Τίποτα πιο zen από το να ξυπνάς το πρωί και να πίνεις τον καφέ σου για κάνα δίωρο χωρίς να κάνεις απολύτως τίποτα. Αυτό είναι για μένα αληθινή πολυτέλεια. Να μπορείς να βρίσκεις λίγο χρόνο για να ρίξεις ταχύτητα, να σταθείς ακίνητος, παραδομένος μονάχα στη μυρωδιά του γαλλικού και στην τέχνη της αναπνοής.

Απραξία στον κήπο του Επίκουρου. Να χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Χωρίς βιβλία, smartphones, τηλεοράσεις. Χωρίς μουσικές. Παραδομένος σε αυτό που ο Κούντερα στη Βραδύτητα (εκδόσεις Εστία) ονομάζει «ρυθμό της απόλαυσης».

Υπάρχει ένα βιβλίο, ο «Βιαστικός» του Πολ Μοράν (εκδόσεις Ίνδικτος), το οποίο μιλά ακριβώς για το αντίστροφο: Για το χρόνο, την ταχύτητα, τη βιασύνη... Για το πώς τελικά χάνουμε την ποίηση της ζωής που αποκαλύπτεται μόνο με τη βραδύτητα, για όλες εκείνες τις μικρές χαρές που δεν ανθίζουν γιατί βιαζόμαστε.  


Ήρωας ο Πιερ Νιοξ, ένας νευρωτικός τύπος που τρέχει διαρκώς. Μολύνει με τη μονομανία του τους γύρω του και θυσιάζει την ομορφιά της ζωής προκειμένου να προλάβει το χρόνο. Πρόκειται για ένα υπέροχο βιβλίο, καλογραμμένο όπως καθετί με την υπογραφή του Μοράν. Mία νουβέλα που μιλά για την τάση μας να γινόμαστε σκλάβοι του ρολογιού, να προσπερνάμε τα πρόσωπα χωρίς να τα βλέπουμε, δίχως να παρατηρούμε τις λεπτομέρειες: το βλέμμα, τις ρυτίδες έκφρασης, εκείνο το αμυδρό χαμόγελο που σχηματίζεται φευγαλέα...
Πόσα χάνουμε όταν βιαζόμαστε, πόσα θυσιάζουμε για να είμαστε πάντα απολύτως σύγχρονοι όπως έλεγε ο Ρεμπώ;

Υ.Γ. Φυσικά, αυτό μην το διαβάσετε μονορούφι. Διαβάστε το αργά, χωρίς βιασύνη. Απολαυστικά.  



Πόσες φορές σάς έχει τύχει να αρχίσετε ένα μυθιστόρημα και λίγο πριν τη μέση να το αφήσετε στην άκρη για να διαβάσετε κάτι άλλο που σάς φαίνεται πιο ενδιαφέρον;
Εμένα μου συμβαίνει όλο και συχνότερα. Δεν επιμένω πολύ σε ένα βιβλίο αν δεν μου λέει κάτι στη φάση που βρίσκομαι. Το αφήνω στην άκρη χωρίς ενοχές πια. Δίχως να βιάζομαι να το κρίνω αρνητικά. Μπορεί το βιβλίο να τα έχει όλα: ωραία γραφή, δυνατή πλοκή, έξυπνες ανατροπές, καλή μετάφραση, κι όμως να μην τραβάει. Δεν φταίει το βιβλίο. Σίγουρα. Απλά δεν είσαι έτοιμος για όσα είχε να σου πει.

Είμαι πεπεισμένος γι' αυτό: Κάθε βιβλίο διαβάζεται όταν έρθει η ώρα του. Τουλάχιστον έτσι λειτουργεί σε μένα. Λες και μια πόρτα ανοίγει ξαφνικά μέσα μου από το πουθενά που με οδηγεί σε ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Σκόρπιες πληροφορίες, γνώσεις, εμμονές, ερεθίσματα, ιστορίες άλλων βιβλίων, τα λόγια κάποιου που ειπώθηκαν και νόμιζα πως τα πήρε ο αέρας: Κομμάτια του παζλ που κουμπώνουν κι ένα μυθιστόρημα το οποίο παράτησα πέρυσι τέτοια εποχή, φέτος το βρίσκω τόσο ενδιαφέρον που ακυρώνω το βραδινό σινεμά για να κάτσω μέσα να διαβάσω δύο τρία κεφάλαια ακόμα. Και απορώ με τον εαυτό μου που λίγους μήνες πριν το είχα αφήσει να σκονίζεται πάνω-πάνω στη στοίβα με τα παρατημένα.

Μου έχει τύχει και με καλά βιβλία. Για παράδειγμα, τις «Διορθώσεις» του Τζόναθαν Φράνζεν (εκδόσεις Ωκεανίδα) τις ξεκίνησα το 2003, τις εγκατέλειψα με απόλυτη αδιαφορία λίγο πριν το δεύτερο κεφάλαιο και επέστρεψα σε αυτές με κομμένη ανάσα τον περασμένο Σεπτέμβρη. Οκτώ χρόνια μεσολάβησαν κι ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Φυσικά δεν έγινε το βιβλίο ξαφνικά ενδιαφέρον, ήταν από την αρχή. Απλά δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να συναντηθούμε.



Αν ο εγκέφαλός μας είναι ένας μικρός ηλεκτρονικός επεξεργαστής που αποθηκεύει πληροφορίες, αντιδρά με ερεθίσματα και αποκωδικοποιεί μηνύματα (όπως έγραφε στο βιβλίο της «From Words to Brain» η νευροβιολόγος Λίβια Μπλακμπουρν), τότε υπάρχει μια λογική εξήγηση στο γιατί το βιβλίο, ο έρωτας, η ταινία που πέρυσι δεν σου έλεγε τίποτα, φέτος σου κόβει την ανάσα. Είναι λες και υπόγεια το μυαλό όλο αυτό το διάστημα μάζευε τα στοιχεία που του χρειάζονταν για να απολαύσει και να επεξεργαστεί κάτι στην ώρα του.

Υ.Γ. Τα ρολόγια τοίχου The Big Hands Clock στις φωτογραφίες είναι δημιουργίες της σχεδιάστριας Yenwen Tseng.



Mια καταιγίδα μέσα στον καύσωνα. Η αίσθηση της απειλής λίγο πριν ξεσπάσει το μπουρίνι: Με τα σύννεφα να μαυρίζουν στον ορίζοντα και ένας ξαφνικός αέρας που σπρώχνει τη σκοτεινή θάλασσα στα βράχια. Οι πρώτοι κεραυνοί και μετά η βροχή. Μια δυνατή βροχή που σαρώνει τα πάντα.


Σε ένα τέτοιο σκηνικό, στις φετινές διακοπές, διάβασα τη Ρεβέκκα της Δάφνης Ντι Μωριέ (εκδόσεις Καστανιώτη). Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα γεμάτο με εικόνες σαν αυτή. Με το επιβλητικό Μάντερλεϊ, έναν πύργο χτισμένο πλάι σε έναν γκρεμό με θέα στη θάλασσα, κάπου στην αγγλική εξοχή, να πρωταγωνιστεί. Η συγγραφέας χτίζει λέξη-λέξη ένα ζοφερό κόσμο με ξεχασμένα μισάνοιχτα παράθυρα που φέρνουν το νερό της βροχής σε μπροκάρ καναπέδες, πατώματα που τρίζουν, μισάνοιχτες πόρτες σε σκοτεινά δωμάτια γεμάτα μυστικά, με μια απίστευτη ομίχλη που βγαίνει από τη θάλασσα και τυλίγει το σπίτι και με παράξενους υπηρέτες που ψιθυρίζουν σαν σκιές στους διαδρόμους και μετά χάνονται.

Η ηρωίδα (δεν αναφέρεται ποτέ το όνομά της), ένα νεαρό κορίτσι που πληρώνεται για να κάνει συντροφιά σε μια δύστροπη κοσμική κουτσομπόλα, γνωρίζει σε ένα ξενοδοχείο στη Γαλλική Ριβιέρα τον Μάξιμ Ντε Γουίντερ. Έναν bon viveur που έχει χάσει πρόσφατα τη γυναίκα του (πνίγηκε με το μικρό της σκάφος στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του Μάντερλεϊ) και ταξιδεύει μόνος για να ξεχάσει. Τις ημέρες της διαμονής τους ερωτεύονται κι εκείνος  την ώρα του αποχωρισμού τής ζητά να τον παντρευτεί και να τον ακολουθήσει στο αριστοκρατικό του σπίτι.

Όταν το ζευγάρι φτάνει στον πύργο μια μανιασμένη βροχή χτυπά το ανοιχτό τους σπορ αμάξι. Εκείνη με βρεγμένα μαλλιά και λασπωμένα παπούτσια, ταλαιπωρημένη από το ταξίδι, περνά το κατώφλι και σε ένα τεράστιο σαλόνι με κρυστάλλινους πολυελαίους και μια επιβλητική σκάλα, γνωρίζει το προσωπικό του σπιτιού και τη μοχθηρή οικονόμο του, την κυρία Ντάμβερς.

Οι πρώτες μέρες κυλούν αδέξια. Η νεαρή κυρία τα κάνει όλα λάθος. Κάθε ώρα που περνάει αδυνατεί να σταθεί στο ύψος της ως νέα οικοδέσποινα του θρυλικού πύργου. Η μαυροντυμένη κυρία Ντάμβερς την παρακολουθεί αυστηρά και της υπενθυμίζει διαρκώς με τη στάση της ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να αντικαταστήσει τη Ρεβέκκα, την προηγούμενη σύζυγο του Μάξιμ.

Η Ρεβέκκα είναι παντού. Σαν φάντασμα. Η απουσία της κάνει τόσο εκκωφαντικό θόρυβο μέσα στο σπίτι που το νεαρό κορίτσι ασφυκτιά. Οι υπηρέτες γελούν κρυφά με την αδεξιότητά της, ο Μάξιμ χαμένος στις σκέψεις του δείχνει να μην έχει ξεπεράσει την προηγούμενη σύζυγό του και η απειλητική κυρία Ντάβερς, η οποία αδυνατεί να την αποδεχτεί, κάνει τα πάντα για να την εξουθενώσει ψυχολογικά. Η ηρωίδα, ανυπεράσπιστη, περιφέρεται σαν ξένη μέσα στο τεράστιο σπίτι. Πιασμένη σε μια ποντικοπαγίδα. Κάθε πόρτα που ανοίγει, κάθε συρτάρι, την οδηγεί όλο και πιο βαθιά στην απόγνωση.

Το βιβλίο κυλάει μέχρι τη μέση με αυτή την αίσθηση της απειλής, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, δημιουργώντας όμως στον αναγνώστη μια απίστευτη αγωνία. Η Ρεβέκκα της Μωριέ είναι τρομακτική, όχι με τον τρόπο ενός θρίλερ, αλλά με την επιβλητικότητα μιας ταινίας του Χίτσκοκ. (Άλλωστε το μυθιστόρημα έχει μεταφερθεί από τον ίδιο στη μεγάλη οθόνη το 1940, δύο μόλις χρόνια μετά την έκδοσή του). Οι περιγραφές του σπιτιού και των δωματίων, της φύσης γύρω από αυτό, είναι μοναδικές. Όπως και η καθημερινή ιεροτελεστία: το πρωινό κάτω από τα δέντρα του κήπου, το απογευματινό τσάι στη βιβλιοθήκη με το αναμμένο τζάκι, οι βόλτες στη θάλασσα πλάι στο ερειπωμένο σπιτάκι που χρησιμοποιούσε η Ρεβέκκα για να απομονώνεται τα καλοκαίρια και τώρα μοιάζει στοιχειωμένο.

Από τη μέση του βιβλίου και μετά, στη δεξίωση που παραθέτει ο Μάξιμ για να συστήσει τη νεαρή του σύζυγο στο αριστοκρατικό του περιβάλλον, η πλοκή γίνεται καταιγιστική. Τα γεγονότα και οι αποκαλύψεις κάνουν την αγωνία να μεγαλώνει. Μέχρι την τελική ανατροπή.

Η ταινία του Χίτσκοκ είναι έξοχη! Μεταφέρει με απόλυτη ακρίβεια και επιτυχία τόσο τη ζοφερή ατμόσφαιρα όσο και τους χώρους που περιγράφονται στο βιβλίο. Πολλές από τις σκηνές σου μένουν στο μυαλό για καιρό. Ειδικά το βλέμμα της τρομακτικής κυρίας Ντάμβερς.

Kάντε κλικ εδώ για να δείτε την ταινία:  



Κάπου στη Νέα Υόρκη, σε ένα σπίτι με κόκκινα τούβλα και μαύρες σιδερένιες σκάλες υπηρεσίας, ζει ένα κορίτσι που κάνει πάντα αυτό που θέλει. Λίγο αδέξια με όλα εκείνα που οι κανονικοί άνθρωποι διεκπεραιώνουν καθημερινά χωρίς να πελαγώνουν, βρίσκει τον τρόπο να επιβάλλει το στυλ της. Ψάχνει διαρκώς έκπληκτη το κλειδί της στη μαύρη μικρή της τσάντα ή αναζητά τη γάτα της που το σκάει απ' το παράθυρο του μπάνιου και αλητεύει στα ξένα διαμερίσματα. Βάζει μουσική δυνατά, χορεύει όταν οι άλλοι κοιμούνται και όλη της η ζωή χωράει σε μια μόνο βαλίτσα. Τα πρωινά με το ένα και μοναδικό βραδινό της φόρεμα σουλατσάρει στις λεωφόρους του Μανχάταν και καταλήγει πάντα στις βιτρίνες των Tiffany's να χαζεύει ζαλισμένη τα διαμάντια.
  

Χθες βράδυ στο σπίτι μιας φίλης, σε μια υπέροχη πράσινη ταράτσα κάπου στου Μακρυγιάννη, είδαμε ξανά σε home cinema το Breakfast at Tiffany's. Mία ταινία που όπως και η ηρωίδα της, η Χόλι Γκολάιτλι, συμβολίζει την απόλυτη ανεμελιά. Το να κάνεις ό,τι σου έρθει στο κεφάλι αρκεί να το κάνεις με το δικό σου τρόπο. Να ζεις αδέξια, να αρνείσαι να μεγαλώσεις, να βλέπεις την ευτυχία εκεί όπου όλοι βλέπουν μια εκκρεμότητα.


Η Χόλι, την οποία ενσάρκωσε καταπληκτικά στη μεγάλη οθόνη η Όντρεϊ Χέπμπορν (πήρε το ρόλο μέσα από τα χέρια της Μέριλιν Μονρόε), τα γράφει όλα στα παλιά της παπούτσια και αναζητά στο δικό της κόσμο αυτό που ο αληθινός δεν μπορεί να της προσφέρει: μια άφατη ευτυχία. Μια ευτυχία που όπως πολύ σωστά πιστεύει ο δημιουργός της Τρούμαν Καπότε «κρύβεται πάντα στα πιο απίθανα μέρη».

Υ.Γ. Η μάσκα της Όντρεϊ Χέπμπορν πωλείται εδώ: www.vandekaartshop.nl και το πορτραίτο της που έχει δημιουργηθεί από ταινίες παλιού φιλμ εδώ: www.iri5.com


Κοτόπουλα δεμένα πισθάγκωνα που κυλιούνται ηδονικά σε τρυφερές σως πορτοκαλιού. Καυτά μπούτια βουτηγμένα σε μια κολασμένη μαρινάδα με προκλητικά μυρωδικά και ξεπουπουλιασμένες φτερούγες παναρισμένες αισθησιακά με πάπρικα, αυγό και λιωμένη φρυγανιά.... Το Fifty Shades Of Chicken -που υπογράφει ένας σεφ με το ψευδώνυμο FL Fowler- είναι ένα βιβλίο μαγειρικής για εθισμένους στο food porn. Πρόκειται για μία παρωδία του Fifty Shades Of Grey με 50 συνταγές για κοτόπουλο εμπνευσμένες από τη διάσημη πια τριλογία (που έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 40 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο).

Για το βιβλίο της E.L.James δεν έχω άποψη. Ούτε το διάβασα και φυσικά ούτε πρόκειται να το διαβάσω. Ακόμα κι αν με δέσουν με χειροπέδες ή με απειλήσουν με μαστίγια. Την παρωδία του όμως, με το μαζοχιστικό κοτόπουλο που καμαρώνει στο εξώφυλλο, τη βρίσκω brilliant! Είναι λες και βγήκε από ταινία του Γούντι Άλεν. 

«Το Fifty Shades of Grey ξύπνησε κάτι μέσα μου που δεν μπόρεσα ποτέ μέχρι τώρα να εκφράσω. Και μια μέρα, εκεί που έδενα τα μπουτάκια ενός κοτόπουλου για να το ψήσω, συνειδητοποίησα γιατί μερικές σκηνές του βιβλίου μου είχαν φανεί τόσο οικείες. Φαίνεται πως τελικά είμαι εθισμένος στο bonding εδώ και χρόνια: πάνω στα κοτόπουλα όμως» εξομολογείται ο/η (;) συγγραφέας.





Υ.Γ. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Clarkson Potter στις 13 Νοεμβρίου. Για περισσότερες πληροφορίες κάντε κλικ εδώ: www.fiftyshadesofchicken.com



Η Τρέλα του Πινοτσέτ του Λουίς Σεπούλβεδα (εκδόσεις Opera) είναι ένα μικρό βιβλίο που αν και μιλάει για το παρελθόν είναι τόσο επίκαιρο, γιατί αποκαλύπτει πώς στήνεται ο μηχανισμός παραχάραξης της αλήθειας και ένα κράτος συμμαχεί με την αδικία στο όνομα των αγορών. Μέσα από είκοσι δύο άρθρα ο Χιλιανός συγγραφέας καταγράφει τη μάχη που δόθηκε ώστε να μην τιμωρηθεί ο αιμοσταγής δικτάτορας Αουγκούστο Πινοτσέτ για τα εγκλήματα που διέπραξε στη Χιλή από το 1973 έως το 1990.

Αυτός ο μηχανισμός, λοιπόν, είχε στηθεί άψογα: Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες έστρωσαν το χαλί στον Πινοτσέτ ώστε να οδηγήσει τη Χιλή στα νύχια του Μίλτον Φρίντμαν και των οικονομικών δολοφόνων της Σχολής του Σικάγο. Οι Αμερικανοί χρηματοδοτούσαν ΜΜΕ και πολιτικούς αντιπάλους του Αλιέντε συνεισφέροντας σε μία εκστρατεία εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 έγινε το τελικό χτύπημα: Τα τανκς και τα μαχητικά αεροσκάφη περικύκλωσαν από ξηράς και αέρος το προεδρικό μέγαρο. Σε μια επίδειξη απίστευτης βίας ο Πινοτσέτ βομβάρδισε το κτίριο (και συμβολικά την ίδια τη δημοκρατία) και οδήγησε τον Σαλβαδόρ Αλιέντε στην αυτοκτονία. Με άγριους βασανισμούς ο δικτάτορας άνοιξε το δρόμο στους νεοφιλελεύθερους για να στήσουν το οικονομικό τους πείραμα στην πλάτη του χιλιανού λαού. «Τον Οκτώβριο του 1973, τουλάχιστον 72 άνθρωποι δολοφονήθηκαν από το λεγόμενο Καραβάνι του Θανάτου. Τους πρώτους έξι μήνες της κυβέρνησης Πινοτσέτ εκτελέστηκαν τουλάχιστον χίλια άτομα, και ακόμα τουλάχιστον δύο χιλιάδες τα επόμενα δεκαέξι χρόνια, σύμφωνα με την έκθεση Ρέτιγκ. Περίπου 30.000 υποχρεώθηκαν να φύγουν από τη χώρα, ενώ δεκάδες χιλιάδες συνελήφθησαν και βασανίστηκαν, σύμφωνα με τις έρευνες τις επιτροπής Βάλεχ το 2004. Ένα νέο σύνταγμα εγκρίθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1980 από μία αντικανονική και μη δημοκρατική διαδικασία, που χαρακτηρίστηκε από απουσία εκλογικών καταλόγων, και ο στρατηγός Πινοτσέτ έγινε πρόεδρος του κράτους για μία οκταετή θητεία» (πηγή: Wikipedia).

Το 1973 ο βραβευμένος με νόμπελ Αμερικανός οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν ως σύμβουλος του δικτάτορα Αουγκούστο Πινοτσέτ προβάρισε στην πράξη το σχέδιό του, εφαρμόζοντας τις «θεραπείες σοκ» που δίδασκε στους μαθητές του στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Οι πολίτες της Χιλής σαστισμένοι από το πραξικόπημα και από τον υπερπληθωρισμό που είχε πλήξει την οικονομία τους, δέχθηκαν ένα κύμα αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που σάρωσε τα πάντα γύρω τους. «Ο Φρίντμαν συμβούλεψε τον Πινοτσέτ να προχωρήσει σε έναν καταιγιστικό μετασχηματισμό της οικονομίας: μείωση φόρων, ελεύθερο εμπόριο, ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών υπηρεσιών, περιστολή των κοινωνικών δαπανών και απορρύθμιση. Τελικά, οι Χιλιανοί είδαν ακόμα και τα δημόσια σχολεία τους να αντικαθίστανται από χρηματοδοτούμενα με κουπόνια ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ήταν η πιο ακραία καπιταλιστική μεταμόρφωση που επιχειρήθηκε ποτέ και έγινε γνωστή ως η "επανάσταση της σχολής του Σικάγου", καθώς πολλοί από τους οικονομολόγους του Πινοτσέτ είχαν υπάρξει φοιτητές του Φρίντμαν στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Ο Φρίντμαν πρόβλεψε ότι η ταχύτητα, το εύρος και η αιφνιδιαστική επιβολή των οικονομικών αλλαγών θα προκαλούσαν στον πληθυσμό ψυχολογικές αντιδράσεις οι οποίες ''θα διευκόλυναν την προσαρμογή''. Επινόησε δε την ακόλουθη φράση για αυτή την οδυνηρή τακτική: οικονομική ''θεραπεία-σοκ''. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, όποτε οι κυβερνήσεις επέβαλλαν σαρωτικά προγράμματα προώθησης της ελεύθερης αγοράς, η θεραπεία-σοκ (ή αγωγή-σοκ) ήταν η μέθοδος που επέλεγαν» (πηγή: Το Δόγμα του Σοκ, Ναόμι Κλάιν).

Όταν ο Πινοτσέτ συνελήφθη το 2000 σε κλινική του Λονδίνου (μετά από διεθνές ένταλμα που είχε εκδώσει η Ισπανία εις βάρος του με κατηγορίες για μαζικές δολοφονίες και βασανιστήρια των πολιτικών του αντιπάλων) -ενώ λίγες ημέρες πριν είχε πάρει το τσάι του με τη νεοφιλελεύθερη Μάργκαρετ Θάτσερ- ξέσπασε μία νέα θύελλα που δίχασε τη Χιλή: Υπήρχαν εκείνοι που ήθελαν να μην σκαλίσει κανείς το παρελθόν ώστε να μην διασαλευθεί η οικονομία και εκείνοι που με τις πληγές τους ακόμα ανοιχτές αποζητούσαν ηθική δικαίωση. Πολλοί μίλησαν τότε δημόσια για τη δημιουργία ενός κοινωνικού ρήγματος στη Χιλιανή κοινωνία. Προτιμούσαν να θαφτεί η αλήθεια. Ο Λουίς Σεπούλβεδα δεν ήταν ένας από αυτούς: «Μα θα μπορούσε να μην υπάρχει ρήγμα σε μία κοινωνία που δεν γνωρίζει πού βρίσκονται περίπου 3000 μέλη της, που είδε να της στερούν τα θεμελιώδη της δικαιώματα επί 16 χρόνια, που βίωσε τον τρόμο, τα βασανιστήρια, την αδικία, τη δολοφονία των αντιφρονούντων εντός και εκτός συνόρων, την εξορία εκατοντάδων χιλιάδων, σαν μια καταστροφή στην οποία δεν υπήρχε δύναμη ικανή να της αντισταθεί, κι ίσως ήταν μάταιο να της αντισταθεί, αφού κάτι τέτοιες καταστροφές είναι εξοπλισμένες με διαρκή ατιμωρησία; Πώς είναι δυνατόν ο κύριος Γκονθάλεθ (σημ. και πολλοί άλλοι) να μην είδε το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, τη σχεδόν μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω των τριών ατόμων που μπορούσε να εκληφθεί για ανατρεπτική πράξη, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, τη σιωπή ως την καλύτερη μορφή επιβίωσης, το χαφιεδισμό σαν πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του “Κάτι θα είναι” ή “Κάτι θα έχει κάνει” που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο; Είναι εκπληκτικό που ο κύριος Γκονθάλεθ, ένας σοσιαλιστής (κι εγώ είμαι σοσιαλιστής, αλλά σοσιαλιστής όπως ο Αλιέντε), δεν αντιλαμβάνεται πως η καταστολή όλων των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων, η κατάργηση της εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, η εμπορευματοποίηση των ηθικών ευθυνών του Κράτους προκαλούν (όχι μόνο στη Χιλιανή κοινωνία, αλλά σε κάθε κοινωνία) ρήγματα που, όταν δεν γεφυρώνονται με τον καιρό, μπορεί να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες».

Με μια σειρά από άρθρα λοιπόν, τα περισσότερα από τα οποία συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο, ο Λουίς Σεπούλβεδα έδωσε τη μάχη του για να λάμψει η αλήθεια με το όπλο που διαθέτει ένας συγγραφέας: την πένα του. Τα κείμενα αυτά τότε έκανα το γύρο του κόσμου, δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες, περιοδικά και στο διαδίκτυο, με ένα μόνο στόχο: την ηθική αποκατάσταση των θυμάτων του Πινοτσέτ.

Όμως νίκησαν οι αγορές. Ο Πινοτσέτ αθωώθηκε στις αρχές του 2005 από το ανώτατο δικαστήριο της Χιλής. Γιατί η κοινωνική δικαιοσύνη, η ηθική, η ιστορική μνήμη, δεν είναι φαίνεται εδάφη στα οποία καρποφορούν οι αγορές. Στο όνομα της οικονομικής σταθερότητας παραχαράσσονται τα βιβλία της ιστορίας, στοχοποιούνται ως ταραχοποιά στοιχεία όσοι τολμούν να θυμούνται, βιάζεται η αλήθεια και δίνεται άσυλο στους εγκληματίες. Οι αγορές ανθίζουν με το κουκούλωμα.

Η ιστορία αν και παλιά, είναι τόσο επίκαιρη. Αφού καθώς όλα δείχνουν το πείραμα του Φρίντμαν μεταφέρθηκε από τη Λατινική Αμερική στον Ευρωπαϊκό Νότο. Στη Χιλή χρειάστηκαν ένα δικτάτορα, εδώ όμως τα κατάφεραν με τους δημοκράτες. Το κράτος απαξιώθηκε εν καιρώ ειρήνης. Τι να τα κάνεις τα τανκς άραγε όταν έχεις στα χέρια σου πανίσχυρα οικονομικά όπλα; Όταν έχεις πείσει έναν ολόκληρο λαό ότι του αξίζει να τιμωρηθεί γιατί είναι διεφθαρμένος; Όταν με όπλο τη στάση πληρωμών εκβιάζεις μια ολόκληρη κοινωνία που ούτως ή άλλως έχει αρχίσει πλέον και στερείται τα φάρμακα;  

Υ.Γ. Η φράση του Λουίς Σεπούλβεδα στον τίτλο είναι από συνέντευξη του συγγραφέα στην εφημερίδα Το Βήμα. Για να τη διαβάσετε κάντε κλικ εδώ.  


Οι αφίσες της Εθνικής Λυρικής Σκηνής πάντα μου φτιάχνουν το κέφι. Έχουν χιούμορ, στυλ και μια μοντέρνα ελαφρότητα που μου αρέσει πολύ. Σαν να πηγαίνεις με σκισμένο τζην στην όπερα. Θα τις έβλεπα σε έναν γυμνό τοίχο του σπιτιού μου. Σαν έργα τέχνης. Άλλωστε τι καλύτερο από μια αφίσα που όταν περάσει πια ο καιρός της θεωρείται συλλεκτική;

Οι φετινές αφίσες για την καλλιτεχνική περίοδο 2012-13:  






Οι αφίσες που μου αρέσουν περισσότερο από τις άλλες χρονιές:


Η πιο αγαπημένη μου, φυσικά, είναι η Τόσκα. Θα την έβαζα στην κουζίνα, πάνω από τον πάγκο με το ξύλο κοπής.