Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικη / Ιστορια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικη / Ιστορια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων



Ξεχνάμε εύκολα, είναι γεγονός. Και ως εκ τούτου είναι ακόμα πιο εύκολο να ξεγελάσουμε τη συλλογική μας συνείδηση και να αθωώσουμε τον εαυτό μας για καθετί που γίνεται στραβά σ΄αυτή τη χώρα. Αντιθέτως, θέλει μεγάλο κόπο και τεράστια αποθέματα θάρρους για να αντισταθούμε σε αυτό που ο Πασκάλ Μπρυκνέρ αποκαλεί «πειρασμό της αθωότητας». Από το οπισθόφυλλο ήδη του ομότιτλου βιβλίου του (εκδ. Αστάρτη) ο Γάλλος συγγραφέας μας προειδοποιούσε πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια -στις εποχές της ξέφρενης ανάπτυξης- για τους κινδύνους που κρύβει ο παιδισμός και η θυματοποίηση όταν αυτές ανάγονται σε πολιτική στάση: «Είναι πολύ δύσκολο να είσαι ελεύθερος, κύριος και δημιουργός του πεπρωμένου σου. Η υπευθυνότητα είναι ένα αβάσταχτο φορτίο· μας αλυσοδένει με τις συνέπειες των πράξεών μας. Πώς να απολαύσουμε την ανεξαρτησία μας αποφεύγοντας τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται; Είτε υιοθετώντας την αμεριμνησία και τον εγωισμό του παιδιού είτε φορώντας το μανδύα του θύματος. Ο παιδισμός και η θυματοποίηση είναι οι δύο μεγάλες ασθένειες του σύγχρονου ατόμου».

Σελίν: «Όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι, εκτός από εμένα»
Το ίδιο ακριβώς μοντέλο, αυτό ενός πολίτη-θύματος που ξεσπά βίαια σαν κακομαθημένο παιδί το οποίο διεκδικεί τυφλά το δίκιο του και παλεύει όχι χτίζοντας αλλά καταστρέφοντας, καταγράφει στο βιβλίο του Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία (εκδ. Επίκεντρο) ο δημοσιογράφος και καθηγητής Δημήτρης Ψυχογιός. Η προσέγγιση του συγγραφέα, αν και συχνά ενοχλητική σαν βελόνα σε πουπουλένιο μαξιλάρι, έχει μεγάλο ενδιαφέρον ως προς την ερμηνεία της ταυτότητας του μέσου Νεοέλληνα: Ένα συνονθύλευμα μαγκιάς που από την κοινή γνώμη θεωρείται ένδειξη δύναμης, τυφλού και άκριτου «πατριωτισμού» (ή εθνικισμού;) που καλλιεργήθηκε στα σχολεία, έλλειψης παιδείας, τηλεοπτικού χαβαλέ και ταυτόχρονα σε κάποιες περιπτώσεις λαμογιάς (κάπου να τρυπώσουμε, να βολευτούμε). Αυτός ο πολίτης που έχει πάντα δίκιο, όταν ξεσπά η κρίση και χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του, εξαγριώνεται. Εκφράζει όμως το θυμό του διαφορετικά: Άλλος ψηφίζει Χρυσή Αυγή, άλλος κατεβαίνει στο Σύνταγμα για να κάψει ό,τι δεν έκαψε η ύφεση, άλλος πετάει μολότοφ, άλλος ξημεροβραδιάζεται στο Facebook κάνοντας επιθέσεις σε οποιονδήποτε έχει διαφορετική πολιτική άποψη από τη δική του, άλλος οργανώνει καταλήψεις σε δημόσια κτίρια ή κλείνει δρόμους, άλλος κάνει πάρτι με την απόδραση του Ξηρού έχοντας στο θολωμένο μυαλό του κάτι από το V for Vendetta των Άλαν Μουρ και Ντέιβιντ Λόιντ... Ή μένει παθητικός όπως πάντα να χειροκροτεί από τον καναπέ του όσα συμβαίνουν, ελπίζοντας εκδικητικά να καούν όλα για να ηρεμήσει.

Διαβάζοντας το βιβλίο του κ. Ψυχογιού στην αρχή θύμωσα, αφού ο συγγραφέας ούτε λίγο ούτε πολύ αντιμετωπίζει ως πολιτική βία τις διαδηλώσεις, απαξιώνοντας το μοναδικό όπλο ενός λαού που στερείται πια βασικά κοινωνικά αγαθά όπως η υγεία. Χρειάστηκε να διαβάσω ξανά το πρώτο μέρος, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί και τον βασικό κορμό του βιβλίου (σημ.: το δεύτερο αποτελείται από άρθρα που έχει δημοσιεύσει ο συγγραφέας τα τελευταία χρόνια στις εφημερίδες), για να βγάλω τις παρωπίδες και την άμυνα που με κεκτημένη ταχύτητα αναπτύσσουμε στα χρόνια της κρίσης. Ξαναδιαβάζοντας, αυτή τη φορά θυμήθηκα και κατάλαβα τι και ποιους εννοεί: Τον αρχισυνδικαλιστή της ΔΕΗ (video) για παράδειγμα που μπουκάρει -με τις κάμερες να τον ακολουθούν- σαν καουμπόι στο γραφείο της διοίκησης, δίνοντας λαϊκή απογευματινή παράσταση στα δελτία ειδήσεων και στο Youtube. Ή τις εξαγριωμένες φοιτήτριες των ΤΕΙ Πάτρας (video) που μιλούσαν απαράδεκτα στον πρόεδρο, τον οποίο κρατούσαν όμηρο σε κάποια αίθουσα συσκέψεων. Τον θερμοκέφαλο που έβαλε φωτιά στο Αττικόν (video), σε ένα μνημείο αρχιτεκτονικής που οικοδομήθηκε από τον Αλέξανδρο Νικολούδη σε σχέδια του Ερνστ Τσίλλερ. Τον (;) εμπρηστή της Marfin (video) που οδήγησε στο θάνατο τρεις ανθρώπους (η μία εκ των θυμάτων ήταν έγκυος). Τον ηλίθιο που έκανε πλιάτσικο στα καταστήματα της διαλυμένης Αθήνας (video) το Δεκέμβρη του 2008 και δοκίμαζε να δει ποια γυαλιά του πήγαιναν πιο πολύ.
Τον ξέρουμε αυτόν τον τύπο ανθρώπου, τον έχουμε πετύχει στο δρόμο μας πολλές φορές. Κι άλλες τόσες τον έχουμε δει να επιδίδεται σε λαϊκές υστερίες στα κανάλια, στην ουρά της εφορίας, στα ταξί, στο γήπεδο, στα ριάλιτι σόου, στις φοιτητικές συνελεύσεις, στα σωματεία, στα αγροτικά μπλόκα, στα κλεισμένα λιμάνια... Καταγγέλλει το χάος σπέρνοντας χάος, καπελώνοντας κάθε προσπάθεια του συνόλου να διεκδικήσει με τον σωστό τρόπο τα δικαιώματά του. Είναι ο έξαλλος Ελληναράς που προκαλούσε αλλεργία στο Μάνο Χατζιδάκι, όπως περιγράφει στο βιβλίο του Το τελευταίο Τέταρτο ο Τάκης Θεοδωρόπουλος (εκδ. Πόλις).
Τον ίδιο τύπο, αν και λίγο διαφορετικό, τον συναντούμε και στο βιβλίο του κ. Ψυχογιού που βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η κοινή γνώμη αποδέχεται σιωπηρά ή υπερθεματίζει τη βία (τρομοκρατία, συνδικαλιστικός τσαμπουκάς καφενείου, αναρχία, εμπρηστικές επιθέσεις, διαρκείς καταλήψεις κ.ά).

Κατά τον καθηγητή, οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια (οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης, το αίσθημα της αδικίας, η ανασφάλεια από την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, η αγανάκτηση που γεννά η διαφθορά του πολιτικού συστήματος, η διαπλοκή ακόμα και των συνδικαλιστών με την επιχειρηματική ελίτ, τα ατιμώρητα σκάνδαλα και ο χορός εκατομμυρίων) ήταν μόνο η αφορμή που οδήγησαν το Νεοέλληνα να στραφεί στη βία (είτε να την ασκήσει, είτε να τη δικαιολογήσει, είτε να την ανεχτεί, είτε να τη χειροκροτήσει, είτε να την προσπεράσει απαθής, είτε να την μετατρέψει σε αφορμή για λίγο ακόμα χαβαλέ στα social media). Η οικονομική κρίση όμως ήταν η αφορμή, όχι η αιτία. Δεν γέννησε το μνημόνιο τη βία. Προϋπήρχε στο γονίδιο μας. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο ίδιος: «την αιτία πρέπει να την αναζητήσουμε σε κάτι μόνιμο, στην κουλτούρα της χώρας μας: η πολιτική βία διαιωνίζεται στην ελληνική κοινωνία επειδή αποθεώνεται η πολεμική βία των πραγματικών ή φανταστικών προγόνων μας. Πρόκειται για φαινόμενο που συνδέεται αλλά δεν ταυτίζεται με τον εθνικισμό, για αγωνιστική ανάγνωση της Ιστορίας που η Δεξιά αναδεικνύει ως “πολεμική αρετή των Ελλήνων” και η Αριστερά ως “αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού”».

Το κλειδί είναι η Ιστορία;
Μια αναδρομή στο παρελθόν μας -αντίστοιχης οπτικής είναι και αυτή που κάνει ο καθηγητής Κώστας Κωστής στο βιβλίο του Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας: Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους 18ος-21ος αιώνας (εκδ. Πόλις)- αποδεικνύει ότι οι ρίζες του προβλήματος βρίσκονται πιο βαθιά. Σύμφωνα με τον κ. Ψυχογιό: «Ο “δρόμος”, η πολιτική βία στη χώρα μας (όπως και το πελατειακό κράτος και άλλα δεινά), έρχεται από μακριά, δεν είναι γέννημα της Μεταπολίτευσης όπως ισχυρίζονται δεξιοί πολιτικοί, ιστορικοί και δημοσιολόγοι, που ξεχνούν τη δικτατορία και τη βία του μετεμφυλιακού κράτους. Η συγκρουσιακή κουλτούρα καλλιεργείται ήδη από το σχολείο, με την ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας ως αλυσίδα “αδιαπραγμάτευτων” αγώνων του έθνους που ξεκινούν από το Μαραθώνα και φθάνουν ως σήμερα. [...] Δυστυχώς, έχουμε τόσο πολύ, για τόσο πολλές δεκαετίες, εξοικειωθεί με την ακραία πολιτική βία, ώστε ο μεν “δρόμος”, η διάχυτη μαζική βία θεωρείται αυτονόητη, η δε τρομοκρατία απασχολεί (και φοβίζει) μόνο αυτούς που αισθάνονται ότι αποτελούν στόχο της. [...] Η χώρα μας έχει εξαιρετικά βίαιες πολιτικές παραδόσεις. Όλη η ιστορία της από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το 1974 είναι ιστορία πραξικοπημάτων, δικτατοριών, εμφυλίων πολέμων, διχασμών, εξεγέρσεων. Είμαστε η μοναδική χώρα της Ευρώπης όπου έγινε εμφύλιος πόλεμος μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η μοναδική όπου έγινε δικτατορία – αλλά και μετά τη δικτατορία συνεχίσαμε αυτή τη βίαιη παράδοση. [...] Η ρητορική του μίσους είναι ο αυτονόητος τρόπος πολιτικής έκφρασης – και αυτό το ξεχείλισμα της πολιτικής βίας έχει πολιτισμικές ρίζες, συνδέεται με την αντίληψη της ελληνικής ιστορίας ως πολεμικής αφήγησης και με την καλλιέργεια της ανάγκης ηρώων και ηρωισμών. [...] Αλλά κοινωνίες που έχουν ανάγκη να αναβαπτίζονται συνεχώς στη βία, είναι προβληματικές κοινωνίες, δεν είναι δημιουργικές, δεν θα πάνε μπροστά».

Ο αντίλογος
Υπάρχουν κάποιες στιγμές που το βιβλίο κατά τη γνώμη μου χάνει έδαφος. Μια από αυτές είναι όταν ο συγγραφέας βαφτίζει τους Έλληνες ως το βιαιότερο λαό της Ευρώπης. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τις διαδηλώσεις στο Λονδίνο τον Αύγουστο του 2011 (video) ή τις φωτιές και τα οδοφράγματα με αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα στα προάστια του Παρισιού το 2007 (video), για νιώσει πόσο ισοπεδωτικές είναι οι συγκρίσεις του βιβλίου. Ο αναγνώστης μάλιστα θα πρέπει να δεχτεί ως δεδομένα όσα αναφέρονται στις σελίδες του, αφού ο κ. Ψυχογιός δεν έχει προσθέσει στο κείμενό του παραπομπές, πηγές, σημειώσεις με στοιχεία, μια σχετική βιβλιογραφία κ.ά. που να αποδεικνύουν ότι όλα αυτά βασίζονται σε μια ενδελεχή έρευνα και όχι στην έτσι κι αλλιώς σεβαστή εμπειρία του. Κάποιες στιγμές στην προσπάθειά του να πείσει τον αναγνώστη δείχνει να χάνει την αντικειμενικότητά του. Πολλοί θα μπορούσαν να κλείσουν το βιβλίο στο σημείο όπου ο συγγραφέας για παράδειγμα αναφέρεται στις Σκουριές, εστιάζοντας μονάχα στην επίθεση άγνωστων κουκουλοφόρων (video), χωρίς να κάνει καμία αναφορά στη βία με την οποία έχουν έρθει αντιμέτωποι οι πολίτες της περιοχής (video). Διότι όταν μιλάς για πολιτική βία δεν είναι δυνατόν να μην αφιερώνεις λίγες γραμμές αν όχι ένα κεφάλαιο και στη βία που εισπράττει ο πολίτης: από τα άδικα μέτρα, από την αστυνομοκρατία, από τον παραλογισμό μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής που τσαλαπατά τη δημοκρατία «δημοκρατικά».

Φτάνοντας στο τελευταίο κεφάλαιο όπου ο κ. Ψυχογιός καταγράφει την προσωπική ιστορία του -κατά τη διάρκεια της Χούντας υπήρξε ο ίδιος βομβιστής (αντιμετωπιζόταν μάλιστα από τη CIA ως πιθανός αρχηγός της 17 Νοέμβρη)- όλα κουμπώνουν. Ο συγγραφέας με αυτό το βιβλίο σε καμία περίπτωση δεν λέει να σταματήσει ο κόσμος να διεκδικεί το δίκιο του, αλλά να σταματήσει να το χάνει μέσω της βίας. Σωστά. Οι πολίτες όταν παραδίδονται στη βία αποδυναμώνονται. Είναι καιρός να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους όχι μέσω της καταστροφής, αλλά με ευρηματικούς τρόπους. Στρέφοντας την οργή τους σε δίκτυα αλληλεγγύης θα καταφέρουν να τη μεταμορφώσουν σε λογικά αιτήματα και σε μια πολύ πιο δυναμική μορφή διαμαρτυρίας που και στο εξωτερικό θα ακουστεί γρηγορότερα και δεν θα δίνει δικαιώματα καταστολής καταλύοντας δια της βίας τους δημοκρατικούς θεσμούς.

«Ο μόνος τρόπος να γίνουμε άνθρωποι»
Η βία δεν είναι ελληνική μάστιγα, είναι παγκόσμια. Τη συναντούμε όπου υπάρχουν άνθρωποι. Τα ίδια έγραφε, άλλωστε, το 1995 και ο Πασκάλ Μπρυκνέρ στο δοκίμιό του Ο πειρασμός της αθωότητας: «Το άτομο είναι μια εύθραυστη δομή που στηρίζεται σε ορισμένα υπόβαθρα: την υλική ευμάρεια, το Κράτος δικαίου και πρόνοιας, την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Αφαιρέστε έστω κι ένα από αυτά τα βάθρα, και το άτομο κλονίζεται, καταρρέει. [...] Οι μειονότητες, όπως και οι καταπιεσμένοι λαοί, δεν έχουν παρά μόνο ένα -αλλά ιερότατο- δικαίωμα: το δικαίωμα να πάψουν να είναι καταπιεσμένοι και να ξαναγίνουν τα υποκείμενα της Ιστορίας τους· κι εμείς δεν έχουμε απέναντί τους παρά ένα -αλλά απόλυτο- καθήκον: να τους συμπαρασταθούμε. Εντούτοις, το γεγονός πως μια κατηγορία ανθρώπων υπήρξε υπόδουλη δεν της προσδίδει καμία μεταφυσική ανωτερότητα. Η άποψη σύμφωνα με την οποία αυτός που υπέστη την εκμετάλλευση έχει πάντα δίκιο, ακόμα κι όταν εκτρέπεται στην τυφλή βία, δεν είναι πια αποδεκτή. [...] Πρέπει να αφήσουμε ανοιχτή την πύλη για την εξέγερση, έστω κι αν πρόκειται για μια στενή πύλη. Κάθε απειλούμενο άτομο ή μειονότητα έχει το απαράγραπτο δικαίωμα της αντίστασης, και οφείλουμε να χαιρετίζουμε τις μύριες προσπάθειες των αδικημένων και ταπεινωμένων να ξεφύγουν από την εξευτελιστική τους κατάσταση, να ανακτήσουν την αξιοπρέπειά τους. Έχουμε πάντα δίκιο να επαναστατούμε, όταν αυτός είναι ο μόνος τρόπος να γίνουμε άνθρωποι. [...] Όμως το δικαίωμα της εξέγερσης εμπεριέχει το καθήκον της εναντίωσης στην τρομοκρατία και το δεσποτισμό ως μεθόδους διακυβέρνησης, και οι παρενθέσεις του χάους και της απολυταρχίας που χαρακτηρίζουν τους πολέμους και τις επαναστάσεις, πρέπει να κλείνουν όσο το δυνατόν συντομότερα». 


Αυτές τις μέρες, με αφορμή την 21η Απριλίου, διάβασα πολλά κείμενα στο διαδίκτυο και τις εφημερίδες για τη δικτατορία και τις συνέπειες της επταετίας στη ζωή μας μέχρι και σήμερα. Το πιο εύστοχο νομίζω ήταν ένα άρθρο του Γιώργου Πήττα στο tvxs.gr, με τίτλο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών: Μια αιωνιότητα και μια Μέρα».

Πρόκειται για ένα κείμενο που μιλά για το -εκτός των άλλων-πολιτιστικό έγκλημα που διέπραξε η Χούντα. Η δικτατορία ήταν «μια φυλακή που μέσα στα επτά χρόνια, αλλοίωσε και διέφθειρε σημαντικά τον τρόπο σκέψης των Ελλήνων και ανακάτεψε την Ιστορική Μνήμη» [...] «Θεωρώ, την επταετία των συνταγματαρχών, υπεύθυνη σε μεγάλο βαθμό για το σημερινό χάλι της Ελλάδας γιατί, κατά τη γνώμη μου είναι αυτή που δεν επέτρεψε την ωρίμανση της Πολιτιστικής Άνοιξης που γνώρισε ο τόπος στις αρχές της δεκαετίας του 60. Εκείνη η εποχή, μέσα από τη συγκυρία είχε καταφέρει από τη μια να παράγει Πολιτισμό και από την άλλη να τα επικοινωνεί με σημαντικές μάζες που διευρύνονταν διαρκώς, όχι με βάση κάποιο “σχέδιο” αλλά γιατί η ιστορική συγκυρία είχε κουρδίσει τα πάντα. Αν είχε εξελιχθεί, ενδεχομένως, αν μη τι άλλο, να είχαμε κερδίσει μια στοιχειωδώς ενήλικη κοινωνία. Η Δικτατορία ήταν μια χωρίς αναισθητικό έκτρωση σε ότι κυοφορούσε τότε η Κοινωνία».

Όσα γράφει ο Γιώργος Πήττας εξηγούν αυτό το τραγικό 30% που δήλωσε στη δημοσκόπηση της Metron Analysis, η οποία έγινε για λογαριασμό της Ελευθεροτυπίας, ότι «τα πράγματα ήταν καλύτερα στη δικτατορία».

Το κιτς της Χούντας, ένα remix με τσάμικα, εμβατήρια και ψαλμωδίες, ρήμαξε την κυρίαρχη μέχρι τότε αισθητική της μποέμ γενιάς του '30 και των καλλιτεχνών που συνέχισαν το έργο της. Η ποιητικότητα, η ευγένεια, η μουσικότητα, το πάθος των πνευματικών ανθρώπων τσαλαπατήθηκαν από τη λαϊκή χυδαιότητα των συνταγματαρχών, αλλά και εκείνων που είτε κουλουριάζονταν δουλικά σαν φίδια στα πόδια τους είτε «κοιτούσαν τη δουλειά τους και δεν μιλούσαν για να μην ξεβολευτούν». Η επταετία έβαλε τις βάσεις για να γεννηθεί το μοντέλο του Ελληνάρα, του αδιάφορου πολίτη, του χαβαλέ, του λαμόγιου, του λαϊκού ξερόλα που θα τρυπώσει παντού χωρίς αξιοκρατία, θα απαξιώσει κάθε ιδανικό στο όνομα της καλοπέρασης, και θα αναγάγει το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο σε πυρήνα της προσωπικότητάς του.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε σε βάθος, αλλά και να ερμηνεύσουμε ξανά όσα συνέβησαν περίπου τα τελευταία 50 χρόνια. Η ιστορία είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε την άκρη του νήματος μέσα στον λαβύρινθο που μας έχουν ρίξει. Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα, πρέπει να γυρίσουμε πίσω και να διαβάσουμε (ή να ξαναδιαβάσουμε) την ιστορία κάτω από νέο πρίσμα. Προσωπικά, εστίασα το ενδιαφέρον μου σε τρία βιβλία που μιλούν τόσο για την περίοδο της Χούντας, όσο και των χρόνων που προηγήθηκαν:

Επέστρεψα στη «Γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα» του Γιάννη Κάτρη (εκδ. Παπαζήση). Ένα βιβλίο που καταγράφει τα γεγονότα από το 1960 έως το 1970. Οι πολιτικοί, το παλάτι, οι πράκτορες... Κυρίως οι ίντριγκες, αστοχίες, συμμαχίες, προδοσίες που διαμόρφωσαν το υπέδαφος για να αναπτυχθεί το καρκίνωμα της δικτατορίας. Ο δημοσιογράφος στο βιβλίο του κατέγραψε όλο το ασταθές πολιτικό σκηνικό, την αποστασία, τις εγκληματικές επεμβάσεις των μυστικών υπηρεσιών της Αμερικής αλλά και το παρασκήνιο του πραξικοπήματος που οργάνωνε ο τέως Βασιλιάς, το οποίο δεν έγινε ποτέ, αφού το πρόλαβαν τα τανκς του Παπαδόπουλου.

Συνέχισα, με τον 6ο τόμο του Τάσου Βουρνά, από τη σειρά βιβλίων «Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας» (εκδ. Πατάκη). Αυτό το βιβλίο διαφέρει από τα υπόλοιπα πέντε του ίδιου συγγραφέα, γιατί δεν είναι ένα αυστηρά ιστορικό έργο που καταγράφει όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, αλλά μια συγκλονιστική μαρτυρία ενός ανθρώπου που έζησε από κοντά τα γεγονότα στον Ιππόδρομο τη νύχτα της 21ης Απριλίου του 1967, όσο και της εξορίας στη Γυάρο και τη Λέρο. Ο Τάσος Βουρνάς υπήρξε μάρτυρας του ξυλοδαρμού του Ηλία Ηλιού, της δολοφονίας του Παναγιώτη Ελή, αλλά και των βασανισμών χιλιάδων ανθρώπων στα κάτεργα της Χούντας.

Παράλληλα, έχω ξεκινήσει και το «Το ημερολόγιο του Λονδίνου» της Μαρίας Καραβία (εκδ. Άγρα). Η δημοσιογράφος που εργάστηκε μεταξύ άλλων στη Μεσημβρινή και την Καθημερινή της Ελένης Βλάχου, αλλά και στο Τρίτο Πρόγραμμα του Χατζιδάκι, καταγράφει μέρα προς μέρα το χρονικό της επταετίας, αλλά μέσα από τα μάτια των ανθρώπων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, κυνηγημένοι από τους φασίστες.

Τα καλύτερα μυαλά της Ελλάδας είτε σάπισαν στα κολαστήρια του Παττακού, είτε έφυγαν στο εξωτερικό για να μη συλληφθούν. Οι δικτάτορες αντικατέστησαν τις τέχνες με φθηνά, κακόγουστα θεάματα και ανέδειξαν την υποκουλτούρα που αποκτήνωσε τα λαϊκά στρώματα.

Για να είμαστε όμως ακριβείς, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι αν η Χούντα επέβαλε το κιτς με τα όπλα, το ΠΑΣΟΚ την επόμενη δεκαετία το εδραίωσε με τον χυδαίο λαϊκισμό του. Αυτή «τη μετάλλαξη της νεοελληνικής κοινωνίας που μας οδήγησε στη σημερινή μας ήττα», περιγράφει στο βιβλίο του «Το τελευταίο τέταρτο» (εκδ. Πόλις) ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. Ο συγγραφέας δεν αφηγείται μόνο την ιστορία του θρυλικού περιοδικού που διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις, αλλά μιλά κυρίως για την αισθητική του που καταποντίστηκε από την επέλαση του αγοραίου Αυριανισμού. Ο επιθετικός λαϊκισμός με τις (πρωτοσέλιδες) θηριωδίες του έβαλε την ταφόπλακα στο πολιτιστικό έγκλημα της δικτατορίας και μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. Μια ηθική κρίση που βασίζεται στην αμορφωσιά, τη σύγχυση, την αμετροέπεια, την αναξιοκρατία, τη διαφθορά και την αδιαφορία.

Υ.Γ. Φυσικά, όταν μιλάμε για ιστορία, πάντα ανατρέχω στο πιο απολαυστικό βιβλίο της κατηγορίας του, την «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους» του Βασίλη Ραφαηλίδη (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).

Ο νεοελληνικός φασισμός είναι προϊόν. Όταν σταματήσουμε να τον «διαφημίζουμε», θα σταματήσει να «πουλάει». Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξα διαβάζοντας το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά «Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής» (εκδόσεις Πόλις).

Ο γνωστός δημοσιογράφος παρουσιάζει με στοιχεία τη δράση της Χρυσής Αυγής από την ίδρυσή της μέχρι το 2012 και καταγράφει την αληθινή ναζιστική της ιδεολογία. Έχοντας στήσει μια στρατηγική λαϊκισμού ο Νίκος Μιχαλολιάκος κρύβει την ταυτότητα μιας ακροδεξιάς οργάνωσης που πριν χρόνια επικαλούνταν τον Χίτλερ στα έντυπά της, πίσω από το προφίλ ενός εθνικιστικού κόμματος, το οποίο τάχα πουλά προστασία σε «ταπεινωμένους» Έλληνες. Μπαίνει στη Βουλή, υπόσχεται να «καθαρίσει το κέντρο από τους μετανάστες», συνοδεύει ηλικιωμένες κατοίκους του Αγίου Παντελεήμονα στο ΑΤΜ, χτυπά βουλευτές σε τηλεοπτικά πλατό, εκτοξεύει απειλές μέσα στο κοινοβούλιο, μοιράζει τρόφιμα, σπάει πάγκους αλλοδαπών στις λαϊκές αγορές, κλείνει θέατρα που παίζουν «αντιχριστιανικά» έργα, απειλεί ομοφυλόφιλους και υψώνει αντιμνημονιακή σημαία...

Όλα αυτά πείθουν ένα κομμάτι του λαού, όχι μόνο το 6,97% που ψήφισε τη Χρυσή Αυγή στις εκλογές «για να δέρνει τους διεφθαρμένους βουλευτές», αλλά και εκείνους τους ανιστόρητους που στην καθημερινότητά τους την επικαλούνται σαν απειλή. Εμείς, οι σοκαρισμένοι από την ξαφνική βία πολίτες, οι οποίοι αδυνατούμε να κατανοήσουμε πώς έφτασε μια φιλοναζιστική οργάνωση να φλερτάρει απροκάλυπτα με την αστυνομία ή να προσηλυτίζει παιδιά στα σχολεία, την καταδικάζουμε και τελικά τη διαφημίζουμε ακόμα περισσότερο. Μήπως καταγγέλλουμε (και διαδίδουμε ταχύτατα) όχι την αλήθινή της δράση, αλλά όλα αυτά που εκείνη επιθυμεί να προωθήσει για να προσελκύσει ολοένα και περισσότερους ψηφοφόρους και να καλύψει το πραγματικό της προφίλ;

Παίζοντας ξανά και ξανά τα κανάλια το βίντεο με την επίθεση του Ηλία Κασιδιάρη στη Λιάνα Κανέλλη, αναπαράγοντάς το τα blogs και τα sites, διαδίδοντάς το άναυδοι όλοι εμείς στα κοινωνικά δίκτυα για να το καυτηριάσουμε, τελικά γίναμε η πιο αποτελεσματική καμπάνια της Χρυσής Αυγής. Γιατί αυτό ήθελε να δείξει, ότι κράτησε τις υποσχέσεις της: Δέρνει βουλευτές ή κυνηγά μετανάστες καθαρίζοντας με βία το κέντρο... Άλλωστε αυτό δεν είχε υποσχεθεί στους (πιο επιρρεπείς και θερμοκέφαλους) αγανακτισμένους πολίτες που λίγο καιρό πριν τις εκλογές φώναζαν στην πάνω πλευρά του Συντάγματος «να καεί η Βουλή»;

Ο συγγραφέας Νίκος Ψαρράς θεωρεί «πολιτικό σκάνδαλο πρώτης γραμμής τη μεταμόρφωση σε καθωσπρέπει κόμμα μιας ναζιστικής ομάδας που τη βαραίνουν τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις για αιματηρές επιθέσεις. Η αναλυτική καταγραφή της ιδεολογίας και της δράσης της Χρυσής Αυγής έχει αυτή τη σκοπιμότητα: να αποδειχτεί τι κρύβεται πίσω από τις μαύρες μπλούζες και τους φουσκωμένους μυς των ομάδων κρούσης της οργάνωσης».

Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής, η οποία θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία, σε συνδυασμό με την αληθινή φρίκη του ναζισμού, ξεκινά από τις βόμβες που έβαλε ο Μιχαλολιάκος με την παρέα του στους κινηματογράφους Έλλη και Rex το 1978 επειδή έδειχναν σοβιετικές ταινίες. Στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου οδηγήθηκε μετά τη σύλληψή του, γνώρισε τον δικτάτορα Παπαπαδόπουλο, ο οποίος το 1984 τον διόρισε αρχηγό στη νεολαία της χουντικής ΕΠΕΝ. Μετά την παραίτησή του, τον διαδέχτηκε ο Μάκης Βορίδης, και εκείνος ίδρυσε το 1987 τη Χρυσή Αυγή. Κατά τον συγγραφέα, το Μακεδονικό ζήτημα και το τεράστιο κύμα ξενοφοβίας που προκλήθηκε από το άνοιγμα των συνόρων το 1992 ήταν το κατάλληλο εθνικιστικό έδαφος για να αναπτύξει δημόσια δράση ο νεοφασισμός στην Ελλάδα.

Ο Ψαρράς ξεσκεπάζει τη Χρυσή Αυγή και αποδεικνύει ότι πίσω από τα επικοινωνιακά τρικ που ο ιδρυτής της και τα στελέχη του χρησιμοποιούν, κρύβεται μια οργάνωση γεμάτη κραυγαλέες αντιφάσεις. Τα γεγονότα που παραθέτει το βιβλίο είναι πολλά (π.χ. η αποθέωση του Χίτλερ σε κείμενα των εντύπων της Χ.Α. το 1980, ή η υποκριτική τάχα προστασία της ορθοδοξίας από χρυσαυγίτες που είναι μέλη σε black metal συγκροτήματα με φρικιαστικούς αντιχριστιανικούς στίχους). Όλα αποδεικνύουν ότι η Χρυσή Αυγή ακολουθεί μία στρατηγική marketing, αυστηρά, σαν προϊόν που πουλάει άλλο πράγμα από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Κι όλοι εμείς μιλάμε για τη συσκευασία, αλλά όχι για το περιεχόμενο. Αμφιβάλλω αν οι περισσότεροι από αυτούς που την ψηφίζουν ή σκοπεύουν να το κάνουν στο μέλλον, θα τη στήριζαν ή θα υιοθετούσαν τις πρακτικές της αν γνώριζαν τη ναζιστική ιδεολογία της και το αληθινό πρόσωπό της. Το παράδειγμα του ανιστόρητου, ανόητου Κατίδη -ελπίζω ότι- είναι χαρακτηριστικό. 

Υ.Γ. Η εικονογράφηση είναι του Noma Bar.



Η Τρέλα του Πινοτσέτ του Λουίς Σεπούλβεδα (εκδόσεις Opera) είναι ένα μικρό βιβλίο που αν και μιλάει για το παρελθόν είναι τόσο επίκαιρο, γιατί αποκαλύπτει πώς στήνεται ο μηχανισμός παραχάραξης της αλήθειας και ένα κράτος συμμαχεί με την αδικία στο όνομα των αγορών. Μέσα από είκοσι δύο άρθρα ο Χιλιανός συγγραφέας καταγράφει τη μάχη που δόθηκε ώστε να μην τιμωρηθεί ο αιμοσταγής δικτάτορας Αουγκούστο Πινοτσέτ για τα εγκλήματα που διέπραξε στη Χιλή από το 1973 έως το 1990.

Αυτός ο μηχανισμός, λοιπόν, είχε στηθεί άψογα: Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες έστρωσαν το χαλί στον Πινοτσέτ ώστε να οδηγήσει τη Χιλή στα νύχια του Μίλτον Φρίντμαν και των οικονομικών δολοφόνων της Σχολής του Σικάγο. Οι Αμερικανοί χρηματοδοτούσαν ΜΜΕ και πολιτικούς αντιπάλους του Αλιέντε συνεισφέροντας σε μία εκστρατεία εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 έγινε το τελικό χτύπημα: Τα τανκς και τα μαχητικά αεροσκάφη περικύκλωσαν από ξηράς και αέρος το προεδρικό μέγαρο. Σε μια επίδειξη απίστευτης βίας ο Πινοτσέτ βομβάρδισε το κτίριο (και συμβολικά την ίδια τη δημοκρατία) και οδήγησε τον Σαλβαδόρ Αλιέντε στην αυτοκτονία. Με άγριους βασανισμούς ο δικτάτορας άνοιξε το δρόμο στους νεοφιλελεύθερους για να στήσουν το οικονομικό τους πείραμα στην πλάτη του χιλιανού λαού. «Τον Οκτώβριο του 1973, τουλάχιστον 72 άνθρωποι δολοφονήθηκαν από το λεγόμενο Καραβάνι του Θανάτου. Τους πρώτους έξι μήνες της κυβέρνησης Πινοτσέτ εκτελέστηκαν τουλάχιστον χίλια άτομα, και ακόμα τουλάχιστον δύο χιλιάδες τα επόμενα δεκαέξι χρόνια, σύμφωνα με την έκθεση Ρέτιγκ. Περίπου 30.000 υποχρεώθηκαν να φύγουν από τη χώρα, ενώ δεκάδες χιλιάδες συνελήφθησαν και βασανίστηκαν, σύμφωνα με τις έρευνες τις επιτροπής Βάλεχ το 2004. Ένα νέο σύνταγμα εγκρίθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1980 από μία αντικανονική και μη δημοκρατική διαδικασία, που χαρακτηρίστηκε από απουσία εκλογικών καταλόγων, και ο στρατηγός Πινοτσέτ έγινε πρόεδρος του κράτους για μία οκταετή θητεία» (πηγή: Wikipedia).

Το 1973 ο βραβευμένος με νόμπελ Αμερικανός οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν ως σύμβουλος του δικτάτορα Αουγκούστο Πινοτσέτ προβάρισε στην πράξη το σχέδιό του, εφαρμόζοντας τις «θεραπείες σοκ» που δίδασκε στους μαθητές του στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Οι πολίτες της Χιλής σαστισμένοι από το πραξικόπημα και από τον υπερπληθωρισμό που είχε πλήξει την οικονομία τους, δέχθηκαν ένα κύμα αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που σάρωσε τα πάντα γύρω τους. «Ο Φρίντμαν συμβούλεψε τον Πινοτσέτ να προχωρήσει σε έναν καταιγιστικό μετασχηματισμό της οικονομίας: μείωση φόρων, ελεύθερο εμπόριο, ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών υπηρεσιών, περιστολή των κοινωνικών δαπανών και απορρύθμιση. Τελικά, οι Χιλιανοί είδαν ακόμα και τα δημόσια σχολεία τους να αντικαθίστανται από χρηματοδοτούμενα με κουπόνια ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ήταν η πιο ακραία καπιταλιστική μεταμόρφωση που επιχειρήθηκε ποτέ και έγινε γνωστή ως η "επανάσταση της σχολής του Σικάγου", καθώς πολλοί από τους οικονομολόγους του Πινοτσέτ είχαν υπάρξει φοιτητές του Φρίντμαν στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Ο Φρίντμαν πρόβλεψε ότι η ταχύτητα, το εύρος και η αιφνιδιαστική επιβολή των οικονομικών αλλαγών θα προκαλούσαν στον πληθυσμό ψυχολογικές αντιδράσεις οι οποίες ''θα διευκόλυναν την προσαρμογή''. Επινόησε δε την ακόλουθη φράση για αυτή την οδυνηρή τακτική: οικονομική ''θεραπεία-σοκ''. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, όποτε οι κυβερνήσεις επέβαλλαν σαρωτικά προγράμματα προώθησης της ελεύθερης αγοράς, η θεραπεία-σοκ (ή αγωγή-σοκ) ήταν η μέθοδος που επέλεγαν» (πηγή: Το Δόγμα του Σοκ, Ναόμι Κλάιν).

Όταν ο Πινοτσέτ συνελήφθη το 2000 σε κλινική του Λονδίνου (μετά από διεθνές ένταλμα που είχε εκδώσει η Ισπανία εις βάρος του με κατηγορίες για μαζικές δολοφονίες και βασανιστήρια των πολιτικών του αντιπάλων) -ενώ λίγες ημέρες πριν είχε πάρει το τσάι του με τη νεοφιλελεύθερη Μάργκαρετ Θάτσερ- ξέσπασε μία νέα θύελλα που δίχασε τη Χιλή: Υπήρχαν εκείνοι που ήθελαν να μην σκαλίσει κανείς το παρελθόν ώστε να μην διασαλευθεί η οικονομία και εκείνοι που με τις πληγές τους ακόμα ανοιχτές αποζητούσαν ηθική δικαίωση. Πολλοί μίλησαν τότε δημόσια για τη δημιουργία ενός κοινωνικού ρήγματος στη Χιλιανή κοινωνία. Προτιμούσαν να θαφτεί η αλήθεια. Ο Λουίς Σεπούλβεδα δεν ήταν ένας από αυτούς: «Μα θα μπορούσε να μην υπάρχει ρήγμα σε μία κοινωνία που δεν γνωρίζει πού βρίσκονται περίπου 3000 μέλη της, που είδε να της στερούν τα θεμελιώδη της δικαιώματα επί 16 χρόνια, που βίωσε τον τρόμο, τα βασανιστήρια, την αδικία, τη δολοφονία των αντιφρονούντων εντός και εκτός συνόρων, την εξορία εκατοντάδων χιλιάδων, σαν μια καταστροφή στην οποία δεν υπήρχε δύναμη ικανή να της αντισταθεί, κι ίσως ήταν μάταιο να της αντισταθεί, αφού κάτι τέτοιες καταστροφές είναι εξοπλισμένες με διαρκή ατιμωρησία; Πώς είναι δυνατόν ο κύριος Γκονθάλεθ (σημ. και πολλοί άλλοι) να μην είδε το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, τη σχεδόν μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω των τριών ατόμων που μπορούσε να εκληφθεί για ανατρεπτική πράξη, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, τη σιωπή ως την καλύτερη μορφή επιβίωσης, το χαφιεδισμό σαν πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του “Κάτι θα είναι” ή “Κάτι θα έχει κάνει” που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο; Είναι εκπληκτικό που ο κύριος Γκονθάλεθ, ένας σοσιαλιστής (κι εγώ είμαι σοσιαλιστής, αλλά σοσιαλιστής όπως ο Αλιέντε), δεν αντιλαμβάνεται πως η καταστολή όλων των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων, η κατάργηση της εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, η εμπορευματοποίηση των ηθικών ευθυνών του Κράτους προκαλούν (όχι μόνο στη Χιλιανή κοινωνία, αλλά σε κάθε κοινωνία) ρήγματα που, όταν δεν γεφυρώνονται με τον καιρό, μπορεί να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες».

Με μια σειρά από άρθρα λοιπόν, τα περισσότερα από τα οποία συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο, ο Λουίς Σεπούλβεδα έδωσε τη μάχη του για να λάμψει η αλήθεια με το όπλο που διαθέτει ένας συγγραφέας: την πένα του. Τα κείμενα αυτά τότε έκανα το γύρο του κόσμου, δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες, περιοδικά και στο διαδίκτυο, με ένα μόνο στόχο: την ηθική αποκατάσταση των θυμάτων του Πινοτσέτ.

Όμως νίκησαν οι αγορές. Ο Πινοτσέτ αθωώθηκε στις αρχές του 2005 από το ανώτατο δικαστήριο της Χιλής. Γιατί η κοινωνική δικαιοσύνη, η ηθική, η ιστορική μνήμη, δεν είναι φαίνεται εδάφη στα οποία καρποφορούν οι αγορές. Στο όνομα της οικονομικής σταθερότητας παραχαράσσονται τα βιβλία της ιστορίας, στοχοποιούνται ως ταραχοποιά στοιχεία όσοι τολμούν να θυμούνται, βιάζεται η αλήθεια και δίνεται άσυλο στους εγκληματίες. Οι αγορές ανθίζουν με το κουκούλωμα.

Η ιστορία αν και παλιά, είναι τόσο επίκαιρη. Αφού καθώς όλα δείχνουν το πείραμα του Φρίντμαν μεταφέρθηκε από τη Λατινική Αμερική στον Ευρωπαϊκό Νότο. Στη Χιλή χρειάστηκαν ένα δικτάτορα, εδώ όμως τα κατάφεραν με τους δημοκράτες. Το κράτος απαξιώθηκε εν καιρώ ειρήνης. Τι να τα κάνεις τα τανκς άραγε όταν έχεις στα χέρια σου πανίσχυρα οικονομικά όπλα; Όταν έχεις πείσει έναν ολόκληρο λαό ότι του αξίζει να τιμωρηθεί γιατί είναι διεφθαρμένος; Όταν με όπλο τη στάση πληρωμών εκβιάζεις μια ολόκληρη κοινωνία που ούτως ή άλλως έχει αρχίσει πλέον και στερείται τα φάρμακα;  

Υ.Γ. Η φράση του Λουίς Σεπούλβεδα στον τίτλο είναι από συνέντευξη του συγγραφέα στην εφημερίδα Το Βήμα. Για να τη διαβάσετε κάντε κλικ εδώ.