Ο πίνακας Τοwn (1902) του θεατρικού συγγραφέα Αύγουστου Στρίντμπεργκ, περιγράφει καλύτερα ίσως απ' όσο θα μπορούσαν οι λέξεις την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι όταν δεν καταφέρνω να διαβάσω. Τα βιβλία με βοηθούν να ηρεμώ. Είναι για μένα ένα είδος διαλογισμού: εξημερώνουν την άγρια θάλασσα, λειαίνουν το βράχο κι οργώνουν το άγονο χώμα. Μ' εξανθρωπίζουν.

Όταν, λοιπόν, παθαίνω αυτό που οι βιβλιόφιλοι αποκαλούμε «μπλοκάρισμα του αναγνώστη» (κατά το writer's block), είναι λες και υπάρχει μέσα μου μια αχανής, απέραντη στέπα που πρέπει να διανύσω ολομόναχος. Μια αξημέρωτη, μεγάλη νύχτα όπου το μυαλό μού βάζει παγίδες, ξετρυπώνει σκουριασμένες ενοχές, εκκρεμότητες που χάσκουν και χτυπούν σαν παλιές, σπασμένες πόρτες στον άνεμο. Αδύνατον να κοιμηθώ, αδύνατον και να διαβάσω. Είναι αυτή η βουβή κατάσταση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, κατά την οποία το σώμα ρίχνει ταχύτητες, αλλά το μυαλό τρέχει. Δεν καταφέρνω να συγκεντρωθώ, κολλάω σε μία σελίδα και μένω σ αυτήν για ώρα. Πιάνω άλλα βιβλία, όμως το διάβασμα δεν οδηγεί πουθενά. Γραπώνομαι από τις λέξεις όπως ο ορειβάτης στα σκοινιά, με το χάος από κάτω να παραμονεύει σαν στόμα ορθάνοιχτο.

Συνήθως αυτό συμβαίνει μετά από μια δυνατή αναγνωστική εμπειρία. Όταν έχω τελειώσει ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ και περνώ κατευθείαν στο επόμενο, ακόμα στοιχειωμένος από τους ήρωες του προηγούμενου. Σ΄αυτή τη φάση μαγαρίζω καμιά δεκαριά βιβλία, διαβάζοντας λίγο το ένα και λίγο το άλλο, χωρίς να καταφέρνω να βρω σημείο επαφής. Επίσης, συμβαίνει όταν έχω πολλά βιβλία που θέλω παράλληλα να ξεκινήσω. Η πληθώρα επιλογών με κάνει αναποφάσιστο.

Με τα χρόνια έχω βρει ένα τρικ για να αντιμετωπίζω το «μπλοκάρισα», όταν προκύπτει. Ποντάρω στη μικρή φόρμα: Διηγήματα, νουβέλες, ποιήματα, μικρά πεζά... Δεν πιάνει βεβαίως πάντα, αλλά τις περισσότερες φορές λειτουργεί. Μια σοφή λύση ίσως είναι να αφήσεις το «φαινόμενο» να εκτονωθεί, χωρίς να πιέζεις τα πράγματα. Είναι η ώρα να κλείσεις το βιβλίο και να ανοίξεις το laptop, να χαζέψεις στο διαδίκτυο, να πας μια βόλτα, να δεις μια ταινία ή να κοιτάς απλά το ταβάνι ακούγοντας μουσική, παρακολουθώντας την αναπνοή σου. Το έχει πει καλύτερα η Σκάρλετ: έτσι κι αλλιώς αύριο θα είναι πάντα μια άλλη μέρα.

Υ.Γ. Ο τίτλος του ποστ είναι από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του Χανίφ Κιουρέισι (εκδ. Καστανιώτη).  

«Δέκα καλά βιβλία φτάνουν για μια ζωή», αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν με πάθος η Μαλβίνα Κάραλη, ένα απίστευτα γοητευτικό πλάσμα που είχα την τύχη να συναντήσω μερικές φορές και να συζητήσω μαζί της για βιβλία, λίγο καιρό πριν φύγει. Στο λιτό, σχεδόν ασκητικό της υπνοδωμάτιο, στο τελευταίο της σπίτι απέναντι από την αρχιεπισκοπή Αθηνών στην Πλάκα, είχε μια ξύλινη ροτόντα με στοίβες βιβλίων, στα οποία επέστρεφε ξανά και ξανά.

Σήμερα, διαβάζοντας το απόσπασμα που ακολουθεί από το μικρό διαμάντι του Άρθουρ Σοπενάουερ Περί Αναγνωσης και Βιβλίων: Η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση, τη θυμήθηκα: «Κάθε σημαντικό βιβλίο είναι καλό να το διαβάζουμε δυο φορές, αφενός επειδή με τη δεύτερη φορά συλλαμβάνουμε καλύτερα τα νοηματικά συμφραζόμενα και κατανοούμε την αρχή σε όλο της το βάθος, αφού γνωρίζουμε ήδη το τέλος, και, αφετέρου, επειδή η δεύτερη ανάγνωση μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε κάθε σημείο με αλλιώτικη διάθεση εν συγκρίσει με την πρώτη φορά και να αποκομίσουμε διαφορετική εντύπωση, σαν να κοιτάζουμε ένα αντικείμενο υπό διαφορετικό φως».

Σ' αυτό το ολιγοσέλιδο δοκίμιο (αποτελεί το κεφάλαιο ΧΧΙV του Parerga und Paralipomena), το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα και περιλαμβάνεται στην υπέροχη σειρά του Άτακτου Λαγού -μια σειρά στην οποία φιλοξενούνται σύντομα δοκίμια και διηγήματα, μικρά αριστουργήματα των γραμμάτων, τυπωμένα εξαιρετικά σε πολυτελές υδατογραφημένο χαρτί-, o Γερμανός φιλόσοφος (1788–1860) μας προτρέπει να κλείνουμε πιο συχνά τα βιβλία, να στοχαζόμαστε και να βουτάμε χωρίς ανάσα στη ζωή.

«Η αλήθεια είναι ότι όποιος ρίχνεται με τα μούτρα στο διάβασμα και διαβάζει σχεδόν ολόκληρη την ημέρα αλλά περνά τον ενδιάμεσο χρόνο του χωρίς διόλου να στοχάζεται, χάνει με τον καιρό την ικανότητα να σκέφτεται μόνος του – όπως κάποιος που, κυκλοφορώντας μονίμως καβάλα στο άλογο, ξεχνά στο τέλος πώς να βαδίζει. [...] Όταν διαβάζουμε αδιάκοπα, χωρίς κατόπιν να βάλουμε το μυαλό μας να σκεφτεί, τα νοήματα δεν ριζώνουν μέσα μας και συνήθως πηγαίνουν χαμένα. Ό,τι ισχύει για τη σωματική τροφή, ισχύει εν γένει και για την πνευματική: δεν απορροφούμε παρά το ένα πεντηκοστό της τροφής που προσλαμβάνουμε».

Παράλληλα, ο Σοπενάουερ διαμαρτύρεται για την καταιγιστική βιβλιοπαραγωγή -φαντάσου να ζούσε σήμερα!- την οποία παρομοιάζει «με τον αδιόρθωτο όχλο της ανθρωπότητας, που ξεχύνεται λεφούσι στους δρόμους, συρρέοντας από παντού και λερώνοντας τα πάντα, σαν τις μύγες το καλοκαίρι». Κατά τη γνώμη του τα χιλιάδες κακά βιβλία θάβουν τα κλασικά. Όμως, κάνω μια αθώα σκέψη, και τα κλασικά κάποτε δεν ήταν νέα;

Όπως κι αν έχει, το μικρό αυτό βιβλιαράκι του Άτακτου Λαγού είναι τροφή για το μυαλό, μια πρώτης τάξεως αφορμή για σκέψη και αυτοκριτική, ειδικά για όλους εμάς τους βιβλιοβουλιμικούς τύπους που δεν μπορούμε να αντισταθούμε σε καθετί καινούριο που κυκλοφορεί.

Υ.Γ. Νέα προσέγγιση, ανοιξιάτικη: Για 30 σελίδες κάθε βιβλίου θα αντιστοιχεί μία ώρα βόλτα. Με ποδήλατο, αυτοκίνητο, με τα πόδια, με το μετρό. Εξωστρέφεια, ανθισμένες αμυγδαλιές, καφέδες, παγωμένα κοκτέιλς και βιταμίνη D κάτω από τον ήλιο.  



Λίγες μέρες πριν μια φίλη μου έστειλε ένα διήγημά της και μου είπε να το διαβάσω ακούγοντας ένα συγκεκριμένο τραγούδι -Lady Grinning Soul του David Bowie- που είχε σε repeat η ίδια όταν το έγραφε. Προσπάθησα να το κάνω αλλά δεν λειτούργησε. Η μουσική με αποσπούσε. Χρειάστηκε να κλείσω το iTunes για να καταφέρω να μπω στο ρυθμό του κειμένου. Για μένα η μουσική και το διάβασμα είναι δύο διαφορετικές απολαύσεις που δεν μπορούν να συνδυαστούν.

Έκανα μία βόλτα στα φόρουμ του Goodreads και παρακολούθησα μερικές συζητήσεις πάνω σ' αυτό το θέμα. Οι αναγνώστες διχάζονται: Κάποιοι μπορούν, κάποιοι όχι. Οι περισσότεροι που τα καταφέρνουν μιλούν κυρίως για κλασική ορχηστρική μουσική. Άλλοι γράφουν ότι μισούν τη σιωπή και ότι το να έχουν ακόμα και ραδιόφωνο ή τηλεόραση να παίζει σιγά κάπου στο βάθος, τους βοηθά να συγκεντρωθούν. Υπάρχουν και εκείνοι που διαβάζουν στο μετρό και χρησιμοποιούν το iPod σαν ωτοασπίδες: η μουσική «σκεπάζει» τις ομιλίες και το μηχανικό θόρυβο.

Μια άλλη φίλη, μητέρα δύο μικρών παιδιών, μου είπε πρόσφατα ότι η μουσική δεν είναι τίποτα μπροστά σε δύο πιτσιρίκια που τρέχουν γύρω από τον καναπέ αλαλάζοντας. Αυτούς τους αναγνώστες-κομάντο τους ζηλεύω. Είναι σκληραγωγημένοι και μπορούν να διαβάσουν τα πιο απαιτητικά βιβλία ακόμα κι όταν κάνει παρέλαση γύρω τους ολόκληρο το στούντιο της Disney.

Προσωπικά όταν διαβάζω έξω -στην παραλία, στο πάρκο, σε κάποιο café, ποτέ σε όχημα που κινείται- βάζω απαραιτήτως ωτοασπίδες, αλλιώς θα μείνω 5 λεπτά στην ίδια σελίδα. Στο σπίτι προτιμώ να διαβάζω σιωπηλά. Όταν ανοίγω το Spotify, κλείνω το βιβλίο. Η μουσική θέλει το δικό της χώρο, είναι ένα είδος διαλογισμού, απαιτεί συγκέντρωση. Όπως ακριβώς και το διάβασμα. Αρνούμαι να δω τη μουσική σαν χαλί για διάβασμα και το βιβλίο σαν κερασάκι πάνω σε ένα μουσικό κοκτέιλ.

Έκανα μια μικρή αναζήτηση στο Google για σχετικές έρευνες. Υπάρχουν πολλές από πανεπιστημιακά ιδρύματα, όλες όμως μιλούν για μελέτη και όχι για διάβασμα λογοτεχνίας (δεν νομίζω ότι είναι το ίδιο πράγμα). Οι απόψεις των ερευνητών διίστανται. Η κλινική ψυχολόγος Έμμα Γκρέι, η οποία διεξήγαγε μία μελέτη για λογαριασμό του Spotify, ισχυρίζεται ότι οι μαθητές που ακούν μουσική διαβάζοντας αποδίδουν περισσότερο. Η κλασική μουσική, σύμφωνα με την έρευνα, μας χαλαρώνει, βάζει φωτιά στη φαντασία και μας βοηθά να συγκεντρωθούμε. Μας οδηγεί σε μία κατάσταση δηλαδή παρόμοια με αυτήν του διαλογισμού. Αντιθέτως, μία αντίστοιχη έρευνα του Ινστιτούτου Τεχνολογίας του Νιου Τζέρσεϊ στις ΗΠΑ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι σπουδαστές που άκουγαν μουσική όταν διάβαζαν είχαν χαμηλότερες επιδόσεις στις εξετάσεις από εκείνους που μελετούσαν σιωπηλά. Μια τρίτη έρευνα, αυτή τη φορά από το Πανεπιστήμιο της Ουαλίας, επισημαίνει ότι παίζει ρόλο το είδος της μουσικής. Τα τραγούδια αποσυντονίζουν, ο ακροατής κάνει συνειρμούς με τους στίχους, ενώ η κλασική συμφωνική ή μοντέρνα ορχηστρική μουσική βοηθούν περισσότερο.

Δοκίμασα, λοιπόν, να διαβάσω το συγκλονιστικό βιβλίο μου (Μόνος στο Βερολίνο – Hans Fallada, εκδ. Πόλις) ακούγοντας κλασική μουσική. Με Σοστακόβιτς και Στραβίνσκι στάθηκε αδύνατο. Πολύ γρήγορα έκλεισα το βιβλίο και άνοιξα ένα μπουκάλι ουίσκι για να απολαύσω χαλαρά τη μουσική. Με Έλγκαρ τα πράγματα ήταν πιο εύκολα. Λιγότερες εντάσεις, περισσότερη αρμονία. Πάντως όπως κι αν έχει το διάβασμα μετά μουσικής σε μένα -μέχρι ώρας- δεν δείχνει να λειτουργεί. Σε εσάς;

Edward Elgar - Nimrod (enigma variations)

Ολόκληρη η μέρα ενός ανθρώπου που ζει πλάι στα βιβλία. Ο καφές, η εφημερίδα, το βιβλιοπωλείο, οι συζητήσεις, η βόλτα, ο καναπές, (η γάτα), το κρεβάτι... Η Υelena Βryksenkova, μία illustrator από τη Ρωσία που συνεργάζεται με μεγάλους εκδοτικούς οίκους και εφημερίδες όπως οι New York Times, μεταμορφώνει τις πιο μικρές μας απολαύσεις σε υπέροχα σκίτσα. Εδώ μπορείτε να δείτε τη δουλειά της: yelenabryksenkova.com




Συμβαίνει καμιά φορά να θες πολύ να διαβάσεις ένα βιβλίο, να έχεις ψάξει τα δημοσιεύματα που το αφορούν, να έχεις ενθουσιαστεί εκ των προτέρων από τη φήμη του και τις συζητήσεις που έχει προκαλέσει, κι όμως όταν το πιάσεις στα χέρια σου να μην βλέπεις την ώρα να πας στο επόμενο. Ο θάνατος ενός κριτικού του Μάρτιν Βάλζερ (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας) ήταν για μένα δυστυχώς ένα από αυτά.

Η ιστορία που αφηγείται ο Βάλζερ είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Έχει όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να απογειώσουν ένα βιβλίο: έγκλημα, λογοτεχνία, μίντια, συγγραφείς, συλλέκτες έργων τέχνης και έναν διάσημο κριτικό που έχει τη δύναμη με μια του λέξη να συνθλίψει ή να αποθεώσει έναν δημιουργό. Ωστόσο η ιδέα μένει μετέωρη, ο Βάλζερ δεν την υπηρετεί, αντιθέτως την παραμελεί για να ασκήσει μια ανελέητη -αλλά απολύτως ανιαρή- κριτική στη «βιομηχανία των γραμμάτων».

Αφηγητής είναι ένας συγγραφέας που έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη αποκρυφιστικών συμβόλων στην Τέχνη. Ήρωες είναι ο διάσημος κριτικός λογοτεχνίας Ερλ Κένιγκ και ο συγγραφέας Χανς Λαχ. Ο Κένινγκ στην τηλεοπτική εκπομπή του, η οποία έχει υψηλή τηλεθέαση, εξευτελίζει τον Λαχ και υποτιμά φρικτά το τελευταίο του βιβλίο. Το ίδιο βράδυ, ο ταπεινωμένος συγγραφέας καταφέρνει να διεισδύσει στο καθιερωμένο πάρτι που διοργανώνεται προς τιμήν του πανίσχυρου κριτικού στην έπαυλη του εκδότη του μετά από κάθε εκπομπή. Εκεί οι δύο άντρες συγκρούονται και ο Λαχ απειλεί τον Κένιγκ δημοσίως ότι θα ανταποδώσει το χτύπημα. Λίγες ώρες μετά το γεμάτο αίματα πουλόβερ του Κένιγκ βρίσκεται πεταμένο πάνω στο αυτοκίνητό του αλλά το σώμα του αγνοείται. Η αστυνομία συλλαμβάνει τον συγγραφέα ως βασικό ύποπτο για τη δολοφονία του κριτικού. Ακριβώς σ' αυτό το σημείο μπαίνει ο αφηγητής, γείτονας του Λαχ, και προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητα του φίλου του.

Το βιβλίο είναι εντελώς ανούσιο, και σε κάποιες περιπτώσεις τόσο βαρετό που θα το άφηνα στην άκρη αν δεν είχε έκταση μόνο 243 σελίδων. Είναι λες και ο Βάλζερ έγραψε αυτό το μυθιστόρημα για να το μεταμορφώσει σε πολυβόλο. Δείχνει σαν να μην τον αφορά καθόλου η πλοκή, σαν να την διεκπεραιώνει. Είναι εμφανές άλλωστε ότι ο στόχος του δεν ήταν μια αστυνομική ιστορία, αλλά μια συγκαλυμμένη επίθεση -μέσω του Ερλ Κένιγκ- στον διάσημο Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι (1920 - 2013), τον ισχυρότερο κριτικό βιβλίου του περασμένου αιώνα. Ηδονικά, σε σημείο κακοήθειας -τόσο που αρχίζεις να συμπαθείς τον κριτικό- παραθέτει εξευτελιστικές πληροφορίες οι οποίες συνθέτουν έναν άνισο χαρακτήρα που θυμίζει καρικατούρα σε κόμικ.


Για πολλά χρόνια ονειρευόμουν μια ζωή σαν αυτή που περιγράφει ο Θoρώ στο μυθιστόρημά του Walden ή Η ζωή στο δάσος. Μια τέλεια απομόνωση μέσα στη φύση. Ένα ήσυχο αγροτόσπιτο γεμάτο βιβλία, φρέσκα φρούτα και λαχανικά στα καλάθια, ένα σκουριασμένο μεταλλικό κρεβάτι στην αυλή κάτω από την ασπρισμένη μουριά, δυο τρία σκυλιά και λασπωμένες γαλότσες στο κατώφλι. Μια ζωή δηλαδή μοιρασμένη στο μποστάνι και τις λέξεις.

Η ποίηση και πολύ περισσότερο η λογοτεχνία μού πρόσφεραν απλόχερα τέτοια ταξίδια. Ωραιοποίησαν ακόμα περισσότερο τη φαντασίωση, πολλές φορές -κακά τα ψέματα- έδωσαν άλλοθι στην πλήξη μου να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα, κι άλλες φορές -γι αυτό ευγνωμονώ τα βιβλία- με προστάτεψαν από την υστερία μιας επιφανειακής ζωής που στα χρόνια της ανάπτυξης ήταν σχεδόν μονόδρομος.

Έζησα λίγο ή πολύ τη ζωή μου, μέχρι τώρα, πλάι στα βιβλία. Δεν σταμάτησα να διαβάζω ποτέ. Ήταν η ισορροπία μου. Ο τρόπος να βάζω φρένο σε όσα δεν μου άρεσαν. Ένα μέρος για να κρύβω τις νευρώσεις μου, να νικώ την κατάθλιψή μου, να απολαμβάνω την ησυχία. Να παίρνω μέσα στην ταχύτητα της πόλης μια γεύση από τη βραδύτητα, τον ρυθμό της απόλαυσης κατά τον Κούντερα.

«Εκείνο που με κατατρύχει είναι η αδιαφορία. Αδυνατώ να ασχοληθώ με τους ανθρώπους. Ή μάλλον, δεν θέλω. Γιατί αποφεύγω, επιμελώς, κάθε περίσταση που θα απαιτούσε να ασχοληθώ μαζί τους. Ένα αναγκαίο στάδιο της θεραπείας είναι να αποδέχεται κανείς όλες αυτές τις περιστάσεις, ακόμη και να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να δημιουργήσει τέτοιες. Η αδιαφορία είναι μια μορφή οκνηρίας. Γιατί μπορεί κάποιος να δουλεύει σκληρά, όπως έκανα ανέκαθεν κι εγώ, κι ωστόσο να κυλιέται στη νωθρότητα, να είναι εργατικός όσον αφορά τη δουλειά του, αλλά σκανδαλωδώς τεμπέλης απέναντι σε οτιδήποτε άλλο».

Όταν έσκασε η κρίση και η ζωή μου άλλαξε, η δουλειά έγινε πολύ πιο δύσκολη και η καθημερινότητα πιο απαιτητική. Οι προτεραιότητες και τα δεδομένα ανατράπηκαν. Η πόλη έγινε λίγο επαρχία, οι άνθρωποι πιο ουσιαστικοί. Ξαφνικά άρχισα να έχω την ανάγκη να επικοινωνώ, όχι να απομονώνομαι. Έφτιαξα αυτό το blog, ξανοίχτηκα σχετικά από τον κλειστό μου κύκλο σε αγνώστους, οικείους ξένους με τους οποίους πολλές φορές έχω περισσότερα κοινά θέματα συζήτησης από ανθρώπους που λες “ξέρω καλά”, συμμετείχα σε ομάδες γυρίζοντας όλη την πόλη με το ποδήλατο, γράφτηκα σε λέσχες, άρχισα να ακούω τους άλλους. Με μια λέξη: Ενηλικιώθηκα. Ενδιαφέρθηκα πραγματικά.

«Με ρώτησε αν ήμουν ευτυχισμένος. Είπα ναι – μολονότι δεν ήξερα εάν η ευτυχία ήταν η κατάλληλη λέξη. Πιο ουσιαστικός, πιο πλήρης, με περισσότερο ενδιαφέρον για τα πράγματα, με μεγαλύτερη επίγνωση».

Διαβάζοντας τον Τυφλό Λυτρωτή του Άλντους Χάξλεϋ (εκδ. Scripta, σε εξαιρετική μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου) ένιωσα πολλές φορές σαν να κρυφοκοίταζα τη ζωή μου. Ζορίστηκα σε κάποια κεφάλαια, είναι αλήθεια. Ταυτίστηκα δυστυχώς με τον Άντονι. Και λέω δυστυχώς γιατί ο ήρωας του Χάξλεϋ είναι ένα τοξικό -κατά βάση δειλό- πλάσμα που έβαλε ασπίδα και αντί να βγει στη ζωή, περιχαρακώθηκε σε έναν κόσμο ιδεών, γεμάτο βιβλία. Μια τέλεια απομόνωση στην καρδιά του Λονδίνου. Το μυθιστόρημα αφηγείται την πορεία ενηλικίωσης ενός παιδιού που σε πολύ μικρή ηλικία χάνει τη μητέρα του και θωρακίζεται με έναν εστέτ κυνισμό απέναντι στην πραγματικότητα. Την ιστορία ενός γέρου κάτω των τριάντα που όπως ο Μπέντζαμιν Μπάτον γίνεται όλο και πιο νέος, ανάλαφρος, μεγαλώνοντας.

«Αν συμπεριφέρεσαι σαν γέρος, το σώμα σου θα συμπεριφέρεται σαν σώμα γέρου, θα σκέφτεσαι και θα αισθάνεσαι γέρος».

Αλαζόνας, σνομπ, ειρωνικός, επιθετικός, αντικοινωνικός, αφιερώνεται με εμμονική προσήλωση στα βιβλία του και αντιμετωπίζει με προχειρότητα τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφεται. Αδιαφορεί για όσα εκείνοι σκέφτονται, τους ακούει μόνο για να επιβεβαιώσει τις δικές του απόψεις, και άρα χάνει τη μαγεία που έχει πάντα να σου δώσει ο άλλος αν σταματήσεις να τον βλέπεις αποκλειστικά και μόνο μέσα από τα δικά σου φίλτρα. Ο Άντονι πληγώνει τους γύρω του, είτε αδιαφορώντας επί της ουσίας γι αυτούς είτε παίζοντας με τα αισθήματά τους για να ικανοποιήσει τις νευρώσεις του. Φτάνοντας στη μέση ηλικία συμφιλιώνεται με τα παιδικά του τραύματα και ανακαλύπτει επώδυνα και μέσα από ένα τραγικό λάθος ότι η άρνησή του να ζήσει δεν ήταν πνευματική υπεροχή αλλά αδυναμία.

«Εσένα σε κακομεταχειρίστηκαν;» τη ρώτησε.
Η Μαίρη Άμπερλεϊ ένευσε. «Φρικτά. Λίγα παιδιά αγαπήθηκαν όσο εγώ. Κυριολεκτικά μού άλλαξαν τα φώτα στην αγάπη. Με έκαναν πνευματικά ανάπηρη. Μου πήρε χρόνια μέχρι να ξεπεράσω τη παραμόρφωση».

Η αφήγηση της ιστορίας δεν είναι γραμμική, ο Χάξλεϋ πηγαίνει μπρος πίσω, περιγράφοντας διάσπαρτα γεγονότα από τη ζωή του ήρωά του. Από το 1933 βρισκόμαστε στο 1926, από εκεί στο 1934, μετά πίσω στο 1902 και πάει λέγοντας. Κοινό σημείο αναφοράς τους είναι ο ίδιος ο Άντονι και οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του: οι ερωμένες του (μητέρα και κόρη), ο παιδικός του φίλος και το κορίτσι του, ο πατέρας του και γενικότερα ο αριστοκρατικός κοινωνικός κύκλος του ήρωα, άνθρωποι που περνούν τη ζωή τους σε κοσμικά πάρτι, απολαμβάνοντας την ανεμελιά της καθημερινότητας ανάμεσα σε δύο πολέμους. Πρόκειται για σπασμένες εικόνες που φωτίζουν το χαρακτήρα του Άντονι, όπως «σπασμένες» είναι και οι αναμνήσεις ενός ανθρώπου που κάνει μια αναδρομή της πορείας του. Ανάμεσα στα γεγονότα αυτά παρεμβάλλονται κάποια δοκιμιακού χαρακτήρα σύντομα κεφάλαια με τις απόψεις του Άντονι (και φυσικά τις σκέψεις του ίδιου του συγγραφέα) που έχουν σχέση με τη φιλοσοφία, τη θρησκεία, τη βία στην πολιτική, την ποίηση και κατά βάση με τον Πασιφισμό, στο κίνημα του οποίου ο ίδιος ο Χάξλεϋ προσχώρησε το Νοέμβριο του 1936.

Ο Άντονι, ανακαλύπτει αργά την αληθινή ζωή και αποδέχεται σαν άλλος Λύκος της Στέπας τις χίλιες δυο διαφορετικές πτυχές του και τις άπειρες δυνατότητες που προσφέρει η αληθινή ζωή σε έναν απολύτως συνειδητό άνθρωπο.

«Ε, εγώ δεν εκτιμώ την προσήλωση σε έναν σκοπό αποκλειστικά. Εγώ εκτιμώ την πολλαπλότητα. Θεωρώ καθήκον του καθενός να αναπτύσσει όλες του τις δυνατότητες – όλες ανεξαιρέτως. Όχι να μένει βλακωδώς προσκολλημένος σε μία. Προσήλωση!» επανέλαβε. «Προσήλωση έχουν τα μύδια. Προσήλωση έχουν τα μυρμήγκια».

Υ.Γ. Όλα τα αποσπάσματα που παρατίθενται στο κείμενο είναι από τον Τυφλό Λυτρωτή.



Δεν υπάρχουν παλιά και νέα βιβλία. Τουλάχιστον για μένα. Αυτή η διάκριση αφορά μόνο τους εκδότες και τους βιβλιοπώλες, οι οποίοι λογικά πρέπει να κινήσουν την αγορά που εκπροσωπούν ανά σεζόν. Υπάρχουν βιβλία τα οποία καίγομαι να διαβάσω ή όχι. Κάθε φορά που βάζω στο μάτι κάποια έκδοση, είτε αυτή βρίσκεται στις προθήκες με τις νέες κυκλοφορίες είτε θαμμένη στους πάγκους με τις προσφορές, νιώθω τον ίδιο ακατανίκητο πόθο να γίνει δική μου. Ακόμα και μια έκδοση εικοσαετίας όταν την ποθήσω μπαίνει στη ζωή μου ολόφρεσκη σαν νέος έρωτας.

Η ιεροτελεστία είναι πάντα ίδια κι απαράλλακτη εδώ και πολλά πολλά χρόνια: Οι ευαίσθητες κεραίες μου πιάνουν μια μικρή πληροφορία, ή ένα τυχαίο σχόλιο σε μια παρέα, ή μια αναφορά σε ένα άρθρο, ή μια εικόνα που μου δημιουργεί συνειρμούς. Το μυαλό λειτουργεί σαν την Google. Σαρώνει λέξεις κλειδιά και αναζητεί αποτελέσματα που βασίζονται σε κάθε δυνατό συσχετισμό. Κι επειδή το μυαλό -άσχετα αν εμείς χρησιμοποιούμε μόνο το 10% από τις δυνατότητές του- είναι σαν δέκα Google μαζί, σαρώνει και συναισθήματα, αναμνήσεις (δικές μας ή άλλων που μας τις διηγήθηκαν), σπασμένες εικόνες, μουσικές, λεπτομέρειες από πίνακες, γεύσεις, μυρωδιές, φανταστικές σκηνές και άλλα πολλά. Μια μικρή αφορμή και το searching αρχίζει... Τα αποτελέσματα οδηγούν σε μία σειρά βιβλίων. Μια μουσική σου φέρνει στο νου κύματα, το μυαλό σκανάρει νοητά θαλασσογραφίες του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα, τρικάταρτα πλοία σε αφηνιασμένους ωκεανούς. Θυμάσαι τον Μέλβιλ και τη φάλαινα, άρα λογικά πρέπει απαραιτήτως μέσα στο επόμενο 24ωρο να έχεις αγοράσει το Γουάιτ-τζάκετ με εκείνο το μαγικό μπλε εξώφυλλο των εκδόσεων Gutenberg, που δεκάξι χρόνια τώρα περιμένει υπομονετικά να γίνει δικό σου. Πρέπει να το αγοράσεις οπωσδήποτε, κι ας έχεις μια βιβλιοθήκη αδιάβαστα, γιατί οκτώ εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας θα ανατιναχτούν ταυτόχρονα στο κεφάλι σου (και δεν είμαστε τώρα για τέτοια).

Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα Στην Χώρα των Αντρών του Hisham Matar (εκδ. Ίνδικτος), ένα βιβλίο του 2006, το οποίο μεταφράστηκε στα ελληνικά το 2007, με οδήγησε μία αναφορά σε κάποιο άρθρο για τις ισλαμικές εξεγέρσεις στο βόρειο τόξο της Αφρικής. Η «μακιαβελική πτώση του Καντάφι» ήταν η φράση κλειδί για να αναζητήσω μυθιστορήματα που θα αφορούσαν το καθεστώς του. Ήδη ενθουσιασμένος με τη Γιορτή του Τράγου του Μάριο Βάργκας Λιόσα ή με το Σπίτι του Τεμένους του Κάντερ Αμπντολάχ (και τα δύο εκδ. Καστανιώτη), στα οποία περιγράφονται η αγριότητα των καθεστώτων του Τρουχίλιο στον Άγιο Δομίνικο και του Αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν αντίστοιχα, άρχισα να ψάχνω αν υπήρχε και κάποια έκδοση για τη ζωή στη Λιβύη του Καντάφι. Υπήρχε, αυτό του Χισάμ Ματάρ. Ήμουν τυχερός, γιατί δεν ήταν εξαντλημένο και το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Ίνδικτος το είχε σε προσφορά (μόνο € 3 από € 17) στο Χριστουγεννιάτικο bazaar.

Η διαδικασία για να εντοπίσω ένα βιβλίο μου δίνει τόση χαρά που δεν μπορώ να περιγράψω (ή μάλλον έχω προσπαθήσει να το κάνω σε δύο παλαιότερα ποστ με τίτλο «Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο;» και «Γιατί αγοράζουμε διαρκώς νέα βιβλία ενώ έχουμε εκατοντάδες αδιάβαστα;»). Είναι μια μικρή τελετουργία που όχι απλά με χαλαρώνει, αλλά με ενθουσιάζει. Πρώτα αναζητώ άρθρα για το βιβλίο ή τον συγγραφέα: στη Biblionet, στις εφημερίδες, στα λογοτεχνικά περιοδικά, στα forums, στα blogs, στο αρχείο μου, στο Goodreads, στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Κριτικές, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, reviews αναγνωστών. Δεν ανήκω σε αυτούς που ξενερώνουν όταν μαθαίνουν πράγματα για ένα βιβλίο πριν το διαβάσουν. Δεν μιλώ βεβαίως για spoilers, αλλά για όλα αυτά που γράφουμε ή λέμε για να παρουσιάσουμε ένα βιβλίο. Τη βασική ιδέα γύρω από την οποία κινείται, το τι πραγματεύεται, το στυλ γραφής, τα δυνατά και τα τρωτά του σημεία, τις απόψεις του συγγραφέα, τις αναλύσεις για τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε, τις ιδέες που εκφράζει, το ύφος κ.ά. Όλα αυτά με φτιάχνουν. Κυκλώνω το βιβλίο από παντού. Στη συνέχεια πρέπει να κάνω μια μικρή στάση σε ένα βιβλιοπωλείο (αν υπάρχει διαθέσιμο σε e-book γίνεται ακόμα και μεταμεσονύκτιο πάρτι). Διαβάζω πάντα την πρώτη σελίδα και σταχυολογώ μερικές φράσεις τυχαία από διάφορα άλλα κεφάλαια. Η συνέχεια είναι γνωστή σε κάθε βιβλιοτζάνκι: Τα νέα αποκτήματα, οι αφίξεις, γίνονται στοίβες σε μία γωνιά του σπιτιού και περιμένουν τη σειρά τους μαζί με τα άλλα αδιάβαστα. Στοίβες που άλλοτε σε αγχώνουν γιατί δεν έχεις το χρόνο που θα ήθελες ιδανικά για διάβασμα και άλλοτε γίνονται μια υπόσχεση που σου φτιάχνει το κέφι και σου δίνει προοπτικές.

Παρακολουθώ, τελευταία μία συζήτηση στους κύκλους των βιβλιόφιλων για τα «καινούρια και παλιά βιβλία», πόσα διαβάζουμε από τις νέες κυκλοφορίες και πόσα από τις παλιές. Ο καθένας λειτουργεί όπως τον βολεύει. Επιλέγει ό,τι θέλει. Αποκτά τα βιβλία του όπως μπορεί. Το διάβασμα είναι απόλαυση, δεν σηκώνει νουθεσίες, συμβουλές και σε καμία περίπτωση δεν υπακούει σε κανόνες. Είναι σαν το sex. Δεν σου πέφτει λόγος τι κάνουν δυο (ή περισσότεροι) ενήλικες άνθρωποι στο κρεβάτι τους και πώς απολαμβάνουν τελικά τον έρωτα και την επικοινωνία μεταξύ τους. Αν σου πέφτει βαρύς ο τρόπος που διαβάζει, ερωτεύεται, τρώει, σκέφτεται και γενικώς τη βρίσκει ό άλλος, αυτό κάτι δείχνει. Για σένα, όχι για εκείνον.

Υ.Γ. Στις στοίβες με τα #New_Αrrivals εγώ εντάσσω ακόμα κι ένα βιβλίο που «βούτηξα» αδιαπραγμάτευτα, κάνοντας μακελειό, από τη βιβλιοθήκη κάποιου φίλου. Γιατί για μένα καινούριο είναι οτιδήποτε αγγίζει -εγκαίρως ή καθυστερημένα, δεν έχει καμία απολύτως σημασία- τα αισθητήρια μου. Η διάκριση μεταξύ παλιών και νέων βιβλίων δεν με αφορά καθόλου ως αναγνώστη, αλλά με αφορά ως δημοσιογράφο (ιδιότητα που δεν έχει βεβαίως καμία απολύτως σχέση με αυτό το blog, το οποίο αντιμετωπίζω ως δημόσιο ημερολόγιο ενός απολύτως παρανοϊκού αναγνώστη). Κατανοώ πλήρως όμως κάποιον που δεν το βλέπει έτσι. Γιατί όσοι εργαζόμαστε στα μίντια είμαστε προγραμματισμένοι να ακολουθούμε τυφλά την επικαιρότητα. Αυτή είναι η δουλειά μας. Να μιλάμε για πράγματα που συμβαίνουν τώρα ή για εκείνα που θα συμβούν αύριο. Στον Τύπο είναι αδιανόητο να ασχολείσαι με παλιά πράγματα (εκτός κι αν τα επικαλείσαι για να σχολιάσεις ή να αναλύσεις κάτι που τρέχει αυτή τη στιγμή). Άρα το blog ενός βιβλιόφιλου, διαφέρει από εκείνο ενός δημοσιογράφου. Και ως προς τη φιλοσοφία και ως προς τη λειτουργία του. Σε ό,τι με αφορά προσωπικά θέλω να έχω ένα blog που να εκφράζει την αισθητική και τις εμμονές μου (οι οποίες για μένα είναι πάντα επίκαιρες).