Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιο / Κινηματογραφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιο / Κινηματογραφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων


Η ζωή της ήταν σαν μυθιστόρημα. Ο θάνατός της σαν θρίλερ. Η νεκρή Εβίτα Περόν περιπλανήθηκε για 16 χρόνια, ακολουθώντας τις αλλαγές στην ταραγμένη πολιτικά Αργεντινή. Αυτή την περιπλάνηση της ταριχευμένης σορού της περιγράφει με πολύ ιδιαίτερο κινηματογραφικό τρόπο, ο οποίος θυμίζει θεατρικό έργο, ο σκηνοθέτης Πάμπλο Αγουέρο στην ταινία Η Εβίτα δεν κοιμάται πια εδώ (Eva no duerme).

Δυνατό φιλμ, με ατμοσφαιρική (σκληρή) φωτογραφία που εστιάζει στις ερμηνείες των ηθοποιών, στις εκφράσεις των προσώπων τους. O 39χρονος Αγουέρο εμπνεύστηκε από το μυθιστόρημα Σάντα Εβίτα του Tomás Eloy Martínez (εκδ. Ωκεανίδα).

Συγκλονιστική η σκηνή με την ανάκριση του δικτάτορα που περιγράφει πώς οι φιλελεύθερες ΗΠΑ μέσω της στήριξης στρατιωτικών καθεστώτων προσπαθούσαν να φιλελευθεροποιήσουν δια της βίας την Αργεντινή. Ειδικά το σημείο όπου ο δικτάτορας λέει ότι η δημοκρατία χρειάζεται όπλα για να επιβληθεί και ότι για να εξυγιανθεί η οικονομία έπρεπε να ξεφορτωθούν το κοινωνικό κράτος. Σε μια φράση περιγράφεται όλη η «δημοκρατική» παράνοια που επιβλήθηκε στη Λατινική Αμερική τον 20ο αιώνα. Oι αντιφάσεις του φιλελευθερισμού σε ένα μόνο πλάνο.

Ταυτόχρονα, για να είμαι ακριβής, πρέπει να αναφέρω ότι η ταινία δεν κριτικάρει επί της ουσίας την Αγία Εβίτα. Δείχνει -με κινηματογραφικά ντοκουμέντα της εποχής- μονάχα όσα την έκαναν να γίνει θρύλος, χωρίς ωστόσο να περιγράφει τα αδιέξοδα του περονικού λαϊκισμού. Ούτε εξηγεί πώς ένας ολόκληρος λαός πλήρωσε ακριβά -όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε- την ανάγκη του να λατρέψει μια γυναίκα σαν θεά. Η ειδωλολατρία δεν οδηγεί πουθενά, οι «χαρισματικοί» ηγέτες που μαγεύουν τα πλήθη της εποχής τους, κλέβοντας όμως το budget των επόμενων γενεών, έχουν τεράστιο κόστος. Για το πόσο στοιχίζει η κοινωνική πολιτική που αγιοποιεί ηγέτες όταν αυτή δεν βασίζεται πουθενά η ταινία δεν μιλά.


To τρέιλερ της ταινίας Eva no duerme (Η Εβίτα δεν κοιμάται πια εδώ).


«Δεν είμαστε τυφλοί, είμαστε απλά άνθρωποι. Ζούμε σε μια ευμετάβλητη πραγματικότητα και προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σ' αυτήν όπως τα φύκια που πάλλονται στο παραμικρό θαλάσσιο ρεύμα».

Αυτή η φράση από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα Ο Γατόπαρδος του Τζουζέπε Τομάζι, δούκα της Πάλμα και πρίγκιπα ντι Λαμπεντούζα (εκδ. Bell, μτφρ. Μαρία Σπυριδοπούλου), συνοψίζει ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Την ιστορία μιας αέναης προσαρμογής, ενός αγώνα να πάμε μπροστά κάνοντας δυο βήματα πίσω. Οι άνθρωποι μαθαίνουμε να συμβιβαζόμαστε, όπως τα δέντρα λυγίζουν τα κλαδιά τους στον άνεμο για να μην σπάσουν. Τρομάζουμε μπροστά στο καινούριο και οχυρωνόμαστε στο παλιό. Και μια μέρα, είτε σταματάμε να παλεύουμε μάταια το νέο και ακολουθούμε τις εξελίξεις -γιατί κατανοούμε τους όρους του παιχνιδιού όπως ακριβώς κάνει και ο ήρωας του βιβλίου-, είτε αποδεχόμαστε την ήττα μας.

Ο Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα αφηγείται την ιστορία ενός μεγάλου κοινωνικού μετασχηματισμού. Η πλοκή τοποθετείται το Μάιο του 1860, την εποχή της απόβασης του Γκαριμπάλντι στη Σικελία που οδήγησε στην ένωση του νησιού με την Ιταλία. Η αριστοκρατία υπό τη διακυβέρνηση του Φραγκίσκου Β' των δύο Σικελιών αδυνατεί να ελέγξει το τεράστιο κύμα δυσαρέσκειας της αναδυόμενης αστικής τάξης, η οποία θέλει απεγνωσμένα πια να απαλλαγεί από τη δυναστεία των Βουρβώνων. Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε τα γεγονότα μέσα από τα μάτια του Ντον Φαμπρίτσιο, πρίγκιπα ντι Σαλίνα, αρχηγού μιας εκ των ισχυρότερων οικογενειών του τόπου.

Η Σικελία είναι μια μικρογραφία του κόσμου, το χρονικό πλαίσιο δεν έχει σημασία, θα μπορούσε τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο (και στην υπέροχη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι) να εκτυλίσσονται τηρουμένων των αναλογίων σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, οποιαδήποτε μεταβατική περίοδο. Άλλωστε οι άνθρωποι αντιδρούν πάντα το ίδιο τρομαγμένα όταν ο τροχός της ιστορίας πάρει στροφή. Σε κάθε μετασχηματισμό που βιώνει η ανθρωπότητα, μετά από πολέμους, επαναστάσεις, σπουδαίες ανακαλύψεις που τα ανατρέπουν όλα, ο άνθρωπος χρειάζεται να αλλάξει για να μην πεθάνει μαζί με το παλιό, να γίνει καινούριος για να μην ξεπεραστεί.

Ο Ντον Φαμπρίτσιο ντι Σαλίνα, αν και αρχικά σαστίζει με τα γεγονότα που οδηγούν σε κοινωνική ανατροπή, αποδέχεται ότι είναι ανίσχυρος να συγκρατήσει το ρεύμα και έξυπνα τελικά ακολουθεί τη ροή του «ποταμού». «Ανήκω σε μια κακότυχη γενιά, στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παλιά και τη νέα εποχή και νιώθω άβολα και με τις δύο» παραδέχεται προς το τέλος. Καταλύτης στην προσαρμογή του είναι ο ανιψιός του Τανκρέτι, ξεπεσμένος ευγενής χωρίς καμία προσωπική περιουσία πέρα από τον τίτλο του. Ο φιλόδοξος νεαρός, που στην ταινία του Βισκόντι υποδύεται ο Αλέν Ντελόν, παρά την αριστοκρατική του καταγωγή ανεβαίνει στα βουνά για να στηρίξει τον ανταρτοπόλεμο των Πιεμοντέζων κατά του βασιλιά Φραγκίσκου Β'. Λίγο πριν φύγει λέει στον πρίγκιπα: «Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, τότε πρέπει όλα ν' αλλάξουν». Κι αυτά τα λόγια είναι τελικά που εκφράζουν απόλυτα σε μια μόνο πρόταση ολόκληρο το νόημα του μυθιστορήματος.

Πέρα από την αξία του βιβλίου σε ιστορικό επίπεδο, αφού καταγράφει με ακρίβεια τη σύγκρουση του παλαιού με τον καινούριο κόσμο, υπάρχει και η λογοτεχνική. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κείμενο, ένα αληθινό έργο τέχνης. Οι περιγραφές του Σικελού συγγραφέα, ο οποίος δεν είδε ποτέ το μυθιστόρημά του να εκδίδεται, συνθέτουν έναν ζωγραφικό πίνακα, τις λεπτομέρειες του οποίου δύσκολα ξεχνάς: Η εντυπωσιακή έπαυλη του οίκου Σαλίνα με τις συγκλονιστικές νωπογραφίες στην οροφή. Τα χρυσοποίκιλτα σαλόνια με τις βελούδινες κουρτίνες και τις φθαρμένες ταπετσαρίες. Οι βεράντες που βλέπουν στην άνυδρη σικελική γη. Αυτός ο μαγικός κήπος με τις ακακίες και τα εσπεριδοειδή που διαχέουν σε όλο το κτήμα «την ερωτική μυρωδιά των πρώτων πορτοκαλανθών τους». Τα στρωμένα τραπέζια με όλους τους θησαυρούς της Μεσογείου. Τα αριστοκρατικά κορίτσια με φορέματα γεμάτα ολάνθιστα λουλούδια που τραγουδούν διάσημες άριες γύρω από το πιάνο, σε δωμάτια τα οποία μυρίζουν άνοιξη, ενώ έξω μαίνεται η επανάσταση. Διαβάζεις και παρασύρεσαι. Έχεις αυτήν την υπέροχη «αίσθηση της αιώνιας παιδικής ηλικίας». Ακολουθείς τους ήρωες σε ξερούς ελαιώνες, στέκεσαι και κοιτάς την αγριεμένη θάλασσα πλάι σε μια φραγκοσυκιά που αγέρωχη αιωρείται πάνω απ' τον γκρεμό, ταξιδεύεις με μαύρες άμαξες που αφήνουν πίσω τους ένα σύννεφο σκόνης. Στιγμές σπάνιας ομορφιάς ενός κόσμου που βιώνει τους τελευταίους του σπασμούς πριν πεθάνει για να δώσει τη θέση τους σε ένα νέο πιο ευέλικτο, πιο δίκαιο μα πιο άξεστο και πεζό.

Το πιο απολαυστικό για μένα κομμάτι του βιβλίου ήταν οι περιγραφές της ακαταμάχητης έλξης μεταξύ του αριστοκρατικού ανιψιού του πρίγκιπα ντι Σαλίνα, του ατίθασου Τανκρέτι και της άξεστης αλλά πανέμορφης χωριατοπούλας, της Αντζέλικα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την αταίριαστη ένωσή τους για να υπογραμμίσει το πάντρεμα των τάξεων, δημιουργώντας τελικά ένα αληθινό ποίημα για την παραζάλη του έρωτα: τις κοφτερές ματιές, τα αναπάντεχα χάδια, την ελεύθερη πτώση του σώματος στο κενό μετά το πρώτο φιλί...

«Έτσι, στέκονταν εκεί μέσα σφιχταγκαλιασμένοι, ακίνητοι και αθώοι, παρηγορώντας ο ένας τον άλλον. (...) Μια μέρα, όχι το μυαλό του Τανκρέτι, που ήταν εντελώς αμέτοχο σ' αυτό, αλλά όλο του το αίμα αποφάσισε να δώσει ένα τέλος σε τούτο το μαρτύριο. Ήταν το πρωί που η Αντζέλικα του είχε πει με όλη τη γοητευτική πονηριά της: “Είμαι η μαθητευόμενή σου”, θυμίζοντάς του με την ξεκάθαρη αυτή πρόκληση την πρώτη φορά που είχαν σμίξει οι πόθοι τους. Με αναστατωμένα μαλλιά, η γυναίκα ήταν έτοιμη να παραδοθεί προσφέροντας τον εαυτό της, ενώ το αρσενικό ήταν έτοιμο να υπερνικήσει τον άντρα, όταν το υπόκωφο βουητό της μεγάλης καμπάνας της εκκλησίας έπεσε σχεδόν κατακόρυφα πάνω στα ξαπλωμένα κορμιά, προσθέτοντας έναν ακόμη αναστεναγμό στους δικούς τους. Τα ενωμένα χείλη αναγκάστηκαν να ξεκολλήσουν και να χαμογελάσουν. Συνήλθαν. Την επόμενη ο Τανκρέτι έφυγε. (...) Όταν γέρασαν και απέκτησαν την ανώφελη πια σύνεση, η σκέψη τους επέστρεφε σε κείνες τις μέρες με επίμονη νοσταλγία: ήταν η εποχή του άσβεστου πόθου, που παρέμενε ζωντανός γιατί διαρκώς καταπιεζόταν, τότε που είχαν στη διάθεσή τους αναρίθμητες κλίνες και πάντα τις απέρριπταν, η εποχή της αισθησιακής διέγερσης η οποία, ακριβώς επειδή χαλιναγωγούνταν, μετουσιωνόταν έστω και για λίγο σε παραίτηση, δηλαδή αληθινή αγάπη».

Δείτε τo τρέιλερ της ταινίας The Leopard (Il Gattopardo) του Λουκίνο Βισκόντι: 



Μπορεί κανείς να παραμένει αποστασιοποιημένος όταν βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα; Τι κόστος έχει η ουδετερότητα σε έναν κόσμο που βαδίζει στα όρια; Είναι η σιωπή συνενοχή; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει ο Γκράχαμ Γκρην στο υπέροχο μυθιστόρημά του Ο Ήσυχος Αμερικανός (εκδ. Πόλις, μτφρ. Γιώργος Τσακνιάς).

Βρετανός δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής στις μεγαλύτερες εφημερίδες, μυστικός πράκτορας της χώρας του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και συγγραφέας σπουδαίων βιβλίων -μεταξύ των οποίων και το πασίγνωστο Το Τέλος Μιας Σχέσης-, ο Γκρην (1904-1991) έχει μια ιδιαίτερη πένα που με συγκινεί πολύ. Οι εικόνες που περιέγραψε έχουν κάτι βαθιά ποιητικό, χωρίς όμως τα κείμενά του να χάνουν την αρρενωπότητά τους. Η γραφή του είναι στιβαρή και ταυτόχρονα τρυφερή, δεν αποσκοπεί στην εύκολη συγκίνηση.

Στον Ήσυχο Αμερικανό ήρωας είναι ένας Άγγλος δημοσιογράφος, ο Φάουλερ, που καλύπτει την εξέγερση των Βιετναμέζων κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του '50, η Γαλλία πολεμά μάταια να κρατήσει την αποικία της, ενώ η σύμμαχός της Αμερική προσπαθεί να υπονομεύσει τη γαλλική κυριαρχία στην περιοχή και να μπει ενεργά στο παιχνίδι. Για να τα καταφέρει, στέλνει στη Σαϊγκόν τον Όλντεν Πάιλ, έναν ευγενικό και ήσυχο νεαρό Αμερικανό που θα αποσταθεροποιήσει την κατάσταση με μια σειρά από τρομοκρατικά χτυπήματα.

Ο Φάουλερ παρακολουθεί τη δράση του Πάιλ, με τον οποίο παράλληλα βρίσκονται μπλεγμένοι σε ένα ερωτικό τρίγωνο: Ο νεαρός Αμερικανός διεκδικεί την ερωμένη του Άγγλου ανταποκριτή και μία ανταγωνιστική σχέση αναπτύσσεται μεταξύ τους. Η ζήλια, το πάθος, ο φόβος της μοναξιάς, οδηγούν τον Φάουλερ σε μία ενδοσκόπηση που τελικά θα τον αλλάξει. Ένα τρομοκρατικό χτύπημα που οργάνωσε ο Πάιλ και είχε πολλά θύματα, μεταξύ των οποίων και παιδιά, είναι όμως αυτό που θα βγάλει τον Φάουλερ από την ουδετερότητά του και θα τον αναγκάσει βίαια να πάρει θέση σε έναν πόλεμο που όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος δεν ήταν δικός του.

Εκτός από τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του ήρωα, τα διλήμματα και τις ενοχές, που περιγράφονται με απόλυτη ακρίβεια, προσωπικά με μάγεψαν οι περιγραφές του Βιετνάμ: Τα αποικιακά κτίσματα δίπλα στα παραπήγματα των ντόπιων, τα κοσμοπολίτικα μπιστρό που προστατεύονται από τις επιθέσεις των ανταρτών με συρματοπλέγματα, οι απέραντοι ορυζώνες την ώρα του δειλινού, ο αέρας της Ανατολής που έρχεται από τη θάλασσα φορτωμένος με εξωτικές μυρωδιές και τυλίγει με μια απόκοσμη υγρασία ολόκληρη τη Σαϊγκόν. Μα κυρίως είναι αυτή η αίσθηση του φόβου ότι ανά πάσα στιγμή θα είσαι νεκρός, ότι εκεί που πίνεις το ουίσκι σου στο μπαρ ενός ξενοδοχείου θα βρεθείς ανάμεσα στα πυρά των ανταρτών και του γαλλικού στρατού.

Η πιο δυνατή στιγμή του βιβλίου είναι η νύχτα που ο Φάουλερ και ο Πάιλ διασχίζουν με το αυτοκίνητο την ενδοχώρα του Βιετνάμ και μένουν από βενζίνη στη μέση του πουθενά. Οι συζητήσεις τους είναι απολαυστικές και φανερώνουν λέξη προς λέξη το χαρακτήρα και των δύο. Επίσης σπουδαίες είναι και οι σκέψεις του Φάουλερ, ενός ώριμου άντρα που χάνει το κορίτσι του και μαζί με αυτό τη δροσιά της νιότης του. Υπογράμμισα δυο τρεις ατάκες του, από αυτές που ρίχνουν φως στο σκοτάδι του έρωτα:

«Ερωτευμένος σημαίνει να βλέπεις τον εαυτό σου όπως τον βλέπει ο άλλος, σημαίνει να είσαι ερωτευμένος με το πλαστό και εξωραϊσμένο είδωλό σου. Όταν έχουμε ερωτευθεί, είμαστε ανίκανοι για την τιμή – μια θαρραλέα πράξη δεν είναι τίποτα περισσότερο από την εκτέλεση ενός ρόλου σε κοινό δύο ατόμων».

ή

«Μας παίρνει πολύ χρόνο να πάψουμε να περηφανευόμαστε που είμαστε επιθυμητοί. Άσε που ένας Θεός ξέρει γιατί νιώθουμε περήφανοι, αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου και να δεις ποιοι άλλοι άνθρωποι είναι επίσης επιθυμητοί».

Υ.Γ. 1: Η μετάφραση του Γιώργου Τσακνιά είναι υπέροχη! Μου άρεσαν πολύ και οι σημειώσεις του (εκτίμησα ιδιαιτέρως ότι σε μία από αυτές δίνει μάλιστα και τη συνταγή για τo βερμούτ κασίς που πίνει ο ήρωας στο τρίτο κεφάλαιο), καθώς και το πολύ κατατοπιστικό επίμετρο που ακολουθεί για το ιστορικό υπόβαθρο της εποχής.

Υ.Γ. 2: Το μικρό διαμάντι του Γκράχαμ Γκρην έχει μεταφερθεί δύο φορές στον κινηματογράφο, το 1958 και το 2002. Η δεύτερη ταινία, μάλιστα, λογοκρίθηκε στην Αμερική εξαιτίας του τρομοκρατικού χτυπήματος στους Δίδυμους Πύργους (2001) και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων.  

The Quiet American (1958)

The Quiet American (2002)


«Το να βγάλεις τη νύχτα γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Χτες βράδυ, είχα το δυσάρεστο συναίσθημα ότι κάποιοι τύποι προσπαθούσαν να μπουν στο δωμάτιό μου και να με λούσουν». 
Υπάρχει περίπτωση ένα βιβλίο να ξεκινάει με αυτή τη φράση και να μην είναι ωραίο;

Όλη η τρέλα του Γούντι Άλεν είναι συγκεντρωμένη σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Bell: «Woody Allen, Όλα τα γραπτά του» και «Σκέτη Αναρχία». Άρθρα που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό New Yorker, διηγήματα, σουρεαλιστικά θεατρικά... Όπως λέει ο ίδιος πρόκειται για «ένα δείγμα από τον όγκο του πνευματικού θησαυρού που αφήνω στους μεταγενέστερους, ή ώσπου να 'ρθει η παραδουλεύτρα».

Δαιμόνιοι ντετέκτιβ, κάστορες που παίζουν σε όπερα, εκδικητικά αδέρφια που βγάζουν ψόφιες γάτες από την τσέπη ενός κοτλέ σακακιού, φαντάσματα και πνευματιστές: σουρεαλιστικές περσόνες οι οποίες παρελαύνουν στις σελίδες των δύο αυτών βιβλίων με στόχο να ρίξουν φως στα μεγαλύτερα μυστήρια της ανθρωπότητας. Να μοιραστούν τις υπαρξιακές αγωνίες τους: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως υπάρχει ένας αόρατος κόσμος. Το πρόβλημα είναι πόσο απέχει απ' το κέντρο και ως τι ώρα μένει ανοιχτός». Να λύσουν κβαντικά αινίγματα: «Νιώθω τεράστια ανακούφιση που, τελικά, το σύμπαν είναι εξηγήσιμο. Είχα αρχίσει να φοβάμαι ότι εγώ έφταιγα. (...) Ξύπνησα την Παρασκευή και, επειδή το σύμπαν διαστέλλεται, μου πήρε περισσότερο από το συνηθισμένο να βρω τη ρόμπα μου». Να αποκαλύψουν πικρές αλήθειες για την ανθρωπότητα: «Γιατί σκοτώνει ο άνθρωπος; Σκοτώνει για το φαγητό. Κι όχι μόνο για το φαγητό: αρκετές φορές πρέπει να το συνοδεύει και με κάνα αναψυκτικό». Να μιλήσουν έξω από τα δόντια για τις νευρώσεις του σύγχρονου, δυτικού πολίτη και την ανικανότητά του να τιθασεύσει τη χοληστερίνη του: «Τι 'ναι καλύτερο, να 'σαι ο αγαπών ή εκείνος που αγαπιέται; Κανένα απ' τα δυο, αν η χοληστερίνη σου έχει περάσει τα εξακόσια. Όταν λέω αγάπη, βέβαια, αναφέρομαι στη ρομαντική αγάπη -την αγάπη ανάμεσα σ' έναν άντρα και μια γυναίκα, κι όχι ανάμεσα σε μια μητέρα κι ένα παιδί, ή σ' ένα αγόρι και στο σκύλο του, ή ανάμεσα σε δύο αρχισερβιτόρους».

Ο Γούντι Άλεν, ακριβώς όπως τον ξέρετε, με τις γκριμάτσες και τα κοκάλινα μαύρα γυαλιά, με τις εμμονές και τις φοβίες του, με το διαρκώς απορημένο βλέμμα και με τον πανικό ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής όλων αυτών των ιστοριών. Δεν υπάρχει ωραιότερο δώρο για κάποιον που εκτιμά το καλό χιούμορ από αυτά τα δύο βιβλία, τα οποία είναι γεμάτα με υψηλές στιγμές που θα τις θυμάται καιρό και θα κλαίει. Από τα γέλια.

Υ.Γ. Υπάρχει ένα βιβλίο κόμικ με ήρωα τον Γούντι Άλεν. Αυτό ελπίζω φέτος να βρω κάτω από το δέντρο. Άφησα ήδη σχετικό e-mail στην χριστουγεννιάτικη κάλτσα της Amazon.  

Mια καταιγίδα μέσα στον καύσωνα. Η αίσθηση της απειλής λίγο πριν ξεσπάσει το μπουρίνι: Με τα σύννεφα να μαυρίζουν στον ορίζοντα και ένας ξαφνικός αέρας που σπρώχνει τη σκοτεινή θάλασσα στα βράχια. Οι πρώτοι κεραυνοί και μετά η βροχή. Μια δυνατή βροχή που σαρώνει τα πάντα.


Σε ένα τέτοιο σκηνικό, στις φετινές διακοπές, διάβασα τη Ρεβέκκα της Δάφνης Ντι Μωριέ (εκδόσεις Καστανιώτη). Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα γεμάτο με εικόνες σαν αυτή. Με το επιβλητικό Μάντερλεϊ, έναν πύργο χτισμένο πλάι σε έναν γκρεμό με θέα στη θάλασσα, κάπου στην αγγλική εξοχή, να πρωταγωνιστεί. Η συγγραφέας χτίζει λέξη-λέξη ένα ζοφερό κόσμο με ξεχασμένα μισάνοιχτα παράθυρα που φέρνουν το νερό της βροχής σε μπροκάρ καναπέδες, πατώματα που τρίζουν, μισάνοιχτες πόρτες σε σκοτεινά δωμάτια γεμάτα μυστικά, με μια απίστευτη ομίχλη που βγαίνει από τη θάλασσα και τυλίγει το σπίτι και με παράξενους υπηρέτες που ψιθυρίζουν σαν σκιές στους διαδρόμους και μετά χάνονται.

Η ηρωίδα (δεν αναφέρεται ποτέ το όνομά της), ένα νεαρό κορίτσι που πληρώνεται για να κάνει συντροφιά σε μια δύστροπη κοσμική κουτσομπόλα, γνωρίζει σε ένα ξενοδοχείο στη Γαλλική Ριβιέρα τον Μάξιμ Ντε Γουίντερ. Έναν bon viveur που έχει χάσει πρόσφατα τη γυναίκα του (πνίγηκε με το μικρό της σκάφος στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του Μάντερλεϊ) και ταξιδεύει μόνος για να ξεχάσει. Τις ημέρες της διαμονής τους ερωτεύονται κι εκείνος  την ώρα του αποχωρισμού τής ζητά να τον παντρευτεί και να τον ακολουθήσει στο αριστοκρατικό του σπίτι.

Όταν το ζευγάρι φτάνει στον πύργο μια μανιασμένη βροχή χτυπά το ανοιχτό τους σπορ αμάξι. Εκείνη με βρεγμένα μαλλιά και λασπωμένα παπούτσια, ταλαιπωρημένη από το ταξίδι, περνά το κατώφλι και σε ένα τεράστιο σαλόνι με κρυστάλλινους πολυελαίους και μια επιβλητική σκάλα, γνωρίζει το προσωπικό του σπιτιού και τη μοχθηρή οικονόμο του, την κυρία Ντάμβερς.

Οι πρώτες μέρες κυλούν αδέξια. Η νεαρή κυρία τα κάνει όλα λάθος. Κάθε ώρα που περνάει αδυνατεί να σταθεί στο ύψος της ως νέα οικοδέσποινα του θρυλικού πύργου. Η μαυροντυμένη κυρία Ντάμβερς την παρακολουθεί αυστηρά και της υπενθυμίζει διαρκώς με τη στάση της ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να αντικαταστήσει τη Ρεβέκκα, την προηγούμενη σύζυγο του Μάξιμ.

Η Ρεβέκκα είναι παντού. Σαν φάντασμα. Η απουσία της κάνει τόσο εκκωφαντικό θόρυβο μέσα στο σπίτι που το νεαρό κορίτσι ασφυκτιά. Οι υπηρέτες γελούν κρυφά με την αδεξιότητά της, ο Μάξιμ χαμένος στις σκέψεις του δείχνει να μην έχει ξεπεράσει την προηγούμενη σύζυγό του και η απειλητική κυρία Ντάβερς, η οποία αδυνατεί να την αποδεχτεί, κάνει τα πάντα για να την εξουθενώσει ψυχολογικά. Η ηρωίδα, ανυπεράσπιστη, περιφέρεται σαν ξένη μέσα στο τεράστιο σπίτι. Πιασμένη σε μια ποντικοπαγίδα. Κάθε πόρτα που ανοίγει, κάθε συρτάρι, την οδηγεί όλο και πιο βαθιά στην απόγνωση.

Το βιβλίο κυλάει μέχρι τη μέση με αυτή την αίσθηση της απειλής, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, δημιουργώντας όμως στον αναγνώστη μια απίστευτη αγωνία. Η Ρεβέκκα της Μωριέ είναι τρομακτική, όχι με τον τρόπο ενός θρίλερ, αλλά με την επιβλητικότητα μιας ταινίας του Χίτσκοκ. (Άλλωστε το μυθιστόρημα έχει μεταφερθεί από τον ίδιο στη μεγάλη οθόνη το 1940, δύο μόλις χρόνια μετά την έκδοσή του). Οι περιγραφές του σπιτιού και των δωματίων, της φύσης γύρω από αυτό, είναι μοναδικές. Όπως και η καθημερινή ιεροτελεστία: το πρωινό κάτω από τα δέντρα του κήπου, το απογευματινό τσάι στη βιβλιοθήκη με το αναμμένο τζάκι, οι βόλτες στη θάλασσα πλάι στο ερειπωμένο σπιτάκι που χρησιμοποιούσε η Ρεβέκκα για να απομονώνεται τα καλοκαίρια και τώρα μοιάζει στοιχειωμένο.

Από τη μέση του βιβλίου και μετά, στη δεξίωση που παραθέτει ο Μάξιμ για να συστήσει τη νεαρή του σύζυγο στο αριστοκρατικό του περιβάλλον, η πλοκή γίνεται καταιγιστική. Τα γεγονότα και οι αποκαλύψεις κάνουν την αγωνία να μεγαλώνει. Μέχρι την τελική ανατροπή.

Η ταινία του Χίτσκοκ είναι έξοχη! Μεταφέρει με απόλυτη ακρίβεια και επιτυχία τόσο τη ζοφερή ατμόσφαιρα όσο και τους χώρους που περιγράφονται στο βιβλίο. Πολλές από τις σκηνές σου μένουν στο μυαλό για καιρό. Ειδικά το βλέμμα της τρομακτικής κυρίας Ντάμβερς.

Kάντε κλικ εδώ για να δείτε την ταινία:  



Κάπου στη Νέα Υόρκη, σε ένα σπίτι με κόκκινα τούβλα και μαύρες σιδερένιες σκάλες υπηρεσίας, ζει ένα κορίτσι που κάνει πάντα αυτό που θέλει. Λίγο αδέξια με όλα εκείνα που οι κανονικοί άνθρωποι διεκπεραιώνουν καθημερινά χωρίς να πελαγώνουν, βρίσκει τον τρόπο να επιβάλλει το στυλ της. Ψάχνει διαρκώς έκπληκτη το κλειδί της στη μαύρη μικρή της τσάντα ή αναζητά τη γάτα της που το σκάει απ' το παράθυρο του μπάνιου και αλητεύει στα ξένα διαμερίσματα. Βάζει μουσική δυνατά, χορεύει όταν οι άλλοι κοιμούνται και όλη της η ζωή χωράει σε μια μόνο βαλίτσα. Τα πρωινά με το ένα και μοναδικό βραδινό της φόρεμα σουλατσάρει στις λεωφόρους του Μανχάταν και καταλήγει πάντα στις βιτρίνες των Tiffany's να χαζεύει ζαλισμένη τα διαμάντια.
  

Χθες βράδυ στο σπίτι μιας φίλης, σε μια υπέροχη πράσινη ταράτσα κάπου στου Μακρυγιάννη, είδαμε ξανά σε home cinema το Breakfast at Tiffany's. Mία ταινία που όπως και η ηρωίδα της, η Χόλι Γκολάιτλι, συμβολίζει την απόλυτη ανεμελιά. Το να κάνεις ό,τι σου έρθει στο κεφάλι αρκεί να το κάνεις με το δικό σου τρόπο. Να ζεις αδέξια, να αρνείσαι να μεγαλώσεις, να βλέπεις την ευτυχία εκεί όπου όλοι βλέπουν μια εκκρεμότητα.


Η Χόλι, την οποία ενσάρκωσε καταπληκτικά στη μεγάλη οθόνη η Όντρεϊ Χέπμπορν (πήρε το ρόλο μέσα από τα χέρια της Μέριλιν Μονρόε), τα γράφει όλα στα παλιά της παπούτσια και αναζητά στο δικό της κόσμο αυτό που ο αληθινός δεν μπορεί να της προσφέρει: μια άφατη ευτυχία. Μια ευτυχία που όπως πολύ σωστά πιστεύει ο δημιουργός της Τρούμαν Καπότε «κρύβεται πάντα στα πιο απίθανα μέρη».

Υ.Γ. Η μάσκα της Όντρεϊ Χέπμπορν πωλείται εδώ: www.vandekaartshop.nl και το πορτραίτο της που έχει δημιουργηθεί από ταινίες παλιού φιλμ εδώ: www.iri5.com


Το Χόλιγουντ φέτος φλερτάρει όσο ποτέ με τη λογοτεχνία. Μέσα στο φθινόπωρο και το χειμώνα που έρχεται θα απολαύσουμε πολλές νέες ταινίες που βασίζονται σε μερικά από τα πιο διάσημα μυθιστορήματα. Αγοράστε αναψυκτικό και ποπ κορν και κλείστε θέση για ένα ταξίδι στον μαγικό κόσμο του βιβλίου. Πάρτε μια πρώτη γεύση στα τρέιλερ που ακολουθούν:


1. Bel Ami: Η κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου του Γκυ Ντε Μωπασσάν (Ο φιλαράκος, εκδόσεις Γκοβόστης, σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου) από σήμερα στους κινηματογράφους (30/08).


2. Anna Karenina: Το αριστούργημα του Τολστόι (Άννα Καρένινα, Λέων Τολστόι, εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου) με την Κίρα Νάιτλι στον πρωταγωνιστικό ρόλο. 


3. On the road: Το μυθιστόρημα του Τζακ Κέρουακ (Στο δρόμο, εκδόσεις Πλέθρον) μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη οδηγώντας μας πίσω στα χρόνια των Μπήτνικς. 


4. Cosmopolis: Η ταινία που βασίζεται στο μικρό μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλλο (Κοσμόπολις, εκδόσεις Εστία) θα μας ταξιδέψει με τη λευκή λίμο του νεαρού εκατομμυριούχου Έρικ Πάκερ στην καρδιά της Νέας Υόρκης.  


5. Τhe Great Gatsby: Ο πιο αγαπημένος από όλους τους ήρωες της τζαζ γενιάς, Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (εκδόσεις Πατάκη) φέτος θα χορέψει στους ρυθμούς του Jay Z και του Jack White των White Stripes. Ένα φιλμ-έκπληξη από τον δημιουργό του Moulin Rouge, τον Baz Luhrmann.


6.  Les Misérables: Οι άθλιοι του Ουγκό (εκδόσεις Μίνωας) μεταφέρονται για μία ακόμη φορά στον κινηματογράφο. Το τραγούδι της Αν Χάθαγουέι ήτα η καλύτερη διαφήμιση για την ταινία. 


7. Great Expectations: Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς (εκδόσεις Πατάκη) σε νέα κινηματογραφική μεταφορά. 


8. Hobbit - Αn unexpected journey: Το βιβλίο Χόμπιτ του Τόλκιν (εκδόσεις Κέδρος) όπως και η ταινία που βασίζεται σε αυτό διηγούνται όσα συνέβησαν πριν από τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών. 


Ποιος είναι ο μυστηριώδης τύπος με το λευκό κοστούμι που πίνει σαμπάνια στη βιβλιοθήκη, ενώ έξω, στους γαλάζιους κήπους της τεράστιας βίλας του μεθά με δροσερά κοκτέιλς όλη η αριστοκρατία της Νέας Υόρκης; Κανείς δεν ξέρει. Είναι πρώην κατάσκοπος των Γερμανών, πράκτορας, λαθρέμπορος, νονός της μαφίας με ματωμένα χρήματα ή απλώς ένας άντρας που έχασε για πάντα εκείνη που αγαπούσε; Ένας βαθιά πληγωμένος άνθρωπος που αρνείται να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα και προσπαθεί απεγνωσμένα να χτίσει τον κόσμο ξανά ή ένα κακομαθημένο παιδί που δεν θα μεγαλώσει ποτέ και αδυνατεί να αποδεχτεί την ήττα του;
Ο Γκάτσμπυ γνώρισε την Νταίζη όταν ήταν φτωχός. Τίποτα στον αέρα του δεν πρόδιδε την ταπεινή καταγωγή του. Όταν εκείνος έφυγε για τον πόλεμο, ορκίστηκε μέσα του να γίνει πλούσιος, για να είναι αντάξιος της Νταίζη. Και τα κατάφερε. Επινόησε τον ...εαυτό του: ένα νεόπλουτο κοσμοπολίτη με ιδιαίτερο στυλ, τις ρίζες του οποίου όλοι αγνοούσαν. Ο κόσμος πήγαινε στα πάρτυ του μα δεν ήξερε ποιος πραγματικά ήταν κι από πού προερχόταν η περιουσία του. Φήμες ακολουθούσαν το όνομά του: Καθένας έλεγε για εκείνον ό,τι ήθελε, έτσι που η πραγματικότητα είχε για τα καλά κρυφτεί μέσα σε ένα σύννεφο από παρερμηνείες. Το μόνο που ενδιέφερε τον Γκάτσμπυ ήταν η αγάπη της Νταίζη. Εκείνη όμως είχε παντρευτεί ήδη τον Τομ Μπιουκάναν, έναν αλαζονικό, πλούσιο, νεαρό πολίστα, κι είχαν μαζί ένα παιδί.

«Δεν μπορείς να φέρεις πίσω το παρελθόν» τόλμησα να πω.
«Να φέρεις πίσω το παρελθόν;» φώναξε εκείνος δύσπιστα. «Μπορείς και παραμπορείς μάλιστα!».
Κοίταξε γύρω του άγρια, σάμπως το παρελθόν να παραμόνευε εκεί, μες στη σκιά του σπιτιού του – έτσι ν' άπλωνε το χέρι του, θα 'το φτανε.
«Θα φτιάξω τα πάντα ακριβώς όπως ήταν» είπε κουνώντας αποφασιστικά το κεφάλι του. «Θα δει!».
Άρχισε να λέει πολλά για το παρελθόν κι έβγαλα το συμπέρασμα πως ήθελε να επανορθώσει κάτι, ίσως κάποια ιδέα του που τον είχε κάνει να ερωτευθεί την Νταίζη. Η ζωή του από τότε ήταν μπερδεμένη κι άταχτη, μα, αν μπορούσε έστω και μια φορά να ξαναγυρίσει σ΄ένα νέο σημείο εκκίνησης και να περάσει πάλι απ' όλα αυτά σιγά σιγά, θα μπορούσε ν' ανακαλύψει ποιο ήταν αυτό το πράγμα...

Ο Γκάτσμπυ είναι εμμονή. Απ' όλους τους απεγνωσμένους ήρωες της λογοτεχνίας, ο πιο αγαπημένος. Αμέτρητες φορές έχω ονειρευτεί τη ζωή του: τη βίλα του, τη λαμπερή κίτρινη Rolls Royce του, τα κοστούμια και τον παραμυθένιο κήπο του στο Λονγκ Άιλαντ. Έχω ερωτευθεί την Νταίζη, έχω μεθύσει με τα κοκτέιλ του, έχω ταξιδέψει μαζί του στους δρόμους του Μανχάταν...
Ίσως γιατί συμβολίζει το κομμάτι του έρωτα που σέβομαι πιο πολύ: το ανικανοποίητο.

Η αλήθεια ήταν πως ότι ο Τζέυ Γκάτσμπυ του Ουέστ Εγκ στο Λονγκ Άιλαντ ξεπήδησε απ' την πλατωνική ιδέα του εαυτού του. Ήταν ένας γιος του Θεού -φράση που, αν σημαίνει κάτι, σημαίνει ακριβώς αυτό- κι έπρεπε να ασχοληθεί με τη δουλειά του Πατέρα Του, υπηρετώντας μια απέραντη, βάρβαρη, εκπορνευμένη και φανταχτερή ομορφιά. Έτσι σκαρφίστηκε το είδος του Τζέυ Γκάτσμπυ που θα μπορούσε ίσως να σκαρφιστεί ένα δεκαεφτάχρονο αγόρι και σ' αυτή την ιδέα έμεινε πιστός ως το τέλος.

Ο υπέροχος Γκάτσμπυ παίζει και χάνει. Όπως όλοι όσοι ποντάρουν τα πάντα στον έρωτα. Ή στην ψευδαίσθησή του. Ξοδεύει και ξοδεύεται μέχρι τέλους αναζητώντας την εξιδανικευμένη εικόνα της Νταίζη, αποζητώντας λίγη από την προσοχή της. Οργανώνει λαμπερούς χορούς, φωταγωγεί το σπίτι του, χτίζει το μύθο του και μετά αποσύρεται, συναισθηματικά ανίσχυρος να διαχειριστεί την αληθινή ζωή, παρατηρώντας από μακριά τα πάντα μέχρι να εμφανιστεί εκείνη.

Μουσική ερχόταν απ' το σπίτι του γείτονα τις καλοκαιρινές νύχτες. Μες στους γαλάζιους κήπους του άντρες και κορίτσια πηγαινοέρχονταν σαν πεταλουδίτσες ανάμεσα σε ψιθυρισμούς, σε σαμπάνια κι αστέρια. Στην παλίρροια του απογεύματος έβλεπα τους καλεσμένους του να κάνουν βουτιές απ' το ύψος της εξέδρας του ή να λιάζονται πάνω στην καυτή άμμο της παραλίας του, ενώ οι δύο του βενζινάκατοι έσκιζαν τα νερά του Περάσματος τραβώντας πίσω τους σκιέρ πάνω από καταρράχτες αφρού. (...) Στην κεντρική αίθουσα είχε στηθεί ένα μπαρ με πραγματικά μπρούτζινο κάγκελο κι ήταν εφοδιασμένο με τζιν και με διάφορα ποτά τόσον καιρό ξεχασμένα, ώστε ήταν αδύνατον, λόγω της νεαρής τους ηλικίας, να ξεχωρίσουν το ένα απ' το άλλο οι περισσότεροι απ' τους θηλυκούς καλεσμένους του.
Στις εφτά η ώρα έχει φτάσει η ορχήστρα -όχι πέντ' έξι όργανα μόνο, μα ένα ολόκληρο σύνολο από όμποε και τρομπόνια και σαξόφωνα και βιόλες και κόρνες και φλάουτα και κρουστά, ψηλά και χαμηλά. Οι τελευταίοι κολυμβητές έχουν γυρίσει πια απ' την ακρογιαλιά και αλλάζουν στα πάνω πατώματα, τ' αμάξια απ' τη Νέα Υόρκη έχουν παρκάρει σε πέντε σειρές και ήδη οι αίθουσες και τα σαλόνια κι οι βεράντες έχουν γεμίσει με φανταχτερά χρώματα και με παράξενες καινούριες κομμώσεις και με μαντίλες που ξεπερνούν τα καστιλιάνικα όνειρα. Το μπαρ σε πλήρη οργασμό και δίσκοι με κοκτέιλ γυροφέρνουν σαν κύμα στον κήπο απ' έξω, ωσότου ζωντανεύει η ατμόσφαιρα με κουβέντες και γέλια, με τυχαία υπονοούμενα και συστάσεις που ξεχνιούνται αυτοστιγμεί κι ενθουσιαστικές γνωριμίες ανάμεσα σε γυναίκες που δεν είχαν ακούσει ποτέ τα ονόματα η μία της άλλης.

Στη μια μεριά ο Γκάτσμπυ, στη φωταγωγημένη βίλα του, μόνος μέσα στο μεθυσμένο πλήθος, και στην άλλη ακτή του κόλπου, ακριβώς απέναντι, η Νταίζη στην έπαυλη των Μπιουκάναν. Εγκλωβισμένη σε ένα δυστυχισμένο γάμο, ανέχεται τη διπλή ζωή του συζύγου της για να μη χάσει τις ανέσεις της καλής ζωής που της προσφέρει. Εκείνη ξέρει καλά που βαδίζει, καθοδηγείται από τις πραγματικές της ανάγκες. Αντιθέτως, ο Γκάτσμπυ ονειροβατεί, απολύτως χαμένος μέσα στον κόσμο, ξένος ανάμεσα σε ξένους, ακολουθεί τα χνάρια μιας ουτοπίας, η οποία αντί να ξεκαθαρίζει με τα χρόνια γίνεται όλο και πιο σκοτεινή. Και τον τυλίγει σαν την πνιγηρή ομίχλη που βγαίνει από τον κόλπο του Γουέστ Έγκ τα χαράματα και απλώνεται γύρω από την κατάλευκη έπαυλή του. Ο Γκάτσμπυ ζει έχοντας πίστη σ΄αυτή την ουτοπία. Μέχρι το τέλος.

Θα πρέπει να υπήρξαν στιγμές, ακόμα κι εκείνο το απόγευμα, που η Νταίζη πέταγε σαν άχρηστα τα όνειρά του – όχι από δικό της λάθος, μα επειδή έφταιγε η τεράστια ζωτικότητα των ψευδαισθήσεών του, που την είχαν ξεπεράσει, είχαν ξεπεράσει το καθετί. Είχε ριχτεί μέσα στην αυταπάτη μ΄ένα δημιουργικό πάθος, προσθέτοντας της όλη την ώρα κάτι νέο, στολίζοντάς την με κάθε ελαφρύ φτερό που έβγαινε στο δρόμο του. Καμιά φωτιά, ούτε και καμιά δροσιά, δεν μπορεί να αναμετρηθεί μ' ό,τι ένας άνθρωπος μπορεί ν' αποθηκεύσει μες στη στοιχειωμένη καρδιά του.

Οι περιγραφές από τη δεκαετία του '20, είναι μαγικές. Όπως άλλωστε σε όλα τα βιβλία του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Είναι λες και η τζαζ πλημμυρίζει κάθε σελίδα τους, από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Έχω διαβάσει το βιβλίο πάρα πολλές φορές (εκδόσεις Πατάκη). Και πάντα με μαγεύει το ίδιο. Φέτος το διάβασα ξανά, με αφορμή την ταινία του Μπαζ Λούρμαν που θα προβληθεί το Μάιο του 2013. Αν και φανατικός του φιλμ με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ (1974), βρίσκω το τρέιλερ της νέας ταινίας μαγικό. Και το εύρημα του σκηνοθέτη να ντύσει τις σκηνές με σύγχρονη μουσική (Jack White και Jay Z), όπως έκανε και στο Moulin Rouge, με γεμίζει ανυπομονησία. Το ίδιο ανυπόμονα περίμενα και την έκδοση του Υπέροχου Γκάτσμπυ από τις εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση του Άρη Μπερλή.



















To trailer της ταινίας με τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο.  


Το τραγούδι Love Is Blindness (ερμηνεία: Jack White)
 από το soundtrack της νέας ταινίας. 


To trailer της ταινίας του 1974 με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.

Υ.Γ. Το μυστήριο του Γκάτσμπυ συνοψίζεται τέλεια σε μια φράση του Γιώργου Χειμωνά: «Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε, κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και προπαντός, κανείς να μη μάθει ποτέ, πώς πεθάναμε». Ουσιαστικά ο Γκάτσμπυ έκρυψε για τα καλά τον αληθινό εαυτό του πίσω από μια εικόνα που ο ίδιος έφτιαξε. Μια εικόνα πάνω στην οποία όλοι αντανακλούσαν τη δίψα τους για κάτι πρωτόγνωρο, ξεχωριστό.


Στις 25 Μαρτίου αρχίζει ο 5ος κύκλος της τηλεοπτικής σειράς Mad Men. Μετράω αντίστροφα. Οι περιπέτειες του Ντoν Ντρέιπερ στη Νέα Υόρκη των '60s, είναι γεμάτες με όσα αγαπώ: Μπριγιαντίνη, καπέλα, λουστραρισμένα παπούτσια, κοκτέιλ, ψυγεία σε παστέλ χρώματα, αυτοκίνητα με καμπύλες, γραφομηχανές, γραβάτες και κοκάλινα μαύρα γυαλιά. Αλλά και με όσα απεχθάνομαι από αυτή τη δεκαετία: Ρατσισμό, κυνισμό, συγκαλυμμένη βία, βαθιά υστερία, ανταγωνισμό, υποκρισία.
Οι ήρωες ζουν στον παραλογισμό της διαφήμισης. Εκεί όπου χτίζεται το θηρίο του άγριου καπιταλισμού και της υπερκατανάλωσης που θα εξαπλωθεί, θα εδραιωθεί και θα γιγαντωθεί τις επόμενες πέντε δεκαετίες.
Βλέποντας τον 3ο και 4ο κύκλο τον τελευταίο μήνα, μου άνοιξε ξανά η όρεξη για Τζέιμς Ελρόι. Έτσι ξανάπιασα την τριλογία Underworld USA (Αμερικανικό Ταμπλόιντ, Αμερικανικό ταξίδι θανάτου, Το αίμα δεν σταματά ποτέ, και τα τρία από τις εκδόσεις Άγρα). Πρόκειται για μία κάθοδο στον υπόκοσμο της Αμερικής: εκεί όπου το FBI του Χούβερ, η μαφία, η CIA, o Χάουαρντ Χιουζ, οι Κένεντι και οι βρομιές του Χόλιγουντ μπλέκονται σε ένα άρρωστο γαϊτανάκι. Ένα βίαιο ταξίδι που αποκαλύπτει τον εφιάλτη που κρύβεται καλά πίσω από τη λάμψη του αμερικανικού ονείρου. Είχα διαβάσει το 2006 το «Αμερικανικό ταμπλόιντ», αλλά όχι τα δύο ογκώδη βιβλία που ακολούθησαν. Έτσι πριν πιάσω το «Αμερικανικό ταξίδι θανάτου», άρχισα να ξεφυλλίζω ξανά το ταμπλόιντ για να φρεσκάρω τη μνήμη μου. Κόλλησα και το πήρα απ' την αρχή.
Tα '60s (όπως και τα '50s) μου ασκούν μεγάλη έλξη: Έχω λατρέψει οποιαδήποτε ταινία ή βιβλίο που διαδραματίζεται σε αυτή την εποχή. Από το A Single Man του Ίσεργουντ και Το Μεγάλο πουθενά του Ελρόι μέχρι τον Συμβιβασμό του Ελία Καζάν και το Mad Men.
Διαβάζοντας παράλληλα την τριλογία του Ελρόι και βλέποντας Mad Men (αλλά και την πρόσφατη ταινία J.Edgar, για τη ζωή του ιδρυτή του FBI Tζ. Έντγκαρ Χούβερ) έχεις όλη την εικόνα: Από την κορυφή του ουρανοξύστη μέχρι τα πιο σκοτεινά υπόγεια της Αμερικής. Κι από την μπριγιαντίνη στις αίθουσες συσκέψεων του Μανχάταν και του Χόλιγουντ μέχρι τα ματωμένα χέρια στα παρακμιακά στενά της Νέας Υόρκης, του Μαϊάμι και της Ουάσινγκτον.











Το teaser trailer του 5ου κύκλου του Mad Men

To trailer της ταινίας J.Edgar 


Y.Γ. Οι αφίσες, οι φωτό, η εικονογράφηση είναι όλα από το Pinterest.  



Από όλους τους αντιήρωες της λογοτεχνίας, ο Τομ Ρίπλεϊ είναι ο αγαπημένος μου. Γιατί μετά το μακελειό φτιάχνει ένα Dry Martini με δυο παγάκια σε ψηλό ποτήρι. Δεν είναι ένας κοινός κακοποιός αλλά ένας bon viveur του εγκλήματος. Ένας δαιμόνιος τύπος που λατρεύει την κλασική μουσική, την τέχνη, τα καλοραμμένα κοστούμια και τα παλάτσο στη Βενετία.
Διψασμένος για την καλή ζωή, μηχανεύεται διαρκώς τρόπους για να απολαύσει παρασιτικά όσα ονειρεύεται. Βραδιές στην όπερα, δείπνα σε πολυτελή εστιατόρια, βόλτες σε κατάφωτες πλατείες με ύφος αριστοκράτη δανδή που μεγάλωσε σε μια πλούσια οικογένεια και σπούδασε στα καλύτερα κολέγια της Αμερικής. Προβάρει λόγια, βλέμματα, κινήσεις. Σαν ηθοποιός φορά το κοστούμι κάποιου άλλου και βουτάει στα βαθιά.
Η πρώτη γνωριμία μου με τον ήρωα της Πατρίτσια Χάισμιθ έγινε στη μεγάλη οθόνη, το 1999, με την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου Ο Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ (εκδόσεις Λιβάνη & Άγρα) από τον σκηνοθέτη Άντονι Μινγκέλα. Για χρόνια θυμόμουν το Μοντζιμπέλο, τα σπίτια πλάι στη θάλασσα, τις βεράντες που βρέχονταν από το κύμα. Τις βόλτες στη Ρώμη, τα τζαζ μπαρ, εκείνη την υπέροχη περιφορά της Παναγίας στα κατάλευκα στενά του χωριού που κατέληξε σε τραγωδία, όταν η θάλασσα ξέβρασε το πτώμα μιας γυναίκας που είχε αυτοκτονήσει.

To trailer της ταινίας Ο Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ σε σκηνοθεσία Άντονι Μινγκέλα 


Έτσι νομίζοντας βλακωδώς ότι δεν θα είχε κανένα νόημα να διαβάσω ένα βιβλίο που ήξερα την ιστορία του, το άφησα για δώδεκα χρόνια να σκονίζεται στη βιβλιοθήκη. Φέτος το καλοκαίρι, το θυμήθηκα. Διάβασα τις πρώτες σελίδες και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Πέρα από τις λιτές, αλλά δυνατές περιγραφές της Χάισμιθ, είχα και αγωνία για τη συνέχεια, παρόλο που ήξερα την πλοκή και το φινάλε.
Πέρασα πολύ ωραία μ' αυτό το βιβλίο: στην πιο ήσυχη παραλία της Επιδαύρου, κάτω από ένα πεύκο, με τη σεζ λονγκ σχεδόν μέσα στα διάφανα νερά. Ήταν σκέτη απόλαυση: να διαβάζεις για εκείνες τις αυλές του ιταλικού παραθαλάσσιου χωριού, στο οποίο ο Αμερικανός Ντίκι Γκρίνλιφ, γόνος πλούσιας οικογένειας της Νέας Υόρκης, είχε αυτοεξοριστεί. Ο κακομαθημένος Ντίκι απολάμβανε μια μποέμ ζωή συντροφιά με την επίσης Αμερικανίδα Μαρτζ. Εκείνη έγραφε, εκείνος ζωγράφιζε. Ήταν εραστές, αλλά ζούσαν σε διαφορετικά σπίτια. Τα πρωινά τα περνούσαν στη θάλασσα, τα μεσημέρια έτρωγαν στο σπίτι εκείνου και τα απογεύματα χώριζαν για να αφιερωθούν στην τέχνη. Ουσιαστικά ούτε εκείνος ούτε εκείνη είχαν κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, εκτός από το να ξοδεύουν τα εμβάσματα που λάμβαναν κάθε μήνα από τις πλούσιες οικογένειές τους.
Τα πράγματα περιπλέκονται όταν ο Τομ Ρίπλεϊ, παλιός γνώριμος του Ντίκι, καταφθάνει δήθεν τυχαία από τη Νέα Υόρκη στο Μοντζιμπέλο. Ο πατέρας του Ντίκι τον έχει πληρώσει προκειμένου να πείσει τον γιο του να αφήσει την άσωτη ζωή και να επιστρέψει στην Αμερική. Οι χαρακτήρες που έχει χτίσει η Χάισμιθ είναι σαφώς πιο δυνατοί από την ταινία. Ο Ρίπλεϊ δεν είναι απλά ένας άπληστος και φιλόδοξος, άφραγκος νεαρός που θέλει να αρπάξει ό,τι μπορεί, αλλά ένας ψυχοπαθής που σιγά σιγά ταυτίζεται με τον Ντίκι και τον τυλίγει στον ιστό του. Μέχρι να τον σκοτώσει και να πάρει τη θέση του. Να ντυθεί με τα ρούχα του, να ταξιδέψει στην Ευρώπη, να ζήσει κοσμοπολίτικα στη Ρώμη παριστάνοντας τον νεαρό κληρονόμο που σκότωσε.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο βραβευμένος με Όσκαρ Μινγκέλα (πέθανε το 2008), έκανε  κατά τη γνώμη μου υπερβολικά focus στη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του Ρίπλεϊ (κάτι που η Χάισμιθ απλώς υπαινίσσεται στο βιβλίο), αλλοιώνοντας έτσι την αληθινή ταυτότητα του ήρωα. Ο Τομ Ρίπλεϊ δεν ερωτεύτηκε τον Ντίκι. Δεν ήθελε να είναι μαζί με τον Ντίκι. Ήθελε να είναι ο Ντίκι.
Εκτός από αυτό, κατά την κινηματογραφική μεταφορά έγιναν πολλές αλλαγές στην πλοκή που καταστρέφουν το αριστοτεχνικό οικοδόμημα που έχτισε η Πατρίτσια Χάισμιθ. Η Μαρτζ που στο φιλμ παρουσιάζεται μαχητική μέχρι τέλους, στο βιβλίο είναι ευκολόπιστη. Κι αυτή η αφέλειά της είναι το κλειδί που κάνει την ιστορία του βιβλίου να δείχνει πιο αληθοφανής. Και δεν το συζητώ για το τέλος που είναι διαφορετικό από εκείνο του βιβλίου.
Πόσο δικαίωμα έχει όμως ένας δημιουργός να αλλάζει, μετατρέποντας ένα άρτιο μυθιστόρημα σε σενάριο, τόσα πολλά πράγματα; Βοηθάει το βιβλίο, σε περίπτωση που ο θεατής δεν το έχει διαβάσει πριν δει την ταινία και θέλει να το κάνει; Ή μήπως τελικά αλλοιώνει τόσο τους χαρακτήρες που στο τέλος χάνεται το πιο βαθύ μήνυμα του βιβλίου;

Υ.Γ.1 Τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της ίδιας σειράς, Το Παιχνίδι του Ρίπλεϊ, Ο Ρίπλεϊ κάτω από το χώμα, Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϊ, Ο Ρίπλεϊ σε βαθιά νερά, κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις Άγρα.


Υ.Γ.2: Λένε ότι ο Αλέν Ντελόν ήταν αξεπέραστος ως Ρίπλεϊ στην πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου (Purple Noon, 1960). Δεν το έχω δει, δεν ξέρω. Τους πιστεύω όμως, παρόλο που και ο Ματ Ντέιμον μού φάνηκε εξαιρετικός.

Υ.Γ.3: Δεν υπάρχουν δικαιολογίες, είχα απλώς ξεχαστεί εκεί Bέξω. Χαίρομαι πολύ που σας ξαναβρίσκω! :-)