Λεκιασμένα τραπέζια από τα ίχνη του κρασιού και σημαδεμένα μούτρα. Ξεφτισμένοι τοίχοι. Ρυτίδες πάνω στο σοβά. Ξύλινα πατώματα που τρίζουν. Σκονισμένες βιβλιοθήκες. Κλειστά πιάνα με νότες από μουσικές που δεν ακούγονται πια.
Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει. Από τις μίνιμαλ επιφάνειες, τη λάμψη της λάκας και του μαύρου γυαλιού, ξαφνικά μια απίστευτη λαχτάρα με στέλνει στα σκοτεινά υπόγεια για να ξεθάψω τις πιο παλιές ιστορίες. Πένες σκουριασμένες και βρώμικα μελάνια σε γυάλινα μικρά βαζάκια. Φωτογραφίες ασπρόμαυρες και ξεφτισμένες πια πολαρόιντ. 
Μου αρέσει τραβάω στην τύχη ιστορίες από τη μνήμη, να ξύνω πληγές, να έρχομαι ξανά αντιμέτωπος με πράγματα που νόμιζα πως είχα ξεπεράσει. Πράγματα που άφησα πίσω μου. Έτσι για εκδίκηση. Για να θρυμματίζω πού και πού την παγωμένη θάλασσα μέσα μου. Για να θυμάμαι. Πως ό,τι δεν οξειδώνεται δεν αναπνέει.











Υ.Γ. Οι φωτογραφίες είναι από το παλαιοβιβλιοπωλείο Ερατώ στο Μοναστηράκι. Αν σας βγάλει ο δρόμος σας ρίξτε μια ματιά. Θα το βρείτε στην οδό Θησείου στον αριθμό 9. Έχει ανεκτίμητους θησαυρούς και κυρίως ξέρει να λέει με τον καλύτερο τρόπο -τα βιβλία- τις πιο παλιές ιστορίες.  






Αν μου ζητούσαν να διαλέξω τα βιβλία που καθόρισαν τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα, θα διάλεγα τα πιο ερωτικά απ' όλα. Τα βιβλία που μου αποκάλυψαν την αμφισημία του έρωτα. Τα διάβασα κυρίως στην εφηβεία και λίγο μετά, σπουδάζοντας. Τα ξαναδιάβασα και φυσικά επιστρέφω και επιστρέφω και θα επιστρέφω σε αυτά, γιατί όσο κι αν πάρω το μάθημα, ευτυχώς, όταν ερωτεύομαι ξεχνάω στο δευτερόλεπτο κάθε λέξη. Μπαρτ, Κούντερα, Μπρυκνέρ, Γκαίτε (ναι, Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου -εκδόσεις Άγρα- είναι το πιο βαθιά ερωτικό βιβλίο που έχω διαβάσει: ένας ύμνος στο ρομαντισμό).
Στα Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα (εκδόσεις Αστάρτη) ο Πασκάλ Μπρυκνέρ μιλά για τη βία της σεξουαλικής βουλιμίας. Σελίδα σελίδα το βιβλίο περιγράφει την ιστορία ενός έρωτα που γεννιέται όπως όλοι οι έρωτες (όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε το αντίθετο): εντελώς τυχαία. Με χειρουργική ακρίβεια καταγράφει όλα τα στάδια μιας σχέσης: από τον ενθουσιασμό μέχρι τον απόλυτο εκφυλισμό. Και φυσικά μιλά για την αυταπάτη που μας θολώνει το νου όταν ερωτευόμαστε και μας κάνει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να κατακτήσουμε τόσο βαθιά τον άλλον που θα γίνει ένα με την εικόνα που έχουμε φτιάξει. «Τη στιγμή ακριβώς που εγώ ανέβαζα στα ύψη τον εξωτισμό της, απαιτώντας σχεδόν απ' αυτήν να ταυτιστεί με την εικόνα που είχα φτιάξει στο μυαλό μου, εκείνη δεν είχε παρά μια επιθυμία: να προδώσει την καταγωγή της και ν' αφομοιωθεί».
Στο ίδιο μοτίβο, αν και όχι με τις ακραίες σεξουαλικές περιγραφές του Μπρυκνέρ, και ο Μίλαν Κούντερα στους Γελοίους Έρωτες (εκδόσεις Οδυσσέας και πιο πρόσφατα εκδόσεις Εστία με τίτλο Κωμικοί Έρωτες). Με μια σειρά ιστοριών φωτογραφίζει πλήρως τη μεγαλύτερη παρεξήγηση του έρωτα: τη σύγκρουση της εξιδανικευμένης εικόνας στην οποία υποκύπτουμε παράφορα με την (φρικτή) πραγματικότητα του άλλου ατόμου. Γιατί τελικά όσο τέλειος κι αν είναι ένας άνθρωπος πώς να συναγωνιστεί με το ιδανικό που πάμε εμείς και χτίζουμε στο κεφάλι μας;
«Σκεφτόταν ότι αυτή η κοπέλα, όπως την αγαπούσε, δεν ήταν παρά ένα προϊόν της επιθυμίας του, της αφηρημένης σκέψης του, της εμπιστοσύνης του, και ό,τι η φίλη του, όπως ήταν πραγματικά, ήταν η γυναίκα που στεκόταν εκεί, απελπιστικά άλλη, απελπιστικά ξένη, απελπιστικά πολύμορφη».
Εδώ μιλάει λοιπόν ένας ερωτευμένος και λέει: Χάνομαι, υποκύπτω. Ή αλλιώς, στο πιο ρεμπέτικο, «σ' αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί, κι οι πόθοι τους ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή». Τo βιβλίο Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου του Ρολάν Μπαρτ (εκδόσεις Ράππα) κάνει ακριβώς αυτό: φωτίζει την υπόγεια διαδρομή στο μυαλό ενός ερωτευμένου. Είναι ίσως το μοναδικό βιβλίο που έχει καταγράψει λέξη-λέξη την απόγνωση του έρωτα. Και την απόλυτη μοναξιά εκείνου που χτυπιέται βαθιά από τα βέλη του: αφού από την ακαταμάχητη έλξη βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με το χάος της απώλειας. Όχι της απώλειας του άλλου, αλλά της εικόνας που είχε χτίσει ο ίδιος.
«Κατάργηση: Πνοή γλώσσας κατά τη διάρκεια της οποίας το υποκείμενο φτάνει στο σημείο να καταργήσει το αγαπημένο αντικείμενο κάτω από το βάρος του έρωτα: χάρη σε μια καθαρά ερωτική διαστροφή, το υποκείμενο καταλήγει να αγαπά τον έρωτα και όχι το αντικείμενο». (...) «Κι αν έρθει μια μέρα που θα πρέπει να αποφασίσω οριστικά να απαρνηθώ τον άλλον, το σφοδρό πένθος που θα με καταλάβει τότε είναι το πένθος για το Φαντασιακό: ήταν μια αγαπημένη δομή».
Όπου «Φαντασιακό» τώρα εμείς ας βάλουμε στο νου μας τα καλύτερα: αγκαλιές και φιλιά στα σινεμά, τηλεφωνήματα μέχρι το πρωί, υποσχέσεις σε κουβαριασμένα σεντόνια και κυρίως εκείνο το γλυκό συναίσθημα ότι ξαφνικά ανήκουμε κάπου. Μέχρι να τραβηχτεί λίγο η κουρτίνα και να έρθουμε αντιμέτωποι με την ουτοπία.
Νομίζω ότι πιο πολλά έμαθα από αυτά τα βιβλία, παρά από τις σπουδές μου, όταν το έσκαγα από τα μαθήματα και καθόμουν στον πεζόδρομο του Eν Δελφοίς και διάβαζα. Καμένος από έναν έρωτα για μια εικόνα. Ένα πάθος ανολοκλήρωτο, άρα απεγνωσμένο για πάντα. Ένα trompe l'oeil του νου που με διάλυσε και μου έδωσε την ευκαιρία να βγω από το κουκούλι της εφηβείας. Τότε διάβαζα οτιδήποτε μπορούσε να ρίξει φως στο σκοτάδι: στο γιατί ερωτευόμαστε και στο τι κρύβεται πίσω από την επιθυμία. Ένα από αυτά ήταν και το βιβλίο Ρομαντικό Ψεύδος & Μυθιστορηματική Αλήθεια (εκδόσεις Ίνδικτος). Ο καθηγητής Ρενέ Ζιράρ αποκαλύπτει εδώ όσα ξέρουμε κατά βάθος για τον έρωτα αλλά μας αρέσει να κάνουμε τους ανήξερους. Μέσα από μια ιδιαίτερη ανάλυση των πιο διάσημων μυθιστορημάτων όλων των εποχών αποκαλύπτει τα βαθύτερα κίνητρα του έρωτα. «Νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι, αυτόνομοι ως προς τις επιλογές μας, είτε πρόκειται για μια γραβάτα είτε για μια γυναίκα. Ρομαντική αυταπάτη! Στην πραγματικότητα επιλέγουμε τα αντικείμενα που επιθυμεί ήδη κάποιος άλλος... Ο Ρενέ Ζιράρ εντοπίζει παντού αυτό το φαινόμενο της τριγωνικής επιθυμίας: στη διαφήμιση, στη φιλαρέσκεια, στην υποκρισία, στον ανταγωνισμό των πολιτικών κομμάτων, στο μαζοχισμό και στο σαδισμό, κ.λπ.».
Για να μη μιλήσω φυσικά για την Κάρεν Χόρνεϊ και τους έρωτες των νευρωτικών στο υπέροχο βιβλίο O Nευρωτικός Άνθρωπος της Εποχής μας (εκδόσεις Επίκουρος) ή για το Μονόγραμμα του Ελύτη και τη Μήδεια στην αξεπέραστη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά: Του έρωτα μέγα κακό σπαράζεις τους ανθρώπους. Με ματωμένους κόπους αυτοί που αγάπησαν ξεχνούν...

Υ.Γ.1. Ο πίνακας είναι δημιουργία της Jane H Kim και έχει τίτλο Αfter. Όπως βλέπετε άλλοι για να ξεχάσουν το ρίχνουν στον ύπνο αμέριμνοι, άλλοι το ρίχνουν στα βιβλία. Όπως μπορεί ο καθένας ;-)  

Υ.Γ.2. Kι ένα τραγούδι, το πιο ερωτικό του David Bowie, ιδανικό για εκείνα τα βράδια...





Kαρυστιάνη λοιπόν δεν είχα διαβάσει ποτέ. Παρά την επιμονή πολλών γνωστών μου που είχαν ενθουσιαστεί με τη γραφή της στη «Μικρά Αγγλία» ή στα «Σακιά». Τα τελευταία της διηγήματά με τίτλο «Καιρός σκεπτικός» που εκδόθηκαν πρόσφατα, όπως όλα της τα λογοτεχνικά βιβλία από τον Καστανιώτη, μου τα χάρισε μία πολύ καλή μου φίλη. Τα διάβασε μέσα σε μια νύχτα και μου τα έδωσε. Γιατί έκλαψε με το Θεριό.
Κι έκλαψα κι εγώ με το Θεριό. Και με πολλά ακόμα. Όχι γιατί είναι συγκινητικά, αλλά ακριβώς το αντίθετο, γιατί είναι κοφτά και γραμμένα τόσο όμορφα που φτάνουν μέχρι την ψυχή.
Η Καρυστιάνη είναι αυτό που λέμε κλασική. Σ' αυτά τα διηγήματα μιλά για ανθρώπους αληθινούς, για όσους κρύβονται πίσω από τις κλειστές πόρτες του διπλανού σπιτιού, για όλους αυτούς που προσπερνούμε στο μετρό χωρίς καν να φανταζόμαστε τι ιστορίες κουβαλάνε. Πόσα ζόρια, πόσες χαρές βάζουν στη ζυγαριά για να ισορροπήσουν. Για ανθρώπους πίσω από τα νούμερα και τις στατιστικές, πίσω από τις δόσεις, τις οικονομικές αναλύσεις: Για όλους εμάς που προσπαθούμε να επιβιώσουμε. Κόντρα στον καιρό τον δύσκολο. Τον σκεπτικό.
«Με το Καιρός Σκεπτικός επέστρεψα ξανά μετά από χρόνια στα διηγήματα», εξηγεί η ίδια η Ιωάννα Καρυστιάνη σε πρόσφατη συνέντευξή της στη Lifo «αυτό έγινε γιατί όσα ζούμε μου επέβαλαν τον χαρακτήρα του επείγοντος και η μικρή φόρμα ανταποκρίνεται στα γρήγορα. Ένιωθα καταπλακωμένη από ποσά, τόσα τα χρέη, τόσα τα ελλείμματα, τα πανωτόκια, οι μίζες, οι φευγάτες καταθέσεις, οι φόροι, τα χαράτσια, οι δόσεις, αμάν-αμάν η δόση, μη χάσουμε τη δόση, πάνω απ’ όλα η δόση. Ξέφυγα, λοιπόν, στα κλεφτά, με απλές ιστορίες εδώ κι εκεί, σε γειτονιές κι επαρχίες, με ήρωες που μοχθούν και ποθούν και πενθούν και πορεύονται μονάχοι, ερήμην του πολιτικού συστήματος».
Όλες οι ιστορίες, εννιά τον αριθμό, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Διαδραματίζονται στα Χριστούγεννα εν καιρώ κρίσης. Και μας διδάσκουν με τον πιο τρυφερό τρόπο μόνο αυτό: πώς το καλό που έχουμε μέσα μας μπορεί να μας ξελασπώσει όταν τα πράγματα ζορίζουν αληθινά.
Ήταν ένα ωραίο τριήμερο με την Καρυστιάνη. Μελαγχολικό και γι' αυτό βαθιά ανθρώπινο. Ήσυχο όπως η αλήθεια που όταν κάτσει μέσα μας μας γαληνεύει.


Υ.Γ. «Είχε πάνω της όλα τα καλύτερα του χωριού. Στα μάτια της τα φουντούκια του. Στα μάγουλά της τα μήλα του. Στα χείλη της τα κεράσια του. Στο γέλιο της το γουργούρισμα του νερού στα δυο ποτάμια, Σκουμπίν και Μελόζα. Στα μπράτσα της τις λυγαριές που ανθίζουν στις όχθες». 
Μα υπάρχει καλύτερη αρχή από τούτες εδώ τις φράσεις για έναν κρυφό έρωτα, όπως αυτός που περιγράφεται στο διήγημα Μπάρδο; «Στα μπράτσα της τις λυγαριές που ανθίζουν στις όχθες». Και στην ψυχή, λεβάντα, θα συμπλήρωνα εγώ.  

Κάνω τις βόλτες μου στο Amazon ή σε διάφορα εκπληκτικά sites όπως το Book Cover Archive και παθαίνω ζημιά από τα πιο ευφάνταστα εξώφυλλα βιβλίων που κυκλοφορούν. Στο δεύτερο οι Ben Pieratt και Eric Jacobsen συγκεντρώνουν τα πιο λαμπρά παραδείγματα: εξώφυλλα με πολύ ιδιαίτερο concept που τραβούν το βλέμμα και αποδεικνύουν ότι το graphic design είναι συχνά η πιο καλή διαφήμιση (ακόμα και για ένα μέτριο βιβλίο). Χαζεύοντας κατά καιρούς στα βιβλιοπωλεία του εξωτερικού ή στα αντίστοιχα ηλεκτρονικά έχω ζηλέψει και, ως εκ τούτου, έχω αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί στην Ελλάδα ακόμα η πλειοψηφία των εκδοτών (ευτυχώς υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις που ακολουθούν πολύ τα πρότυπα του εξωτερικού) διστάζει να παίξει σε αυτό το επίπεδο; Μήπως αυτά τα εξώφυλλα τελικά δεν θα πουλούσαν στη δική μας (μικρή) αγορά; Δεν είναι έτοιμο ακόμα το ελληνικό κοινό γι' αυτή την αισθητική; Ή μήπως δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι σχεδιαστές που θα δημιουργούσαν κάτι τόσο πρωτότυπο; Για τα δύο πρώτα δεν γνωρίζω την απάντηση, προφανώς οι επαγγελματίες του χώρου κάτι θα ξέρουν που εμείς οι αναγνώστες αγνοούμε. Για το τελευταίο όμως είμαι σίγουρος πως κάποιο λάθος γίνεται: Υπάρχουν πολλοί ταλαντούχοι γραφίστες οι οποίοι θα σκότωναν για να σχεδιάσουν ένα εξώφυλλο βιβλίου που θα ξεχώριζε όχι μόνο για το περιεχόμενό του, αλλά και για την «εξωτερική του εμφάνιση». Δουλεύοντας χρόνια στα έντυπα και τη διαφήμιση έχω γνωρίσει πολλούς brilliant και ταλαντούχους ανθρώπους με ιδέες. Γιατί δεν αξιοποιούνται λοιπόν από την αγορά του βιβλίου ώστε να πάψουν να θυμίζουν τα εξώφυλλα των βιβλίων αφίσες λαϊκής βραζιλιάνικης σειράς;
Δείτε εδώ και απολαύστε μερικά από τα εξώφυλλα βιβλίων που βρήκα στο Book Cover Archive. Θεωρώ ότι «παίζουν» τόσο δυνατά στο πρώτο ραντεβού που τα ερωτεύεσαι με μία μόνο ματιά!




































Υ.Γ. Στο blog The Casual Optimist μπορείτε να διαβάσετε μία συνέντευξη των δημιουργών του Book Cover Archive Ben Pieratt και Eric Jacobsen.  

Στην κουζίνα του παλιού μου σπιτιού δεν υπήρχαν ούτε ποτήρια. Στα ντουλάπια έβρισκες μόνο βιβλία. Όχι με συνταγές μαγειρικής, τα κανονικά. Μυθιστορήματα και ποιήματα πλάι σε κουτιά του καφέ και σε μπουκάλια με βότκα. Τα άπαντα της Κικής Δημουλά και του Ελύτη τα είχα τακτοποιήσει πάνω από την πιατοθήκη, μαζί με τα θεατρικά του Τσέχοφ, εκεί όπου κανονικά ένας φυσιολογικός άνθρωπος κρύβει τις σουπιέρες και τις σαλατιέρες από το καλό του σερβίτσιο.
Ίσως γιατί, μάλλον από ένστικτο, ήξερα από τότε ότι η μαγειρική κατά βάθος είναι ποίηση. Το να επιλέγεις τα υλικά, είναι σαν να διαλέγεις τις λέξεις. Κι ο χρόνος που χρειάζεσαι για το μαρινάρισμα ή το ψήσιμο μοιάζει με τις σιωπές και τις παύσεις ανάμεσα στους στίχους.



Πολλά χρόνια δεν ήξερα να βράσω ούτε ένα αυγό (ακόμα η αλήθεια είναι πως δυσκολεύομαι να το πετύχω: ή πολύ μελάτο βγαίνει ή πολύ σφιχτό). Με την Koriakamatra γυρνούσαμε για χρόνια κάθε βράδυ μετά το γραφείο από εστιατόριο σε εστιατόριο, τρώγοντας όλα τα λεφτά μας σε μύδια αχνιστά με μουστάρδα και κόλιανδρο και σε σούπες βελουτέ με μπρικ και μαϊντανό. Τα μόνα προϊόντα που υπήρχαν στην βιβλιοκουζίνα μου ήταν κάτι βιολογικά ζυμαρικά με την υπογραφή του Φίλιπ Σταρκ που μου είχαν κάνει δώρο.
Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να ανακαλύψω τις χαρές της μαγειρικής: Τη μεθυστική μυρωδιά ενός υπέροχου κρασιού Vinsanto σε μία σάλτσα που δένει αργά, τα χρώματα των φρεσκοκομμένων λαχανικών που έχεις διαλέξει μόνος, τα αρώματα των μπαχαρικών, ακόμα και τον ήχο που κάνει το κρεμμύδι όταν τσιγαρίζεται στο καυτό λάδι.  


Όλα τα έμαθα διαβάζοντας: η μαγειρική μου αρχίζει και τελειώνει στα βιβλία. Ποδιά, κουτάλα και το βιβλίο ανοιχτό στον πάγκο. Τα ωραιότερα λευκώματα μαγειρικής «μουντζαλιασμένα» με ρίγανη και τζίντζερ. Πανάκριβα, με σκληρό εξώφυλλο, και δεκάδες ελεεινές λαδιές σε κάθε σελίδα δεσπόζουν περήφανα στη βιβλιοθήκη, πλάι σε εκείνα της Taschen για τον Μαγκρίτ, τον Καντίνσκι και τον Λούσιαν Φρόιντ.   


Το καλύτερό μου είναι να αγοράζω κρασιά και μικρές ντιζαϊνιές για την κουζίνα: ασπρόμαυρες κουτάλες, χωνί του λαδιού με μύτη Πινόκιο...


...και μαχαίρια που μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις και σαν στένσιλ αν σου έρθει η έμπνευση κόβοντας την παρμεζάνα να το ρίξεις ξαφνικά στο graphic design.


Το χειρότερό μου είναι όταν διαβάζω Τζέιμς Ελρόι να μαγειρεύω μετά κρέας. Σπλάτερ που ούτε ο Dexter δεν αντέχει. Είναι οι μέρες που γίνομαι φανατικός vegetarian.


Μαγειρεύω και οι ήρωες απ΄τα βιβλία που αγάπησα μπλέκονται στο μυαλό μου με συνταγές που έχω διαβάσει. Φτιάχνω νουντλς με κοτόπουλο και κάσιους και σκέφτομαι τον Τόρου Οκάντα στο «Κουρδιστό Πουλί» του Μουρακάμι (εκδόσεις Ωκεανίδα) που έβραζε ζυμαρικά και μιλούσε με φωνές από το υπερπέραν στο τηλέφωνο. Αγοράζω θαλασσινά και μου έρχονται στο νου οι μασσαλιώτικες γεύσεις στα μυθιστορήματα του Ζαν-Κλωντ Ιζζό. Στρώνω τραπέζι και θυμάμαι τη φίλη μου την Ειρήνη απ' το Twitter να μου μιλά με τις ώρες για τα απολαυστικά φαγητά στις αστυνομικές ιστορίες του Αντρέα Καμιλλέρι, με ήρωα τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο που ξέρει να απολαμβάνει το καλό φαγητό όσο κανένας στη λογοτεχνία.

Οργανώνω το τέλειο γευστικό έγκλημα με συνταγές που βασίζονται στα μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι: Στο βιβλίο «Σασπένς καραμελέ» (εκδόσεις Ηλέκτρα) οι Ανν Μαρτινετί και Φρανσουά Ριβιέρ έχουν συγκεντρώσει 100 συνταγές αγγλικής κουζίνας που είναι εμπνευσμένες από εκείνες που αναφέρονται στα βιβλία της θρυλικής συγγραφέως. Συνταγές που έχουν γίνει βεβαίως φονικά όπλα στα χέρια των αδίστακτων ηρώων της, αφού «στα πενήντα από τα περίπου ογδόντα μυθιστορήματά της, η Άγκαθα Κρίστι "σκοτώνει" τους ήρωές της, όχι με πιστόλια, λοστούς και στιλέτα αλλά με δηλητηριασμένα ποτά και  εδέσματα».


Προσπαθω να καταλάβω μια συνταγή για να φτιάξω μια έθνικ σαλάτα με απ΄το Μαρόκο και την Αλγερία και θυμάμαι τον Πάκο Μαρτίνεθ και τον φίλο του τον Μωρίς Σουκρούν -από το εκπληκτικό «Μαύρο Αλγέρι» του Μωρίς Αττιά (εκδόσεις Πόλις)- να τρώνε ποικιλίες σε ένα καφενείο στο Μπαμπ-ελ-Ουέντ.


Κι επειδή καμιά φορά ξεχνιέμαι -διαβάζοντας στην πολυθρόνα- κι αφήνω την κατσαρόλα στο μάτι, όλοι γνωρίζουν ότι στην κουζίνα μου επιβεβαιώνεται απόλυτα το γνωστό ρητό για τον καπνό και τη φωτιά.


Όσες αποτυχίες κι αν έχω, όμως, δεν πτοούμαι με τίποτα: Διαβάζω λίγο Μαλβίνα από το μικρό βιβλιαράκι «Σαββατογεννημένη» (εκδόσεις Τσαγκαρουσιάνος) που έχει συγκεντρωμένα όλα τα άρθρα που έγραψε στο περιοδικό Symbol, και παίρνω θάρρος:
«Τώρα επιστρέφω στη λατρεμένη μου κουζίνα. Που στη γλώσσα των Ανόητων σημαίνει: Ω ανυπέρβλητο σώμα της αγκινάρας, στην αγκαλιά μιας σος από ήπια φραγκοστάφυλα, με τις συστάδες σπαραγγιών τριγύρω. Και με τα ξέφωτα στις παρυφές του πιάτου, όπου το πατέ της πάπιας καιροφυλακτούσε...»



Αυτές τις ημέρες διαβάζω μεταξύ άλλων και τα «Ημερολόγια κουζίνας» του Μιχάλη Μιχαήλ. Ένα υπέροχο βιβλίο από τις εκδόσεις Ποταμός που συγκεντρώνει τα κείμενα από την ομότιτλη στήλη του στη Lifo. Με εμπνέει και εκεί που κάθομαι στον καναπέ κι απολαμβάνω καναπεδάκια με σπρώχνει πίσω στην κουζίνα. Στη δική μου ή -αν βαριέμαι- στης μητέρας μου που είναι πάντα ανοιχτή και μοσχομυρίζει νοστιμιές. Όπως αυτή η σπιτική τάρτα με σπανάκι και κατσικίσιο τυρί.  


Ορίστε και η συνταγή: Τάρτα με σπανάκι & κατσικίσιο τυρί

Υλικά: Μακάρι να 'ξερα.
Εκτέλεση: Κατεβαίνουμε δύο ορόφους με το ασανσέρ και ξεκλειδώνουμε διακριτικά με το κλειδί μας γιατί είναι μεσημέρι. Πηγαίνουμε στον φούρνο της μαμάς, ανοίγουμε την πόρτα και βγάζουμε έξω την ταρτιέρα. Κόβουμε (λιποθυμώντας από την πείνα) ένα κομμάτι (κόβουμε και δεύτερο γιατί των φρονίμων τα παιδιά...) και φεύγουμε αλαλάζοντας (από μέσα μας) με τυφλή χαρά...

Υ.Γ. Καλή σας όρεξη! ;-)