Μαγιό, cocktails και μια αγκαλιά γεμάτη βιβλία. Τίποτε άλλο δεν χρειάζεται κανείς σε αυτό το ξενοδοχείο για να είναι ευτυχισμένος. Το «The Library» βρίσκεται στο εξωτικό νησί Κο Σαμούι της Ταϊλάνδης και είναι ένα πολυτελές conceptual resort φτιαγμένο για όσους βάζουν πρώτα στη βαλίτσα τους τα βιβλία τους και μετά το αντηλιακό και τις Havaianas.
Γεμάτο γωνιές για διάβασμα και με μια minimal εντυπωσιακή βιβλιοθήκη στην καρδιά του, το «Library» αποτελεί το ιδανικό καταφύγιο για τύπους σαν εμένα. Μανιακούς βιβλιόφιλους που λατρεύουν να περνούν τις διακοπές τους ξαπλωμένοι σε μια σεζ λονγκ. Για αθεράπευτους τεμπέληδες που προτιμούν να διαβάζουν τις περιπέτειες του Jo Nesbo με κομμένη την ανάσα, από το να βουτούν στα βαθιά χωρίς αναπνευστήρα αναζητώντας κοράλλια και αστερίες.
Η γυάλινη βιβλιοθήκη δεσπόζει στο κέντρο του resort.
Το γυάλινο δωμάτιο που ονειρευόταν όλη του τη ζωή ο Αντρέ Μπρετόν.
Η πισίνα είναι επενδυμένη με κόκκινη ψηφίδα που κάνει το νερό να μοιάζει με αίμα (αν διαβάζετε Τζέιμς Ελρόι) ή με cocktail (αν διαβάζετε Φιτζέραλντ). Γιατί όλα τελικά όλα έχουν σχέση με το βιβλίο.
Από εδώ διαλέγει κανείς λευκώματα με φωτογραφίες. Μια εικόνα χίλιες λέξεις.
Πρωινό μπροστά στην παραλία: Γαλλικός καφές, χυμός πορτοκαλιού
και τσαλακωμένο βιβλίο με άμμο στη ράχη.
Y.Γ. Αν είχατε αυτή τη θέα θα καταφέρνατε άραγε να διαβάσετε έστω και μία σελίδα;
Το έχω σκεφτεί πολλές φορές: Αν δεν περνούσα τη ζωή μου κλεισμένος σε ένα γραφείο, θα ήθελα να είχα ένα μικρό βιβλιοπωλείο σε νησί. Σαν τονΒιβλιοπόντικα στη Σύρο. Ένα μοντέρνο μαγαζί γεμάτο βιβλία και μικρά έργα τέχνης.
Να ζω χαλαρά, όπως δεν έχω ποτέ ζήσει δηλαδή περνώντας όλα αυτά τα χρόνια τις μέρες (και τις νύχτες μου πολλές φορές) σε φασαριόζικα γραφεία σύνταξης εφημερίδων και περιοδικών. Να ρίξω ταχύτητα, να μην κάνω παράλληλα τριάντα διαφορετικά πράγματα, να μην πιέζω κανέναν να προλάβει ένα deadline. Nα μην χάνω τον ύπνο μου για νέα που σήμερα θα γραφτούν κι αύριο θα σκορπίσουν σαν χαρτιά στον άνεμο.
Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ζήσω έτσι, ή μάλλον δεν ξέρω για πόσο θα μπορούσα να ζήσω έτσι, μέσα στην ησυχία. Αλλά θα ήθελα να το δοκιμάσω. Να ανακαλύψω την ομορφιά της βραδύτητας. Να ξυπνώ και να κοιτώ από το παράθυρο το χειμώνα την αγριεμένη θάλασσα, που σκάει στους τοίχους των σπιτιών στα Βαπόρια. Να κατεβαίνω με το ποδήλατο στην πλατεία του Δημαρχείου. Να πίνω τον πρώτο καφέ της μέρας στου Στελλά ή στης Νινέττας που φτιάχνει τέλειες πίτες, να τριγυρνώ στα στενά άσκοπα και να ανοίγω το βιβλιοπωλείο με την ησυχία μου. Να μιλάω χαλαρά με τους πελάτες για βιβλία και όταν δεν έχει κόσμο να διαβάζω ή να γράφω. Το μεσημέρι να κλείνω την πόρτα και να πηγαίνω στο πιο ψηλό σημείο του νησιού για να χαζέψω τη θάλασσα. «Να λογαριάσω το μηδέν μου με το άπειρο»*. Να δω στον ανοιχτό ορίζοντα πόσο λίγα και ασήμαντα είναι όλα αυτά που αφήνουμε να μας κάνουν τη ζωή πιο μικρή, σαν τους τοίχους που υψώνουμε γύρω μας και μας στερούν τη θέα σε αυτό που πραγματικά είμαστε.
Υ.Γ. Αν επισκεφθείτε ποτέ την Ερμούπολη κάντε μια βόλτα στον Βιβλιοπόντικα. Βρίσκεται στην οδό Άνδρου, κάπου ανάμεσα στο λιμάνι και το Δημαρχείο. Είναι το πιο όμορφο βιβλιοπωλείο που έχω δει στις Κυκλάδες. Κάθε φορά που πηγαίνω περνάω σίγουρα δύο και τρεις φορές. Αγοράζω βιβλία, χαζεύω το κολάζ στην πόρτα της αποθήκης και τη φωτογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου στο μαύρο κάδρο πίσω από το ταμείο. Και πάντα σκέφτομαι το ίδιο: πόσο θα ήθελα να είχα κάποτε κι εγώ ένα τόσο ωραίο μικρό μαγαζί.
*Στίχος της Λίνας Νικολακοπούλου από το τραγούδι «Το Πάτωμα»
Νομίζω δεν υπάρχει άλλο περιοδικό στον κόσμο που να αγαπά τόσο πολύ το βιβλίο και τους συγγραφείς όσο τοNew Yorker. Από τις 21 Φεβρουαρίου του 1925 που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος μέχρι σήμερα, από τις σελίδες του έχουν περάσει οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες του περασμένου αιώνα και αυτής της δεκαετίας. Δεν ήταν λίγες οι φορές, στα 86 αυτά χρόνια, που το βιβλίο πρωταγωνιστεί στα εξώφυλλα του New Yorker. Εδώ έχω συγκεντρώσει μερικά από αυτά, τα πιο αγαπημένα μου. Εξώφυλλα ντυμένα πάντα με πίνακες, σκίτσα ή μοντέρνες εικονογραφήσεις, που έγιναν το σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης εποχής. Χωρίς να αλλοιωθούν ούτε στο ελάχιστο, χωρίς να χάσουν την αίγλη τους, παρέμειναν το αντίβαρο ακόμα κι όταν η εικόνα εκτόπισε βίαια την ουσία. Το New Yorker κράτησε χαρακτήρα όταν μεσουρανούσε η άγρια, κενόδοξη, φιγούρα και ο ωμός νεοπλουτισμός. Ήταν και παραμένει μια «σφαλιάρα» στην αναίδεια ενός κόσμου που στέκεται θορυβωδώς στην επιφάνεια. Ακόμα κι αν τα έντυπα κάποια μέρα στο μακρινό (;) μέλλον σταματήσουν να εκδίδονται και διανέμονται αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή, ελπίζω να συνεχίσουμε να βλέπουμε αυτά τα εξώφυλλα-έργα τέχνης, έστω και σε οθόνες αφής. Μπορεί το χαρτί κάποια στιγμή να ξεπεραστεί (που δεν το πιστεύω) το να διαβάζεις όμως ποτέ. Γιατί όπως είπε ο Ντέιβιντ Ρέμνικ, ο σημερινός διευθυντής του New Yorker, στο BHMAgazino και στον δημοσιογράφο Μάκη Προβατά (23/10/11), αυτό είναι θέμα χαρακτήρα: «Δεν πήγα σε ένα πανεπιστήμιο που μου έμαθαν να διαβάζω ούτε μεγάλωσα σε περιβάλλον με βιβλία, ήταν μάλλον θέμα χαρακτήρα. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια πραγματικά μεσαία. Ο πατέρας μου ήταν οδοντίατρος και η μητέρα μου δασκάλα, μέχρι που αρρώστησε σε πολύ νεαρή ηλικία και εγκατέλειψε. Εγώ απλώς κόλλησα την αρρώστια να διαβάζω βιβλία από πολύ νέος. Βιβλία που είχαν να κάνουν με τον δικό μου κόσμο και άλλα που δεν είχαν καμία σχέση με αυτόν. Διάβαζα τον Φίλιπ Ροθ ο οποίος έγραφε ιστορίες που συνέβαιναν στη διπλανή μου πόρτα και παράλληλα άρχισα να ανακαλύπτω όλους αυτούς τους συγγραφείς, κυρίως Ρώσους, τον Τσέχοφ και τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι, που περιέγραφαν πράγματα μακρινά σε εμένα, αλλά τελικά τόσο κοντινά μου. Όμως δεν είναι δύσκολοι να τους καταλάβεις, απλώς πρέπει να διαβάσεις τις ιστορίες τους, και έπειτα από λίγο παύει να σε τρομοκρατεί η ανάγνωση του έργου τους και μένει το μεγαλείο του».
Το blog μεταφέρθηκε σε νέα διεύθυνση: loureadblog.com
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Βιβλία και άλλα...
TΟ ΜΟΤΟ ΜΟΥ
«Ενα φλιτζάνι καφές, ένα τσιγάρο που καπνίζεις και το άρωμά του σε διαπερνά, τα μάτια μισόκλειστα μέσα στο ημίφως του δωματίου... Δεν θέλω τίποτε άλλο από τη ζωή εκτός από τα όνειρά μου και αυτό... Λίγο είναι; Δεν ξέρω. Μήπως ξέρω τι είναι λίγο και τι πολύ;» Φερνάντο Πεσσόα