Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτικο νουαρ μυθιστορημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτικο νουαρ μυθιστορημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων




...αναμφισβήτητα είναι το Μαπούτσε του Caryl Ferey (εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ). Έχει όλα όσα κάνουν ένα βιβλίο της νουάρ λογοτεχνίας να ξεχωρίζει: στυλάτους ήρωες, γρήγορη πλοκή που σου κόβει την ανάσα και -μέσα σε ένα μακελειό με πυροβολισμούς, καταδιώξεις και πολύνεκρες επιθέσεις- έναν έρωτα με αρχέγονη δύναμη. Ο γεννημένος στη Βρετάνη συγγραφέας στήνει μια ιστορία γεμάτη ένταση, ρυθμό και οικονομία. Δεν περισσεύει ούτε λέξη από αυτό το συγκλονιστικό ταξίδι στην Αργεντινή του σήμερα, στο Μπουένος Άιρες της κρίσης (2001) αλλά και στα χρόνια της δικτατορίας του Χόρχε Βιντέλα (1976-1981).

Ταξιδευτής και λίγο ροκ, ο Φερέ περιγράφει τα τοπία με τέτοιο τρόπο που σε κάνει να νιώθεις λες και παρακολουθείς μία on the road κινηματογραφική περιπέτεια. Ο ίδιος έχει γυρίσει ολόκληρη την Ευρώπη με τη μοτοσυκλέτα του και μετά από μια μεγάλη περιήγηση σε διάφορες χώρες, κατέληξε στη Νέα Ζηλανδία. Τελικά όμως έγραψε για την (!) Αργεντινή (σαν να έχει ζήσει μάλιστα όλη τη ζωή του εκεί).

Στον πυρήνα της ιστορίας που αφηγείται είναι ένα δίκτυο στρατιωτικών που έκλεβε την περίοδο της δικτατορίας τα παιδιά των αντιφρονούντων και τα πουλούσε σε πλούσια, άκληρα ζευγάρια. Χιλιάδες εγκλήματα, δολοφονίες, βασανιστήρια έγιναν εκείνα τα χρόνια, αλλά ο δικτάτορας Χόρχε Βιντέλα πλήρωσε αρχικά γι' αυτά μόνο με πέντε χρόνια φυλάκισης. Αν και είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, το 1990 ο τότε πρόεδρος της χώρας Κάρλος Μένεμ του έδωσε χάρη, όπως και σε άλλα στελέχη του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Τα στοιχεία που ενοχοποιούσαν τη δικτατορία ακόμα και για ανοιχτές υποθέσεις εξαφανίσεων θάφτηκαν από την πολιτεία, στο όνομα της λήθης που θα βοηθούσε την Αργεντινή να κλείσει τα τραύματά της και να προχωρήσει μπροστά. Έτσι ένας κακοποιημένος λαός βάδισε προς την καταστροφή, κουκουλώνοντας το μοναδικό όπλο που έχει ένα έθνος: την ιστορική του αλήθεια. Ο Χόρχε Βιντέλα φυλακίστηκε ξανά το 1998, όταν κρίθηκε ένοχος για την απαγωγή παιδιών από το καθεστώς του. Φυσικά, δεν έμεινε για πολύ στη φυλακή, μόνο για μερικές ημέρες. Κατόπιν τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό για λόγους υγείας. Η διαφθορά έφτανε μέχρι τους κόλπους της εκκλησίας, της πολιτικής, της επιστήμης, οπότε πολλοί ήταν εκείνοι που ήθελαν πάση θυσία να θάψουν τις ιστορίες των αγνοουμένων τις οποίες σκάλιζαν οι Γιαγιάδες της Πλατείας του Μάη (μια δυναμική οργάνωση που δεν σταμάτησε να αναζητά τους αναρίθμητους αγνοούμενους της δικτατορίας). Για την ιστορία, ο Νέστορ Κίρχνερ, ο οποίος ανέλαβε τα ηνία της χώρας μετά την τραυματική της χρεοκοπία, άνοιξε ξανά το φάκελο του Χόρχε Βιντέλα. Η χάρη που του είχε δώσει ο Μένεμ κρίθηκε αντισυνταγματική και τον Δεκέμβριο του 2010 ο πρώην δικτάτορας καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το μυθιστόρημα του Φερέ αφηγείται όλα αυτά τα πραγματικά γεγονότα, εντάσσοντάς τα μέσα στην πλοκή. Οι σκηνές βασανισμού στα κολαστήρια της δικτατορίας είναι τόσο σκληρές, που πυροδοτούν στον αναγνώστη έναν απίστευτο θυμό. Δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου, όχι μόνο γιατί θες να δεις την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά γιατί αποζητάς τη δικαίωση των ηρώων.

Κεντρικό πρόσωπο η Ζανά, μια Ινδιάνα της φυλής Μαπούτσε. Έχοντας η ίδια βιώσει τον παραλογισμό, το ρατσισμό και τη σκληρότητα αυτού του κόσμου, αφού η οικογένειά της εκδιώχθηκε βίαια από τη γη της, κατέφυγε στο Μπουένος Άιρες της οικονομικής κρίσης για να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Για να επιβιώσει αναγκάστηκε να γίνει πόρνη και να ζήσει στο δρόμο. Χρόνια μετά, έχοντας πλέον γίνει γλύπτρια, μένει σε μια παλιά καταπατημένη αποθήκη που έχει μετατρέψει σε ατελιέ. Εκεί φτιάχνει γιγαντιαία μεταλλικά γλυπτά και περνάει το χρόνο της κάνοντας παρέα με δύο τραβεστί. Η περιπέτεια αρχίζει όταν ένα βράδυ το πτώμα της Λους, της μία εκ των δύο τραβεστί, βρίσκεται ευνουχισμένο στο λιμάνι. Η Ζανά και η Πάουλα απευθύνονται στην αστυνομία, αλλά μη μπορώντας να βγάλουν άκρη ζητούν τη βοήθεια ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Ρουμπέν Καλδερόν.

Ο Ρουμπέν, γιος ενός ποιητή που βασανίστηκε από τη δικτατορία για τις αριστερές ιδέες του και αυτοκτόνησε στο κελί του, έχει αφιερώσει τη ζωή του στις έρευνες για τον εντοπισμό ανθρώπων που αγνοούνται από εκείνη την περίοδο. Αρχικά, αρνείται να βοηθήσει τη Ζανά να βρει το δολοφόνο της φίλης της, αφού η υπόθεση δεν δείχνει να έχει σχέση με τα πολιτικά εγκλήματα που συνηθίζει να αναλαμβάνει. Στη συνέχεια όμως ερευνώντας την εξαφάνιση μιας πλούσιας, νεαρής γυναίκας, πέφτει πάνω στην Ινδιάνα. Οι δυο υποθέσεις δείχνουν να έχουν πολλά κοινά. Οι ήρωες θα έρθουν κοντά και μαζί θα προσπαθήσουν να ξετυλίξουν το νήμα ενός κουβαριού που τους οδηγεί πίσω στην πρόσφατη ιστορία της πολύπαθης Αργεντινής.

Υ.Γ. Το βιβλίο, μετά τις 200 σελίδες, διαβάζεται σε μία νύχτα. Η πλοκή είναι καταιγιστική. Οι περιγραφές είναι έξοχες. Το Μαπούτσε όμως σε κάνει να το αγαπήσεις όχι μόνο γιατί σε κρατά σε διαρκή αγωνία, αλλά εξαιτίας των ηρώων του. Και οι δύο είναι υπέροχοι! Τόσο, που λυπάσαι πραγματικά να τους αποχωριστείς.

Ξεδιάντροπες δολοφονίες, άγρια βασανιστήρια, ίντριγκες και παρακρατικά παιχνίδια με την ανοχή ξένων δυνάμεων. Δικτάτορες, τύραννοι, παρανοϊκοί στρατηγοί, αχυράνθρωποι της πολιτικής, μυστικοί πράκτορες και στη μέση οι πολίτες-πιόνια, φρικτά αδύναμοι, ανυπεράσπιστοι, διαλυμένοι κι άλλοτε δουλικά κουλουριασμένοι και βολεμένοι στα πόδια του συστήματος.

Δεν ξέρω γιατί, ίσως φταίει το σκοτάδι της εποχής που ζούμε, αλλά τελευταία με τραβούν σαν μαγνήτης μυθιστορήματα -κυρίως συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής- που έχουν ρίξει φως στα πιο άγρια κι απολυταρχικά καθεστώτα.

Μετά τη Γιορτή του Τράγου του Μάριο Βάργκας Λιόσα (εκδ. Καστανιώτη), την Τρέλα του Πινοτσέτ του Λουίς Σεπούλβεδα (εκδ. Opera), το Μακρινό Αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο (εκδ. Καστανιώτη), τις Αναμνήσεις μιας κυρίας του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (εκδ. Καστανιώτη) αλλά και το συγκλονιστικό Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο (εκδ. Πατάκη), λέω να συνεχίσω τη βουτιά στην παράνοια. Επέλεξα τέσσερα βιβλία που έχουν κι αυτά φυσικά καταγωγή από τη Λατινική Αμερική:

Όλα καταγγέλλουν την αποκτήνωση της εξουσίας, πραγματεύονται τις συνέπειες που έχουν τα χαμηλά αντανακλαστικά και η τυφλή υποταγή ενός λαού και ξεγυμνώνουν τον πρόστυχο ρόλο σε κάθε μα κάθε περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες δεν διστάζουν να πετάξουν εκατομμύρια ανθρώπους στα «σκυλιά» προκειμένου να ασκήσουν τον έλεγχό τους. Έστω και αν για να τα καταφέρουν χαϊδεύουν κάτω από το τραπέζι τις πιο άρρωστες προσωπικότητες στην ιστορία της Αμερικανικής Ηπείρου.

Πρωταγωνιστές είναι άλλοτε πραγματικά, άλλοτε φανταστικά πρόσωπα, που όλα όμως μοιάζουν αισχρά: Είναι το ίδιο πανίσχυρα κι αδύναμα ταυτόχρονα, αφού όπως πολύ σοφά γράφει η Χάνα Άρεντ στο βιβλίο της Περί βίας (εκδ. Αλεξάνδρεια) «δύναμη και βία είναι πράγματα αντίθετα. Όταν η μία επικρατεί απόλυτα, η άλλη απουσιάζει».

Διαβάζοντας την εισαγωγή της μεταφράστριας Κλαίτης Σωτηριάδου-Μπαράχας στο βιβλίο του Μάρκες Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη, φυλλομετρώντας τα υπόλοιπα από τη στοίβα, αλλά και εκείνα που έχω ήδη διαβάσει, καταλαβαίνω ότι στη Λατινική Αμερική τα ονόματα (Τρουχίλιο, Πινοτσέτ, Πορφύριο Ντίας κ.α.) δεν έχουν καμία σημασία, ούτε οι χώρες (Χιλή, Αργεντινή, Περού, Βολιβία, Ουρουγουάη, Μεξικό, Παραγουάη κ.α.), το μόνο που μετράει είναι το πόσο άρρωστο και επικίνδυνο μπορεί να γίνει το ανθρώπινο μυαλό.

«Ο Πατριάρχης, ένας "παραδοσιακός" Λατινοαμερικανικής προέλευσης δικτάτορας, είναι ένας γέρος στρατηγός ακαθόριστης ηλικίας "μεταξύ 107 και 232 χρόνων", σε κάποια ανώνυμη Λατινοαμερικανική χώρα. Μέσα από τα καθημερινά γεγονότα της ζωής του αναγνωρίζουμε χαρακτηριστικά από στυγνούς δικτάτορες, παλαιούς και σύγχρονους, που συνθέτουν την εικόνα του, αυτή όμως η μυθική, αινιγματική, τρομερή και παντοδύναμη φιγούρα μεταμορφώνεται από την πένα του συγγραφέα σε ήρωα φαρσοκωμωδίας. Ο δικτάτορας επιτέλους απομυθοποιείται, ξαναπαίρνει τις ανθρώπινες διαστάσεις του, καταρρέει και τελικά πεθαίνει για να αφήσει το σαπισμένο κορμί του έρμαιο στα όρνια που μπαινοβγαίνουν στο "μέγαρο της εξουσίας"».

Τα επόμενα βιβλία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα που θέλω να αγοράσω είναι η φυσικά, η τριλογία του Ουρουγουανού Εδουάρδο Γκαλεάνο Μνήμη της φωτιάς: Η αρχή - Τα πρόσωπα και οι μάσκες - Ο αιώνας του ανέμου (εκδ. Πάπυρος), που όπως λέει ο Αναστάσης Βιστωνίτης στο Βήμα πρόκειται για «ένα έργο μοναδικό σε σύλληψη και σε εκτέλεση. Ο Ουρουγουανός Εδουάρδο Γκαλεάνο, επιφανής συγγραφέας, δημοσιογράφος και άριστος γνώστης του πολιτισμού και της λατινοαμερικανικής ιστορίας έγραψε τη δική του ιστορία της Νότιας Αμερικής σε μικρά, αυτόνομα και ακαριαίας αποτύπωσης κείμενα, από την προκολομβιανή εποχή ως το τέλος περίπου του 20ού αιώνα».

Βεβαίως, ανυπομονώ να ξεκινήσω το Μαπούτσε του Καρίλ Φερί (εκδ. Άγρα). Αν και δεν έχει γραφτεί από Λατινοαμερικανό συγγραφέα, πιστεύω ότι θεματικά και μόνο αξίζει να μπει στη λίστα, αφού όσα διαδραματίζονται σε αυτό έχουν τις ρίζες τους στη δικτατορία του στρατηγού Βιντέλα στην Αργεντινή. Ίσως τολμήσω κάποια στιγμή να αναμετρηθώ με το 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο (εκδ. Άγρα), ενώ θα αναζητήσω (κι ελπίζω να βρω) σε δανειστική βιβλιοθήκη το εξαντλημένο Τελευταία νύχτα στη Χιλή του ίδιου (εκδ. Μεταίχμιο). Η κριτική της Αρχοντής Κόρκα στο Critique μου έχει εξάψει τη φαντασία.

Υ.Γ. Θα ήθελα τις προτάσεις σας για βιβλία αντίστοιχης θεματολογίας και καταγωγής που μου έχουν διαφύγει ή έχω λησμονήσει.



Χθες είδα το τελευταίο επεισόδιο του House of Cards. Πολιτικές ίντριγκες, παρασκήνια, αδίστακτοι γερουσιαστές, διαπλεκόμενοι δημοσιογράφοι, πολυεθνικές εταιρείες, πράκτορες: ένα απίστευτο γαϊτανάκι γύρω από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ. Η σειρά δείχνει εξαιρετικά πώς λειτουργούν οι φήμες στην πολιτική, τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι ειδήσεις, αλλά και το ρόλο που παίζουν τα κοινωνικά δίκτυα στη διαμόρφωση κλίματος. Όταν όμως μιλάμε για ανελέητο κυνήγι εξουσίας δεν είναι δυνατόν να μην πάει το μυαλό μας στον Τζέι Έντγκαρ Χούβερ, τον ιδρυτή του FBI, ο οποίος υπήρξε ο βασιλιάς της συνωμοσίας. 

Ως εκ τούτου αγόρασα μια παλιότερη βιογραφία του: Κυρίαρχος του παιχνιδιού – Η κρυφή ζωή του J. Edgar Hoover του Ρίτσαρντ Χακ (εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, 2005). Διάβασα από περιέργεια στο μετρό το πρώτο κεφάλαιο (απιστία στο 54 των Wu Ming, εκδ. Εξάρχεια) και κόλλησα. Δυο τρία ξενύχτια και την τελείωσα. Τίποτα βέβαια που δεν ξέρουμε ήδη από την ταινία J. Edgar ή από τα βιβλία του Τζέιμς Ελρόι.

Το βιβλίο ξεκινά από τον θάνατο του Χούβερ: η υπηρέτρια και ο σοφέρ του τον βρήκαν πεσμένο στο πάτωμα της σκοτεινής κρεβατοκάμαράς του στις 2 Μαΐου του 1972. Η είδηση διαδόθηκε γρήγορα σε όλόκληρη την Ουάσινγκτον: Ο ιδρυτής του FBI ήταν νεκρός κι ο Πρόεδρος Νίξον έτριβε τα χέρια του.

H ζωή του Χούβερ είναι πάνω κάτω η σύγχρονη αμερικανική ιστορία. Ήταν τόσο μοναχικός και αφοσιωμένος στο να τυλίγει σε μία κόλλα χαρτί τους πιο ισχυρούς ανθρώπους των ΗΠΑ, που θα μπορούσε κανείς να πει με σιγουριά ότι ζούσε μέσα από τους άλλους. Οι φήμες και τα κουτσομπολιά τον έθρεφαν. Η ομοφυλοφιλία (σύμφωνα με φήμες είχε σχέση χρόνια με το νούμερο δύο του FBI Kλάιντ Τόλσον) και η εμμονή με τη μητέρα του ήταν τα μόνα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο Χούβερ δεν ήταν μηχανή. Κατά τ' άλλα ήταν παγερός σαν υπολογιστής που αρχειοθετεί ακόμα και το πιο απλό στοιχείο. Μια μηχανή αναζήτησης που κρατούσε τα αποτελέσματα σε κρυφούς φακέλους. Συντηρώντας με φανατική προσήλωση ένα πλούσιο αρχείο, σκορπούσε τα γραβατωμένα σκυλιά του σε κάθε γωνιά της Αμερικής για να συλλέγουν με τους πιο ανορθόδοξους τρόπους πληροφορίες. Οι πράκτορες του Χούβερ ζούσαν σαν μπον βιβέρ σε σουίτες πολυτελών ξενοδοχείων, φορούσαν καλοραμμένα μαύρα κοστούμια και χειροποίητα δερμάτινα παπούτσια, και δεν δίσταζαν να συμμαχήσουν με τα μεγαλύτερα αποβράσματα του υποκόσμου προκειμένου το αφεντικό να είναι ικανοποιημένο. Μαφιόζοι, νονοί, πρεζόνια, βαποράκια και έμποροι ναρκωτικών, πόρνες, προαγωγοί, εκβιαστές, συνδιαλέγονταν μαζί τους υπό τις οδηγίες του Χούβερ. Έτσι, οι πιο ισχυροί άνδρες (ακόμα και οι ίδιοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ) βρίσκονταν φακελωμένοι και έρμαια στα χέρια ενός σατανικού, μυστήριου τύπου που πίστευε ότι η οργάνωση και η συλλογή πληροφοριών ήταν το πιο αποτελεσματικό υπερόπλο για να έχεις δύναμη και εξουσία. (Ολόκληρη η Google σε έναν άνθρωπο).

Η τριλογία Underwolrd USA του Τζέιμς Ελρόι (Αμερικανικό ταμπλόιντ, Αμερικανικό ταξίδι θανάτου, Το αίμα δεν σταματά ποτέ – και τα τρία από τις εκδόσεις Άγρα σε πολύ ωραία μετάφραση του Ανδρέα Αποστολίδη) είναι ο πιο απολαυστικός τρόπος να παρακολουθήσει κανείς την ιστορία του Χούβερ. Δεν είναι μόνο οι σκηνές δράσης, η γρήγορη πλοκή γεμάτη κρυφές παρακολουθήσεις, υποκλοπές, πολιτικές ίντριγκες, αλλά και οι περιγραφές των πιο βίαιων γεγονότων με απόλυτο κυνισμό. Είναι κυρίως η δυνατή γραφή του συγγραφέα, το απαράμιλλο στυλ του, που δίνει στα βιβλία μια απίστευτη γοητεία. Πρόκειται για νουάρ «ποίηση» που ματώνει.

Ό,τι κι αν διαβάσω για τον Χούβερ ή για εκείνη την εποχή (κυρίως για τις δεκαετίες '50 και '60 με τις οποίες έχω εμμονή) με κάνει να επιστρέφω ξανά και ξανά σε αυτά τα τρία βιβλία. Φυσικά, όπως όλα τα έργα του Ελρόι, αυτά πολύ περισσότερο, είναι γεμάτα με εκατοντάδες ονόματα. Γι΄αυτό απαιτούν μεγάλη προσοχή. Διαβάζοντάς τα είναι πολύ εύκολο να χάσει κανείς τη μπάλα.

Και στα τρία μυθιστορήματα (τα οποία είναι 700+ σελίδες το καθένα και πρέπει να διαβαστούν με τη σειρά) ήρωες είναι δύο πράκτορες του FBI, o Κέμπερ και ο Λίττελ. Μαζί τους παρακολουθούμε όλα τα γεγονότα και τις συνωμοσίες που οδήγησαν στη δολοφονία του Τζον Κένεντι το Νοέμβριο του 1963. Αλλά και όσα ακολούθησαν μέχρι το 1972, τη χρονιά που πέθανε ο Χούβερ.

Τώρα, περιμένω να έρθει από το Amazon η βιογραφία του Χούβερ σε κόμικ J. Edgar Hoover: A Graphic Biography (Rick Geary), ενώ κατέβασα στο Kindle τα βιβλία House of Cards του Michael Dobbs (House of Cards / To Play the King / Final Cut) στα οποία βασίστηκε η σειρά. Η ιστορία και στα τρία αυτά μυθιστορήματα διαδραματίζεται στη Μεγάλη Βρετανία. Ο αδίστακτος πολιτικός παλεύει υπόγεια και με κάθε μέσο να γίνει πρωθυπουργός. Απ' ό,τι διάβασα υπάρχουν πολλές διαφορές με την αμερικανική σειρά, οπότε είναι σαν να ξαναπαίρνεις από την αρχή το House of Cards σε άλλη χώρα και σε άλλη εποχή ('90s), με εντελώς άλλα πρόσωπα.  

Υ.Γ. Για να δείτε το τρέιλερ του House of cards κάντε κλικ στο βίντεο που ακολουθεί:


O Χλωμός Εγκληματίας, το δεύτερο μυθιστόρημα από την Τριλογία του Βερολίνου του Φίλιπ Κερ (εκδ. Κέδρος), αν και απολαυστικό, δεν έχει τη δύναμη του πρώτου (Οι βιολέτες του Μάρτη). Βρισκόμαστε στο 1938, δύο χρόνια μετά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο προηγούμενο βιβλίο. Ο Χίτλερ και η συμμορία του έχουν γιγαντωθεί και οδηγούν τη Γερμανία στη φρίκη ενός παρανοϊκού εθνικισμού. Το Βερολίνο έχει παραδοθεί πλέον στο φασισμό και μια δράκα από δικτυωμένους ναζί εκμεταλλεύεται την εξουσία της για να πλουτίζει και να ικανοποιεί τις σαδιστικές της φαντασιώσεις.

Ο κλοιός γύρω από τους Εβραίους στενεύει. Πολίτες καθημερινά εξαφανίζονται. Οι ομοφυλόφιλοι διώκονται επισήμως (γιατί ανεπίσημα η υποκρισία στους κόλπους των Ες Ες βασιλεύει). Γκάνγκστερ αναλαμβάνουν τα ηνία, κρύβοντας τις δοσοληψίες τους με τον υπόκοσμο πίσω από τη σβάστικα. Ψυχοπαθείς οπλοφορούν κάτω από την ομπρέλα της Γκεστάπο και έχουν την εξουσία να στείλουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στον πάτο του ποταμού Σπρέε οποιονδήποτε στοχοποιήσουν. Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό απόλυτου τρόμου και διαφθοράς ο ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια υπόθεση που κρύβει πολλά: Ο ομοφυλόφιλος κληρονόμος της μεγαλοεκδότριας φράου Λάνγκε έχει πέσει θύμα εκβιασμού από κάποιον που τον κρατά στο χέρι με μια σειρά από ερωτικές επιστολές τις οποίες είχε ανταλλάξει ο νεαρός με τον ψυχίατρο και υψηλόβαθμο στέλεχος των Ες Ες Λαντς Κίντερμαν. Τα πράγματα περιπλέκονται όσο ο Γκούντερ και ο συνεργάτης του Μπρούνο Στάλεκερ (ένας πρώην αστυνομικός της Κρίπο) πλησιάζουν στη λύση του μυστηρίου. Τη νύχτα που εντοπίζουν τον εκβιαστή ο Μπρούνο δολοφονείται και ο δράστης βρίσκεται απαγχονισμένος στο διαμέρισμά του, ενώ οι επιστολές που χρησιμοποιούσε για να απειλεί τον Λάγκε έχουν εξαφανιστεί.

Παράλληλα, στο Βερολίνο ένας μανιακός σίριαλ κίλερ σκοτώνει 15χρονα κορίτσια που ήταν μέλη της Ναζιστικής Νεολαίας. Ο Γκούντερ καλείται να συνεργαστεί επισήμως με την αστυνομία για να εξιχνιάσει την υπόθεση. Έτσι επιστρέφει ως κομισάριος στο σώμα και αρχίζει να αναζητά το δολοφόνο που βιάζει σαδιστικά και σκοτώνει τις μαθήτριες.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν παρελαύνει σύσσωμος ο υπόκοσμος του χιτλερικού Βερολίνου: Οι περιγραφές είναι εκπληκτικές, μιας και τα πιο σκοτεινά μονοπάτια της μαφίας (του τράφικινγκ και του εμπορίου ναρκωτικών) περνούν μέσα από τα σαλόνια των επιφανών ναζιστών.

Στα συν του βιβλίου είναι η μαεστρία του Φίλιπ Κερ να παντρεύει αριστοτεχνικά τα ιστορικά γεγονότα με τη μυθοπλασία, δημιουργώντας ένα άψογο πορτρέτο που αντικατοπτρίζει πλήρως την υποκρισία (και την απόλυτη παράνοια) του ναζιστικού καθεστώτος. Ο Χλωμός Εγκληματίας όμως έχει ένα αρνητικό: κάνει κοιλιά στη μέση του βιβλίου κι αυτό γιατί η μετάβαση από την υπόθεση εκβιασμού σε εκείνη του σίριαλ κίλερ γίνεται απότομα, αφήνοντας πολλά αναπάντητα ερωτηματικά που θα εξηγηθούν στο τέλος του βιβλίου. Διαβάζοντας έχεις την αίσθηση πως κάτι έχεις παραλείψει στο ενδιάμεσο. Οι ρυθμοί της αφήγησης πέφτουν, ο ήρωας χάνει λίγο το στυλ του, όμως στο δεύτερο μέρος ο αναγνώστης αποζημιώνεται. Τα γεγονότα κουμπώνουν και η δράση γίνεται πάλι καταιγιστική. Μέχρι το τέλος.   


Λένε πως η ιστορία έχει την κακή συνήθεια να επιστρέφει πάντα σαδιστικά, ξανά και ξανά, στον τόπο του εγκλήματος. Να επαναλαμβάνει με εμμονή τις πιο σκοτεινές στιγμές της, αλλάζοντας μόνο τις χρονολογίες, τα ονόματα και τις τοποθεσίες. Για το λόγο αυτό τα ιστορικά αφηγήματα θα είναι πάντα επίκαιρα: Όπως το πολύ δυνατό πολιτικό νουάρ μυθιστόρημα του Ντιντιέ Ντενένξ «Έγκλημα και μνήμη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Ο Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος μας μεταφέρει στο Παρίσι, τον Οκτώβριο του 1961. Κατά τη διάρκεια μιας πορείας χιλιάδων Αλγερινών μεταναστών που διαδηλώνουν για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, ένας Γάλλος καθηγητής ιστορίας πέφτει νεκρός. Είκοσι χρόνια μετά, στην Τουλούζη δολοφονείται ο γιος του, ο οποίος έψαχνε τα αρχεία που είχαν σχέση με το μυστηριώδη θάνατο του πατέρα του. Ο επιθεωρητής Καντέν αναλαμβάνει να ανακαλύψει το δράστη και παράλληλα αν οι δύο δολοφονίες σχετίζονται μεταξύ τους.

Σε αυτό το μικρό σε έκταση βιβλίο των 215 σελίδων ο Ντενένξ ανοίγει πυρ με λέξεις. Χρησιμοποιεί μια αστυνομική ιστορία σαν αφορμή για να αφηγηθεί τα πραγματικά γεγονότα της μαζικής σφαγής των Αλγερινών διαδηλωτών στη γαλλική πρωτεύουσα. Τότε που ο Μωρίς Παπόν -αρχηγός της αστυνομίας και μετέπειτα βουλευτής και Υπουργός Προϋπολογισμού (1978-1981) επί προεδρίας Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εστέν- οργάνωσε με σαδιστική προσήλωση την άγρια καταστολή μιας ειρηνικής -όπως αποδείχτηκε- πορείας. Η διαδήλωση των άοπλων Αλγερινών μεταναστών (μεταξύ των οποίων έγκυες γυναίκες, μητέρες με μικρά παιδιά στα καροτσάκια, ηλικιωμένοι) μετατράπηκε σε μια πρωτοφανή θηριωδία με άγνωστο μέχρι σήμερα τον ακριβή αριθμό των θυμάτων.

Οι μαρτυρίες των φωτορεπόρτερ και των ξένων τηλεοπτικών συνεργείων που βρέθηκαν στους δρόμους του Παρισιού εκείνη τη νύχτα είναι συγκλονιστικές:
-  Αστυνομικοί νεκροί υπήρξαν;
-  Όχι, ούτε ένας. Ούτε και τραυματίες. Μερικοί μπάτσοι μού ζητούσαν όμως να τους φωτογραφίσω ποζάροντας σαν κυνηγοί, με το πόδι πάνω στο κορμί κάποιου Αλγερινού... Και τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτό με είχε πραγματικά εκπλήξει. Οι διαδηλωτές ήταν άοπλοι. Ποτέ τους δεν αποπειράθηκαν κάποιοι αντεπίθεση. Μόνο να κρυφτούν κάπου ήθελαν, σε κάποια είσοδο σπιτιού, να ξεφύγουν. Αυτά που έβλεπα ήταν σε πλήρη αντίθεση με τις όσες πληροφορίες μετέδιδε το συντονιστικό κέντρο. (...) Έξι πτώματα μέτρησα μέσα σε ένα τέταρτο της ώρας... Και δεν μιλάω για τους τραυματίες. Από εκεί, από τη Μαντλέν, πήγα στην Όπερα. Έπεφτε ξύλο άγριο σε όλη τη γειτονιά. Θυμάμαι σαν να ήταν τώρα μια σκηνή, όταν μια ομάδα διαδηλωτών που τους κυνηγούσαν οι μπάτσοι μπήκε να σωθεί στο Καφέ ντε λα Παι, στη λεωφόρο Καπυσίν. Δεν χρειάστηκε καν να μπουκάρουν μέσα οι μπάτσοι. Τους αντικατέστησαν πελάτες και γκαρσόνια...

Η αστυνομία συνέλαβε με απίστευτη αγριότητα περίπου 10.000 αλγερινούς. Κάποιοι εκτελέστηκαν, άλλοι κατέληξαν από τα τραύματά τους στριμωγμένοι σε απάνθρωπες συνθήκες μέσα σε κρατητήρια, γήπεδα και αποθήκες, αφού το πολιτισμένο Γαλλικό κράτος που τους επιτέθηκε με μανία δεν φρόντισε να τους προσφέρει καμιά ιατρική περίθαλψη.
«Η Αστυνομική Διεύθυνση παραδέχτηκε πως υπήρξαν τέσσερις έως δέκα νεκροί, τα ανακοινωθέντα είναι αντιφατικά. Το Νομαρχιακό Συνδικάτο Αστυνομικών δημοσίευσε έναν απολογισμό που αναφέρει εξήντα εξακριβωμένους νεκρούς. Αντίθετα, η Ένωση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (...) αναφέρει διακόσιους νεκρούς τη βραδιά των ταραχών και άλλους τόσους κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που ακολούθησε».

Η Γαλλία για χρόνια κουκούλωσε την εθνική της ντροπή, γιατί σε αυτή τη ρατσιστική θηριωδία δεν συμμετείχαν μόνο οι δυνάμεις καταστολής του σαδιστή Παπόν, αλλά και ένα τεράστιο ποσοστό Γάλλων πολιτών που έβλεπε σαν απειλή τους Πιε-νουάρ («Μαύρα Πόδια», όπως αποκαλούσαν τους Γαλλικής καταγωγής μετανάστες που έρχονταν από το Αλγέρι).

«Η Γενική Επιθεώρηση των Αστυνομικών Υπηρεσιών ερεύνησε το θέμα τον Οκτώβριο του 1961 πιεζόμενη από τους βουλευτές και τους γερουσιαστές της αντιπολίτευσης. (...) Είχαν αναθέσει σε εφτά δικαστικούς να ερευνήσουν το θέμα με την ευθύνη του τότε υπουργού Εσωτερικών. (...) Χρειάστηκε να παρέμβουν οι δικαστές για να διαπιστωθούν μεταξύ άλλων τα αίτια θανάτου κάπου εξήντα ατόμων που τα πτώματά τους είχαν μεταφερθεί στο Ιατροδικαστικό Ινστιτούτο την επόμενη της διαδήλωσης. (...) Το θέμα κρίθηκε λήξαν. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης η παρισινή αστυνομία εκτέλεσε απλώς την αποστολή που της ανατέθηκε προφυλάσσοντας την πρωτεύουσα από ταραχές που προκάλεσε μια τρομοκρατική οργάνωση. Ελάχιστα στοιχεία δόθηκαν στη δημοσιότητα».

Ευτυχώς, μπορεί την ιστορία να τη γράφουν οι νικητές αποκρύπτοντας τις μελανές στιγμές, υπάρχει όμως και η λογοτεχνία που έρχεται και συμπληρώνει τα κενά που σκοπίμως έχουν μείνει να χάσκουν στην μνήμη των κρατών. Ο Ντιντιέ Ντενένξ αψηφώντας τα ταμπού που έκρυβαν την αλήθεια, έγραψε το 1983 αυτό το βιβλίο που αν και αρχικά ενόχλησε στη συνέχεια έριξε φως σε μια σκοτεινή, ντροπιαστική στιγμή της Γαλλίας και συνετέλεσε στην ιστορική αποκατάσταση των γεγονότων του 1961. «Το 1999 η Εισαγγελία του Παρισιού αναγνώρισε και επίσημα τη διάπραξη του εγκλήματος, ενώ το Γαλλικό Υπουργείο Παιδείας ενέταξε το Έγκλημα και μνήμη στο σχολικό πρόγραμμα των λυκείων της χώρας».

Σήμερα, το βιβλίο αυτό είναι ξανά επίκαιρο. Σε μια Ευρώπη που παραδίδεται ολοένα και περισσότερο στη βία, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, σε χώρες που βομβαρδίζονται με πρωτοφανή αγριότητα από οικονομικά μέτρα, σε πόλεις που φλέγονται και σε πλατείες που ματώνουν σε κάθε συλλαλητήριο, ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί παρά -τηρουμένων των αναλογιών- να θεωρείται δυστυχώς απολύτως σύγχρονο.

Υ.Γ. Για την ιστορία, ο Μωρίς Παπόν καταδικάστηκε στις 2 Απριλίου 1998 σε κάθειρξη δέκα ετών για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, λόγω του ρόλου που διαδραμάτισε στην εκτόπιση Εβραίων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εξέτισε τρία χρόνια από την ποινή του και αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας. Πέθανε λίγες ημέρες αργότερα, σε ηλικία 96 ετών, χωρίς ποτέ να αποδεχθεί την καταδίκη του από το δικαστήριο του Μπορντό.

Η Τριλογία του Βερολίνου του Φίλιπ Κερ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος σε έναν τόμο είναι απολαυστική. Περιλαμβάνει τρία μυθιστορήματα (Οι Βιολέτες του Μάρτη, Ο Χλομός Εγκληματίας και το Γερμανικό Ρέκβιεμ) τα οποία χρονικά ακολουθούν το ένα το άλλο κι έχουν όλα ήρωα τον ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ. Η ιστορία του πρώτου μυθιστορήματος (1936) διαδραματίζεται την περίοδο που ο Χίτλερ αρχίζει να γιγαντώνεται, του δεύτερου (1938) την εποχή της απόλυτης κυριαρχίας του και του τρίτου (1947) της κατάρρευσής του.


Οι Βιολέτες του Μάρτη είναι μια γρήγορη και γεμάτη ανατροπές νουάρ περιπέτεια στο Βερολίνο του 1936. Ο Μπέρνι Γκούντερ, ένας πρώην αστυνομικός που αηδιασμένος από το φασιστικό καθεστώς της εθνικοσοσιαλιστικής κυβέρνησης παραιτήθηκε κι έγινε ιδιωτικός ερευνητής, μας μεταφέρει μέσα από τις διηγήσεις του στη γερμανική μητρόπολη λίγο πριν από τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Μια πόλη με γκρίζα κτίρια, βροχερούς δρόμους και Οαμήχανους ανθρώπους που βλέπουν από τη μια μέρα στην άλλη τους εθνικιστές να παίρνουν τα ηνία σε όλους τους τομείς και την εξουσία του Φύρερ να γιγαντώνεται. Το Βερολίνο αλλάζει, ο φόβος γεννιέται στον απόηχο της τζαζ και των ξέφρενων πάρτι στα καμπαρέ που αποτελούν πια παρελθόν. Η πόλη βυθίζεται σιγά σιγά στην παράνοια του φασισμού. Ο Χίτλερ ετοιμάζεται για πόλεμο. Χτίζει αυτοκινητόδρομους, στέλνει Εβραίους, ομοφυλόφιλους και αντικαθεστωτικούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκπαιδεύει βασανιστές σε ειδικές σχολές στο Νταχάου. Άνθρωποι εξαφανίζονται ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Πτώματα που δεν αναγνωρίζονται ποτέ ξεβράζονται στις όχθες του ποταμού. Στα εστιατόρια και στα καφέ τα ραδιόφωνα έχουν επιταχθεί δια νόμου για να παίζουν τις ομιλίες του Γκέμπελς ή τα διαγγέλματα του Χίτλερ. Στις κολόνες των δρόμων έχουν στηθεί μεγάφωνα, ενώ κυβερνητικές ομάδες ραδιοελεγκτών γυρίζουν από πόρτα σε πόρτα για να τσεκάρουν ότι όλοι οι πολίτες θα ακούσουν κάθε λέξη από την προπαγάνδα. Τα δυστοπικά μυθιστορήματα ωχριούν μπροστά στον κόσμο που έχει οραματιστεί ο ψυχασθενής Χίτλερ και η στρατιά των διεφθαρμένων υπηκόων του.



Σε αυτό το περιβάλλον ο αντιδραστικός Μπέρνι Γκούντερ προσλαμβάνεται από τον εκατομμυριούχο επιχειρηματία Χέρμαν Σιξ για να διαλευκάνει την κλοπή ενός διαμαντένιου κολιέ. Το κόσμημα βρισκόταν στο σπίτι της κόρης του Σιξ, η οποία απανθρακώθηκε μαζί με το σύζυγό της. Η κληρονόμος Γκρέτε και ο Πολ Πφαρ (επιφανές μέλος της Γκεστάπο) ήταν νεκροί στο κρεβάτι τους με μια σφαίρα στο κεφάλι ο καθένας και το χρηματοκιβώτιό τους άδειο (χωρίς να έχει παραβιαστεί με εκρηκτικά). Το σπίτι ολοσχερώς καμένο ώστε να καλυφθούν τα ίχνη. Ο Γκούντερ αναλαμβάνει να εντοπίσει το διαμαντένιο κολιέ, αλλά όχι να ανακατευθεί στις οικογενειακές τους υποθέσεις, όπως του ζητά αυστηρά ο επιχειρηματίας Χέρμαν Σιξ. Ψάχνοντας, ο ντετέκτιβ μπλέκεται σε μια ιστορία όπου είναι αναμεμειγμένος ο ίδιος ο πρωθυπουργός Χέρμαν Γκέρινγκ, η Γκεστάπο και ο αρχηγός της Χίμλερ, ένας ομοφυλόφιλος εκβιαστής που χρησιμοποιούσε ο Γκέρινγκ για τις βρομοδουλειές του, αλλά και οι φατρίες του γερμανικού υποκόσμου (βιαστές, φονιάδες, κλέφτες, μαστροποί, έμποροι ναρκωτικών και βαποράκια) πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το οικοδόμημα του ναζισμού.



Το βιβλίο διαβάζεται με κομμένη την ανάσα. Οι περιγραφές του σε μεταφέρουν από τα σκοτεινά και δύσοσμα στενά του Βερολίνου, στα σαλόνια με τις μπροκάρ κουρτίνες και τα τεράστια πορτραίτα του Χίτλερ (όπου το αυγό του φιδιού επωαζόταν πάνω σε βελούδινους καναπέδες). Κι από τα υπόγεια της Γκεστάπο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου εκατομμύρια άνθρωποι μαρτύρησαν. Η γραφή του Κερ, γεμάτη κυνικά σχόλια και μαύρο χιούμορ, βοηθά ώστε να μη σε βαραίνουν οι φρικτές ιστορίες που περιγράφει. Ενώ οι διαρκείς ανατροπές σε κρατούν σε εγρήγορση. Ένα επιπλέον στοιχείο του βιβλίου, κατά τη γνώμη μου το πιο δυνατό, είναι ότι ιστορικά πρόσωπα εμπλέκονται στην πλοκή, φωτίζοντας τη διαφθορά του χιτλερικού καθεστώτος: Ένα κοκτέιλ από αμόρφωτους εθνικιστές-πιόνια, σαδιστές τραμπούκους, πρώην κατάδικους, μεγαλομανείς αξιωματικούς, bon viveur εκβιαστές, άπληστους επιχειρηματίες και βρόμικους πολιτικούς.