Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθιστορημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθιστορημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Γιόζεφ Κάπλαν είναι ένας ωραίος ήρωας. Μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα που παλεύει μέσα στη δίνη του περασμένου αιώνα, με τον μεγάλο ευρωπαϊκό εμφύλιο και τις μεταπολεμικές του συνέπειες στην ανατολική Ευρώπη: Η τσακισμένη Πράγα, το πραξικόπημα των κομμουνιστών, το ανελεύθερο καθεστώς και η ομηρία των πολιτών από έναν πατερούλη που σου «κόβει το χέρι» για το καλό σου. Είναι τόσο ωραίος ο Γιόζεφ Κάπλαν που κάνει τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα να δείχνει ισχνός στο πλάι του. Κι αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η αδυναμία του κατά τ΄άλλα απολαυστικού και χορταστικού μυθιστορήματος του Ζαν-Μισέλ Γκενασιά «Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ.» (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, Βάνα Χατζάκη, εκδ. Πόλις). Το βιβλίο είναι πολύ δυνατό μέχρι τη στιγμή που ο αφηγητής στρέφει την οπτική του από τον γιατρό Γιόζεφ Κάπλαν στον ασθενή του Τσε και η αφήγηση επικεντρώνεται στο ακατέργαστο ρομάντζο του με την κόρη του Γιόζεφ, την Έλενα. Διαβάζοντας το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος αισθάνθηκα ότι ξεκίνησα ένα άλλο βιβλίο, άνισο με τα δύο πρώτα μέρη, όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διαδρομή του βασικού ήρωα, ενός νεαρού γιατρού, από την Πράγα των αρχών του περασμένου αιώνα στο Παρίσι και από εκεί στο Αλγέρι του μεσοπολέμου, όπου καταφεύγει ως βιολόγος στο παράρτημα του Ινστιτούτου Παστέρ για να αναζητήσει την τύχη του.

Το Αλγέρι, αυτό το μαγικό μέρος που τόσο αγαπήσαμε από τον Καμύ και μετά από τον Μωρίς Αττιά -το ωραιότερο νουάρ που έχω διαβάσει-, σκιαγραφείται με μεγάλη ακρίβεια από τον Γκενασιά. Το Μπαμπ-Ελ-Ουέντ, τα αλγερινά φαγητά στην ταβέρνα του Παντοβανί, τα πολυτελή εστιατόρια με τις αψίδες και τους κρυστάλλινους πολυελαίους, οι χοροί σε ξύλινες εξέδρες πάνω από τη θάλασσα, τα ταγκό, μια σιτροέν που τρέχει ξέφρενα στους φιδογυριστούς στενούς δρόμους, τα μεθυσμένα αγγίγματα, τα τσιγάρα της συνενοχής μεταξύ δυο φίλων σε ασβεστωμένες ταράτσες κάτω από τα άστρα, η άμμος, η σκιά των δέντρων, ο έρωτας και η ανεμελιά του τελευταίου καλοκαιριού πριν τη φρίκη του πόλεμου.

«Αν υπήρξε ποτέ Παράδεισος θα πρέπει να βρισκόταν σ΄αυτή τη μαγευτική ακτή, όπου πάνω από μια κατάλευκη παραλία και μέχρις εκεί όπου έφτανε το βλέμμα, απλωνόταν ένα δάσος από πεύκα-ομπρέλες, διακριτικούς φύλακες γερμένους προς την ακτή, καθώς και συστάδες φοινικόδεντρων· μια θάλασσα που θύμιζε οπάλι, κι αυτή η μεταξένια σιωπή, αυτός ο άνεμος, ανάλαφρος σαν κασμίρι, κάπου ανάμεσα στο Σίντι Φερούχ και τη Ζεράλντα, τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά από το Αλγέρι. Εκεί ένιωθε κανείς ότι βρίσκεται στις απαρχές του κόσμου, μόνος πάνω στη γη. Εκείνη την τόσο ευτυχισμένη Κυριακή, στα τέλη Αυγούστου 1939, η Κριστίν διάβαζε το κύριο άρθρο μιας εφημερίδας, η Νελλύ μαύριζε στον ήλιο, και ο Μωρίς με τον Γιόζεφ επέπλεαν ανάσκελα στο νερό».

Το πιο δυνατό κομμάτι του βιβλίου είναι η αυτοεξορία του Εβραίου γιατρού στην ερημική και άγρια ενδοχώρα του Αλγερίου, όπου ζει για καιρό σε ένα λασπωμένο καλύβι για να μελετά επιστημονικά ως απεσταλμένος του Ινστιτούτου Παστέρ τα έντομα ενός βάλτου. Το Ινστιτούτο τον φυγαδεύει εκεί για να τον σώσει από τη ναζιστική επέλαση. Οι περιγραφές του τοπίου αγγίζουν τα όρια μιας δυστοπίας, ο ήρωας φτάνει στα όριά του, εισάγεται στην παράνοια, το μέρος τον στοιχειώνει. Η απέραντη μοναξιά η οποία είναι άλλοτε υγρή και πνιγηρή σαν την λάσπη του βάλτου, κι άλλοτε ανυπόφορα στέρεα λες και την πιάνεις με το χέρι, σαν ένα πέτρινο καρβέλι ψωμί που πρέπει να το κόψεις με το μαχαίρι, είναι μια αλληγορία για την απέραντη εσωτερική ερημιά που βίωσαν όσοι Εβραίοι κατάφεραν να κρυφτούν, να εξαφανιστούν από προσώπου γης, για να μην τους συνθλίψουν οι ναζί. Μου θύμισε την ασφυξία την οποία ένιωθε η ηλικιωμένη Εβραία που έκρυβε ο δικαστής σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, στο αριστούργημα του Χανς Φάλαντα «Μόνος στο Βερολίνο», για τη σώσει από τους καταδότες γείτονες ή την κλειστοφοβία στο «Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ».

Στο τρίτο μέρος, το πιο αδύναμο, ο γιατρός έχει επιστρέψει στην Πράγα μετά τον πόλεμο και κουράρει έναν ιδιαίτερο ασθενή, τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, ο οποίος βαριά άρρωστος βρίσκει καταφύγιο στην Τσεχοσλοβακία μετά από μια αποτυχημένη αποστολή του στην Αφρική. Ο Γκενασιά, θέλοντας να περιγράψει τη βιαιότητα του κομμουνιστικού καθεστώτος, χρησιμοποιεί το εύρημα μιας ερωτικής σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ του Τσε και της Έλενας, κόρης του Γιόζεφ Κάπλαν. Ο στόχος εκπληρώνεται, διότι ένας τόσο καλός αφηγητής όσο ο Γκενασιά, ακόμα και στα τρωτά του, δεν εγκαταλείπει τον αναγνώστη. Παρακολουθείς με μεγάλο ενδιαφέρον την ερωτική ιστορία που έχει πολιτικές προεκτάσεις, έχει άλλωστε στιγμές κορύφωσης και δράσης, όχι όμως χωρίς αμηχανία από τον ολοφάνερα τεχνητό συναισθηματισμό. Ο Τσε μοιάζει με μια χοντροκομμένη καρικατούρα χωρίς κανένα βάθος, η Έλενα είναι άγουρη ως χαρακτήρας, και φυσικά ο Γιόζεφ Κάπλαν, σώζει την κατάσταση στο φινάλε.



ΥΓ. Δεν έχω διαβάσει τη Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων. Ίσως το κρατήσω για το ερχόμενο καλοκαίρι, διότι καλοκαίρι διάβασα και αυτό εδώ.

Όταν γυρνάς σπίτι τη Δευτέρα μετά από μια συνηθισμένη μέρα στο γραφείο, ακολουθώντας το συνηθισμένο δρομολόγιο, έχοντας για δείπνο κάτι απολύτως συνηθισμένο, υπάρχουν δύο πράγματα να κάνεις: ή μια ασυνήθιστη βόλτα ή αν βαριέσαι, τουλάχιστον να βγεις από το συνηθισμένο σου πρόγραμμα ανάγνωσης και να μπεις σε μια νέα περιπέτεια. Να βουτήξεις από τη βιβλιοθήκη ένα μυθιστόρημα που λαχταράς εδώ και καιρό να διαβάσεις, καταπατώντας τη σειρά, απατώντας τα μισοδιαβασμένα του κομοδίνου σου. Η ζωή είναι μικρή για βιβλιομονογαμία. Πρέπει να πέφτεις στο κρεβάτι με ό,τι σου γυαλίζει στο μάτι. Αν νιώσεις μια ξαφνική πλήξη με αυτό που διαβάζεις, το καπελάκι σου στραβά και σ' άλλο συγγραφέα.

Με ένα τέτοιο επαναστατικό mood ξεκίνησα τον Ζοφερό Οίκο του Ντίκενς (εκδ. Gutenberg, μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), ανικανοποίητο φλερτ μήνες τώρα. Όλο το γλυκοίταζα κι όλο το ανέβαλλα. Τρομαγμένος φυσικά από τον όγκο, το άφηνα στην άκρη για λίγο μετά, που θα είχα (;) περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Κακώς, γιατί όπως επανειλημμένα έχει αποδειχθεί με ογκώδη, κλασικά μυθιστορήματα όπως ο Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος του Ματιούριν ή Ο  Καλόγερος του Λιούις, η αφήγηση σε κάνει να ξεχνάς τον αριθμό των σελίδων, όπως όταν μια απολαυστική διαδρομή σε κάνει να απολαμβάνεις το ταξίδι χωρίς να ανυπομονείς να φτάσεις στον προορισμό σου.

Στα πιο ογκώδη βιβλία έχω μπει έτσι αυθόρμητα. Τα ανοίγω για να διαβάσω μερικές σελίδες από περιέργεια και τελικά κολλάω. Είναι λες και βρίσκομαι μέσα σε έναν καμβά από τον οποίο δεν θέλω να βγω. Είμαι τζάνκι της ζοφερής ατμόσφαιρας. Απολαμβάνω την αίσθηση της απειλής που υποβόσκει στη γοτθική λογοτεχνία. Λατρεύω τα γοτθικά κάστρα ή τα παλιά βικτοριανά σπίτια με τα μουντά δωμάτια, τις σκάλες που τρίζουν, τις ανήλιαγες τραπεζαρίες με τις πορσελάνες και τις καυτές σούπες, τα κολονάτα ποτήρια του κρασιού που λαμπυρίζουν μέσα στη φωτιά και τους κρυστάλλινους πολυελαίους που αδυνατούν να ρίξουν φως στις ζοφερές επαύλεις της αγγλικής υπαίθρου.

Από όσα βιβλία του είδους έχω διαβάσει (όποιος έχει να προτείνει κάποιο να το κάνει τώρα, αλλιώς ας σωπάσει για πάντα) αγαπημένο όλων είναι η Γυναίκα με τα άσπρα του Γουίλκι Κόλλινς. Ένα εξαντλημένο βιβλίο από τις εκδόσεις Ηλέκτρα, το οποίο αναζητούσα καιρό. Το έψαχνα χρόνια. Eίχα απευθυνθεί σε βιβλιοανιχνευτές εξαντλημένων, είχα ψάξει σε βιβλιοθήκες φίλων, είχα ξεσκονίσει ατέλειωτες στοίβες σε παλαιοβιβλιοπωλεία... Δεν μου είχε περάσει καθόλου, όμως, από το νου το πιο απλό: να δανειστώ το μυθιστόρημα από μία βιβλιοθήκη. Τελικά μετά από ένα τουρ σε δημοτικές και μη βιβλιοθήκες κατάφερα να εντοπίσω το βιβλίο και να μπω σε μια μικρή λίστα αναμονής.

Μερικές εβδομάδες μετά, και ενώ πλησίαζε η ώρα να το δανειστώ, έλαβα ένα ίνμποξ στη σελίδα του blog στο Facebook, όπου ένας συμπαθητικός κύριος ήθελε να μου δανείσει το δικό του αντίτυπο, ενώ ένας άλλος ευγενικός κύριος από το εξωτερικό μου πρότεινε να μου πουλήσει το δικό του που ήταν σε καλή κατάσταση. Είχαν ανοίξει οι ουρανοί και έβρεχε γυναίκες με άσπρα.

Το βικτοριανό πολυσέλιδο μυθιστόρημα άξιζε την αναμονή και το ψάξιμο. Οι σελίδες κυλούσαν σαν ρυάκι σε κάποιον ζοφερό, αλλά απίστευτα ατμοσφαιρικό βαλτότοπο στην αγγλική εξοχή. Η πλεκτάνη που στήνει μεθοδικά ο Γουίλκι Κόλλινς κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Η δράση γίνεται καταιγιστική. Οι χαρακτήρες είναι λεπτοδουλεμένοι, σαν πορτραίτα ενός ζωγράφου που απεικονίζουν ρεαλιστικά ακόμα και τις πιο αδιόρατες ρυτίδες ενός προσώπου. Οι περιγραφές των σπιτιών που αχνοφαίνονται από μακριά μέσα στην ομίχλη, οι περίπατοι στο ημίφως ενός δάσους, η εμφάνιση της χλωμής γυναίκας με τα άσπρα, τα γοτθικά νεκροταφεία με τις πέτρινες πλάκες και τους σπασμένους σταυρούς, τα σκοτεινά από τη βροχή σαλόνια, η υγρασία που φτάνει μέχρι τα κόκαλα, η ζεστασιά από μια φωτιά που τριζοβολά στο τζάκι, η απόγνωση του έρωτα, οι ίντριγκες της βρετανικής αριστοκρατίας, οι πολύπλοκες δικαστικές διαμάχες για κληρονομικά ζητήματα, οι γάμοι από συμφέρον: όλα σκιαγραφούνται λεπτομερώς, χωρίς να κουράζουν τον αναγνώστη, δημιουργώντας του την αίσθηση ότι κάτι απόκοσμο τον κυκλώνει από παντού. Το κακό φυσικά δεν είναι μεταφυσικό, αν και έχει μεταφυσικό εφέ -άλλωστε τα βικτοριανά μυθιστορήματα απευθύνονταν σε αναγνώστες που μεν λάτρευαν τα μυστήρια, ήταν όμως ορθολογιστές- γεννιέται από την ανθρώπινη δυστυχία. Είναι οι κακές προθέσεις, είναι η αρνητική αύρα που περιβάλλει τους συνωμότες, η ανειλικρίνεια, το άδικο που αιωρείται σκοτεινιάζοντας τα πάντα και το δίκιο που βράζει στο αίμα και γίνεται δηλητήριο για τους αδικημένους που αναζητούν την κάθαρση.

Η πλοκή είναι η κλασική της βικτοριανής λογοτεχνίας: ένας καλά υπολογισμένος γάμος, μια περιουσία που χάνεται, ένας έρωτας που θυσιάζεται στο βωμό του συμφέροντος, μια μυστηριώδης γυναίκα που περιπλανιέται σαν φάντασμα μέσα στην άγρια νύχτα ντυμένη στα λευκά, μια ζωντανή-νεκρή που δεν θα ηρεμήσει αν δεν δικαιωθεί. Η ιστορία του Kόλλινς, όπως συνηθιζόταν στα μέσα του 19ου αιώνα, δημοσιεύθηκε το 1859 σε συνέχειες στο περιοδικό All the Year Round του Τσαρλς Ντίκενς στην Αγγλία, αλλά και στο Harper's Weekly στην Αμερική. Ανήκει στο είδος των sensation novels, έναν συνδυασμό ρομαντισμού και ρεαλισμού που στόχο είχε να διεγείρει τα συναισθήματα του αναγνώστη, εκφράζοντας ταυτόχρονα τους προβληματισμούς και τις συνέπειες της ραγδαίας εκβιομηχάνισης. Μια στροφή δηλαδή στις αισθήσεις σε μια εποχή που βρισκόταν μπροστά σε έναν μεγάλο μετασχηματισμό, σε μια κοινωνία που είχε αφήσει από καιρό πίσω της τους αργούς ρυθμούς της μεσαιωνικής κουλτούρας και βίωνε με τρόμο τους ρυθμούς ενός ρυπαρού και απρόσωπου καινούριου κόσμου. Το ενδιαφέρον είναι, όπως επισημαίνει ο Τζον Σάδερλαντ στην υπέροχη Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας (εκδ. Πατάκη), ότι ακόμα και σήμερα η βικτοριανή λογοτεχνία καταφέρνει να συγκινεί και να διαβάζεται με πάθος, τόσο που τα βιβλία του Ντίκενς «πουλούν στις αρχές του 21ου αιώνα ένα εκατομμύριο αντίτυπα κάθε χρόνο»! Ίσως κι εμείς, πολίτες ενός κόσμου που αλλάζει λόγω της τεχνολογικής έκρηξης, να έχουμε την ανάγκη να ρίξουμε τους ρυθμούς και να ταξιδέψουμε αργά σε μυστηριώδεις κόσμους που μοιάζουν με ζωντανούς καμβάδες του Caspar David Friedrich.

Προσωπικά, διαβάζοντας βικτοριανή λογοτεχνία, ανακάλυψα ότι κάτι τούβλα που ξεπερνούν τις 800 σελίδες διαβάζονται πολύ πιο ευχάριστα από κάτι σύγχρονες νουβέλες που είναι λες και σνομπάρουν τον αναγνώστη, καταπατώντας όλες τις τεχνικές αφήγησης που έκαναν τον βασιλιά του βικτοριανού μυθιστορήματος Ντίκενς να αναφωνεί στους φίλους του, όπως ο Γουίλκι Κόλλινς: «Κάν' τους να γελούν. Κάν' τους να κλαίνε. Κάν' τους να ανυπομονούν». Κάν' τους να ταξιδεύουν, να ξεχνιούνται, να μαγεύονται, να νοσταλγούν, θα πρόσθετε ένας αναγνώστης του σήμερα που δεν συγκινείται, δεν κλαίει ή δεν τρομάζει τόσο εύκολα όσο ο βικτοριανός.


ΥΓ. Για το φινάλε, ένα καλό νέο: Η γυναίκα με τα άσπρα αναμένεται να κυκλοφορήσει ξανά από τις εκδόσεις Gutenberg στην ίδια -αλλά υπό νέα επιμέλεια- μετάφραση του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου.

Τα τελευταία χρόνια είχα μία πολύ κακή συνήθεια: αγόραζα όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ που κυκλοφορούσαν, φλέτραρα αναίσχυντα μαζί τους και τα παρατούσα στις πρώτες 50 σελίδες. «Ο Ροθ δεν μου ταίριαζε καθόλου», αν και διαισθανόμουν πώς η ευθύνη ήταν απολύτως δική μου. Διαβάζοντας άρθρα για τα βιβλία του ή ακούγοντας φίλους να λένε πόσο λατρεύουν το στυλ του, ένιωθα ότι κάτι έχανα, ήμουν ένας παρίας στο νεοϋορκέζικο κόσμο του βραβευμένου με Πούλιτζερ συγγραφέα.

Η ζημιά έγινε στον Ζούκερμαν. Προσπάθησα τρεις φορές να τον διαβάσω, αλλά κάτι άλλο σύντομα αποσπούσε την προσοχή μου. Ό,τι κι αν διάβαζα κατόπιν με την υπογραφή του Ροθ ήταν καταδικασμένο. Λες και υπήρχε μια συνωμοσία που με κρατούσε έξω από το κλαμπ των ορκισμένων Ροθικών.

Φέτος, στις διακοπές, διαβάζοντας στο iPad ένα άρθρο με τίτλο How Philip Roth Predicted the Rise of Donald Trump αποφάσισα να ξεκινήσω το μυθιστόρημα Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής (εκδ. Πόλις, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης, επιμ. μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Το βιβλίο βασίζεται σε ένα πολύ ενδιαφέρον εύρημα: ο Ροθ αφηγείται την ιστορία για την εμπλοκή της Αμερικής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αντιστρέφοντας τα γεγονότα: καταγράφει, μέσα από τη σκοπιά της εβραϊκής οικογένειας Ροθ, τι θα είχε συμβεί αν τις εκλογές του 1940 είχαν κερδίσει οι απομονωτιστές Ρεπουμπλικανοί που δεν ήθελαν οι ΗΠΑ να εισέλθουν στον ευρωπαϊκό πόλεμο κατά του ναζισμού. Τι θα σήμαινε για χιλιάδες Αμερικανούς Εβραίους η ήττα του Ρούζβελτ, ηγέτη των Δημοκρατικών, που επιθυμούσε την εμπλοκή της χώρας του στον πόλεμο στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων;

Ο Ροθ χρησιμοποιεί τον Τσαρλς Λίντμπεργκ, τον Αμερικανό αεροπόρο που έγινε διάσημος διασχίζοντας τον Ατλαντικό με το μονοκινητήριο αεροπλάνο του Spirit of St. Louis (και κατόπιν εξαιτίας της απαγωγής και δολοφονίας του γιου του), για να αναντρέψει τα αληθινά γεγονότα. Έτσι βάζει τον δημοφιλή και υπέρμαχο του απομονωτισμού Λιντμπεργκ να προσγειώνεται σαν από μηχανής θεός στο συνέδριο για εκλογή αρχηγού των Ρεπουμπλικανών και να μαγεύει τα πλήθη. Ο Λίντμπεργκ παίρνει το χρίσμα και κατόπιν κερδίζει τις καρδιές των Αμερικανών στηρίζοντας όλη του την προεκλογική εκστρατεία στο σλόγκαν «Λίντμπεργκ ή πόλεμος». Οι αντισημιτικές δηλώσεις που είχε κάνει στο παρελθόν σε συνδυασμό με την παρασημοφόρησή του από του Ναζί για την προσφορά του στην εξέλιξη της αεροπλοϊάς, μετέτρεψαν το όνομα Λίντμπεργκ σε συνώνυμο της φρίκης για τους  Εβραίους της Αμερικής. Το βράδυ της εκλογής του οι Εβραϊκές οικογένειες ξεχύνονται τρομοκρατημένες στους δρόμους κάνοντας λόγο για εκφασισμό της Αμερικής. Τα ακραία στοιχεία βγαίνουν από τα σκοτάδια τους και οργανώνουν ρατσιστικές επιθέσεις σε Εβραίους. Η κυβέρνηση Λίντμπεργκ δεν εκδηλώνεται εξαρχής, χρησιμοποιεί μάλιστα έναν ραβίνο για να καθησυχάσει τους Εβραίους. Τα πράγματα ωστόσο πολύ γρήγορα ξεφεύγουν από τον έλεγχο, η Κου Κλουξ Κλαν και η οργάνωση Πρώτα Η Αμερική καίνε αυτοκίνητα Εβραίων και οργανώνουν πογκρόμ σε εβραϊκές συνοικίες, ξεσκεπάζοντας το φιλοναζιστικό πρόσωπο του καθεστώτος Λίντμπεργκ. Ο Λευκός Οίκος παραμένει αδρανής στις βιαιοπραγίες. Το αυγό του φιδιού δεν έχει απλώς εκκολαφθεί, το θηρίο σέρνεται απειλητικά σκορπίζοντας τον πανικό στις άλλοτε φιλελεύθερες αμερικανικές μεγαλουπόλεις.

Είναι αλήθεια ότι από κεκτημένη ταχύτητα στις πρώτες 150 σελίδες, ειδικά στο σημείο με την εξαντλητική αφήγηση του μικρού Ροθ για τα γραμματόσημα, ήμουν επιφυλακτικός. Έλεγα «Τραγωδία! Άλλος ένας παρατημένος Ροθ». Ξαφνικά όμως τα μάγια λύθηκαν. Διάβαζα απολαμβάνοντας κάθε σελίδα, άρχισα να δένομαι με τους ήρωες και να θαυμάζω τη μαεστρία του συγγραφέα. Τις τελευταίες διακόσιες σελίδες τις διάβασα με κομμένη την ανάσα. Καταιγισμός γεγονότων. Μια άλλη Αμερική, βγαλμένη από τους χειρότερους εφιάλτες.

Ηθικό δίδαγμα: Έρχεται η ώρα που τα βιβλία μάς βρίσκουν. Παρατημένα, μισοδιαβασμένα, αδικημένα, σκονισμένα, ανέγγιχτα, ανασύρονται από την αφάνεια στην οποία τα έχουμε καταδικάσει και διεκδικούν το χρόνο και την προσοχή μας. Ευτυχώς για εμάς.

ΥΓ.: Ο Ροθ, εννοείται, μου άνοιξε την όρεξη για περισσότερο Ροθ. Ήδη κατέβασα από τη βιβλιοθήκη το Αμερικανικό ειδύλλιο και Tο σύνδρομο Πόρτνοϊ (και τα δύο από τις εκδόσεις Πόλις). Και φυσικά αναζήτησα το αντίστοιχου θέματος μυθιστόρημα του Φίλιπ Ντικ Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο (εκδ. Τόπος), στο οποίο επίσης αντιστρέφεται η Ιστορία: η Γερμανία νικά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και οι Αμερικανοί πολίτες υποδουλώνονται στο ναζισμό.  

Στην Ιστορία, όπως και στην καλή λογοτεχνία άλλωστε, τα πράγματα δεν είναι ποτέ απλά, ούτε υπάρχουν καθαρά σχήματα ή εύκολες ερμηνείες. Οι «καλοί» και οι «κακοί» των γουέστερν, οι «ήρωες» και οι «προδότες» του εύκολων μπλογκμπάστερ, μπαίνουν σε πολλά εισαγωγικά, εισαγωγικά που χωρούν τις χίλιες δυο διαφορετικές πτυχές των γεγονότων, εισαγωγικά που φωτίζονται από μακροχρόνιες έρευνες. Έτσι αν η ίδια η Ιστορία που οδηγεί σε επίπονες και ενοχλητικές αλήθειες είναι ένα απαιτητικό εγχείρημα, η συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος είναι μια διαρκής άσκηση ισορροπίας σε ένα τεντωμένο σκοινί. Ο Πιέρ Ασουλίν είναι πρωταθλητής σε αυτό το επικίνδυνο σπορ. Στο σύντομο αλλά περιεκτικό μυθιστόρημά του «Ένας πύργος στη Γερμανία – Ζιγκμαρίνγκεν» (εκδ. Πόλις), αφηγείται ένα κομμάτι από την πιο σκοτεινή σελίδα στην ιστορία της Γαλλίας, τη «φυγάδευση» το Φθινόπωρο του 1944 της δωσιλογικής κυβέρνησης του Βισύ -του στρατάρχη Πεταίν, του αντιπροέδρου και πρωθυπουργού Λαβάλ και του υπουργικού συμβουλίου- στον πύργο του Ζιγκμαρίνγκεν της Γερμανίας ύστερα από την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία. Βάζω τη λέξη φυγάδευση σε εισαγωγικά, καθώς οι δωσίλογοι είχαν ουσιαστικά συλληφθεί από τον Χίτλερ και παρέμεναν έγκλειστοι στο χρυσό κλουβί της δυναστείας των Χοέντσολερν.

Για να κατανοήσει κανείς την πολυπλοκότητα του μυθιστορήματος πρέπει να γνωρίζει το αληθινό ιστορικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η αφήγηση του Ασουλίν, κυρίως όμως όσα προηγήθηκαν από τη μετακίνηση των δωσίλογων στο Ζιγκμαρίνγκεν. Μετά την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων στις 14 Ιουνίου του 1940 στο Παρίσι και την παραίτηση του Γάλλου προέδρου Αλμπέρ Λεμπρέν και του πρωθυπουργού Πωλ Ρεϊνώ, την εξουσία του ελεύθερου τμήματος της Γαλλίας ανέλαβε ο στρατάρχης και ήρωας του Ά Παγκοσμίου Πολέμου Φιλίπ Πεταίν. Ο Πεταίν, ο οποίος, όπως αναφέρει ο Μαρκ Μαζάουερ στο βιβλίο του «Η Αυτοκρατορία του Χίτλερ: Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη» (εκδ. Αλεξάνδρεια), υποσχόταν να «εκκαθαρίσει τη Γαλλία από τους Εβραίους, τους κομμουνιστές και τους μασόνους», ήταν αρκετά δημοφιλής και μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας τον θεωρούσε ιδανική επιλογή ελπίζοντας ότι θα λειτουργήσει ως κυματοθραύστης στη γερμανική επέλαση, ελαχιστοποιώντας τις συνέπειες με μία συνεργασία που θα δεν θα έπληττε το κύρος της χώρας. Πράγματι οι Γάλλοι μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 22 Ιουνίου του 1940, όπως εξηγεί στο βιβλίο του «H Ευρώπη: 1870-1970» (εκδ. Βάνιας) ο ιστορικός James Joll, απολάμβαναν τα περισσότερα προνόμια από τους ναζί μεταξύ των κατακτημένων ευρωπαϊκών λαών. Η ανακωχή χώρισε τη Γαλλία στα δύο: Το βόρειο τμήμα κατείχαν οι Γερμανοί και στο νότιο ο Πεταίν εγκατέστησε την κυβέρνησή του στη λουτρόπολη του Βισύ, από την οποία πήρε το όνομά της. Παράλληλα ο στρατηγός Ντε Γκωλ εκπροσωπούσε το κομμάτι της Γαλλίας που έφριττε με την ιδέα της συνεργασίας με τον κατακτητή και οργάνωνε από το Λονδίνο όπου κατέφυγε τη σθεναρή αντίσταση στους ναζί εισβολείς αλλά και στους Γάλλους συνεργάτες τους. Η πλειοψηφία του επιχειρηματικού κόσμου στήριξε τον Πεταίν γιατί θα έκλεινε το δρόμο στα συνδικάτα και τους συνδικαλιστές, η εκκλησία βολευόταν με τις συντηρητικές του θέσεις, οι δεξιοί τον έβλεπαν ως μια χρυσή ευκαιρία να χτυπηθεί η αριστερά, με την οποία είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς από πολύ παλιά (την υπόθεση Ντρέιφους ή ακόμα και τη Γαλλική Επανάσταση). Η Γαλλία ήταν ήδη κλονισμένη βαθιά από μια εσωτερική διχόνοια. Κατά τον Μαζάουερ, «η ιστορία της συνεργασίας μοιάζει μ' εκείνες τις απελπιστικά περίπλοκες οικογενειακές έριδες που ο κατακτητικός πόλεμος της Γερμανίας αποκάλυψε και επιδείνωσε κατά πολύ, και εξηγεί γιατί η κατοχή απείλησε τόσο πολύ την εθνική ενότητα και γιατί παραμένει τόσο λεπτό ζήτημα ακόμα και σήμερα». Γιατί όμως τόσο μεγάλο ποσοστό των πολιτών άργησε να δει το δωσιλογικό πρόσωπο της κυβέρνησης του Βισύ; Σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό: «Στραπατσαρισμένη, ζαβλακωμένη, λαβωμένη από το χάος, την εγκληματικότητα και την εκπληκτικά γρήγορη κοινωνική αποδιάρθρωση που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι την ώρα του πανικόβλητου φευγιού μπροστά στους προελαύνοντες Γερμανούς, η χώρα ασπάστηκε την καθησυχαστική εικόνα του στρατάρχη, που είχε βάλει τέρμα στις συγκρούσεις και είχε αποκαταστήσει την ηρεμία. Έτσι προέκυψε προσωπολατρία, και το φουαγιέ του Οτέλ ντυ Παρκ στο Βισύ κατακλύστηκε από δώρα, εκατοντάδες κωμοπόλεις και χωριά έδωσαν το όνομα του Πεταίν σε δρόμους και πλατείες. Ο Πεταίν δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει αυτές τις προσκυνήσεις. Σαφές δόγμα δεν υπήρχε, ούτε κόμμα ούτε σύνταγμα, έτσι τίποτα δεν ενσάρκωνε πιο απτά τη Νέα Τάξη στη Γαλλία από το πρόσωπό του».
Ο Πεταίν όμως παραήταν μετριοπαθής τόσο για τα δεδομένα των Γερμανών όσο και για εκείνα των Γάλλων ακροδεξιών, οι οποίοι επιθυμούσαν βεβαίως έναν πιο σκληροπυρηνικό ηγέτη στο τιμόνι και το ρόλο αυτό ανέλαβε με τη στήριξη των Γερμανών ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Βισύ Πιερ Λαβάλ. Συνιδρυτής της πιο ισχυρής παραστρατιωτικής ακροδεξιάς ομάδας, της οργάνωσης Milice, έγινε το αντίπαλον δέος του Πεταίν, με τη στήριξη του Γερμανού πρέσβη στο Παρίσι Όττο Άμπετζ, και η εξουσία του ενισχύθηκε πάρα πολύ από τους ναζί, όταν οι τελευταίοι έχασαν την εμπιστοσύνη τους στη Γαλλική αστυνομία. Ο Πεταίν συγκρούστηκε με τον Λαβάλ, διότι ο τελευταίος προσπάθησε να κλείσει πίσω από την πλάτη του μια συμφωνία με τον Γκέρινγκ για στρατιωτική συμμαχία του κουτσουρεμένου γαλλικού στρατού με τη Βέρμαχτ. Γύρω από το δίπολο Πεταίν-Λαβάλ στήθηκε ένα γαϊτανάκι δωσίλογων, τους οποίους οι ναζί χρησιμοποιούσαν τόσο για να ελέγχουν το ελεύθερο τμήμα της Γαλλίας όσο και για ασπίδα στις συμμαχικές δυνάμεις.

«Καθώς η Ευρώπη μετατοπιζόταν προς τα δεξιά, η ίδια η δεξιά αποκάλυπτε τα πολλά της πρόσωπα» (Μαζάουερ). Αυτή την πολυπλοκότητα μιας Γαλλίας διχασμένης ακόμα και στους κόλπους των δωσίλογων, περιγράφει αριστοτεχνικά ο Ασουλίν, αποδεικνύοντας πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι. Ο πύργος του Ζιγκμαρίνγκεν είναι μια μικρογραφία του Βισύ, των παρασκηνιακών κινήσεων, των συμμαχιών, των ανταγωνισμών και των εχθροτήτων μεταξύ των διεκδικητών της εξουσίας. Ο Γάλλος συγγραφέας δεν πέφτει στην παγίδα να καταφύγει σε εύκολους συναισθηματισμούς. Να κάνει τα πρόσωπα της αφήγησης συμπαθητικά ή αντιπαθητικά, να μπει στον πειρασμό να ανατρέψει την εικόνα τους με εύκολα παραπολιτικά σχόλια και ιστορικά κουτσομπολιά-πυροτερχνήματα που συνηθίζονται σε μυθιστορηματικές βιογραφίες γραμμένες για να γίνουν bestseller. Εδώ μιλάμε για σπουδαία λογοτεχνία που υπογραμμίζει το γεγονός ότι η πραγματικότητα είναι ένα άθροισμα πολλών στοιχείων, ένα σύνολο διαφορετικών πτυχών.

Ο Πιερ Ασουλίν πιάνει το νήμα της αφήγησης από τη στιγμή που οι δωσίλογοι του Βισύ μεταφέρονται στον πύργο των Χοέντσολερν. Με χειρουργική λεπτότητα εστιάζει με τη βοήθεια της μυθοπλασίας αποκλειστικά μόνο σε όσα συμβαίνουν μέσα στον πύργο όπου ζουν οι κρατούμενοι Γάλλοι συνεργάτες του Χίτλερ. Οι κακές σχέσεις του Πεταίν και του Λαβάλ, των δύο αντρών που χρησιμοποιούσε ως μαριονέτες ο Χίτλερ πυροδοτώντας -κατά την πρακτική διαίρει και βασίλευε- τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, δημιουργούν ένα τοξικό περιβάλλον που οδηγεί σε κωμικοτραγικές καταστάσεις (απολαυστική η σκηνή όπου η σύζυγος ενός υπουργού της τέως κυβέρνησης του Βισύ κλέβει πολύτιμα σερβίτσια). Ίντριγκες, παιχνίδια εξουσίας, χυδαίοι ανταγωνισμοί ξεδοντιασμένων κροκόδειλων που τρώνε με χρυσά κυριολεκτικά κουτάλια όσο ο κόσμος, τόσο στη Γερμανία και τους κατακτημένους λαούς όσο και στις στις χώρες των συμμαχικών δυνάμεων, λιμοκτονεί. Τα γεγονότα αφηγείται με λεπτή ειρωνεία ο μπάτλερ των Χοέντσολερν, ο οποίος με τα SS στα πόδια του παραμένει στον πύργο υπηρετώντας -περισσότερο προστατεύοντας τον πύργο που έχει επιταχθεί από τον Χίτλερ- τους έγκλειστους «vip καλεσμένους» των ναζί.

Το βιβλίο του Ασουλίν είναι από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα απολαυστικό. Είναι γεμάτο με μουσική (θα καταλάβετε γιατί), αλλά και αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα (πχ ο Σελίν που τριγυρνά στο Ζιγκμαρίνγκεν με μια γάτα κρυμμένη στη λερή ζακέτα του). Έκπληξη: ένας έρωτας που ανθίζει ως αντίβαρο στον πόλεμο που μαίνεται έξω από τον πολυτελή πύργο.


ΥΓ. Τα δραματικά γεγονότα των ημερών του Πεταίν περιγράφει στο συγκλονιστικό μυθιστόρημά του «Κύριε Διοικητά» (εκδ. Πόλις) και ο Ρομαιν Σλοκόμπ. Όπως φαίνεται και στο σπουδαίο βιβλίο του Σλοκόμπ τα πράγματα σε κάθε πόλεμο ή πολιτική κρίση είναι πολύπλοκα. Φυσικά δεν συνεργάστηκαν όλοι οι Γάλλοι με τους ναζί, ενώ ακόμα και στους κόλπους των δωσίλογων του Βισύ, όπως εξηγεί ο Μαρκ Μαζάουερ αλλά δείχνει και ο Ασουλίν στο βιβλίο του, υπήρχαν μυστικοί πράκτορες που βοηθούσαν κρυφά τα πολύ σημαντικά αντιστασιακά δίκτυα της Γαλλίας. Υπήρχαν βέβαια και πολλοί από επιχειρηματικούς, εκκλησιαστικούς, καλλιτεχνικούς κόλπους που ενώ υπήρξαν στυλοβάτες, χρηματοδότες ή φανατικοί υποστηρικτές του δωσιλογικού καθεστώτος του Βισύ αργότερα, στο παρά πέντε όταν είδαν τα σκούρα, πέρασαν στην αντίσταση παριστάνοντας τους ήρωες.  



Ένας σταρ του Χόλιγουντ πεθαίνει πάνω στη σκηνή παίζοντας τον Βασιλιά Ληρ. Μερικές ώρες μετά μια πανδημία γρίπης σαρώνει όλο τον κόσμο, καταλύοντας μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες τον πολιτισμό. Το ρεύμα και το νερό κόβονται σταδιακά, τα σούπερ μάρκετ κλείνουν, οι αποθήκες ειδών πρώτης ανάγκης αδειάζουν, τα αεροπλάνα καθηλώνονται στα αεροδρόμια, οι αυτοκινητόδρομοι γίνονται ένα ασάλευτο γυαλιστερό ποτάμι από καυτή λαμαρίνα, οι μοναδικοί επιζώντες προσπαθούν να τους διασχίσουν ανάμεσα στα εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα που δεν μπορούν να κινηθούν λόγω έλλειψης καυσίμων. Το 95% του παγκόσμιου πληθυσμού πεθαίνει από το φονικό ιό γρίπης της Γεωργίας ή τις κακουχίες ή τις ληστείες από συμμορίες που λυμαίνονται τις μητροπόλεις.

Η Εmily St. John Mandel από τον Καναδά, στο μυθιστόρημά της Σταθμός Έντεκα (εκδ. Ίκαρος), χτίζει μια δυστοπία από αυτές που που σε μαγεύουν από την πρώτη σελίδα και σε αναγκάζουν ακόμα και εν μέσω εξεταστικής να κλέψεις χρόνο για να την απολαύσεις. Ο ρυθμός και το στυλ γραφής είναι δυνατά, η μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη προσεγμένη και λιτή, το εξώφυλλο του βιβλίου υπέροχο όπως όλα όσα φιλοτεχνεί ο Χρήστος Κούρτογλου για την πολύ φιλόδοξη σειρά ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Ίκαρος.


Το πρώτο μέρος του βιβλίου που περιγράφει τις στιγμές μετά το ξέσπασμα της γρίπης είναι καταιγιστικό. Το δεύτερο μέρος που πρόκειται για ένα flashback στη ζωή του ηθοποιού Άρθουρ Λιάντερ, ο οποίος παθαίνει καρδιακή προσβολή την ώρα που ερμηνεύει Σαίξπηρ σε κάποιο κεντρικό θέατρο του Τορόντο, είναι άνισο. Ο αναγνώστης περνά πολύ γρήγορα σε μια σαφώς πιο αργή αφήγηση, μέσα από την οποία η συγγραφέας προσπαθεί -όχι πολύ επιτυχημένα- να χτίσει τους χαρακτήρες των ηρώων. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η αδυναμία του βιβλίου: Η Mandel δεν δημιουργεί αξιομνημόνευτους χαρακτήρες που θα κάνουν αυτό το απολαυστικό βιβλίο ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, αλλά μάς χαρίζει μια δυνατή πλοκή και μάλιστα το κάνει χρησιμοποιώντας μια ωραία γλώσσα, λογοτεχνικές περιγραφές που σε ταξιδεύουν, σου δημιουργούν συναισθήματα και σε κάνουν να νοσταλγείς τον παλιό κόσμο που κατέρρευσε σαν πύργος στην άμμο από ένα κύμα γρίπης. Στην πορεία η αφήγηση βρίσκει ξανά το ρυθμό της και, στα τελευταία κεφάλαια όπου όλα δένουν, απογειώνεται.



Βρήκα το εύρημα που χρησιμοποίησε η συγγραφέας για να ενώσει τις ιστορίες με ένα σαιξπηρικό νήμα, οι άκριες του οποίου ξεκινούν και καταλήγουν στο θέατρο, πολύ ενδιαφέρον. Κεντρική ηρωίδα είναι η Κίρστεν, ένα οκτάχρονο κορίτσι που συμμετέχει στην παράσταση του Άρθουρ Λιάντερ, το οποίο έχει καταφέρει να επιζήσει και ως ενήλικη είναι ηθοποιός σε μια περιπλανώμενη θεατρική ομάδα που ταξιδεύει στη ζούγκλα του νέου πρωτόγονου κόσμου παίζοντας Σαίξπηρ στους δρόμους, για να θυμίσει στους επιζώντες τη μαγεία της Τέχνης. Διότι η επιβίωση από μόνο της δεν είναι αρκετή. Ο Σαίξπηρ είναι ο συνεκτικός κρίκος, η ραχοκοκαλιά του βιβλίου γύρω από την οποία κινούνται όλοι οι ήρωες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Τα πρόσωπα της αφήγησης μετά την κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού ζουν σε έναν κόσμο που θυμίζει πολύ εκείνον της Μαύρης Πανώλης -η οποία τον Ύστερο Μεσαίωνα (1347 μ.Χ.), σε συνδυασμό με τις πλημμύρες και τον Εκατονταετή Πόλεμο μεταξύ των βασιλείων Αγγλίας και Γαλλίας, εξόντωσε από το 1300 έως το 1450 τα δύο τρίτα του πληθυσμού στη Δυτική Ευρώπηi. Όπως και τότε η πανούκλα οδήγησε τους επιζώντες σε μαζική υστερία και σε έναν μυστικισμό που ευνόησε τη γέννηση βίαιων αιρέσεων και ψευδοπροφητών, έτσι και ο νέος κόσμος της Mandel μετά τη γρίπη μαστίζεται από έναν παρανοϊκό προφήτη που στοχοποιεί την Περιπλανώμενη Συμφωνία. Η συγγραφέας στηρίζεται στα πολιτισμικά δεδομένα εκείνης της περιόδου κατά την οποία γεννήθηκε το θέατρο στους δρόμους από περιπλανώμενες ομάδες, πριν ιδρυθούν στα χρόνια του Σαίξπηρ οι πρώτες σκηνές, αλλά και στις επιρροές που άσκησε το δεύτερο κύμα του Μαύρου Θανάτου στο έργο του Βάρδουii. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Σαίξπηρ μετά τα νέα κρούσματα Πανώλης του 1592, η οποία οδηγεί στο κλείσιμο των θεάτρων έως το 1594 αφού ο κόσμος απέφευγε τις συναθροίσεις, αναγκάζεται με την ομάδα του να παίξει τα έργα του στους δρόμους πριν κατασκευάσει το 1598 ένα ξύλινο θέατρο, τη Σφαίρα, στη νότια όχθη του Τάμεσηiii.



ΥΓ. Ο Σταθμός Έντεκα μου θύμισε πολύ δύο άλλες δυστοπίες: Τη Χρονιά της Ερήμου του Πέδρο Μαϊράλ (εκδ. Πόλις) που είναι εμπνευσμένη από την οικονομική κατάρρευση της Αργεντινής το 2001 και Τα Παιδιά των Ανθρώπων της P. D. James (εκδ. Καστανιώτη). Και τα τρία αυτά βιβλία δεν είναι χολιγουντιανού στυλ δυστοπίες, γραμμένες μόνο για να γίνουν ταινία όπως ο πολύ κακός Κατακλυσμός του Στέφεν Μπάξτερ, αλλά έχουν μια λογοτεχνική πατίνα που δεν δημιουργεί στον αναγνώστη την αίσθηση ότι καταναλώνει ένα πλαστικό χιλιοθερμιδικό μπέργκερ με ισχυρές δόσεις ηδονικού τρόμου και εντυπωσιακών εφέ σε κάποιο αμερικανικό fast food. Με τούτα και με 'κείνα μου άνοιξε η όρεξη για την Πλημμύρα του James Ballard (εκδ. Αίολος).

Πηγή: 
iBurns E. M., Eυρωπαϊκή Ιστορία – Ο Δυτικός Πολιτισμός: Νεότεροι Χρόνοι, Επίκεντρο.
iiKermode Frank, Όλος ο κόσμος μια σκηνή: Η εποχή του Σαίξπηρ, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
iiiSutherland John, Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας, Πατάκης.   

Σε αυτό το μπλογκ υπάρχει μία παράδοση χρόνων: κάθε Δεκέμβριο, λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, προτείνω ένα βιβλίο σκοτεινό για να έρθει να ισορροπήσει μέσα μας το λαμπιόνι και η μεταλλιζέ γιρλάντα της γιορτής. Θρίλερ με φαντάσματα, αστυνομικό, μακελάρικο graphic novel, ιστορικό με φονικούς σεισμούς, εκατονταετείς πολέμους και μεσαιωνικούς λιμούς, κάτι δυσοίωνο τέλος πάντων για να γίνει και λίγο κέφι. Παραμονές της άγιας νύχτας κι ενώ η μανούλα παίζει Fifty Shades of Chicken με τη δεμένη πισθάγκωνα γαλοπούλα στην κουζίνα, εγώ θρονιάζομαι στη δερμάτινη πολυθρόνα του εξόριστου στον καναπέ μπαμπά και με βλοσυρή αυταρέσκεια τηρώ τη δική μου παράδοση «χιόνια στο καμπαναριό, πανώλη σ΄ όλο το χωριό». Τίποτα ωραιότερο από το να περνάς τη γιορτή παρασιτικά στο πατρικό με ένα ωραίο, ανατριχιαστικό βιβλίο.

Φέτος, λοιπόν, αν είστε σε αντίστοιχο mood, προτείνω ένα μυθιστόρημα με καταιγιστική πλοκή που -έτσι, για την απληστία- τα έχει όλα: εγκλήματα, στοιχειωμένα σπίτια, ερειπωμένα νησιά, σπούκι νεκροταφεία με χορταριασμένους τάφους, εξαφανίσεις παιδιών, σημαδεμένους με θρησκευτικά σύμβολα αυτόχειρες... Χαμός. Η Εκδίκηση της Yrsa Sigurðardóttir (εκδ. Μεταίχμιο) ένα πολύ ατμοσφαιρικό αστυνομικό με φαντάσματα. Συνδυάζει την πλοκή μιας εξαφάνισης ανηλίκου με την περιπέτεια τριών φίλων σε ένα στοιχειωμένο σπίτι, το οποίο αγόρασαν σε κάποιο νησί και προσπαθούν μέσα στο καταχείμωνο να το ανακαινίσουν για να το μετατρέψουν σε ξενώνα πριν έρθει το καλοκαίρι. Λατρεύω τα βιβλία που είναι γεμάτα ανατριχιαστικές σκηνές και το συγκεκριμένο είναι από τα καλύτερα του είδους που έχω διαβάσει: οι σελίδες του είναι γεμάτες με σκοτεινές σκάλες, ανήλιαγα παγωμένα δωμάτια όπου παραμονεύει το κακό, απόκοσμα τριξίματα μέσα στην άγρια νύχτα, βήματα σε διαδρόμους, παράθυρα σε χειμωνιάτικα τοπία με τον αέρα να παραδέρνει τα γυμνά κλαδιά των δέντρων.

Στο βιβλίο ο αναγνώστης παρακολουθεί δύο παράλληλες ιστορίες που όμως στην πορεία μπλέκονται μέσα από μια γρήγορη δράση με ανατροπές που φτάνουν μέχρι το δυνατό φινάλε. Τρεις φίλοι -ένα ζευγάρι, η Κατρίν και ο Κάρδαρ, και η φίλη τους Λιβ που έχει χάσει πρόσφατα τον άντρα της- αφήνουν πίσω τους το πολιτισμό για να πάνε σε ένα έρημο νησί και να ανακαινίσουν ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι που αγόρασαν. Σύντομα ανακαλύπτουν ότι στο νησί συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο: ένα παιδί εμφανίζεται από το πουθενά και τους ξυπνά μέσα στη νύχτα, σπασμένοι σταυροί από το νεκροταφείο βρίσκονται πεταμένοι στην αυλή, κοχύλια και υγρές πατημασιές υπάρχουν χωρίς εξήγηση στην κουζίνα. Η κακοκαιρία που κρατά τους φίλους αποκλεισμένους σε συνδυασμό με το αίσθημα ολοκληρωτικής απομόνωσης που νιώθουν όταν διαπιστώνουν ότι τα κινητά τους μυστηριωδώς δεν λειτουργούν πια, φτιάχνουν ένα ζοφερό κλίμα που γίνεται ολοένα και πιο άγριο. Στην απέναντι πόλη, ένας ψυχίατρος, ο Φρέιρ, αναζητά με τη βοήθεια μιας νεαρής ντετέκτιβ το γιο του που εξαφανίστηκε χρόνια πριν. Σύντομα οι δύο ήρωες ανακαλύπτουν ότι η υπόθεση εξαφάνισης έχει σχέση με την αυτοκτονία μιας ηλικιωμένης γυναίκας που βρέθηκε κρεμασμένη σε μια εκκλησία.

Η αίσθηση του κρύου, η παγωνιά του σκανδιναβικού τοπίου, κυριαρχεί, σχεδόν τη νιώθεις από την αρχή έως το τέλος. Φυσικά όπως όλα τα μυθιστορήματα αυτά είναι γραμμένο ακολουθώντας τα κινηματογραφικά τρικ των μάγων του νουάρ: κάθε κεφάλαιο σταματά την ώρα της κορύφωσης, έτσι που να μην μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου.

ΥΓ. Υπολογίζω μέχρι τα Χριστούγεννα -μεταξύ Αριστοτέλη, Κοπέρνικου και Γαλιλαίου που διαβάζω για τη σχολή- να έχω ολοκληρώσει το ατμοσφαιρικό βικτοριανό μυθιστόρημα «Η γυναίκα με τα άσπρα» του Wilkie Collins (εκδ. Ηλέκτρα). Μετά σκέφτομαι να περάσω ή στο «Ζοφερό Οίκο» τoυ Charles Dickens (εκδ. Gutenberg), ή στον «Ένοικο» του Roland Topor, ή στον Μεγάλο Σεισμό: Καταστροφή, δέος και ορθολογισμός στη Λισαβόνα το 1755 (εκδ. Κριτική). Καλές γιορτές :-)


Το πάθος σκανδαλίζει γιατί είναι μια κατά βάση αντικοινωνική πράξη. Δυο άνθρωποι μαζί κι απέναντί τους όλος ο κόσμος. Αν «ερωτεύομαι» κατά τον Μπαρτ σημαίνει αφήνομαι στο άτρεπτο, άρα βρίσκομαι αυτομάτως «απέναντι των πάντων και ενάντια στους πάντες και τα πάντα», ο ερωτευμένος γυρνά την πλάτη σε όλους υποκινούμενος από μια αόρατη κλωστή σαν μαριονέτα που τον βγάζει διαρκώς έξω από το πλαίσιο.

Αυτήν ακριβώς την ιστορία αφηγείται ο Ρεϊμόν Ραντιγκέ στη νουβέλα «Ο διάβολος στο κορμί» (μτφρ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου) που κυκλοφορεί από εκδόσεις Ροές στην εξαιρετική σειρά microMEGA με σημαντικά κλασικά έργα σε βιβλία τσέπης. Ο ήρωας, ένας έφηβος μαθητής, ερωτεύεται μια μεγαλύτερη γυναίκα, σύζυγο ενός στρατιώτη που βρίσκεται στο δυτικό μέτωπο του Ά Παγκοσμίου Πολέμου. Το ζευγάρι μεθυσμένο από μια αποχαυνωτική συνενοχή αδιαφορεί για τις κοινωνικές συμβάσεις και κινείται με ορμή σαν όχημα χωρίς φρένα στο αντίθετο ρεύμα, επιδιώκοντας την πλήρωση ακόμα και μέσα από την καταστροφή. Ούτε καν οι τύψεις για την απιστία σε έναν στρατιώτη που πολεμά δεν είναι ικανές να φρενάρουν το πάθος.

Βασανισμένοι από τα πήγαινε-έλα του έρωτα -πνοή αφανισμού, ζήλια, ματαίωση, διάψευση, ενοχές για την ανίερη ένωση, πληρότητα (μια δυο στιγμές που έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στον Παράδεισο, κι αν όχι στον βιβλικό παράδεισο, σε μια κατάσταση πλήρους αφασίας, συντονισμένος απόλυτα με το σύμπαν, αφημένος στη ροή του, σε μια αρμονική κυκλική κίνηση που τελειότερη αυτής δεν υπάρχει)-, οι ήρωες καταφεύγουν στον κυνισμό για να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ζήσουν το μοναδικό και σπάνιο συναίσθημά τους.
«Πιστεύαμε ότι ήμαστε οι πρώτοι που αντιμετωπίζαμε αυτά τα βάσανα, γιατί δεν ξέραμε ότι ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και ότι όλοι οι εραστές, ακόμα και οι μετριότεροι, νομίζουν ότι καινοτομούν».
Τα βάζουν με όλους, γίνονται θέμα συζήτησης, στόχος κουτσομπολιών, επαναστατούν. Αφήνονται στο διάβολο που κυβερνά πια το κορμί τους κι ας ξέρουν μέσα τους βαθιά πώς κανένας δεν βγήκε ποτέ κερδισμένος από μια τέτοια συναλλαγή. Υπακούν μονάχα στην έλξη που τους κινεί σαν δυο τρελαμένοι μαγνήτες στο μάθημα της φυσικής. Ηδονοθήρες, συλλέκτες του πρωτόγνωρου, περιπατητές που αναζητούν το μοναδικό, το σπάνιο, μια αποκαλυπτική ομορφιά που μπορούν να αναγνωρίζουν μονάχα οι εκλεκτοί, θύματα τελικά μιας αυταπάτης, οι δυο αυτοί ερωτευμένοι και όλοι οι ερωτευμένοι του κόσμου ψάχνουν ατέρμονα το όμοιό τους σαν σκύλος που κυνηγά την ουρά του.
«Ίσως είμαστε όλοι νάρκισσοι που αγαπάμε και μισούμε την εικόνα μας και οτιδήποτε άλλο μάς είναι αδιάφορο. Αυτό το ένστικτο της ομοιότητας μας καθοδηγεί στη ζωή φωνάζοντας μας “Αλτ!” μπροστά σ' ένα τοπίο, σε μια γυναίκα, σ΄ένα ποίημα. Μπορεί να θαυμάζουμε πολλά πράγματα, αλλά αυτή η αναστάτωση είναι τόσο διαφορετική».


Η ανάγνωση του μικρού αυτού μυθιστορήματος των 160 σελίδων είναι απόλαυση. Αυτό το οποίο κάνει ιδιαίτερη τη νουβέλα του Ραντιγκέ δεν είναι τόσο η πρωτοτυπία του έρωτα που αφηγείται, καθώς όλοι οι έρωτες είναι τόσο ίδιοι που είναι λες και διαβάζεις πάντα την ίδια περιπέτεια, αλλά το ιστορικό πλαίσιό της. Το παράνομο ζευγάρι βιώνει την ευτυχία του πάνω στην πλάτη ενός στρατιώτη που πολεμά για την πατρίδα του. Το 1923, που κυκλοφόρησε «Ο διάβολος στο κορμί», η έκδοση ενός τέτοιου βιβλίου ήταν ένα σκάνδαλο, καθώς η κοινωνία στη δυτική Ευρώπη τραυματισμένη βαθιά από τη φρίκη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου που άλλαξε με απόλυτο τρόπο τον κόσμο, θεωρούσε ιεροσυλία τον κυνισμό των δύο ηρώων ενάντια σε έναν στρατιώτη που βρέθηκε στα χαρακώματα. Ο μποέμ Ραντιγκέ κατέκτησε ξαφνικά μια πρωτοφανή φήμη, την οποία δεν πρόλαβε να χαρεί καθώς το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς πέθανε από τυφοειδή πυρετό, αφήνοντας πίσω του και ένα δεύτερο έργο με τίτλο «Ο χορός του κόμη ντ΄Ορζέλ».


Ξεκινάς ήσυχα κι ωραία ένα μαραθώνιο βεράντας με βιβλίο, σαλάτα και καφέδες με θρυμματισμένο πάγο... Ακυρώνεις τα πάντα για να διαβάσεις ένα μυθιστόρημα για τον Κομμουνισμό και την Κομιντέρν και ξαφνικά πέφτεις σε μια φράση που σε αναγκάζει να σηκωθείς από τη σεζλόνγκ και να αναζητήσεις στη βιβλιοθήκη το Κατά Μπαρτ Ευαγγέλιο των Ερωτευμένων, χιλιοδιαβασμενους Κούντερα, δερματόδετους Σταντάλ και να διανύσεις για μια ακόμη φορά την απόσταση από την άφατη ουτοπική ευτυχία στα μαύρα φεγγάρια του έρωτα.

«Τώρα κάθονταν σ' ένα καφέ. Η Λίζμπετ σκούπισε το πρόσωπό της με το δικό του μαντίλι, περίμεναν σιωπηλοί κι οι δύο να τους φέρουν το πρωινό. Ύστερα εκείνη έφαγε -λαίμαργα, όπως πάντα όταν ήταν θλιμμένη. Μια κίτρινη λουριδίτσα έμεινε στο πανωχείλι της. Κι όταν ο Γιόσμαρ, ρίχνοντας ένα βλέμμα πάνω απ' την εφημερίδα του, είδε αυτό το κίτρινο στόμα, ένιωσε βέβαιος πως αυτή η γυναίκα δεν τον αφορούσε πια καθόλου, πως καμιά κουβέντα που θα 'βγαινε απ' αυτό το στόμα δεν θα έπρεπε να επιτρέψει να τον συγκινήσει».

Αυτό το απόσπασμα από το απολαυστικό πρώτο μέρος της τριλογίας του Μανές Σπέρμπερ Η Καμένη Βάτος (εκδ. Καστανιώτη, μτφρ. Έμη Βαϊκούση, σελ. 39), εκφράζει απολύτως το στάδιο της ερωτικής απομάγευσης. Ο εραστής ανακαλύπτει ότι οι αμφιβολίες που θρέφει μέσα σε μια βασανιστική σιωπή -μια ένοχη σιωπή που δεν παραδέχεται για καιρό ούτε στον ίδιο τον εαυτό του- για το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του, είναι δυστυχώς όχι μόνο βάσιμες, αλλά μη αναστρέψιμες. Η διαδικασία της εξιδανίκευσης που ο Σταντάλ στο Περί Έρωτος (εκδ. Εξάντας) ονομάζει «κρυστάλλωση», έχει ολοκληρώσει οριστικά και αμετάκλητα τον κύκλο της. Ο ερωτευμένος συνειδητοποιεί και αποδέχεται πια ότι «ο έρωτας μοιάζει με τον πυρετό· γεννιέται και σβήνει ενώ η θέληση δεν έχει τον παραμικρό λόγο».

Ζαλισμένος από το κενό που αφήνει πίσω του ο πυρετός, η ολοκληρωτική απουσία της ερωτικής παραζάλης που κάποτε τον ταλάνιζε, βιώνει μια εσωτερική εξορία. «Αποφασισμένο να απαρνηθεί την ερωτική κατάσταση, το ερωτικό υποκείμενο διαπιστώνει με θλίψη ότι έχει εξοριστεί από το Φαντασιακό του» (Ρολαν Μπαρτ, Αποσπάσματα τουερωτικού λόγου, εκδ. Ράππα, σελ. 125). «Αρχίζει τότε ένα είδος μακράς αϋπνίας. Αυτό είναι το καταβλητέο τίμημα: θανατώνοντας την (εξιδανικευμένη) εικόνα (του άλλου) εξαγοράζω τη ζωή μου».

Διαβάζοντας γι' αυτή τη μικρή λουριδίτσα στα χείλη της Λίζμπετ, μια απεχθής πια εικόνα που γίνεται το λάβαρο της απελευθέρωσης του ήρωα από το βάσανο ενός νεκρού έρωτα, θυμάμαι μια αντίστοιχη διαδικασία «αποκρυστάλλωσης» στους Γελοίους Έρωτες του Μίλαν Κούντερα (εκδ. Οδυσσέας και Εστία): «Σκεφτόταν ότι αυτή η κοπέλα, όπως την αγαπούσε, δεν ήταν παρά ένα προϊόν της επιθυμίας του, της αφηρημένης σκέψης του, της εμπιστοσύνης του, και ότι η φίλη του, όπως ήταν πραγματικά, ήταν η γυναίκα που στεκόταν εκεί, απελπιστικά άλλη, απελπιστικά ξένη, απελπιστικά πολύμορφη. Τη μισούσε».

Ο ήρωας του Σπέρμπερ με τα αντανακλαστικά του σε πλήρη εγρήγορση αποδέχεται την αποκρυστάλλωση, την απομάγευση, την εξορία από το φαντασιακό του, άμεσα και χωρίς μάταιες εκλογικεύσεις, μπαίνει στο τρένο και εγκαταλείπει την ξένη πια γυναίκα που κάποτε αγάπησε παράφορα. Επιλέγει να αφήσει την εικόνα να πεθάνει για να εξαγοράσει τη ζωή του. Επιβιώνει. Δεν κάνει το λάθος του Φραντς και της Ρεβέκα στα Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα που προσπάθησαν «να νικήσουν τη μονοτονία του ζευγαριού, ανάγοντας τον έρωτα σε ειδωλολατρία», να ξεγελάσουν το τέλος με έναν ακόρεστο σεξουαλικό κανιβαλισμό. «Σήμερα πληρώνουμε επειδή θελήσαμε να διαιωνίσουμε μια αυταπάτη» (Πασκάλ Μπρυκνέρ, εκδ. Αστάρτη, σελ. 155). Πιο παλιά ίσως να θεωρούσα τον ήρωα του Σπέρμπερ δειλό, τώρα τον θεωρώ υγιή. Ίσως να έχω μεγαλώσει



Να έχουν περάσει τα μεσάνυχτα, να βρέχει, να μην είσαι υποχρεωμένος να ξυπνήσεις νωρίς το επόμενο πρωί και να διαβάζεις μέχρι την ανατολή ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ που εκτυλίσσεται σε στοιχειωμένο πύργο στην αγγλική εξοχή. Αυτό σημαίνει για μένα Χριστούγεννα. Τριξίματα σε παλιές σκάλες, γυμνά κλαδιά έξω από βικτωριανά παράθυρα, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι που πέφτουν χωρίς αιτία μέσα στη νύχτα στην καρδιά μιας σάλας και γίνονται θρύψαλα. Ούτε πάβλοβες με κάστανα, ούτε γαλοπούλες δεμένες χειροπόδαρα σε πορσελάνινες πιατέλες, ούτε γιορτινά πακέτα με κόκκινους φιόγκους πλάι στη φάτνη. Μονάχα αυτή η αίσθηση του φόβου που σου προσφέρουν οι παλιοί θρύλοι. Την περιγράφει τόσο υπέροχα ο Χένρι Τζέιμς στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματός του «Το στρίψιμο της Βίδας» (εκδ. Άγρα): Μια παρέα που ξαγρυπνά μαζεμένη γύρω από τη φωτιά, παραμονή Χριστουγέννων, λέγοντας με κομμένη την ανάσα ιστορίες για υπερφυσικές οπτασίες οι οποίες εμφανίζονται από το πουθενά στις σκιές ενός τρομακτικού σπιτιού. Αυτό ακριβώς είναι το στρίψιμο της βίδας, ο φόβος που γυρνά αργά βόλτα βόλτα μέσα στο μυαλό σου και σου τρυπά τόσο τα νεύρα μέχρι να γίνει ο αέρας λίγο πιο ψυχρός και η νύχτα πιο σκοτεινή.

Υπάρχει ένα πολύ καλό βιβλίο που ξέθαψα από τη βιβλιοθήκη μου, το οποίο είχα παρατήσει χρόνια πριν αδίκως στα μισά, και έχει το ...εφέ της βίδας. Ο «Ανήλικος επισκέπτης» της Σάρα Ουότερς (εκδ. Καστανιώτη) κινείται στο ίδιο μοτίβο με τη νουβέλα του Χένρι Τζέιμς: παρηκμασμένη έπαυλη στην αγγλική ύπαιθρο, μεταφυσικά επεισόδια με ένα παιδί και μισάνοιχτες ξύλινες πόρτες που οδηγούν σε δυσοίωνα δωμάτια με φθαρμένες ταπετσαρίες και έπιπλα σκεπασμένα με λευκά σεντόνια. Ξεκίνησα λίγες μέρες πριν να διαβάζω από την αρχή ξανά το υπέροχο αυτό μυθιστόρημα -πολύ αργά επειδή παράλληλα μελετώ Ιστορία- και το απολαμβάνω τόσο, που απορώ με τον εαυτό μου γιατί το είχα εγκαταλείψει. Η Ουαλή συγγραφέας χτίζει αριστοτεχνικά ένα πραγματικά ζοφερό σκηνικό, με χαρακτήρες καλοδουλεμένους και ατμοσφαιρικές περιγραφές που αναδεικνύονται από τη μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ.

ΥΓ. Επειδή μέχρι την παραμονή Χριστουγέννων θα έχω κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς μου με τη Σάρα Ουότερς, φέτος αποφάσισα να κάνω τη διαφορά: Θα περάσω τη άγια νύχτα διαβάζοντας αληθινές μεσαιωνικές ιστορίες για νεκρούς που περπατούν, δαιμονισμένα μήλα και γουρούνια δολοφόνους... Κέφι.  



Λέξεις που μυρίζουν μπαχάρια. Συγκλονιστικές ιστορίες λαών με ισχυρό πολιτισμό που σε ταξιδεύουν από την πρώτη σελίδα. Η φίλη Ελένη Καπετανάκη, φιλόλογος και μία από τις καλύτερες μεταφράστριες που διαθέτουμε, μας προτείνει πέντε βιβλία αραβικής λογοτεχνίας που πρέπει απαραιτήτως να διαβάσουμε:

«Εξ Ανατολών φερμένα τα βιβλία που επέλεξα. Δείγματα σύγχρονης αραβικής πεζογραφίας από Αίγυπτο, Λίβανο, Πακιστάν, Αλγερία, μεταφρασμένα στα ελληνικά και εκδοθέντα από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους – αυτούς που τόλμησαν, θα πρόσθετα εγώ. Και είναι αυτό ένα παράδοξο: αν και τόσο κοντά σε αυτούς τους λαούς, είμαστε ακόμα μακριά τους ως αναγνωστικό κοινό. Πέντε βιβλία προτείνουμε λοιπόν, αν και υπάρχουν πολλά περισσότερα που έχουμε αφήσει απέξω και είναι εξίσου ενδιαφέροντα. Ίσως σε μια δεύτερη προσέγγιση, μιλήσουμε και γι’ αυτά.
Η αραβική λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε τον 5ο αιώνα και απαρτιζόταν από ποιήματα με θέμα την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τις περιπλανήσεις και τα ταξίδια τους, τον έπαινο για έναν άνθρωπο ή μια φυλή. Επρόκειτο για τους λεγόμενους «παραμυθάδες» που αναφέρονταν στο βίο και την πολιτεία των Αράβων. Αργότερα, ο πεζός λόγος βρήκε και αυτός το δρόμο του μέσω της ρητορικής, μέσω των λόγων που εκφωνούνταν κάθε Παρασκευή στο τζαμί αλλά και μέσω των πολιτικών ομιλιών. Τον 19ο αιώνα συνέβη η αραβική αναγέννηση σε Αίγυπτο και Λίβανο κυρίως, στα γράμματα και τις τέχνες. Συγγραφείς και στοχαστές που ήρθαν σε επαφή με το δυτικό κόσμο, έγραψαν επηρεασμένοι από ευρωπαϊκή αλλά και ρώσικη ή αμερικάνικη λογοτεχνία. Άρχισαν οι μεταφράσεις αραβικών έργων σε άλλες γλώσσες, αλλά και εκείνες δυτικών έργων στα αραβικά κι έτσι οι Άραβες κατανόησαν τις πολιτισμικές αξίες και την τεχνολογία της Δύσης.
Στα πρόσφατα χρόνια έχουμε και το πρώτο αραβικό Νομπέλ, το 1988, στον Ναγκίμπ Μαχφούζ (1911-2006) για το σύνολο του έργου του. Και ας ξεκινήσουμε τις προτάσεις μας από τον σπουδαίο αυτόν μυθιστοριογράφο:

1. Η Τριλογία του Καΐρου - Ναγκίμπ Μαχφούζ (Αίγυπτος), εκδ. Ψυχογιός
(3τομο έργο: Ο Δρόμος κοντά στο Παλάτι, Το Παλάτι των Επιθυμιών, Οι Δρόμοι του Νείλου)
Πρόκειται για την περιπέτεια της οικογένειας του Άχμαντ ελ Γκαουάντ, ενός αυταρχικού πατέρα, μα γλεντζέ στη ζωή του έξω από το σπίτι. Μαζί του η καταπιεσμένη σύζυγος και τα παιδιά, ο περίγυρος και οι περιπέτειες της οικογένειας σε μια εποχή ταραγμένη όπου η Αίγυπτος προσπαθεί να αποτινάξει το βρετανικό ζυγό. Τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας βιώνονται μέσα στην οικογένεια, η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα των δεκαετιών του ’20 και του ’30 απεικονίζεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Τα μέλη της οικογένειας μεγαλώνουν από βιβλίο σε βιβλίο, ερωτεύονται, παντρεύονται, η κοινωνία εξελίσσεται και ο τρόπος ζωής αλλάζει. Η καθημερινότητα μιας μουσουλμανικής οικογένειας αποκαλύπτεται ώσπου στο τέλος, στο τελευταίο βιβλίο, όλα καταρρίπτονται και ο αυταρχικός πατέρας υποχρεώνεται να απομυθοποιήσει τις ιδέες που τόσα χρόνια ενστερνιζόταν. Κοντά στο τέλος της ζωής του αντιλαμβάνεται πως τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν κι αλλιώς, η εποχή που όλα θα αλλάξουν τώρα ζυγώνει.

«Ο Καμάλ ξεκίνησε από το σχολείο για το σπίτι. Μολονότι ο ήχος του κουδουνιού που σήμαινε το τέλος του μαθήματος του γέμιζε την ψυχή με απαράμιλλη χαρά εκείνες τις ημέρες, ωστόσο ο άνεμος της ελευθερίας τον οποίον ανέπνεε πανευτυχής έξω από τις πύλες του σχολείου δεν κατάφερνε να σβήσει από το μυαλό του και τον απόηχο του τελευταίου μαθήματος της ημέρας, που ήταν και το αγαπημένο του: των θρησκευτικών. Εκείνη την ημέρα ο σέιχ τους είχε απαγγείλει τη σούρα του Κορανίου που άρχιζε: «Να πεις: μου φανερώθηκε ότι μερικά από τα πνεύματα που άκουγαν…» Τους είχε εξηγήσει το εδάφιο αυτό. Ο Καμάλ είχε πολλές φορές σηκώσει το χέρι του για να ρωτήσει μερικά πράγματα που δεν καταλάβαινε. Καθώς ο δάσκαλος τον συμπαθούσε λόγω του ασυνήθιστου ενδιαφέροντος που εκδήλωνε για το μάθημα αλλά και της εκπληκτικής του αποστήθισης των εδαφίων του Κορανίου, ήταν πολύ πιο ανοιχτός στις απορίες του παιδιού απ’ ότι ήταν συνήθως με τους μαθητές του. Ο σέιχ είχε αναλάβει να του πει για τα πνεύματα και τις διάφορες συνομοταξίες τους, συμπεριλαμβανομένων και των μουσουλμανικών τζιν, και κυρίως για τα πνεύματα εκείνα που στο τέλος θα μπουν στον παράδεισο για να παραδειγματίσουν τ’ αδέλφια τους, τους ανθρώπους. Το παιδί έμαθε απέξω κι ανακατωτά την κάθε λέξη του. Συνέχισε να κλωθογυρίζει το μάθημα μες στο μυαλό του μέχρι που πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου για να πάει στο ζαχαροπλαστείο.»
«Τριλογία του Καΐρου», Βιβλίο 1 με τίτλο «Ο δρόμος κοντά στο Παλάτι», εκδόσεις Ψυχογιός, 1995, μτφρ : Μαρία Χωρεάνθη, Μερόπη Σταυρίδου.

Ο Ναγκίμπ Μαχφούζ γεννήθηκε στο Κάιρο το 1911- το μικρότερο από επτά αδέρφια- κι ένιωθε μοναχοπαίδι, αφού ο αμέσως μεγαλύτερος αδερφός του τον περνούσε δέκα χρόνια. Είχε ωστόσο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια σε μια στοργική οικογένεια όπου η θρησκεία έπαιζε σπουδαίο ρόλο. Για το βιβλίο αυτό, τον συγγραφέα ενέπνευσε η οικογένειά του, η αγαπημένη του γειτονιά με τα σοκάκια της, το σπίτι όπου ο ίδιος έμενε και γίνεται το σπίτι της οικογένειας στην «Τριλογία του Καΐρου». Η δεξιότητα του μεγάλου αυτού λογοτέχνη είναι έκδηλη σε όλο το έργο καθώς και η διαύγεια της οπτικής του στα σημαντικά θέματα. Θα λέγαμε ότι η «Τριλογία του Καΐρου» αποτελεί δείγμα γραφής και αν κάποιος δεν έχει διαβάσει Ναγκίμπ Μαχφούζ, αξίζει να ξεκινήσει από αυτό το έργο, χωρίς βέβαια να προβληματίζεται από το πολυσέλιδό του. Έζησε τις Επαναστάσεις του ’19 κι εκείνη του ’52, εκφράστηκε ανοιχτά στα έργα του μα ποτέ δεν συνελήφθη. Πάντα μετριοπαθής στις σχέσεις του με την εξουσία, ουδέποτε προκάλεσε με τις δηλώσεις του αλλά πάντα έλεγε αυτό που πραγματικά πίστευε. Δημόσιος υπάλληλος στο επάγγελμα, παντρεύτηκε στα 43 του κι έκανε δύο κόρες. Ταξίδεψε εκτός Αιγύπτου μόνο τρεις φορές στη ζωή του και το 1994 έγινε απόπειρα κατά της ζωής του από φονταμενταλιστή. Αντιπαθούσε τις ακραίες εκφράσεις του Ισλάμ και πίστευε ότι η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους έβλαψε το Ισλάμ και την εικόνα του σε όλο τον κόσμο. Από την επίθεση γλύτωσε, μα δυσκόλεψε η γραφή του. Από τότε έγραφε πολύ σύντομα διηγήματα, βασισμένα στα όνειρά του. Έγραψε σενάρια για ταινίες, πάνω από τριάντα βασισμένες στα διηγήματα και μυθιστορήματά του. Το 1988 του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Έφυγε από τη ζωή το 2006 στα χέρια της γυναίκας και των δύο θυγατέρων του.

2. Λέων ο Αφρικανός - Αμίν Μααλούφ (Λίβανος), εκδ. Ωκεανίδα, μτφρ από τα γαλλικά: Έφη Κορομηλά
Ο Χασάν αλ Ουαζάν γεννήθηκε στη Γρανάδα το 1488. Η οικογένειά του, εξαιτίας της Ιεράς Εξέτασης, μετακινήθηκε στη Φεζ του Μαρόκου κι εκεί μεγάλωσε. Εργάστηκε ως έμπορος, πραγματοποιώντας ταξίδια στην Ανατολή. Στις αρχές του 1518 κι ενώ επέστρεφε από προσκύνημα στη Μέκκα, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από Σικελούς πειρατές και προσφέρεται ως δώρο στον τότε μεγάλο Πάπα της Αναγέννησης, Λέοντα Ι. Στη Ρώμη, βαφτίζεται Ιωάννης-Λέων των Μεδίκων και από το γεωγραφικό του έργο «Περιγραφή της Αφρικής» παίρνει το όνομα Λέων ο Αφρικανός.

«Εμένα, τον Χασάν, τον γιό του Μοχάμεντ του ζυγιστή, εμένα, τον Ιωάννη-Λέοντα των Μεδίκων, τον περιτετμημένο από το χέρι ενός κουρέα και βαφτισμένο από έναν Πάπα, με λένε σήμερα ο Αφρικανός, μα δεν είμαι από την Αφρική, ούτε από την Ευρώπη είμαι, ούτε από την Αραβία. Με λένε ακόμα Γραναδινό, Φεζίτη και Ζαγιάτη, μα δεν κατάγομαι από καμία χώρα, καμία πόλη, καμία φυλή. Είμαι γιος του δρόμου, πατρίδα μου είναι το καραβάνι, και η ζωή μου, από τις πιο απρόσμενες διαδρομές.
Οι καρποί μου γνώρισαν άλλοτε το χάδι του μεταξιού κι άλλοτε την τραχύτητα του μαλλιού, το χρυσάφι των ηγεμόνων και τις αλυσίδες των σκλάβων. Τα δάχτυλά μου ανασήκωσαν χίλια πέπλα, τα χείλη μου έκαναν να κοκκινίσουν χίλιες παρθένες, τα μάτια μου είδαν πόλεις να ψυχορραγούν και αυτοκρατορίες να πεθαίνουν.
Από το στόμα μου θ’ ακούσεις τα αραβικά, τα τούρκικα, τα καστιλιάνικα, τα βερβερίνικα, τα εβραϊκά, τα λατινικά και την κοινή ιταλική, γιατί όλες οι γλώσσες, όλες οι προσευχές μού ανήκουν. Εγώ όμως δεν ανήκω σε καμιά. Είμαι μονάχα του Θεού και της γης, και σ’ αυτούς θα γυρίσω κάποια μελλούμενη μέρα».

Ο Αμίν Μααλούφ έχει γράψει μια υπέροχη βιογραφία ενός ξεχωριστού ανθρώπου. Αφηγείται τη ζωή ενός πραγματικού ιστορικού προσώπου μέσα από τη μυθοπλασία, με συνέπεια, όπως θα έπρεπε να είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Λυρικός πεζογράφος ο Μααλούφ, σε μεταφέρει σε άλλες εποχές και κόσμους που περιγράφει ποιητικά.
Ο Αμίν Μααλούφ γεννήθηκε στη Βηρυτό το 1949, την οποία και εγκατέλειψε την εποχή του εμφυλίου για να έρθει στη Γαλλία. Εκεί εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αλλά μετά την έκδοση του πρώτου του βιβλίου «Οι Σταυροφορίες από την πλευρά των Αράβων» (κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Λιβάνη) στράφηκε στη συγγραφή. Το 2011 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, τιμήθηκε με πολλά βραβεία και διακρίσεις και μεταφράστηκε σε σαράντα τρεις γλώσσες.

3. Στον ίσκιο της ροδιάς - Τάρεκ Άλι (Πακιστάν), εκδ. Άγρα, μτφρ: Παλμύρα Ισμυρίδου
Η οικογένεια των Μπανού-Χουντάιλ, Μαυριτανοί, αποδεκατίζεται μετά την πτώση της Γρανάδας και την «Ανακατάκτηση» από τους Ισπανούς. Η οικογένεια προσπαθεί να επιβιώσει ωστόσο, πολεμώντας στα χρόνια της Ιεράς Εξέτασης και της βασίλισσας Ισαβέλλας. Η καταστροφή ενός ολόκληρου κόσμου, των πνευματικών, θρησκευτικών και γλωσσικών ελευθεριών του είναι αναπότρεπτη. Δεν είναι μόνο οι Σταυροφόροι που καταφέρθηκαν εναντίον των Μουσουλμάνων, αλλά και οι Χριστιανοί της Ισπανίας που όχι μόνο τους εκδίωξαν από την Ανδαλουσία αλλά έκαψαν και τα βιβλία τους κατ’ εντολή του Χιμένεθ δε Θισνέρος, εξομολογητή της βασίλισσας Ισαβέλλας. Στον πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε:
«Μια εβδομάδα αργότερα, την πρώτη ημέρα του Δεκεμβρίου του έτους 1499, Χριστιανοί στρατιώτες υπό την ηγεσία των πέντε ιπποτών διοικητών εισέβαλαν στις εκατόν ενενήντα πέντε βιβλιοθήκες της πόλης και σε δώδεκα κατοικίες όπου στεγάζονταν οι πλέον γνωστές ιδιωτικές συλλογές. Καθετί γραμμένο στην αραβική γλώσσα κατασχέθηκε».

Στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρεται επίσης πως με την επιμονή των λογίων που υπηρετούσαν στους κόλπους της Εκκλησίας, εξαιρέθηκαν τριακόσια χειρόγραφα κυρίως ιατρικής και αστρονομίας που από την Ανδαλουσία και τη Σικελία πέρασαν στην Ευρώπη και άνοιξαν το δρόμο για την Αναγέννηση.
Και συνεχίζει: «Αρκετές χιλιάδες χειρόγραφα του Κορανίου, μαζί με εμβριθείς σχολιασμούς και θεολογικούς και φιλοσοφικούς στοχασμούς όσον αφορά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, γραμμένους με τα πιο υπέροχα καλλιγραφικά στοιχεία, μεταφέρθηκαν αδιακρίτως εκτός των βιβλιοθηκών από ένστολους στρατιώτες. Σπάνια χειρόγραφα, ζωτικά για ολόκληρη την αρχιτεκτονική και την πνευματική ζωή της Αλ-Ανδαλούς, στοιβάχτηκαν σε αυτοσχέδιους μπόγους στις πλάτες των στρατιωτών».

Η κατάληξη ήταν ότι αυτοί οι μπόγοι έγιναν πυροτέχνημα μπροστά στα μάτια των Μουσουλμάνων της Ανδαλουσίας. Υπήρξαν όμως και μερικοί στρατιώτες που ευαισθητοποιημένοι, χωρίς να είναι οι ίδιοι μορφωμένοι, άφηναν χειρόγραφα έξω από κλειστές πόρτες Μουσουλμάνων κι έτσι σώθηκαν μερικές εκατοντάδες έργα που μεταφέρθηκαν στις ιδιωτικές συλλογές της Φεζ.
Ο Τάρεκ Άλι , Βρετανός Πακιστανικής καταγωγής, μαχητικός διανοούμενος, συγγραφέας και κινηματογραφιστής, έχει γράψει πέντε μυθιστορήματα γνωστά και ως η πενταλογία του Ισλάμ, βιβλία για την παγκόσμια ιστορία και πολιτική, σενάρια. Η πενταλογία του Ισλάμ, της οποίας το πρώτο βιβλίο είναι αυτό για το οποίο μιλάμε, απεικονίζει την αντιπαράθεση μεταξύ ισλαμικού και χριστιανικού πολιτισμού. Το βιβλίο «Στον ίσκιο της ροδιάς» βραβεύτηκε ως το καλύτερο ξενόγλωσσο μυθιστόρημα στην Ισπανία το 1994 και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

4. Το τρομοκρατικό χτύπημα - Γιασμίνα Χάντρα (Αλγερία), εκδ. Καστανιώτη, μτφρ από τα γαλλικά: Γιάννης Στρίγκος
Ο Παλαιστίνιος Αμίν Ζααφαρί ζει στο Ισραήλ και είναι φημισμένος χειρουργός. Παντρεμένος με την επίσης Παλαιστίνια Σιχέμ, έχει μια άνετη και όμορφη ζωή. Κάποια στιγμή, συγκλονισμένος, μαθαίνει ότι η γυναίκα του ζωσμένη με εκρηκτικά, «καμικάζι», ανατινάζεται σε ένα εστιατόριο σκοτώνοντας πολλούς, μεταξύ τους και παιδιά. Ο Αμίν αρνείται να το πιστέψει και ξεκινά ένα κυνήγι αναζήτησης της αλήθειας που του επιφυλάσσει πολλές αποκαλύψεις. Ξετυλίγοντας το κουβάρι φτάνει μέχρι τη Ναμπλούς, όπου κατοικούν οι συγγενείς και των δύο. Εκεί όμως αντικρίζει μια διαφορετική πραγματικότητα. Φτώχεια, εξαθλίωση μα και εχθρική στάση απέναντι στον ίδιο καθώς οι συγγενείς τον υποπτεύονται για πράκτορα των Εβραίων. Έτσι, ο χειρουργός δεν βρίσκει πια υποστηρικτές ανάμεσα στους Παλαιστίνιους, μα ούτε και ανάμεσα στους Εβραίους φίλους του, γιατί αρνείται να αποκαλύψει τα συμπεράσματα των ερευνών του.

«Δεν θυμάμαι να άκουσα καμία έκρηξη. Ένα συριστικό ήχο μόνο, όπως όταν σκίζει κανείς ένα ύφασμα, αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρος. Όλη μου η προσοχή είχε στραφεί σ’ αυτό το είδος θεότητας γύρω από το οποίο είχε μαζευτεί σαν μελίσσι το ποίμνιό του, ενώ η πραιτοριανή του φρουρά προσπαθούσε να του ανοίξει δρόμο ως το αυτοκίνητο. «Κάντε στην άκρη, παρακαλώ. Παρακαλώ, τραβηχτείτε». Οι πιστοί σπρώχνονταν για να δουν το σεΐχη από πιο κοντά, να αγγίξουν μια πτυχή από το καφτάνι του. Ο σεβάσμιος γέροντας έστρεφε το κεφάλι κάπου-κάπου, για να χαιρετήσει κάποιο γνωστό του ή να ευχαριστήσει έναν οπαδό του. Το ασκητικό του πρόσωπο φωτιζόταν από ένα βλέμμα κοφτερό σαν λεπίδι σπαθιού. Προσπάθησα να ξεφύγω από τα εκστασιασμένα κορμιά που με στρίμωχναν, αλλά δεν τα κατάφερα. Ο σεΐχης χώθηκε στο όχημά του, κούνησε το χέρι του πίσω από το τεθωρακισμένο παράθυρο, ενώ οι δύο σωματοφύλακές του κάθισαν δίπλα του... Κι έπειτα, τίποτα. Κάτι άνοιξε στα δύο τον ουρανό και έλαμψε στη μέση του δρόμου, σαν αστραπή· το ωστικό κύμα με χτύπησε κατά μέτωπο, κάνοντας να σκορπιστεί ο όχλος που με κρατούσε αιχμάλωτο στο παραλήρημά του. Σ’ ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, ο ουρανός καταποντίστηκε κι ο δρόμος, γεμάτος από θρησκευτική θέρμη για μια στιγμή, έγινε κρανίου τόπος. Το σώμα ενός άντρα, ή ενός παιδιού ίσως, διέσχισε τη σκοτοδίνη μου σαν σκοτεινό φλας. Τι είναι;… Ένας χείμαρρος από σκόνη και φωτιά έρχεται και με γραπώνει, εκσφενδονίζοντάς με μέσα από μυριάδες θραύσματα. Έχω την απροσδιόριστη αίσθηση πως κατακομματιάζομαι, πως διαλύομαι μέσα στη λαίλαπα της έκρηξης... Λίγα μέτρα –ή, μήπως έτη φωτός– μακρύτερα, το όχημα που μεταφέρει το σεΐχη έχει τυλιχτεί στις φλόγες. Αδηφάγα πύρινα πλοκάμια το καταπίνουν, διαχέοντας στην ατμόσφαιρα μια φριχτή μυρωδιά καμένου. Το βουητό τους πρέπει να είναι τρομακτικό· δεν μπορώ όμως να το ακούσω. Μια ξαφνική απώλεια ακοής με παίρνει μακριά από τους θορύβους της πόλης. Δεν ακούω τίποτα, δεν αισθάνομαι τίποτα· αιωρούμαι, μονάχα αιωρούμαι. Αιωρούμαι για μια αιωνιότητα προτού ξανακατέβω στη γη, ζαλισμένος, τσακισμένος, αλλά, κατά περίεργο τρόπο, διαυγής, με τα μάτια ορθάνοιχτα, πιο μεγάλα ακόμη κι από τη φρίκη που πριν από λίγο σάρωσε το δρόμο. Τη στιγμή που αγγίζω το έδαφος, τα πάντα ακινητοποιούνται· οι προβολείς πάνω από το διαλυμένο αυτοκίνητο, τα θραύσματα, οι καπνοί, το χάος, οι οσμές, ο χρόνος... Μονάχα μια ουράνια φωνή, που δεσπόζει πάνω από την απύθμενη σιωπή του θανάτου, τραγουδά θα γυρίσουμε, μια μέρα, στον τόπο μας. Δεν πρόκειται ακριβώς για φωνή· μοιάζει με θρόισμα, με υδατογραφία... Το κεφάλι μου κάπου πετάγεται... Μαμά, φωνάζει ένα παιδί. Το κάλεσμά του είναι αδύναμο, αλλά ξεκάθαρο, αγνό. Έρχεται από πολύ μακριά, από έναν άλλο τόπο, όπου έχει επανέλθει η γαλήνη... Οι φλόγες που καταβροχθίζουν το αυτοκίνητο αρνούνται να κινηθούν, τα θραύσματα αρνούνται να πέσουν καταγής... Ψάχνω το χέρι μου ανάμεσα στα χαλίκια· νομίζω πως έχω τραυματιστεί. Προσπαθώ να κουνήσω τα πόδια μου, να ανασηκώσω το λαιμό μου, αλλά κανείς από τους μυς μου δεν με υπακούει... Μαμά, φωνάζει το παιδί... Εδώ είμαι, Αμίν... Και, όντως είναι εδώ η μαμά, ξεπροβάλλει πίσω από ένα παραπέτασμα καπνού. Προχωρά ανάμεσα σε μετέωρα χαλάσματα, ανάμεσα σε χέρια των οποίων η κίνηση πετρώνει, σε στόματα που χάσκουν στην άβυσσο. Για μια στιγμή, με το γαλακτερό της πέπλο και το μαρτυρικό της βλέμμα, την περνάω για την Παναγία. Η μητέρα μου πάντα ήταν έτσι, λαμπερή και θλιμμένη ταυτόχρονα, σαν κερί. Όταν ακουμπούσε το χέρι της στο πυρακτωμένο μου μέτωπο, απορροφούσε όλο τον πυρετό και κάθε μου στεναχώρια...».

Η Γιασμίνα Χάντρα ή Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ όπως είναι το πραγματικό του όνομα, πρώην στρατιωτικός αλγερινής καταγωγής που κρύβεται πίσω από το γυναικείο όνομα, υιοθέτησε το όνομα της γυναίκας του για να αποφύγει τη στρατιωτική λογοκρισία. Όταν άφησε το στρατό και την ίδια την Αλγερία το 2000, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία όπου ζει μέχρι σήμερα. Τότε αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα. Ο Γιασμίνα Χάντρα υποστηρίζει ότι εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης και ότι μεγάλη ευθύνη έχουν πρωτίστως οι Δυτικοί που με τον ιμπεριαλισμό που τους διακρίνει δεν προθυμοποιήθηκαν να κατανοήσουν τον αραβικό κόσμο. Ο ίδιος λέει ότι τα βιβλία του επιτρέπουν στους δυτικούς να κατανοήσουν τους Άραβες, ότι ο φονταμενταλισμός δεν είναι θρησκευτικό αλλά πολιτικό ζήτημα κι έχει σχέση με τη διαφθορά που χαρακτηρίζει την εξουσία σε κάθε αραβική χώρα. Το 2004, το περιοδικό Newsweek έγραψε ότι είναι ένας από τους σπάνιους λογοτέχνες που είναι ικανοί να δώσουν νόημα και σημασία στη βία που υφίσταται η Αλγερία. Το «Τρομοκρατικό χτύπημα» έχει γίνει ταινία με τον τίτλο «Η επίθεση», με σκηνοθέτη τον Ζιγιάντ Ντουεϊρί που μετά από 6 χρόνια ταλαιπωρίας, έπεισε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους να συνεργαστούν δίνοντας άδεια για τα γυρίσματα που έγιναν σε Τελ-Αβίβ και Ναμπλούς.

5. Μπαρακάτ, ο δίκαιος - Γκαμάλ Γιτάνι (Αίγυπτος), εκδ. Καστανιώτη, μτφρ από τα αραβικά: Ελένη Καπετανάκη
«Το ξημέρωμα βρίσκει τα σπίτια βυθισμένα σ’ ένα γλυκό λήθαργο. Ο ήλιος καθυστερεί να φτάσει στα σοκάκια της αλ Χασινίγια, της αλ Μπατινίγια, της αλ Γκαμαλίγια και της αλ Οτούφ, ενώ φαίνεται καθαρά πάνω απ’ τα τείχη και τους πύργους της Ακρόπολης του Όρους.
Μια ομάδα Μαμελούκων διασχίζει τους δρόμους της Χάντρατ αλ Μπάκαρα. Δεν βγήκε από την Ακρόπολη. Βγήκε από το σπίτι του εμίρη Κάνι Μπέη αλ Ραμάχ, διοικητή των στάβλων του Σουλτάνου. Οι Μαμελούκοι περνούν το κανάλι και χωρίς να βιάζονται κατηφορίζουν μέχρι την Μπαμπ αλ Λουκ, κραδαίνοντας τα σπαθιά τους στο πρόσωπο της καινούργιας μέρας. Νερουλάδες τους συναντούν – πρώτοι απ’ όποιον ξυπνάει στην πόλη – κοντά στην Μπαμπ αλ Λουκ. Μεταφέρουν νερό από το Νείλο στα σπίτια αγνοώντας τον προορισμό των ιππέων.
Οι οπλές των αλόγων τους σηκώνουν μικρές δίνες σκόνης, καθώς οι καμήλες, φορτωμένες με καφετιές κανάτες νερού, επιταχύνουν το βήμα τους. Οι ψίθυροι των νερουλάδων εξασθενούν. Αυτή η συνάντηση δεν θα αφήσει στο μυαλό τους παρά μια αμυδρή ανάμνηση, όπως το σημάδι του κουπιού στα ήρεμα νερά ενός καναλιού.»
Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα του Γκαμάλ Γιτάνι, «Μπαρακάτ, ο δίκαιος» - μία από τις πολλές υπέροχες περιγραφές-εικόνες που σε βάζουν στο κλίμα της εποχής εκείνης. Και είναι η εποχή ο 16ος αιώνας, όταν κυβερνούσε την Αίγυπτο ο Μαμελούκος Σουλτάνος αλ Γούρι, λίγο πριν την Οθωμανική εισβολή το 1517 μ.Χ. Τότε έζησε και ο αλ Ζίνι Μπαρακάτ Ιμπν Μούσα, υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο, που ήταν δικαστής και «Μοχτάσιμπ», μια θέση από την οποία ασκούσε έλεγχο στις αγορές και στη δημόσια ηθική. Υπήρξε φιλόδοξος μα και αγαπητός στον κόσμο κι έγινε «Μοχτάσιμπ» πέντε φορές. Σύμφωνα με τον Ιμπν Ιγιάς, χρονικογράφο και ιστορικό της περιόδου των Μαμελούκων, ο Μπαρακάτ διατήρησε τη θέση αυτή είκοσι ολόκληρα χρόνια. Ο Γιτάνι βασίστηκε στα χρονικά του Ιμπν Ιγιάς για να ξαναπλάσει την εποχή εκείνη και λέει: «Συνήθιζα να διαβάζω σελίδες φωναχτά και να τις γράφω στο σημειωματάριό μου ολόκληρες ∙ μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθούσα να αιχμαλωτίσω τον εσωτερικό ρυθμό στο ύφος του Ιμπν Ιγιάς.» Στο τέλος ωστόσο, ο Μπαρακάτ μεταμορφώνεται, γιατί η εξουσία διαφθείρει – και δεν διαφθείρει μόνο τον άνθρωπο, λέει ο συγγραφέας, διαφθείρει και το λαό. Παρόλο που η υπόθεση του βιβλίου εκτυλίσσεται σε μια εποχή που φαντάζει μακρινή, υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της εποχής εκείνης και της διακυβέρνησης της χώρας από τον Νάσερ. Τον Οκτώβρη του 1966 ο Γιτάνι φυλακίζεται από το καθεστώς του Νάσερ για 6 μήνες, λόγω των μαρξιστικών ιδεών του και της κριτικής που ασκούσε. Ο ίδιος λέει αστειευόμενος: «Φυλακίστηκα για τις ιδέες μου αλλά εγώ λέω ότι φυλακίστηκα για τα γραπτά μου!» Αφήνεται ελεύθερος όμως, όταν την Αίγυπτο επισκέπτεται ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και απειλεί την αιγυπτιακή κυβέρνηση με μια παγκόσμια εκστρατεία για τους παράνομα φυλακισμένους.
Ο Γκαμάλ Γιτάνι γεννήθηκε σε ένα χωριό της Νότιας Αιγύπτου, το 1945 και τη δεκαετία του ’50 έβλεπε από το σπίτι του τις Πυραμίδες στο ηλιοβασίλεμα. Αργότερα παθιάστηκε με την Αίγυπτο των φαραώ κι ενδιαφέρθηκε για τον σουφισμό και το μυστικιστικό Ισλάμ. Η γραφή του, ποιητική, μοιάζει με εκείνη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και οπωσδήποτε επηρεάστηκε από εκείνον που ο ίδιος θεωρεί δάσκαλό του, τον μεγάλο Ναγκίμπ Μαχφούζ για τον οποίον λέει: «Στην ηλικία των 15 χρόνων με συνεπήραν οι ιστορίες του Μαχφούζ, που είχαν τίτλους παρμένους από την παλιά μου γειτονιά στο Κάιρο.»
Στο έργο του ο Γιτάνι σκιαγραφεί τον αγώνα του ανθρώπου προς ένα σκοπό, την προσπάθειά του να ανακαλύψει τη θέση του στο χώρο και το χρόνο. Αφηγείται για να εκφράσει τη γνώμη του για τα μεγάλα ζητήματα που τον απασχολούν, όπως το ζήτημα του χρόνου. Αποφασίζει και παίρνει άδεια να περάσει ένα βράδυ μέσα στην κεντρική αίθουσα της Πυραμίδας του Χέοπος, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι κι όταν βγαίνει την επόμενη μέρα, είναι ένας άλλος άνθρωπος. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και πολλοί λένε, ότι είναι το επόμενο αραβικό Νομπέλ.

«Η καρδιά, γεμάτη τραύματα που δύσκολα επουλώνονται. Η ψυχή, ζούγκλα από αιχμηρά ακόντια, καρφωμένα βαθιά, που δεν ξεκολλάνε. Κανένα φράγμα δεν σταματά τη θλίψη που ρέει. Δεν υπάρχει πρώτος και τελευταίος, ο πληθυντικός και ο ενικός χάνονται, το τρίτο γράμμα της αλφαβήτου είναι το τέλος του τέλους. Ο θάνατος της ελπίδας γεννιέται από το χωρισμό των ερωτευμένων. Οι επιθυμίες απομακρύνονται, εγκαταλείποντάς σε.
Στην πρώτη σου νιότη μια κρυφή σκέψη, θαμμένη βαθιά, σε στοιχειώνει. Το μέτωπό σου δεν έχει χαραχτεί απ’ τις ρυτίδες. Γύρω σου ο τρόμος κάνει τ’ αστέρια να ψιθυρίζουν, τραβάει τη γη στον ουρανό. Οι ανθρώπινες καρδιές χτυπούν με πίκρες και βάσανα, αλλά κάνε υπομονή, μη βιάζεσαι. Σε λίγα χρόνια θα ‘ρθουν χαρούμενες μέρες. Τα πράγματα δεν θα μείνουν στη θέση τους, πάντα τα ίδια, αμετακίνητα».

Κλείνοντας, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη του Γκαμάλ Γιτάνι στον Ανταίο Χρυσοστομίδη, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Οι Κεραίες της Εποχής μου» (εκδ. Καστανιώτη), που κατά τη γνώμη μας εκφράζει τους δεσμούς των δύο πολιτισμών μας :
«Όταν διαβάζουμε την ιστορία του ισλαμικού πολιτισμού, βλέπουμε πως ο πολιτισμός αυτός γίνεται πιο δυνατός όταν ανοίγεται στους άλλους πολιτισμούς, ενώ αποδυναμώνεται όταν κλίνεται στον εαυτό του. Η λαμπρότερη εποχή του ισλαμισμού υπήρξε ο 11ος αιώνας μ.Χ ή 4ος ισλαμικός, όταν το κράτος των Αμπασιδών ήταν ισχυρό και ο χαλίφης Μααμούν ελ Αμπάσι άρχισε να ενθαρρύνει τη μεταφραστική δραστηριότητα. Τότε μεταφράστηκε η Αρχαία Ελληνική γραμματεία στην αραβική γλώσσα. Αυτή λοιπόν η αλληλεπίδραση πολιτισμών, το γεφύρωμα ανάμεσα στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την ισλαμική σκέψη, δημιούργησε μια Μεγάλη Ισλαμική Σχολή με πρωτοπόρους τον Ιμπν Σίνα (Αβικέννας) και τον Ιμπν ελ Άραμπι στην Ανδαλουσία».


«Δεν είμαστε τυφλοί, είμαστε απλά άνθρωποι. Ζούμε σε μια ευμετάβλητη πραγματικότητα και προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σ' αυτήν όπως τα φύκια που πάλλονται στο παραμικρό θαλάσσιο ρεύμα».

Αυτή η φράση από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα Ο Γατόπαρδος του Τζουζέπε Τομάζι, δούκα της Πάλμα και πρίγκιπα ντι Λαμπεντούζα (εκδ. Bell, μτφρ. Μαρία Σπυριδοπούλου), συνοψίζει ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Την ιστορία μιας αέναης προσαρμογής, ενός αγώνα να πάμε μπροστά κάνοντας δυο βήματα πίσω. Οι άνθρωποι μαθαίνουμε να συμβιβαζόμαστε, όπως τα δέντρα λυγίζουν τα κλαδιά τους στον άνεμο για να μην σπάσουν. Τρομάζουμε μπροστά στο καινούριο και οχυρωνόμαστε στο παλιό. Και μια μέρα, είτε σταματάμε να παλεύουμε μάταια το νέο και ακολουθούμε τις εξελίξεις -γιατί κατανοούμε τους όρους του παιχνιδιού όπως ακριβώς κάνει και ο ήρωας του βιβλίου-, είτε αποδεχόμαστε την ήττα μας.

Ο Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα αφηγείται την ιστορία ενός μεγάλου κοινωνικού μετασχηματισμού. Η πλοκή τοποθετείται το Μάιο του 1860, την εποχή της απόβασης του Γκαριμπάλντι στη Σικελία που οδήγησε στην ένωση του νησιού με την Ιταλία. Η αριστοκρατία υπό τη διακυβέρνηση του Φραγκίσκου Β' των δύο Σικελιών αδυνατεί να ελέγξει το τεράστιο κύμα δυσαρέσκειας της αναδυόμενης αστικής τάξης, η οποία θέλει απεγνωσμένα πια να απαλλαγεί από τη δυναστεία των Βουρβώνων. Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε τα γεγονότα μέσα από τα μάτια του Ντον Φαμπρίτσιο, πρίγκιπα ντι Σαλίνα, αρχηγού μιας εκ των ισχυρότερων οικογενειών του τόπου.

Η Σικελία είναι μια μικρογραφία του κόσμου, το χρονικό πλαίσιο δεν έχει σημασία, θα μπορούσε τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο (και στην υπέροχη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι) να εκτυλίσσονται τηρουμένων των αναλογίων σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, οποιαδήποτε μεταβατική περίοδο. Άλλωστε οι άνθρωποι αντιδρούν πάντα το ίδιο τρομαγμένα όταν ο τροχός της ιστορίας πάρει στροφή. Σε κάθε μετασχηματισμό που βιώνει η ανθρωπότητα, μετά από πολέμους, επαναστάσεις, σπουδαίες ανακαλύψεις που τα ανατρέπουν όλα, ο άνθρωπος χρειάζεται να αλλάξει για να μην πεθάνει μαζί με το παλιό, να γίνει καινούριος για να μην ξεπεραστεί.

Ο Ντον Φαμπρίτσιο ντι Σαλίνα, αν και αρχικά σαστίζει με τα γεγονότα που οδηγούν σε κοινωνική ανατροπή, αποδέχεται ότι είναι ανίσχυρος να συγκρατήσει το ρεύμα και έξυπνα τελικά ακολουθεί τη ροή του «ποταμού». «Ανήκω σε μια κακότυχη γενιά, στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παλιά και τη νέα εποχή και νιώθω άβολα και με τις δύο» παραδέχεται προς το τέλος. Καταλύτης στην προσαρμογή του είναι ο ανιψιός του Τανκρέτι, ξεπεσμένος ευγενής χωρίς καμία προσωπική περιουσία πέρα από τον τίτλο του. Ο φιλόδοξος νεαρός, που στην ταινία του Βισκόντι υποδύεται ο Αλέν Ντελόν, παρά την αριστοκρατική του καταγωγή ανεβαίνει στα βουνά για να στηρίξει τον ανταρτοπόλεμο των Πιεμοντέζων κατά του βασιλιά Φραγκίσκου Β'. Λίγο πριν φύγει λέει στον πρίγκιπα: «Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, τότε πρέπει όλα ν' αλλάξουν». Κι αυτά τα λόγια είναι τελικά που εκφράζουν απόλυτα σε μια μόνο πρόταση ολόκληρο το νόημα του μυθιστορήματος.

Πέρα από την αξία του βιβλίου σε ιστορικό επίπεδο, αφού καταγράφει με ακρίβεια τη σύγκρουση του παλαιού με τον καινούριο κόσμο, υπάρχει και η λογοτεχνική. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κείμενο, ένα αληθινό έργο τέχνης. Οι περιγραφές του Σικελού συγγραφέα, ο οποίος δεν είδε ποτέ το μυθιστόρημά του να εκδίδεται, συνθέτουν έναν ζωγραφικό πίνακα, τις λεπτομέρειες του οποίου δύσκολα ξεχνάς: Η εντυπωσιακή έπαυλη του οίκου Σαλίνα με τις συγκλονιστικές νωπογραφίες στην οροφή. Τα χρυσοποίκιλτα σαλόνια με τις βελούδινες κουρτίνες και τις φθαρμένες ταπετσαρίες. Οι βεράντες που βλέπουν στην άνυδρη σικελική γη. Αυτός ο μαγικός κήπος με τις ακακίες και τα εσπεριδοειδή που διαχέουν σε όλο το κτήμα «την ερωτική μυρωδιά των πρώτων πορτοκαλανθών τους». Τα στρωμένα τραπέζια με όλους τους θησαυρούς της Μεσογείου. Τα αριστοκρατικά κορίτσια με φορέματα γεμάτα ολάνθιστα λουλούδια που τραγουδούν διάσημες άριες γύρω από το πιάνο, σε δωμάτια τα οποία μυρίζουν άνοιξη, ενώ έξω μαίνεται η επανάσταση. Διαβάζεις και παρασύρεσαι. Έχεις αυτήν την υπέροχη «αίσθηση της αιώνιας παιδικής ηλικίας». Ακολουθείς τους ήρωες σε ξερούς ελαιώνες, στέκεσαι και κοιτάς την αγριεμένη θάλασσα πλάι σε μια φραγκοσυκιά που αγέρωχη αιωρείται πάνω απ' τον γκρεμό, ταξιδεύεις με μαύρες άμαξες που αφήνουν πίσω τους ένα σύννεφο σκόνης. Στιγμές σπάνιας ομορφιάς ενός κόσμου που βιώνει τους τελευταίους του σπασμούς πριν πεθάνει για να δώσει τη θέση τους σε ένα νέο πιο ευέλικτο, πιο δίκαιο μα πιο άξεστο και πεζό.

Το πιο απολαυστικό για μένα κομμάτι του βιβλίου ήταν οι περιγραφές της ακαταμάχητης έλξης μεταξύ του αριστοκρατικού ανιψιού του πρίγκιπα ντι Σαλίνα, του ατίθασου Τανκρέτι και της άξεστης αλλά πανέμορφης χωριατοπούλας, της Αντζέλικα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την αταίριαστη ένωσή τους για να υπογραμμίσει το πάντρεμα των τάξεων, δημιουργώντας τελικά ένα αληθινό ποίημα για την παραζάλη του έρωτα: τις κοφτερές ματιές, τα αναπάντεχα χάδια, την ελεύθερη πτώση του σώματος στο κενό μετά το πρώτο φιλί...

«Έτσι, στέκονταν εκεί μέσα σφιχταγκαλιασμένοι, ακίνητοι και αθώοι, παρηγορώντας ο ένας τον άλλον. (...) Μια μέρα, όχι το μυαλό του Τανκρέτι, που ήταν εντελώς αμέτοχο σ' αυτό, αλλά όλο του το αίμα αποφάσισε να δώσει ένα τέλος σε τούτο το μαρτύριο. Ήταν το πρωί που η Αντζέλικα του είχε πει με όλη τη γοητευτική πονηριά της: “Είμαι η μαθητευόμενή σου”, θυμίζοντάς του με την ξεκάθαρη αυτή πρόκληση την πρώτη φορά που είχαν σμίξει οι πόθοι τους. Με αναστατωμένα μαλλιά, η γυναίκα ήταν έτοιμη να παραδοθεί προσφέροντας τον εαυτό της, ενώ το αρσενικό ήταν έτοιμο να υπερνικήσει τον άντρα, όταν το υπόκωφο βουητό της μεγάλης καμπάνας της εκκλησίας έπεσε σχεδόν κατακόρυφα πάνω στα ξαπλωμένα κορμιά, προσθέτοντας έναν ακόμη αναστεναγμό στους δικούς τους. Τα ενωμένα χείλη αναγκάστηκαν να ξεκολλήσουν και να χαμογελάσουν. Συνήλθαν. Την επόμενη ο Τανκρέτι έφυγε. (...) Όταν γέρασαν και απέκτησαν την ανώφελη πια σύνεση, η σκέψη τους επέστρεφε σε κείνες τις μέρες με επίμονη νοσταλγία: ήταν η εποχή του άσβεστου πόθου, που παρέμενε ζωντανός γιατί διαρκώς καταπιεζόταν, τότε που είχαν στη διάθεσή τους αναρίθμητες κλίνες και πάντα τις απέρριπταν, η εποχή της αισθησιακής διέγερσης η οποία, ακριβώς επειδή χαλιναγωγούνταν, μετουσιωνόταν έστω και για λίγο σε παραίτηση, δηλαδή αληθινή αγάπη».

Δείτε τo τρέιλερ της ταινίας The Leopard (Il Gattopardo) του Λουκίνο Βισκόντι: