Παλιότερα είχα αδυναμία στα βιβλία μαγειρικής. Και στα περιοδικά γεύσης. Mετά ήρθαν τα blogs αφιερωμένα στο food porn. Τα χαζεύω με τις ώρες. Σπασμένα αυγά με τον κρόκο λιωμένο στο πιάτο, πίνακες αφηρημένης τέχνης φτιαγμένοι με μαρούλι, ρόκα και αβοκάντο, ανοιγμένα ρόδια με το χέρι, αχνιστοί καφέδες και αφράτα κέικ, vintage μαχαιροπίρουνα, «μουντζαλιές» από σάλτσα στους πάγκους της κουζίνας, ψίχουλα και λεκέδες από κρασί στο ξύλινο τραπέζι... Απολαυστικά καρέ από τις πιο μικρές στιγμές της ζωής μας, στιγμές που άλλοι τις προσπερνούν βιαστικά κι άλλοι τις απολαμβάνουν σαν ιεροτελεστία.

Λατρεύω ειδικά τις αναρτήσεις που συνδυάζονται με ταξίδια. Συνταγές που τις διαδέχονται φωτογραφίες από βόλτες σε μικρά μπιστρό ή παστερίες. Μεσημέρια σε αγροκτήματα, στάσεις σε motels για καφέ και μπέργκερ κατά τη διάρκεια μιας on the road απόδρασης, καταπράσινα λιβάδια και πικ-νικ στη σκιά ενός γέρικου δέντρου, πρωινά σε ξενοδοχεία ή σε μικρά café, βράδια με φίλους, κρασί και ένα πλατό γεμάτο τυριά ή αλλαντικά.

Εδώ έχω συγκεντρώσει τα 5 πιο αγαπημένα μου blogs από τη βιομηχανία ονείρων του food porn:
Y.Γ. Αν γνωρίζετε κάποια ακόμα θα ήταν μεγάλη μου χαρά να τα μοιραστείτε μαζί μου! :-)

...Υπάρχουν άπειρες λάθος «στροφές» και επιλογές μέχρι να βρεις το σωστό. Όταν όμως το βρεις, απ' όπου κι αν το κοιτάξεις είναι τέλειο.  


Η σχέση με ένα βιβλίο είναι ερωτική. Υπάρχουν (ευτυχισμένες) στιγμές που σχεδόν σου κόβει την ανάσα. Αυτό δεν συμβαίνει με όλα τα βιβλία, φυσικά. Κάποια τα βαριόμαστε, άλλα -ενώ μας αρέσουν- δεν έχουν αυτό το κάτι που θα μας κάνουν να κολλήσουμε. Υπάρχουν ορισμένα που δεν θα τους ρίχναμε ούτε δεύτερη ματιά. Και μερικά που δεν θα τα ξεπεράσουμε ποτέ.

Γι' αυτά τα βιβλία διστάζω να γράψω. Όπως δεν μιλάμε ποτέ για τους έρωτες που αληθινά μας διέλυσαν. Αισθάνομαι ότι αποκαλύπτοντάς τα είναι σαν παραδίδω σε κάποιον την απομαγνητοφώνηση από τις ζορισμένες συνεδρίες με έναν ψυχαναλυτή. Η σχέση με αυτά τα βιβλία, τα βιβλία της ζωής μας, είναι φυσικά πάντα ανοιχτή. Όσες φορές κι αν επιστρέψεις στις σελίδες τους, κάτι διαφορετικό θα ανακαλύψεις. Χιλιο-υπογραμμισμένα, με τσακισμένα φύλλα, δεν τα δανείζεις πουθενά, γιατί στις φράσεις πάνω χοροπηδούν οι αληθινές εμμονές σου, τα δυνατά και τα τρωτά σου.

Η Μαλβίνα συνήθιζε να λέει ότι δέκα βιβλία φτάνουν για μια ολόκληρη ζωή. Πόσο δίκιο είχε. Δέκα βιβλία που σε έχουν ζορίσει, κι έχουν θρυμματίσει -με τον τρόπο του Κάφκα- σαν τσεκούρι την παγωμένη θάλασσα μέσα σου, αρκούν για να τα διαβάζεις ξανά και ξανά. Όπως κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Τα διαβάζεις άλλη μια φορά και άλλη μία, για να διαπιστώσεις πως τελικά σε κάθε ηλικία έχουν να σου δώσουν κι άλλα πράγματα. Να σου αποκαλύψουν μια ακόμα πτυχή σου.  


Εχτές με βρήκε η καταιγίδα να διαβάζω το διήγημα «Μια ακραία περίπτωση» της Δάφνης Ντι Μωριέ από το βιβλίο «Έρχεται κακοκαιρία» (εκδόσεις Μελάνι). Τίποτα καλύτερο για ένα βαρετό, βροχερό απόγευμα Κυριακής, από το να διαβάζεις μια αληθινά δυνατή ιστορία στον καναπέ, κι έξω ο υγρός αέρας να χτυπάει απειλητικά πάνω στο παράθυρο τα κλαδιά των δέντρων. Η ατμόσφαιρα της Ντι Μωριέ είναι πάντα υποβλητική. Ο τρόμος καραδοκεί στις λέξεις, όπως η καταιγίδα μέσα στη σιωπή, όπως η ειρωνεία στο αμυδρό χαμόγελο ενός παρανοϊκού δολοφόνου.

«Το πρόβλημα με σένα Τζίνι, είναι ότι δεν θέλεις να μεγαλώσεις. Ζεις σε έναν κόσμο ονειρικό, ανύπαρκτο. Γι' αυτό διάλεξες το θέατρο. Μια μέρα θα συνέλθεις και θα είναι μεγάλο το σοκ».

Ηρωίδα του διηγήματος, είναι η Σίλα. Ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι που κάνει τα πρώτα του βήματα σαν ηθοποιός με το ψευδώνυμο Τζίνι Μπλέικ. Ένα απόγευμα, ενώ βρίσκεται στο πατρικό της σπίτι, ο άρρωστος πατέρας της πεθαίνει στα χέρια της, ψελλίζοντας το όνομά της και έχοντας μιαν έκφραση τρόμου και δυσπιστίας στο πρόσωπό του. Η Σίλα αναζητώντας απαντήσεις θα σκαλίσει το παρελθόν του πατέρα της, ο οποίος ήταν αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού, και θα οδηγηθεί στην Ιρλανδία ψάχνοντας έναν απόστρατο φίλο του, ο οποίος ζει εδώ και χρόνια σαν ερημίτης.

Σε μια βραδινή βόλτα της κι ενώ ψάχνει να βρει τα ίχνη του παράξενου αυτού άντρα, δύο τύποι την απαγάγουν και τη μεταφέρουν σε ένα απομονωμένο νησί στην καρδιά μιας λίμνης. Εκεί σιγά σιγά ανακαλύπτει ότι ο άντρας που αναζητά έχει στήσει μια οργάνωση τρομοκρατών υπεύθυνη για μια σειρά εκρήξεων στα σύνορα με τη Μεγάλη Βρετανία. Τι σχέση έχουν οι γονείς της με όλα αυτά; Και τελικά θα καταφέρει να φύγει ζωντανή από αυτό το παράξενο νησί που μοιάζει με πλοίο στη μέση του πουθενά; 

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος της κρίσης δεν είναι η έξοδος από το ευρώ ούτε η πιθανότητα να πάμε ένα γκρίζο χειμωνιάτικο πρωί στο ΑΤΜ και να το βρούμε άδειο. Υπάρχει ζωή και μετά το ευρώ. Το χειρότερο δεν είναι η φτώχεια, είναι η βία, η μετατροπή μας σιγά σιγά σε έναν ανεγκέφαλο όχλο. Ένα αγριεμένο πλήθος που με αντιδράσεις πρωτόζωου καταπίνει οτιδήποτε βρεθεί μπροστά του. Όπως εκείνα τα αγριεμένα παιδιά στο θεατρικό έργο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τένεσι Ουίλιαμς (εκδόσεις Δωδώνη) που πέφτουν σαν πεινασμένα πουλιά πάνω σε έναν ποιητή και τον κατασπαράζουν.

Καθημερινά συναντάμε γνωστούς μας που δεν τους αναγνωρίζουμε πια. Μέχρι χθες κανονικοί άνθρωποι, σήμερα δήμιοι. Με την ευκολία που παλιότερα αντιδικούσαν για το ποδόσφαιρο ή την τηλεόραση, σήμερα μιλούν για κρεμάλες.

Η χαιρέκακη αντίδραση στα κοινωνικά δίκτυα για την αυτοκτονία του υφυπουργού που το όνομά του βρέθηκε στη λίστα με τους διεφθαρμένους πολιτικούς, ο χαβαλές και ο κανιβαλισμός πάνω στην αγχόνη, οι υστερίες έξω από θέατρα, το μεταξύ αστείου και σοβαρού «καλά της έκανε» που ακούστηκε μετά την επίθεση του Κασιδιάρη στην Κανέλλη, οι γιαγιάδες που δεν βρίσκουν θέση για να κάτσουν μέσα στο τρένο και το μέτρο και επικαλούνται τη Χρυσή Αυγή απειλώντας τους μετανάστες, η μηδενική ανοχή πια στη διαφορετική άποψη... Όλα στρώνουν το χαλί πάνω στο οποίο πατούν οι φασίστες. Ή εκείνοι που τους χρησιμοποιούν σαν πυροτεχνήματα για να μας αποσπούν την προσοχή.

Η ιστορία με το Χυτήριο δείχνει ένα και μόνο πράγμα: Τη μετάλλαξη μιας κοινωνίας που αντί να βρίσκει στη δημιουργικότητα το αντίδοτο της κρίσης, παραδίνεται ολοένα και πιο γρήγορα στη βία και μεταμορφώνεται σε ζούγκλα. Από τη στιγμή που η πολιτεία αδυνατεί να βάλει φρένο σ' αυτή την ηθική κατρακύλα, είτε γιατί πραγματικά έχει χάσει τον έλεγχο είτε γιατί τη βολεύει ο φόβος, οφείλουμε να το κάνουμε εμείς οι ίδιοι. Ο καθένας στο σπίτι του. Υπάρχει τρόπος να αντιδράσουμε χωρίς βία. Χωρίς να μιλάμε ελαφρά την καρδία για κρεμάλες. Χωρίς να απειλούμε ότι θα κατέβουμε να τα κάψουμε όλα. Χωρίς να μεταλλασσόμαστε σε επιθετικές αμοιβάδες σε βιβλίο του Στίβεν Κινγκ. Γιατί έτσι γινόμαστε αυτό που θέλουν: το υπόστρωμα για να αναπτυχθούν τα παράσιτα της κάθε φασιστικής μειονότητας που ξετρύπωσαν από τα σκοτάδια τους για να παριστάνουν τους εθνοσωτήρες. Κάθε φορά πριν εκτονώσουμε το θυμό μας ανεξέλεγκτα και χωρίς να σκεφτούμε τις προεκτάσεις που έχει αυτό που λέμε, επειδή οι καιροί είναι επικίνδυνοι, να θυμόμαστε ότι η βία πατάει πάνω στο άλλοθι της κοινής γνώμης. «Η κοινή γνώμη θριαμβεύει μόνο εκεί που κοιμάται η σκέψη» έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Κάθε ένας από εμάς που μιλάει θεωρητικά για κρεμάλες, ταΐζει και δυναμώνει εκείνον που ήδη δένει τη θηλιά στο σκοινί.

Έχουμε χρέος να επαναφέρουμε την τάξη. Να διεκδικήσουμε την ομαλότητα. Το δικαίωμα να μπορούμε να μιλάμε σαν κανονικοί άνθρωποι, να πηγαίνουμε το Σάββατο βράδυ στο θέατρο χωρίς να φοβόμαστε, να αναπνέουμε αέρα που δεν είναι τοξικός. Ανάμεσα στην παθητικότητα του καναπέ και την οργή του όχλου υπάρχουν χιλιάδες δημιουργικοί τρόποι για να αντισταθούμε στην κατάντια που μας οδηγούν. Αντί να αφήνουμε την οργή μας να γίνεται όπλο στα χέρια των επιτήδειων, να διαβάσουμε ξανά ιστορία, να περιφρουρήσουμε τις διαδηλώσεις μας, να διεκδικήσουμε δικαιοσύνη, να οργανώσουμε ειρηνικές ακτιβιστικές δράσεις, να γίνουμε ένα έξυπνο πλήθος που πιέζει τους εισαγγελείς να επεμβαίνουν όταν η δημοκρατία πληγώνεται, όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατώνται. Και κυρίως, να μην απαξιώνουμε τα πάντα, γιατί έτσι γυρνάμε στην άβυσσο.


Σάββατο μεσημέρι στο Τατόι. Διαβάζοντας μέσα στην απόλυτη σιωπή. 
Στη μέση του πουθενά.


Το βασιλικό κτήμα στο Τατόι έχει έκταση 47.427 στρεμμάτων (15.000 εκ των οποίων είναι κηρυγμένα εθνικός δρυμός). Το μαγικό αυτό μέρος βρίσκεται στους πρόποδες της Πάρνηθας και απέχει μόνο 18 χλμ από το κέντρο της Αθήνας. 
Κάθε Σαββατοκύριακο γεμίζει με παρέες που έρχονται εδώ για να κάνουν ποδήλατο, πεζοπορίες, πικ νικ κάτω από τα δέντρα, για να διαβάσουν στο γρασίδι, να παίξουν μπάλα, να απολαύσουν τη μέρα τους χαλαρά μέσα στη φύση...



Το Τατόι έχει τρεις εισόδους: Από το Κρυονέρι, τη Βαρυμπόμπη και την Πύλη της Λεύκας (η οποία είναι η πιο κοντινή στο θερινό ανάκτορο). Όποια κι αν επιλέξει κανείς θα περπατήσει αρκετά, εκτός κι αν έχει ποδήλατο.


Το παλιό βενζινάδικο του κτήματος. Κάπου εκεί κοντά, στις αποθήκες, είναι κλεισμένα όλα τα παλιά αυτοκίνητα και οι βασιλικές άμαξες.  





Το θερινό ανάκτορο, ένα ερείπιο πια, είναι παραδομένο στη φθορά του χρόνου. Τίποτα δεν μαρτυρά την αίγλη του παλιού κτιρίου που είχε σχεδιαστεί από τον αρχιτέκτονα Σάββα Μπούκη το 1880 με εντολή του βασιλιά Γεωργίου Α' και της Όλγας. Ο νεαρός αρχιτέκτονας ταξίδεψε στην Αγία Πετρούπολη προκειμένου να αντιγράψει μία από τις επαύλεις στο πάρκο του ανακτόρου του Πέτερχοφ όπου κατοικούσε ο τσάρος Αλέξανδρος Β' (θείος της βασίλισσας Όλγας).  



Το κτίριο πολλές φορές λεηλατήθηκε μέσα στον προηγούμενο αιώνα, λόγω ιστορικών συγκυρίων, και επισκευάστηκε ξανά. Η αδιαφορία της μεταπολίτευσης τού έδωσε το τελικό χτύπημα. Σήμερα είναι ένα περιφραγμένο με συρματόπλεγμα κτίσμα, που σαπίζει. Αν και πρόσφατα ακούστηκε ότι θα ξεπουληθεί όπως τόσα άλλα λόγω κρίσης, υπάρχει μία μελέτη για τη μετατροπή ολόκληρου του κτήματος σε μητροπολιτικό πάρκο.



Στο ξέφωτο μαζεύονται παρέες και απολαμβάνουν την ανεμελιά του μεσημεριού: 
κάποιοι φέρνουν κιθάρες και κρασί.



Εγώ, φυσικά, κάπου εκεί τριγύρω διαβάζω στη σκιά των δέντρων. 




Ο δρόμος της επιστροφής είναι υπέροχος: οδηγείς ανάμεσα στα δέντρα 
με τα παράθυρα ανοιχτά και τα τραγούδια που αγαπάς να παίζουν σιγά,
 για να μην χάνεις τους ήχους του δάσους.


Υ.Γ. Υπάρχει ένα πολύ κατατοπιστικό βιβλίο για το Τατόι. Το «Τατόι, περιήγηση στον χρόνο και τον χώρο» του Κώστα Μ. Σταματόπουλου (εκδόσεις Καπόν) είναι ένας πλούσιος οδηγός με χάρτες, παλιές φωτογραφίες, και φυσικά πολλές ιστορίες από τη ζωή των βασιλέων που έζησαν εδώ, καθώς και των διάσημων καλεσμένων τους. Ωστόσο, αν το διαβάσει κανείς θα πρέπει να γνωρίζει ότι πολιτικά, ειδικά τα γεγονότα της δεκαετίας του '60, περιγράφονται με το γάντι τουλάχιστον όσο αφορά τον τέως Βασιλιά Κωνσταντίνο και τη μητέρα του Φρειδερίκη. Μιλά για κακούς συμβούλους που οδήγησαν τον τέως σε αστοχίες, οι οποίες είχαν ως συνέπεια την πολιτική αποσταθεροποίηση της χώρας και την επιβολή της χούντας. Πουθενά βεβαίως δεν αναφέρονται οι ίντριγκες του παλατιού, η αντισυνταγματική δράση των εστεμμένων έξω από τα πλαίσια του θεσμικού ρόλου τους, η τυφλή υπακοή στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και φυσικά η φημολογούμενη ανάμειξη του τέως Βασιλιά στο δεύτερο πραξικόπημα που οργανωνόταν από τους στρατηγούς και δεν έγινε, 
αφού τους πρόλαβαν τα τανκς των συνταγματαρχών.

Έρχεται πάντα αθόρυβα. Ούτε βήματα ούτε κουδουνάκι στο λουρί. Δεν κουνάει ποτέ την ουρά. Δεν θέλει χάδια. Δεν ξεροκαταπίνει με προσμονή όταν ανοίγεις το ψυγείο. Δεν γαβγίζει ούτε ξύνει την πόρτα με τα νύχια του για να τον πας βόλτα. Κουλουριάζεται σαν κόμπος στο στομάχι και σε τρομοκρατεί, χωρίς καν να σου δείχνει τα δόντια.

Πάνε χρόνια τώρα που έρχεται ξαφνικά κάποια βράδια και μου τραβά το σεντόνι. Ξαπλώνει με τη μουσούδα του στο διπλανό μαξιλάρι. Με κοιτάει στα μάτια. Πάνε χρόνια πια που δεν με τρομάζει. Μοιάζει με κουτάβι όταν σταματάω να παριστάνω πως δεν τον θυμάμαι. Βάζει την ουρά στα σκέλια όταν παύω να τον ταΐζω.



Γι' αυτόν ακριβώς τον σκύλο μιλά και ο Μάθιου Τζόνστον στα δύο βιβλία του «Είχα έναν μαύρο σκύλο» και «Συντροφιά με τον μαύρο σκύλο που τον λένε κατάθλιψη» (εκδόσεις Διόπτρα). Creative director σε διαφημιστικές εταιρείες στην Αυστραλία, το Σαν Φραντζίσκο και τη Νέα Υόρκη, ο συγγραφέας-illustrator δείχνει μέσα σε λίγα λεπτά με πολύ απλές εικόνες, όσα θα καταλάβαινε κάποιος διαβάζοντας για καιρό τα τετράδια του Λακάν ή τον Νευρωτικό άνθρωπο της Κάρεν Χόρνεϊ. Πρόκειται για μία σειρά από σκίτσα που εξηγούν πώς θρέφει κανείς τον μαύρο σκύλο του με κακές σκέψεις, αρνητισμό, προχειρότητα, πλήξη.



Υποφέροντας χρόνια ο ίδιος ο Τζόνστον από κατάθλιψη κατάφερε να εξημερώσει «τον μαύρο σκύλο του» -όπως χαρακτηριστικά ονόμαζε τις κρίσεις μελαγχολίας του ο Ουίνστον Τσώρτσιλ- καταφεύγοντας στη δημιουργικότητα. Ο άντρας που απεικονίζεται στο βιβλίο ενεργοποιεί τη φαντασία, το χιούμορ, τις πιο κρυφές του δυνάμεις για να πετάξει μακριά το ξύλο-δόλωμα που θα κάνει το σιωπηλό θηρίο να φύγει τρέχοντας.



Το πρώτο βήμα για να απαλλαγείς από τον μαύρο σκύλο σου, όπως λέει ο συγγραφέας συχνά στις συνεντεύξεις του, είναι να σταματήσεις να τον ταΐζεις. Η σχεδόν μονομανής άρνησή σου να αναμασάς τη μιζέρια με την οποία προσπαθούν να σε μπουκώσουν, είναι από τα πιο ισχυρά όπλα που έχεις. Σε ό,τι με αφορά, ήταν αρκετό να συνειδητοποιήσω ότι δεν υπάρχουν πρόχειρες μέρες. Κάθε στιγμή είναι μια ευκαιρία για να ανακαλύψεις δυο τρεις μικρές χαρές που θα κάνουν τον μαύρο σκύλο να το βάλει στα πόδια. Τσαγιέρες και κρυστάλλινα ποτήρια, λοιπόν, ακόμα κι αν έχεις ξυπνήσει μόνος. Βόλτες με το ποδήλατο αν έχεις αϋπνίες. Σινεμά χωρίς παρέα, αν δεν έτυχε να κανονίσεις κάτι. Σπιτικά cocktails για να αποζημιώσεις τον εαυτό σου μετά από μια ζόρικη μέρα στο γραφείο. Κι ένα βιβλίο στην τσάντα πάντα. Μην τυχόν και ξυπνήσει πεινασμένος... Γιατί ο μαύρος σκύλος του Τσώρτσιλ δεν αγαπά καθόλου τα βιβλία. Ξέρει ότι παντού μπορεί να σε βρει, αλλά όχι εκεί. Στις σελίδες χάνει τα ίχνη σου. Γλιστράει στις λέξεις και στις εικόνες που αυτές φτιάχνουν. Τρομάζει στο θρόισμα του χαρτιού και στη «μουσική» ενός κόσμου όπου δεν μπορεί να εισέλθει. 


Ένας από τους πιο διάσημους graphic designers στον κόσμο συναντά τον σταρ της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο Noma Bar, έργα του οποίου έχουμε δει ως εικονογράφηση στα μεγαλύτερα διεθνή έντυπα (Wallpaper*, The Economist, The Observer, Time Out κ.α.), σχεδίασε τα εξώφυλλα των βιβλίων του Χαρούκι Μουρακάμι για λογαριασμό του βρετανικού εκδοτικού οίκου Vintage. Ακολουθώντας και σ' αυτή τη δουλειά το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό στυλ του ο 39χρονος Ισραηλινός illustrator έπαιξε με τον κύκλο και το συδυασμό άσπρου-μαύρου-κόκκινου. Πρόκειται για μικρά έργα τέχνης, τα οποία φυσικά θέλω στη βιβλιοθήκη μου.
Ο ίδιος έχει σχεδιάσει και τα εξώφυλλα στα βιβλία του Ντον Ντελίλο





































Υ.Γ. Στα βιβλία «Guess Who?: The Many Faces of Noma Bar» και «Negative Space» θα βρείτε συγκεντρωμένα όλα τα πρωτότυπα πορτραίτα που έχει σχεδιάσει ο Noma Bar.