Νομίζω δεν υπάρχει άλλο περιοδικό στον κόσμο που να αγαπά τόσο πολύ το βιβλίο και τους συγγραφείς όσο το New Yorker. Από τις 21 Φεβρουαρίου του 1925 που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος μέχρι σήμερα, από τις σελίδες του έχουν περάσει οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες του περασμένου αιώνα και αυτής της δεκαετίας. Δεν ήταν λίγες οι φορές, στα 86 αυτά χρόνια, που το βιβλίο πρωταγωνιστεί στα εξώφυλλα του New Yorker. Εδώ έχω συγκεντρώσει μερικά από αυτά, τα πιο αγαπημένα μου. Εξώφυλλα ντυμένα πάντα με πίνακες, σκίτσα ή μοντέρνες εικονογραφήσεις, που έγιναν το σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης εποχής. Χωρίς να αλλοιωθούν ούτε στο ελάχιστο, χωρίς να χάσουν την αίγλη τους, παρέμειναν το αντίβαρο ακόμα κι όταν η εικόνα εκτόπισε βίαια την ουσία. Το New Yorker κράτησε χαρακτήρα όταν μεσουρανούσε η άγρια, κενόδοξη, φιγούρα και ο ωμός νεοπλουτισμός. Ήταν και παραμένει μια «σφαλιάρα» στην αναίδεια ενός κόσμου που στέκεται θορυβωδώς στην επιφάνεια. 
Ακόμα κι αν τα έντυπα κάποια μέρα στο μακρινό (;) μέλλον σταματήσουν να εκδίδονται και διανέμονται αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή, ελπίζω να συνεχίσουμε να βλέπουμε αυτά τα εξώφυλλα-έργα τέχνης, έστω και σε οθόνες αφής. 
Μπορεί το χαρτί κάποια στιγμή να ξεπεραστεί (που δεν το πιστεύω) το να διαβάζεις όμως ποτέ. Γιατί όπως είπε ο Ντέιβιντ Ρέμνικ, ο σημερινός διευθυντής του New Yorker, στο BHMAgazino και στον δημοσιογράφο Μάκη Προβατά (23/10/11), αυτό είναι θέμα χαρακτήρα: «Δεν πήγα σε ένα πανεπιστήμιο που μου έμαθαν να διαβάζω ούτε μεγάλωσα σε περιβάλλον με βιβλία, ήταν μάλλον θέμα χαρακτήρα. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια πραγματικά μεσαία. Ο πατέρας μου ήταν οδοντίατρος και η μητέρα μου δασκάλα, μέχρι που αρρώστησε σε πολύ νεαρή ηλικία και εγκατέλειψε. Εγώ απλώς κόλλησα την αρρώστια να διαβάζω βιβλία από πολύ νέος. Βιβλία που είχαν να κάνουν με τον δικό μου κόσμο και άλλα που δεν είχαν καμία σχέση με αυτόν. Διάβαζα τον Φίλιπ Ροθ ο οποίος έγραφε ιστορίες που συνέβαιναν στη διπλανή μου πόρτα και παράλληλα άρχισα να ανακαλύπτω όλους αυτούς τους συγγραφείς, κυρίως Ρώσους, τον Τσέχοφ και τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι, που περιέγραφαν πράγματα μακρινά σε εμένα, αλλά τελικά τόσο κοντινά μου. Όμως δεν είναι δύσκολοι να τους καταλάβεις, απλώς πρέπει να διαβάσεις τις ιστορίες τους, και έπειτα από λίγο παύει να σε τρομοκρατεί η ανάγνωση του έργου τους και μένει το μεγαλείο του».





  


 






 








Οι πιο ωραίες παραλίες που θυμάσαι δεν είναι εκείνες που είχαν τα πιο κρυστάλλινα νερά, αλλά εκείνες στις οποίες είχες ξεχαστεί όλη μέρα διαβάζοντας.


Ξαπλωμένος ράθυμα κάτω από ένα αρμυρίκι, με τα πόδια γυμνά μέσα στο νερό, και συντροφιά με ένα βιβλίο. Και «τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική»*.


Κρατάς αυτές τις μέρες, της απόλυτης ανεμελιάς, και τις φέρνεις ξανά και ξανά στο νου όταν γυρίζεις απ' το γραφείο τέτοιες ώρες σαν αυτήν. Όταν βάζεις στο iPod να παίξουν μουσικές και με ένα ποτήρι κρασί προσπαθείς να αναπληρώσεις τον χαμένο χρόνο. Εκείνες τις βόλτες με το ποδήλατο που δεν έγιναν, τα απογευματινά φιλιά έξω από το σινεμά που δεν δόθηκαν, τα διαβάσματα στην πιο ωραία ώρα, λίγο πριν το δειλινό. Και τις περισσότερες φορές το κόλπο πιάνει. Χάρη στην ευσπλαχνική φαντασία και στη μνήμη που επιμένει να γαντζώνεται ευτυχώς, σαν από ένστικτο, σε ό,τι πιο φωτεινό. Και μόνο το να θυμηθείς εκείνα τα μεσημέρια αρκεί. Τις βόλτες μέσα στον ήλιο, στους στενούς χωματόδρομους με τις ξερολιθιές, στους γυμνούς λόφους πάνω από το Αιγαίο.


Αρκεί, στ' αλήθεια, για να ξαπλώσεις χωρίς να λεκιάσεις το λευκό μαξιλάρι με τύψεις για όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που θα μπορούσες να κάνεις αλλά δεν πρόλαβες. Για τις ιστορίες που δεν διάβασες, μα πιο πολύ για τις ιστορίες που δεν έζησες. 

Υ.Γ. Οι φωτογραφίες είναι από τη Σύρο. Από τους Σαντορινιούς και τα Κόκκινα. Κι ο στίχος από το Μονόγραμμα. 




Ίντριγκες, φιλοδοξίες, σεξουαλικά όργια και λογοτεχνία. Ο Κούντερα συναντά τον Πασκάλ Μπρυκνέρ. Το βιβλίο «Δυο αδερφές από την Πράγα» του Ζερομ Γκαρσέν (εκδόσεις Πόλις) είναι μια ενδιαφέρουσα σημειολογία για το πώς μπορεί η τυφλή υπακοή στη φιλοδοξία να σε αποπροσανατολίσει από την αληθινή σου φύση. Ήρωας, ένας άσημος συγγραφέας που προσπαθεί να γράψει τη σύγχρονη εκδοχή της Αρμάνς του Σταντάλ. Ένας ευκολόπιστος άντρας που πέφτει στα δίκτυα μιας αδίστακτης γυναίκας στη γαλλική σόουμπιζ. Η Κλάρα Γκότβαλντ, ιδιοκτήτρια του πιο ισχυρού καλλιτεχνικού πρακτορείου συγγραφέων και ηθοποιών στο Παρίσι, πατρονάρει με μεγάλη ευκολία τους πάντες: ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς, εκδότες, δημοσιογράφοι, την υπακούν τυφλά. Παίζουν το παιχνίδι της, ακολουθούν τις συχνά ανορθόδοξες στρατηγικές της, προκειμένου να έχουν επιτυχία. Η Κλάρα, πάντα καλοντυμένη και κομψή, κρατά τις πιο φίνες τσάντες και έχει διαρκώς ένα ψυχρό, υπεροπτικό βλέμμα που κάνει τους υπηκόους της να τρέχουν πίσω της προσπαθώντας απεγνωσμένα να της τραβήξουν το ενδιαφέρον. Σαν αράχνη έχει εξυφάνει τον ιστό της, χτίζοντας πολύ προσεκτικά και μελετημένα μια εικόνα που κρύβει τον αληθινό της εαυτό. Μετανάστρια από την Πράγα, αυτοεξόριστη στο Παρίσι, κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να ανέβει στην κορυφή. Ακόμα και το μυστηριώδες παρελθόν της το έχει ντύσει με ένα μαγικό μανδύα που έκοψε και έραψε στα μέτρα της. Την περιβάλλει «ένα άρωμα περιπέτειας και λογοτεχνικού μυστηρίου. Ο Κάφκα, ο υπαρκτός σοσιαλισμός, η εξορία, ο Χάβελ, ο Κούντερα...».
Ο αφηγητής του βιβλίου, ο μέτριος φελλός που επιπλέει χάρη στην στήριξη ενός φίλου του εκδότη, ξαφνικά βρίσκεται μέσα στο μάτι του κυκλώνα. Ανίσχυρος καθώς είναι, δίχως ουσιαστικές αντιστάσεις, γυρνά την πλάτη σε όσους τον έχουν στηρίξει και θαμπωμένος από τη λάμψη της Κλάρας γίνεται πιόνι της. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν στο Παρίσι καταφθάνει από την Πράγα η αδερφή της πανίσχυρης μάνατζερ, η ευγενική και στυλιστικά ακατέργαστη Χίλντα. Κινούμενη απειλή για την Κλάρα, η Χίλντα σιγά σιγά μεταμορφώνεται και παίρνει θέση δίπλα της στο θρόνο της αδερφής, προκειμένου να μη μιλήσει ποτέ και πουθενά για το παρελθόν. Η Χίλντα διχασμένη, από τη μία συμμαχεί με την Κλάρα μεγαλώνοντας την επιτυχία και την επιρροή του γραφείου και από την άλλη μπλέκει τον φιλόδοξο συγγραφέα σε ένα άρρωστο παιχνίδι. Κρυφά οι δυο τους παρακολουθούν την Κλάρα στην πολυτελή βίλα της στην εξοχή, όπου αποσύρεται με μεγάλη μυστικότητα κάθε σαββατοκύριακο, και ανακαλύπτουν ότι διοργανώνει εκεί σεξουαλικά όργια με call girls από την Ανατολική Ευρώπη και διάσημους ηθοποιούς, συγγραφείς και εικαστικούς που εκπροσωπεί.
«Μπήκαμε προσεκτικά στον κήπο του Ξέφωτου, από το πίσω μέρος: η μικρή σκουριασμένη πόρτα που οδηγούσε σε ένα ακαλλιέργητο χωράφι ήταν ανοιχτή. Το γκαζόν κοντοκουρεμένο. (...) Η ατμόσφαιρα παρέπεμπε στους πίνακες του Μπονάρ, στις νουβέλες του Τσέχωφ και τη γλυκιά θλίψη της ταινίας του Ταβερνιέ "Μια Κυριακή στην εξοχή", όπου οι τελευταίες στιγμές ξενοιασιάς μοιάζουν κλεμμένες από μια ζωή που φτάνει στη δύση της. Η εικόνα της ευτυχίας αλά γαλλικά, χρωματισμένη με μια μονότονη ραθυμία. Στο βάθος στεκόταν βουβό το βαρύ σπίτι πίσω από κλειστά παραθυρόφυλλα. Ένα αρχοντικό, του οποίου η πρόσοψη, από τούβλο και λευκή πέτρα, ήταν καλυμμένη με κισσό, και από το οποίο έρχονταν μια μυρωδιά ψητού αρνιού με σκόρδο, οι ήχοι από τα χάλκινα κάποιας μπάντας που έπαιζε τσιγγάνικη μουσική και αυταρχική φωνή της Κλάρας. (...) Ξαφνικά ακούσαμε τα παραθυρόφυλλα να χτυπούν και τις πόρτες να ανοίγουν. Η Χιλντα με σκούντηξε στον ώμο και μου έδειξε με το δάχτυλο την αδερφή της που άπλωνε στο γρασίδι ένα μεγάλο καρό τραπεζομάντιλο. Τη συνόδευαν κοπέλες που κουβαλούσαν μπαγκέτες, γαβάθες, σαλατιέρες, μπουκάλια με κρασί και μποτίλιες με σαμπάνια. (...) Όταν την ώρα του καφέ η Κλάρα εξαφανίστηκε, ήταν σαν να δόθηκε το σήμα για ένα ευχάριστο διάλειμμα. Ο θίασος διασκορπίστηκε στον κήπο τη ζεστή εκείνη μέρα τούτου του “ινδιάνικου καλοκαιριού”. Οι Μπιτλς τραγουδούσαν το Let it Be. Tα ρούχα άρχισαν να πέφτουν σαν τις μύγες και να καλύπτουν το απαλό χορτάρι. Αν οι ξαναμμένοι αυτοί άντρες, με τις φουσκωμένες φλέβες στο λαιμό, δεν είχαν τόσο γνώριμα πρόσωπα, θα έλεγε κανείς πως επρόκειτο για ριμέικ του Γούντστοκ ή για γύρισμα, σε φυσικό περιβάλλον, κάποιας ταινίας του Μαρκ Ντορσέλ».
Έτσι η Κλάρα κρατά όλη τη σόουμπιζ στο χέρι, αλλά πολύ σύντομα θα μάθει ότι το όπλο με το οποίο απειλεί τους πελάτες της είναι πιο επικίνδυνο για την ίδια και το γραφείο της.
Το μικρό μυθιστόρημα του Ζερόμ Γκαρσέν (διάσημος κριτικός λογοτεχνίας) διαβάζεται εύκολα και με ενδιαφέρον γιατί είναι καλογραμμένο (κι έχει και ωραία μετάφραση από τη Ρένη Παπαδάκη).
Είναι μοντέρνο και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Εκτός από την εύστοχη περιγραφή του «υπόκοσμου» της λογοτεχνίας και της τέχνης, το βιβλίο είναι γεμάτο με υπέροχες εικόνες: βόλτες με ποδήλατο στα δάση, βροχερά βράδια σε αεροδρόμια, διάβασμα σε καλύβες πλάι στη λίμνη, χειμωνιάτικες λιακάδες σε ερημικές παραλίες, κοσμοπολίτικες απολαύσεις στις Κάννες.
«Στα μέσα Μαΐου, έφυγα για το Φεστιβάλ των Καννών. Ήταν ακόμη η εποχή που πήγαινα εκεί για να ξεφύγω. Για δέκα μέρες, το Ραντιό Μπονέρ να είναι καλά, ένιωθα αυτάρκης, εκτός χρόνου και πραγματικότητας, σε ένα παράλληλο κόσμο που αγνοεί τον αληθινό, σε κάποιο πριγκιπάτο που είχε το δικό του νόμισμα -ένα πολύτιμο κράμα ευρώ και δολαρίου- και επέβαλλε το να φέρεις επιδεικτικά πολλαπλά διακριτικά σήματα, ένα μέρος όπου ήταν βολικό να είσαι πολύγλωσσος, νυχτόβιος και, σαν χαμαιλέοντας, να μπορείς να περνάς με ευκολία από τη βερμούδα που αγόρασες στις Νουβέλ Γκαρελί στο σμόκιν που νοίκιασες από το Κορ ντε Σας. Να ξέρεις να εγκαταλείπεις τη βεράντα ενός μεγάρου για το καταπράσινο γκαζόν μιας έπαυλης γαντζωμένης σε κάποιο ύψωμα ή, ακόμη καλύτερα, στη γέφυρα από ξύλο τεκ ενός τρικάταρτου, να τρέχεις και ο χρόνος να μην είναι ποτέ αρκετός, να μισοκοιμάσαι κάτω από τον ήλιο και να πηγαίνεις για ύπνο το ξημέρωμα».

Να κάτι που ονειρεύομαι όλη μου τη ζωή: να ζω μόνιμα σε ένα αγροτόσπιτο με μουριές, ακακίες και κυπαρίσσια. Ένα σπιτάκι μικρό με κεραμίδια παλιά και πλίθινους τοίχους. Στην κουζίνα να έχω πάντα καλάθια γεμάτα με φρούτα και λαχανικά και στα ράφια βάζα με μαρμελάδες και μυρωδικά.
Σκέφτομαι πολύ συχνά να εγκαταλείψω την πόλη και να αυτοεξοριστώ σε ένα χωριό όπου θα περνάω τις μέρες μου απλοϊκά μέσα στη φύση. Να ξυπνάω νωρίς, όταν χαράζει, και να πίνω τον καφέ μου πλάι στο τζάκι. Να ζυμώνω μόνος μου το ψωμί. Να φοράω τις λασπωμένες μου γαλότσες και να βγαίνω στο μποστάνι. Να ποτίζω, να σκαλίζω τη γη, να ταΐζω τα ζώα. Να αγγίζω τις στάλες από την πρωινή υγρασία στα φύλλα και να ανακαλύπτω έκθαμβος κάθε πρωί από την αρχή την απίστευτη ομορφιά αυτού του κόσμου.


Πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια σε ένα τέτοιο σπίτι, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε η μητέρα μου. Η γιαγιά μου είχε μια τεράστια αυλή, με πολλά λουλούδια, και στο κέντρο μια μεγάλη γέρικη μουριά που έριχνε τη σκιά της σε ένα σιδερένιο κρεβάτι με λευκά μαξιλάρια. Στη δροσιά αυτής της μουριάς άκουσα τις πρώτες μου ιστορίες. Όλες πραγματικές. Κι οι περισσότερες σκληρές, όπως η αληθινή ζωή. Ποτέ άλλωστε δεν μου άρεσαν τα παραμύθια. Προτιμούσα να ακούω τη γιαγιά να μου μιλά για όσα είχε ζήσει. Για τον παππού που δεν γνώρισα, για την κατοχή, τον εμφύλιο, για το μικρό κορίτσι που είχε χάσει πριν γεννήσει τη μητέρα μου και τη δίδυμη αδερφή της, για τη δικτατορία που έστειλε στο ψυχιατρείο το γιο της.
Στη σκιά αυτής της μουριάς πέρασα τα πιο αργόσυρτα μεσημέρια της παιδικής μου ηλικίας. Ξαπλωμένος στις ρίζες της, κοιτώντας τα φύλλα να θροΐζουν, γδέρνοντας με μια πέτρα τον ασβέστη απ' τον κορμό της, διάβασα και τα πρώτα μου βιβλία.
Μεγαλώνοντας, διάβασα χιλιάδες βιβλία, ταξίδεψα από σελίδα σε σελίδα, κι από νησί σε νησί, αναζητώντας εκείνη την αίσθηση... Ανεμελιά, ευτυχία, γλυκιά πλήξη, αρμονία, δεν ξέρω πες την όπως θες... Δεν τη βρήκα ποτέ. Τουλάχιστον όχι έτσι. Ίσως γιατί είχε φύγει εκείνη και η σκιά της. Ίσως γιατί η μουριά ήταν πια τόσο γέρικη που δεν άντεξε άλλο ο κορμός της και λύγισε. Σε εκείνο το κυριακάτικο τραπέζι πολλές φορές οι καρέκλες άδειασαν κι άλλες τόσες γέμισαν ξανά. Άλλοι άνθρωποι ήρθαν, άλλοι έφυγαν. Τίποτα δεν έμεινε ίδιο, ούτε καν εγώ. Κι εκείνο το σπίτι έπεσε. Κάτι παλιές φωτογραφίες διασώθηκαν μα κι αυτές δεν κάνουν δουλειά.

Υ.Γ. Την τελευταία φορά που επέστρεψα σε εκείνη την αυλή δεν είχε μείνει τίποτα που να θυμίζει τα παλιά. Πιτσιρίκια που μπερδεύω τα ονόματά τους, παιδιά των παιδιών που κάποτε έπαιζα μαζί τους, έτρεχαν γύρω γύρω σαν σβούρες. Κι εκεί, κάτω από μια νέα μουριά που είχε φυτρώσει στη θέση της παλιάς, το ξέραμε όλοι, πως η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια αέναη διαδοχή.

Όσοι αγαπάμε τα βιβλία, έχουμε φτιάξει τις μικρές μας γωνιές όπου απολαμβάνουμε τα ταξίδια του μυαλού. Γωνιές γεμάτες μυθιστορήματα, ποιήματα, αφράτα μαξιλάρια και φως. Στο κοινωνικό δίκτυο Pinterest -όπου οι χρήστες μοιράζονται τις φωτογραφίες που τους εμπνέουν- και ιδιαίτερα στην κατηγορία της διακόσμησης, μπορείτε να βρείτε ιδέες για να ανανεώσετε ή να φτιάξετε και τη δική σας. Εδώ σας δίνω ένα μικρό δείγμα από τις φωτογραφίες που έχω δει εκεί και με κάνουν να ονειρεύομαι:

Πηγή: Simplypi
Πηγή: 1.bp.blogspot.com
Πηγή: 30.media.tumblr.com
Πηγή: bing.com
Πηγή: bohemianhomes.tumblr.com
Πηγή: bookshelves.tumblr.com
Πηγή: community.livejournal.com
Πηγή: desiretoinspire.net
Πηγή: finelittleday.com
Πηγή: flickr.com
Πηγή: fromtherightbank.com
Πηγή: ilai.ch
Πηγή: kmldesign.dk
Πηγή: moonlightrainbow.tumblr.com
Πηγή: seenandsaid.tumblr.com
Όλες οι φωτογραφίες είναι από το www.pinterst.com, όπου τις έχουν ανεβάσει κατά καιρούς οι χρήστες του αναφέροντας την πηγή (blogs, περιοδικά, άλλα κοινωνικά δικτυα κτλ.). Η πηγή που αναγράφω κάτω από κάθε φωτογραφία είναι αυτή που αναφέρει η ανάρτηση των χρηστών του Pinterest.    

Το μικρό βιβλίο «Μαύρα Γυαλιά» (εκδόσεις Opera) του Σερζ Ζονκούρ διαβάζεται με μια ανάσα. Απολαυστικό σαν δροσερό κοκτέιλ μέσα στο καλοκαίρι. Συνδυάζει την κομψότητα μιας εκλεπτυσμένης γραφής και την ένταση ενός αριστοτεχνικού ψυχολογικού θρίλερ.
Ο Γάλλος συγγραφέας, ένας brilliant πρώην κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία που τα παράτησε για να αφιερωθεί στο γράψιμο, χτίζει ένα σκηνικό που θα έκανε τον Χίτσκοκ να τιναχτεί από την καρέκλα του.
«Μέσα στο καλοκαιρινό απομεσήμερο καταφθάνει ένας ωραίος, λευκοντυμένος άγνωστος με μοναδική αποσκευή τα Ray-Βan γυαλιά του. Το νησί είναι παραθεριστικός παράδεισος, η οικογένεια μεγαλοαστική, οι κόρες πλήττουν στην πισίνα, ο καύσωνας λιώνει το τοπίο. Ο ωραίος άγνωστος δηλώνει φίλος τού -παντελώς αποτυχημένου- γιου της οικογένειας τον οποίο όλοι περιμένουν αλλά δεν βλέπουν να έρχεται. Κάπου, στις ακτές, η αστυνομία ανακαλύπτει ένα πτώμα...».
Το νησί που δεν κατονομάζεται, αλλά θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε στη Μεσόγειο, είναι το ιδανικό σκηνικό για το τέλειο έγκλημα. Το σπίτι είναι ένα εξοχικό σαν αυτά που συναντά κανείς στη Γαλλική Ακτή, γεμάτο δέντρα, βεράντες με ροτόντες φερ φορζέ και ξύλινα τραπέζια δώδεκα ατόμων σε σκιερές πέργκολες. Όλοι στη βίλα αποπροσανατολισμένοι, με τα αντανακλαστικά τους κοιμισμένα από την ανεμελιά των διακοπών, παραδίδονται στα θέλγητρα ενός γοητευτικού ξένου, για του οποίου τις προθέσεις μόνο ο σύζυγος μίας εκ των δύο αδελφών ανησυχεί. Ακόμα και οι γονείς, αν και επιφυλακτικοί στην αρχή, γρήγορα μαγεύονται από τον άντρα που δείχνει αψεγάδιαστος σαν μοντέλο του Armani. Ο τύπος τους κερδίζει έναν έναν. Είναι διασκεδαστικός, τέλειος συνομιλητής, έξυπνος, η ιδανική δηλαδή συντροφιά για τα μακρόσυρτα απογεύματα του Αυγούστου. Καθημερινά τα οχυρά πέφτουν και η οικογένεια αφήνεται στα χέρια του. Μέχρι που η απουσία του playboy γιου αρχίζει και τους υποψιάζει...
Στα δυνατά του βιβλίου εκτός από το πανέξυπνο φινάλε είναι οι δυνατές περιγραφές. Ο Ζονκούρ εκτός του ότι ξέρει να ανεβάζει σταδιακά την ένταση, εναλλάσσοντας τις καλοκαιρινές εικόνες ανεμελιάς που σε ταξιδεύουν με την απειλή που υποβόσκει σε κάθε σελίδα, είναι εξαιρετικός στυλίστας. Οι παραλίες και τα διάφανα νερά τους, τα κρις κραφτ που σκίζουν τα κύματα, τα στρωμένα τραπέζια στον κήπο, τα κοσμοπολίτικα απογεύματα με κοκτέιλ στην πισίνα, οι βόλτες στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας, είναι όλα τόσο ζωντανά που νιώθεις σαν να βρίσκεσαι εκεί.

Υ.Γ. O πίνακας Α Bigger Splash (1967) του David Hockney εικονογραφεί και το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης.