά περιμένοντας να αρχίσει η ταινία, στα café πίνοντας τον απογευματινό μου latte πριν επιστρέψω σπίτι, στις παραλίες, στον καναπέ δίπλα στις ανιψιές μου που παίζουν video games... Όπως έγραφα έξι μήνες πριν σε αυτό το ποστ, προσπάθησα να γίνω αναγνώστης κομάντο. Και τα κατάφερα!

Στην αρχή δυσκολεύτηκα πολύ. Διάβαζα μηχανικά ή στεκόμουν για ώρα στην ίδια σελίδα. Όσα συνέβαιναν γύρω μου, αποσπούσαν εύκολα την προσοχή μου. Μετά από πολλά πειράματα, αλλάζοντας βιβλία και σημεία, ανακάλυψα ότι αυτό που με ενοχλούσε και με εμπόδιζε να συγκεντρωθώ δεν ήταν ούτε ότι δεν είχα πάντα το σωστό φωτισμό ούτε οι άνθρωποι που περνούσαν γύρω μου. Το πρόβλημα ήταν οι ήχοι: οι φωνές, η μουσική, ο θόρυβος των αυτοκινήτων, τα τιτιβίσματα των πουλιών, τα γέλια. Αδύνατον να συγκεντρωθώ στο βιβλίο μου. Ένα κομμάτι μου παρατηρούσε όσα γίνονταν τριγύρω, ακόμα κι αν δεν τα έβλεπα.

Το πρόβλημα λύθηκε με ωτοασπίδες. Τις έχω πάντα στην τσάντα μου, μαζί με το Kindle ή το βιβλίο, όπως κάποιος άλλος δεν κάνει βήμα χωρίς τα γυαλιά πρεσβυωπίας του. Οι ωτοασπίδες με απομονώνουν τόσο που ακόμα κι αν είμαι σε μια παραλία γεμάτη με παιδάκια και ρακέτες, η σεζλόνγκ μοιάζει σαν να βρίσκεται στην ήσυχη βεράντα μου.

Αξιοποιώντας το χρόνο μου σωστά, διαβάζω περισσότερα βιβλία και απολαμβάνω τις στιγμές που κάποτε ξόδευα χαζεύοντας άσκοπα αριστερά και δεξιά. Ένα μόνο πράγμα δεν μπορώ να καταφέρω, να διαβάσω μέσα στο μετρό ή το αεροπλάνο χωρίς να ζαλιστώ. Στη δεύτερη σελίδα τα γράμματα κουνιούνται σαν βάρκες στο μελτέμι του Αυγούστου.

Υ.Γ. Για να αγοράσετε τις συγκεκριμένες ωτοασπίδες της εταιρείας That company called IF, κάντε κλικ στο site www.thatcompanycalledif.com ή μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία Ευριπίδης. Κοστίζουν € 8,20.

Με λένε Lou και δεν είμαι (καθόλου) καθαρός.

Λίγο πριν το Πάσχα αγοράζοντας Τα Γεράκια της Χίλαρι Μαντέλ και τον Ανδαλουσιανό φίλο του Αλεξάντερ Σόντερμπεργκ αποφάσισα πως αυτά θα ήταν τα τελευταία βιβλία που θα έπαιρνα. Τουλάχιστον για λίγο καιρό. Αποτοξίνωση. Έχω βιβλία για τα επόμενα δύο χρόνια, άρα καλό θα ήταν να σταματήσω να αγοράζω καινούρια.

Για να ενισχύσω το μέτωπο της αντίστασης έφτιαξα μερικές ωραίες λίστες με τα αδιάβαστα που έχω στις βιβλιοθήκες μου και δεν βλέπω την ώρα να τα αρχίσω. Σκανάρω: Κασάρες, Σιμενόν, Μανκέλ, Όστερ, Νέσμπο, Φλιν, Άτγουντ, Θορώ... Σταχυολογώ μερικά από αυτά που βλέπω τώρα στα ράφια πλάι στο κρεβάτι. Ο Μεσσίας του Γκορ Βιντάλ, το Μακρινό Αστέρι του Μπολάνιο, η τριλογία του Λέιφ Πέρσον για τη δολοφονία του Ούλοφ Πάλμε, Οι σταρ του Έντγκαρ Μορέν, το Catch 22 του Τζόζεφ Χέλερ, ο Εκκλησιαστής των Wu Ming, η Νεκρή Ευρώπη του Χρήστου Τσιόλκα, το '55 του Θωμά Κοροβίνη, το Σώμα με σώμα του Ηλία Μαγκλίνη, ο Δοκτωρ Πασαβέντο του Ενρίκε Βίλα-Μάτας, ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ, η Τριλογία του Φασισμού του Κάρλο Λουκαρέλι... Ένα σκασμό βιβλία. Τόσα κι άλλα τόσα κι άλλα τόσα. Τα βλέπω και μου φτιάχνουν το κέφι. Κι όσο τα βλέπω τόσο σκέφτομαι σεζλόνγκ στη σκιά, διαβάσματα και βουτιές σε κρυστάλλινα νερά, σελίδες γεμάτες άμμο, τσαλακωμένες απ' την αλμύρα της θάλασσας.

Την Τρίτη πέρασα σαδιστικά μπροστά από 5 βιβλιοπωλεία για να με δοκιμάσω. Δεν υπέκυψα. Γύρισα σπίτι χωρίς να έχω αγοράσει ούτε ένα βιβλίο. Τις επόμενες τρεις μέρες τα ίδια. Ήμουν 21 μέρες καθαρός!

Χθες βράδυ, επιστρέφοντας από τα γραφεία, μπήκα σε ένα βιβλιοπωλείο για να χαζέψω. Δεν θα αγόραζα τίποτα. Ήμουν πολύ σίγουρος για τον εαυτό μου. Τελικά έφυγα με δύο σακούλες: 3 κόμικ (Palaistine του Joe Sacco {το είχα αγοράσει ξανά από το Comicdom αλλά το χάρισα σε μία φίλη}, Kiki de Montparnasse των Calet & Bocquet, Χαιρετίσματα από τη Σερβία του Αλεξάνταρ Ζόγκραφ) και 4 μυθιστορήματα (Ζ - a novel of Zelda Fitzgerald της Therese Anne Fowler, o Ύπατος της Σμύρνης της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη, ο Ζωγράφος του Μπελογιάννη του Νίκου Δαββέτα και το Απαραίτητο Φως της Ντορίνας Παπαλιού). Αυτοκυριαρχία μηδέν. Ο μισός μου εαυτός πανηγυρίζει ευτυχισμένος και ο άλλος μισός έχει λουφάξει.

Υ.Γ. Σαν να μην μας έφταναν όλα, έχουμε και την Έκθεση Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως μέχρι τις 9 Ιουνίου. Ένας Θεός ξέρει πόσο γουστάρω να σουλατσάρω εκεί!