Σε μια από τις τελευταίες λιακάδες, πέρυσι το Φθινόπωρο, είχα περάσει μια από τις πιο όμορφες αντικοινωνικές Κυριακές της αναγνωστικής μου καριέρας. Ξαπλωμένος στη βεράντα κάτω από δέντρα που είχαν αρχίσει ήδη να χάνουν τα πρώτα τους φύλλα, είχα διαβάσει σε μία ημέρα το μυθιστόρημα-κόσμημα «Κύριε Διοικητά» του Ρομαίν Σλοκόμπ (εκδ. Πόλις, μτφρ. Έφη Κορομηλά). Άναυδος περνούσα τις σελίδες βουλιμικά, σαν να κρατούσα στα χέρια ένα παλιό γράμμα από αυτά που ξεθάβεις ξεψαχνίζοντας τα ντουλάπια στο σκονισμένο πια γραφείο ενός συγγενή νεκρού από χρόνια. Η γλώσσα συγκλονιστική, ένα αληθινό κέντημα γεμάτο εικόνες και αρώματα μιας άγριας εποχής σε μια χώρα που πεσμένη στα γόνατα πάλευε να κρατήσει έστω σαν μια μικρή μορφή αντίστασης τη φινέτσα της. Δυστυχώς, όπως συμβαίνει πάντα με τα βιβλία -ή τους έρωτες- που καταβροχθίζεις με κομμένη την ανάσα, η γλώσσα γλιστρούσε και χανόταν μέσα στην πλοκή, διαβάζοντας βιαστικά ένιωθα ότι δεν απολάμβανα όσο ήθελα τους χυμούς της, εστιάζοντας στην ιστορία θυσίαζα τη λογοτεχνία. Τελειώνοντας αργά τη νύχτα το μυθιστόρημα, συγκλονισμένος και δυο φορές πιο άναυδος από το πρωί, ήξερα πως αφήνω πίσω μου ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί του.

Δίκιο είχα, καθώς λίγους μήνες μετά, γράφοντας ένα κείμενο για το δωσιλογισμό και αφού είχα διαβάσει μια σειρά από ιστορικά βιβλία για το ναζισμό, επέστρεψα ξανά -αποσπασματικά αυτή τη φορά- στο μυθιστόρημα του Σλοκόμπ για να μελετήσω τις ιστορικές αναφορές, αλλά και για να κατανοήσω καλύτερα πια τους λόγους για τους οποίους η Γαλλία ανέπτυξε σχέσεις συνεργασίας με τους Γερμανούς κατακτητές. Πάλι, προσπέρασα βιαστικά φράσεις-διαμάντια, κάτι φίνες περιγραφές-όνειρο, κομψές σαν μια παριζιάνικη βόλτα πλάι στον Σηκουάνα. «Μα ανέκαθεν, νύχτα τη νύχτα, οι νύχτες σκεπάζουν τον κόσμο» ή «Δεν φθάνεις κατευθείαν στο φως. Φθάνεις περνώντας από το μονοπάτι του σκότους» ή αλλού «Επάνω σε μια βελγική μαούνα που περνούσε, μια ξανθιά κοπέλα, με καρό φόρεμα που κυμάτιζε γύρω από τις γυμνές της γάμπες, άπλωνε τη μπουγάδα της».

Ένα χρόνο μετά λοιπόν, τελευταίο weekend του Αυγούστου, πήρα μαζί μου σε ένα σύντομο ταξίδι το μυθιστόρημα του Σλοκόμπ για να το δανείσω στη μητέρα μου. Τελικά βρέθηκα να το διαβάζω ξανά εγώ, ράθυμα και αργά όπως του αξίζει, σε ένα μισοάδειο ξενοδοχείο που αποχαιρετούσε αδέξια και κουρασμένα από τις δυσκολίες το καλοκαίρι των capital controls.

Λίγο η εποχή της ναζιστικής παράνοιας που συγκλονίζει, λίγο αυτή η σπάνια αίσθηση ότι διαβάζεις ένα ιστορικό ντοκουμέντο, παρόλο που πρόκειται για έργο μυθοπλασίας και μάλιστα γραμμένο το 2011, το βιβλίο μοιάζει ήδη κλασικό. Το μυθιστόρημα έχει τη μορφή μιας μακροσκελούς επιστολής που στέλνει ο μεγαλοαστός Γάλλος συγγραφέας Πωλ-Ζαν Υσσόν, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και της Επιτροπής Βραβείων Γκονκούρ και ήρωας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στον Γερμανό Διοικητή των ναζιστικών δυνάμεων κατοχής στο Παρίσι. Ο φανατικός αντισημίτης Υσσόν, υποστηρικτής της δωσιλογικής κυβέρνησης του Βισύ και θαυμαστής του στρατάρχη Πεταίν, περιγράφει παράλληλα με την ιστορία της γερμανικής εισβολής στη Γαλλία, τον απεγνωσμένο και ανίερο έρωτά του για την Εβραία νύφη του, την οποία τελικά καταδίδει. Η παράνοια σε όλο της το μεγαλείο ξεδιπλώνεται σελίδα σελίδα, η υποκρισία του αδίστακτου ρατσιστή σε σοκάρει, αλλά η δύναμη της πένας του Σλοκόμπ είναι τέτοια που φθάνεις κάποια στιγμή να τον λυπάσαι, ανακαλύπτοντας ότι πίσω από το κακό του καθενός τελικά κρύβεται η αρρώστια με την οποία δηλητηριάζει η ανθρωπότητα συνολικά τον κόσμο. Η εξομολόγηση αυτού του αδίστακτου εβραιοφάγου, ο οποίος στέλνει στο θάνατο ανθρώπους που ζουν δίπλα του, είναι μια ακόμα απόδειξη ότι η δύναμη του κακού είναι απλώς η κεκτημένη ταχύτητα ενός διαταραγμένου μυαλού που βρίσκεται σε πτώση. Η δύναμη είναι αδυναμία και η άρρωστη ιδεολογία απλώς μια ασπίδα για να την κρύψει. Ο έρωτας είναι μια φλεγμονή της ψυχής, λέει σε κάποιο σημείο ο Υσσόν. Μια φλεγμονή που τρώει σιγά σιγά αυτό που είσαι. Όσα ήσουν μέχρι τη στιγμή που ερωτεύεσαι διασπώνται σαν το άτομο κατά τη διάρκεια μιας πυρηνικής σχάσης. Ο αντισημίτης Υσσόν ερωτεύεται τη γυναίκα του γιου του και παρόλο που ανακαλύπτει ότι είναι Εβραία -γεγονός ασύλληπτο για τις ρατσιστικές του αντιλήψεις- αδυνατεί να νικήσει τον πόθο του και προσπαθεί να την κατακτήσει. Παρόλα αυτά, μια σειρά από καταιγιστικά γεγονότα, θα τον οδηγήσουν να γιατρέψει τη «φλεγμονή της ψυχής του», για να ανακαλύψει ότι τελικά απλώς δεν είχε ποτέ ψυχή.

Το βιβλίο έχει πλούτο ιστορικών αναφορών και ο συγγραφέας του ερμηνεύει με απόλυτη ψυχραιμία την πιο μαύρη στιγμή της Γαλλικής κοινωνίας. Όπως λέει ο Υσσόν: «Μπορώ να πω ότι τα μέτρα κατά των Εβραίων που έλαβαν οι γερμανικές αρχές και η κυβέρνησή μου, δεν προκάλεσαν διαμαρτυρίες μεταξύ του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού -εκφράστηκαν μόνο κάποια παράπονα από μέρους ορισμένων υπερβολικά φιλάνθρωπων ατόμων, που έβρισκαν τα άρθρα μας στον Τύπο υπέρ το δέον ρεβανσιστικά και συνεπώς ικανά να προκαλέσουν ακρότητες, όπως οι επιθέσεις κατά συναγωγών κτλ.».
Τα κίνητρα των δοσίλογων φωτίζονται. Μεγάλη μερίδα του γαλλικού λαού υποδέχτηκε θερμά τη δωσιλογική κυβέρνηση Βισύ του στρατάρχη Πεταίν, ελπίζοντας ότι η χώρα θα πέσει στα μαλακά μετά τη γερμανική εισβολή. Όντως στη Γαλλία οι ναζί παρείχαν τις περισσότερες ελευθερίες από κάθε άλλο κατακτημένο λαό. Οι κακουχίες ωστόσο σε συνδυασμό με την «κρίση των ομήρων» αποκάλυψαν ότι ο Πεταίν ήταν μια χιτλερική πολιτική μαριονέτα, ο οποίος θεωρούσε παραδόξως ότι προστάτευε την εθνική κυριαρχία της Γαλλίας αν αναλάμβανε η γαλλική αστυνομία -και όχι ο γερμανικός στρατός- να τουφεκίζει τους Γάλλους πολίτες. Ως αντάλλαγμα για την πολιτική εκτοπίσεων των Εβραίων η Γερμανία προσέφερε στη Γαλλία τη διατήρηση της αυτονομίας της γαλλικής αστυνομίας. Για τους δεξιούς, όπως αναφέρει ο Mark Mazower στο βιβλίο «Η Αυτοκρατορία του Χίτλερ: Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη» (εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 417), η γερμανική κατοχή ήταν το τίμημα για να αποκτήσει ξανά η Γαλλία το μεγαλείο της, ενώ ταυτόχρονα ήταν μια ευκαιρία για να κλείσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς τους με την Αριστερά. Οι επιχειρηματίες στήριξαν το καθεστώς Βισύ γιατί τους βόλευε, αφού κατάργησε τα συνδικάτα και το συνδικαλισμό. Εξίσου συνεργάσιμη ήταν και η εκκλησία. Χαρακτηριστική ήταν και η στήριξη του Βισύ στους καλλιτέχνες. Στο δοκίμιο «Μεσάνυχτα» ο Νταν Φρανκ καταγράφει αναλυτικά τη στάση των καλλιτεχνών την περίοδο αυτή (εκδ. Καπόν).
Παράλληλα στο βιβλίο του Σλοκόμπ διαφαίνονται και τα κίνητρα των Γερμανών για τη συμμαχία με τον κατακτημένο. Γιατί οι ναζιστές ήθελαν να συνεργαστούν με έναν λαό που έτσι κι αλλιώς είχαν κατακτήσει; Οι ναζί επιθυμούσαν τη συνεργασία με γραφειοκράτες και στελέχη της εγχώριας βιομηχανίας των χωρών στις οποίες εισέβαλαν, ώστε να ελέγχουν την κρατική μηχανή και την οικονομία στη ρίζα τους. Οι δημόσιοι υπάλληλοι τους βοηθούσαν στο διωγμό των Εβραίων διότι είχαν τα μέσα να τους εντοπίζουν. Παράλληλα, οι ναζιστές έβρισκαν ιδεολογικούς συμμάχους στους κόλπους των ακροδεξιών που ταυτίζονταν με την αντικομμουνιστική ιδεολογία του Χίτλερ. Ο Σλοκόμπ το αναφέρει κάποια στιγμή μέσα από την εξομολόγηση ενός Γερμανού υπολοχαγού στον Υσσόν: «Οι Γάλλοι μάς είναι πολύ χρήσιμοι για να ελέγχουμε την περιοχή, καταλαβαίνετε; Οι δικές μας Δυνάμεις Κατοχής είναι αριθμητικά περιορισμένες, δεν θα αρκούσαν με κανέναν τρόπο. Στα ανατολικά, διεξάγουμε αυτή τη στιγμή έναν δύσκολο πόλεμο, ο οποίος απορροφά πολλές δυνάμεις μας. Είναι, επομένως, πολύ σημαντικό να δουλεύουν και οι Γάλλοι για μας».
Εξαιρετικό είναι και το κομμάτι όπου ο Σλοκόμπ περιγράφει το πώς άνθρωποι οι οποίοι υποστήριζαν την κυβέρνηση Βισύ που συνεργαζόταν με του ναζί «πέρασαν» κάποια στιγμή στην αντίπερα όχθη παριστάνοντας τους αντιστασιακούς: «Πολλοί δραστηριοποιήθηκαν (στην αντίσταση) όταν αυτό έγινε λιγότερο επικίνδυνο. Όλοι φυλούσαν το τομάρι τους, καταλαβαίνετε. Έπειτα, ήταν κι αυτοί που ανακάλυψαν το αντιστασιακό τους φρόνημα προς το τέλος του πολέμου, δελεασμένοι όμως κυρίως από το κέρδος... Όταν απελευθερώθηκε η πόλη (το Αντινύ) ο κόσμος έδειχνε ανακουφισμένος που όλα είχαν τελειώσει. Καμιά τριανταριά άτομα πέρασαν από το ένα ή το άλλο δικαστήριο: το Ποινικό Δικαστήριο, το Αστικό Δικαστήριο του Ερ. Μόνο δυο-τρεις όμως καταδικάστηκαν σε πρόστιμα και ποινές φυλάκισης, όπως η διευθύντρια της Εφημερίδας, για παράδειγμα. Κανένας δεν εκτελέστηκε. Σε άλλες πόλεις ο κόσμος έπαιρνε αμέσως εκδίκηση, αυτό ναι. Θα σας πω όμως κάτι ακόμα: οι Γάλλοι πράκτορες της Γκεστάπο αφθονούσαν, σε σύγκριση με τους αντιστασιακούς».

Για επίλογο κράτησα μια συγκλονιστική σκηνή του Σλοκόμπ. Την περιγραφή της γερμανικής εισβολής που θυμίζει πολύ και την πρώτη σκηνή στην ομώνυμη κινηματογραφικήμεταφορά του βιβλίου της Ιρέν Νεμιρόβσκυ «Γαλλική Σουίτα», η οποία προβλήθηκε αυτό το καλοκαίρι στους κινηματογράφους: «Κάπου τριάντα χιλιόμετρα στα αριστερά μας, η αεροπορία σας γάζωνε ένα στρατιωτικό αεροδρόμιο, διαλύοντας τα αεροσκάφη μας στο έδαφος και ανατινάζοντας τις δεξαμενές καυσίμων. Τεράστιες στήλες μαύρου καπνού υψώνονταν πάνω από τα εγκαταλελειμμένα χωράφια, όπου αγελάδες έτρεχαν δεξιά αριστερά μουκανίζοντας απελπισμένα, ζητώντας να τις αρμέξουν. Μια μυρωδιά καμένου πλαστικού πλανιόταν στον αέρα και ερχόταν να προστεθεί στην εξουθενωτική ζέστη. Δεν είχαμε πάρει μαζί μας αρκετό νερό, κι η Ερμιόνη παραπονιόταν ήδη ότι διψούσε. Σταμάτησα σε ένα αγρόκτημα, όπου δεν δίστασαν να μας ζητήσουν να πληρώσουμε τρία φράγκα το λίτρο του νερού που άντλησαν από το πηγάδι. Αγανακτισμένοι με την αρπακτικότητα των χωρικών, οι πρόσφυγες τους την ανταπέδιδαν κόβοντας φρούτα στους αγρούς, ή μαζεύοντας λαχανικά. Είδα μάλιστα σε κάποιες κωμοπόλεις σπασμένα τζάμια και καταστήματα τροφίμων λεηλατημένα από το πλήθος. Διαπίστωσα ότι σε εκείνες τις βιαιοπραγίες έπαιρναν μέρος και στρατιώτες, που είχαν σκορπίσει κι αυτοί (...) Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευσε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν πεταχτεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν, μέσα σ΄έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”».

ΥΓ. Μερικά ιστορικά βιβλία στα οποία υπάρχει πλήθος πληροφοριών τόσο για τις μορφές αντίστασης όσο και για τις σχέσεις συνεργασίας που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής: Το εξαιρετικό δοκίμιο «Ο Μεγάλος Εμφύλιος Πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης, 1914-1945» του Paul Preston, στο βιβλίο «Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης» του T.C.W. Blanning (εκδ. Τουρίκη). Ο τρίτος τόμος από το βιβλίο των Serge Berstein και Pierre Milza «Ιστορία της Ευρώπης: Διάσπαση και Ανοικοδόμηση τηςΕυρώπης – 1919 έως σήμερα» (εκδ. Αλεξάνδρεια). Το απολαυστικό βιβλίο «Η Αυτοκρατορίατου Χίτλερ: Ναζιστική εξουσία στηνκατοχική Ευρώπη» του Mark Mazower (εκδ. Αλεξάνδρεια). Το πολύ καλό αλλά όχι τόσο ευχάριστο στην ανάγνωση «H Ευρώπη:1870-1970» του James Joll (εκδ. Βάνιας). Και, τέλος, το «Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας- Δοκίμιο πάνω στην κατάρρευση τουπολιτισμού» του Norbert Elias που κυκλοφόρησε μέσα στο 2015 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Στης οθόνης τον ύπνο
κατεβάζω αλλόκοτα όνειρα:

Είμαστε κάπου Βικτωρίας, Μάρνη
ή Φωκίωνος Νέγρη
πλήθος από ποικίλα έθνη
-Κινέζοι, Ινδιάνοι, νέγροι-

και διακρίνω με κατάλευκο κοστούμι
τον Δενέγρη
στις ομπρέλες ενός θερινού καφενείου
να πίνει παγωμένο ρούμι:

Ιδρώτας, ζέστη, πυρωμένο μεσημέρι του εβδομήντα
χρυσόμυγες στο ψάθινο καπέλο
δεμένες με λεπτές κλωστές
να του δροσίζουν σβουρίζοντας το πρόσωπο.

Πλησιάζω. Δίπλα του ένα κορίτσι.

(Κάτι κηλίδες αμυδρές στο στέρνο της
σχηματίζουν τον αστερισμό του Οφιούχου.)

«Είναι η Μπόκα», μου λέει, «η Νύχτα που χορεύει στο Μπουένος Άιρες.
Στέλνω ανταποκρίσεις από το φωτεινό της μέτωπο
για ν' αδειάζει το κεφάλι μου από τις λέξεις.

Η ποίηση συντελείται με μασημένα μισόλογα».

Ξύπνησα από τον κόκορα που ξημέρωνε
στις φωνές των θεμελίων.

Μπόκα, από την ποιητική συλλογή «Ισαύρων» του Δημήτρη Καλοκύρη, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2015.


Ξεκινάς ήσυχα κι ωραία ένα μαραθώνιο βεράντας με βιβλίο, σαλάτα και καφέδες με θρυμματισμένο πάγο... Ακυρώνεις τα πάντα για να διαβάσεις ένα μυθιστόρημα για τον Κομμουνισμό και την Κομιντέρν και ξαφνικά πέφτεις σε μια φράση που σε αναγκάζει να σηκωθείς από τη σεζλόνγκ και να αναζητήσεις στη βιβλιοθήκη το Κατά Μπαρτ Ευαγγέλιο των Ερωτευμένων, χιλιοδιαβασμενους Κούντερα, δερματόδετους Σταντάλ και να διανύσεις για μια ακόμη φορά την απόσταση από την άφατη ουτοπική ευτυχία στα μαύρα φεγγάρια του έρωτα.

«Τώρα κάθονταν σ' ένα καφέ. Η Λίζμπετ σκούπισε το πρόσωπό της με το δικό του μαντίλι, περίμεναν σιωπηλοί κι οι δύο να τους φέρουν το πρωινό. Ύστερα εκείνη έφαγε -λαίμαργα, όπως πάντα όταν ήταν θλιμμένη. Μια κίτρινη λουριδίτσα έμεινε στο πανωχείλι της. Κι όταν ο Γιόσμαρ, ρίχνοντας ένα βλέμμα πάνω απ' την εφημερίδα του, είδε αυτό το κίτρινο στόμα, ένιωσε βέβαιος πως αυτή η γυναίκα δεν τον αφορούσε πια καθόλου, πως καμιά κουβέντα που θα 'βγαινε απ' αυτό το στόμα δεν θα έπρεπε να επιτρέψει να τον συγκινήσει».

Αυτό το απόσπασμα από το απολαυστικό πρώτο μέρος της τριλογίας του Μανές Σπέρμπερ Η Καμένη Βάτος (εκδ. Καστανιώτη, μτφρ. Έμη Βαϊκούση, σελ. 39), εκφράζει απολύτως το στάδιο της ερωτικής απομάγευσης. Ο εραστής ανακαλύπτει ότι οι αμφιβολίες που θρέφει μέσα σε μια βασανιστική σιωπή -μια ένοχη σιωπή που δεν παραδέχεται για καιρό ούτε στον ίδιο τον εαυτό του- για το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του, είναι δυστυχώς όχι μόνο βάσιμες, αλλά μη αναστρέψιμες. Η διαδικασία της εξιδανίκευσης που ο Σταντάλ στο Περί Έρωτος (εκδ. Εξάντας) ονομάζει «κρυστάλλωση», έχει ολοκληρώσει οριστικά και αμετάκλητα τον κύκλο της. Ο ερωτευμένος συνειδητοποιεί και αποδέχεται πια ότι «ο έρωτας μοιάζει με τον πυρετό· γεννιέται και σβήνει ενώ η θέληση δεν έχει τον παραμικρό λόγο».

Ζαλισμένος από το κενό που αφήνει πίσω του ο πυρετός, η ολοκληρωτική απουσία της ερωτικής παραζάλης που κάποτε τον ταλάνιζε, βιώνει μια εσωτερική εξορία. «Αποφασισμένο να απαρνηθεί την ερωτική κατάσταση, το ερωτικό υποκείμενο διαπιστώνει με θλίψη ότι έχει εξοριστεί από το Φαντασιακό του» (Ρολαν Μπαρτ, Αποσπάσματα τουερωτικού λόγου, εκδ. Ράππα, σελ. 125). «Αρχίζει τότε ένα είδος μακράς αϋπνίας. Αυτό είναι το καταβλητέο τίμημα: θανατώνοντας την (εξιδανικευμένη) εικόνα (του άλλου) εξαγοράζω τη ζωή μου».

Διαβάζοντας γι' αυτή τη μικρή λουριδίτσα στα χείλη της Λίζμπετ, μια απεχθής πια εικόνα που γίνεται το λάβαρο της απελευθέρωσης του ήρωα από το βάσανο ενός νεκρού έρωτα, θυμάμαι μια αντίστοιχη διαδικασία «αποκρυστάλλωσης» στους Γελοίους Έρωτες του Μίλαν Κούντερα (εκδ. Οδυσσέας και Εστία): «Σκεφτόταν ότι αυτή η κοπέλα, όπως την αγαπούσε, δεν ήταν παρά ένα προϊόν της επιθυμίας του, της αφηρημένης σκέψης του, της εμπιστοσύνης του, και ότι η φίλη του, όπως ήταν πραγματικά, ήταν η γυναίκα που στεκόταν εκεί, απελπιστικά άλλη, απελπιστικά ξένη, απελπιστικά πολύμορφη. Τη μισούσε».

Ο ήρωας του Σπέρμπερ με τα αντανακλαστικά του σε πλήρη εγρήγορση αποδέχεται την αποκρυστάλλωση, την απομάγευση, την εξορία από το φαντασιακό του, άμεσα και χωρίς μάταιες εκλογικεύσεις, μπαίνει στο τρένο και εγκαταλείπει την ξένη πια γυναίκα που κάποτε αγάπησε παράφορα. Επιλέγει να αφήσει την εικόνα να πεθάνει για να εξαγοράσει τη ζωή του. Επιβιώνει. Δεν κάνει το λάθος του Φραντς και της Ρεβέκα στα Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα που προσπάθησαν «να νικήσουν τη μονοτονία του ζευγαριού, ανάγοντας τον έρωτα σε ειδωλολατρία», να ξεγελάσουν το τέλος με έναν ακόρεστο σεξουαλικό κανιβαλισμό. «Σήμερα πληρώνουμε επειδή θελήσαμε να διαιωνίσουμε μια αυταπάτη» (Πασκάλ Μπρυκνέρ, εκδ. Αστάρτη, σελ. 155). Πιο παλιά ίσως να θεωρούσα τον ήρωα του Σπέρμπερ δειλό, τώρα τον θεωρώ υγιή. Ίσως να έχω μεγαλώσει

«Παρότι μας λένε ότι “καταναλώνουμε” λογοτεχνία, η λογοτεχνία, σε αντίθεση με το φαγητό που βρίσκεται στο πιάτο μας, παραμένει εκεί αφότου την έχουμε καταναλώσει... Και στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι εξίσου νόστιμη όσο και την πρώτη φορά».

Για τους εραστές της γεύσης ένα πιάτο δεν είναι παρά ένας καμβάς που κάποιος έχει φιλοτεχνήσει. Κάθε μπουκιά αφήνει στο στόμα αρώματα και γεύσεις, ένα μικρό ποίημα γεμάτο φυσαλίδες που σκάνε στον ουρανίσκο.

Το ίδιο συμβαίνει και με την καλή λογοτεχνία. Μια φράση αρκεί για να σε μεθύσει ή μια τρελή, αναπάντεχη σύνταξη να σε μαγέψει όπως το συγκλονιστικό καρπάτσιο ενός σεφ. Οι συγγραφείς μαγειρεύουν επικίνδυνα πράγματα, αφού οι λέξεις μπορούν να σε στοιχειώσουν για πάντα. Οι εικόνες και οι συνειρμοί που δημιουργούν με την αφήγησή τους μπορούν να εισβάλλουν μέσα σου και να ξεσπάσουν σαν χείμαρρος σε ανύποπτο χρόνο. Η λογοτεχνία γητεύει. Εθίζεσαι στην καλή λογοτεχνία, σ΄αυτό το αέναο κυνήγι της τέλειας φράσης. Μιας φράσης τόσο άψογης που αποτελεί από μόνη της ένα μικρό αριστούργημα.

Με χάρακες και μολύβια (εγώ πάντα με χάρακα μαύρο και μαύρο πλακέ μολύβι Moleskine), με το καλό μας μπλε στυλό, με φλούο μαρκαδοράκια οι τολμηροί ή με ένα ταπεινό Bic με μασημένο καπάκι, υπογραμμίζουμε και ξανα-υπογραμμίζουμε, κρατούμε σημειώσεις, κυκλώνουμε, βάζουμε σύμβολα, βελάκια κι ενδείξεις στο λευκό περιθώριο προσπαθώντας να απαθανατίσουμε μια φράση-κλειδί. Λέξεις εισιτήρια που μας μεταφέρουν κάπου μακριά από εμάς -μακριά κι όμως τόσο οικεία-, λάφυρα από ταξίδια στην άκρη της σελίδας, θησαυρούς που φυλάμε, σαν σεντούκια με πολύτιμους λίθους και παλιά νομίσματα, σε μια γωνιά του μυαλού μας. Ασήμαντα πράγματα, παρηγοριές για ονειροπαρμένους, κι όμως αυτά τα ασήμαντα είναι τα μόνα πράγματα που στο τέλος μένουν, ευτυχώς, μαζί με την αγάπη.

Comicdom και νέα κόμικ στο bazaar της έκθεσης, selfies με super ήρωες και Βίκινγκς στη Μασσαλίας, στραβοπατημένα All Star και έξυπνα T-Shirts. Aνεμελιά ζωγραφισμένη με το μολύβι.

Vegan τούρτα με λεμόνι κι αγαύη στο Graffito. Λιώνει σαν αφρός στο στόμα.

Βόλτα κάτω από τις νεραντζιές της Δελφών, ήλιος και βροχή, μαρινιέρες και navy παπούτσια, ανοιξιάτικες μυρωδιές, λουλούδια από καλάθια στο δρόμο. Νεραγκούλες και κλειστές ακόμα ανεμώνες. Ευεξία.

Ζευγάρια, ήσυχα πια από την πρώτη πόζα, κάθονται και διαβάζουν πλάι πλάι στον ήλιο, με ένα βιβλίο ο καθένας ή μια διαμελισμένη εφημερίδα στο χέρι, χωρίς πολλά λόγια. Πόση ευτυχία και πόση συνενοχή έχει αυτή η δουλεμένη από καιρό οικειότητα.

Παράθυρα σε νεοκλασικά κτίρια και ακροκέραμα που φωτίζονται από το φυσικό φως. Τι ιστορίες και τι έρωτες να κρύβουν; Κάθε παράθυρο είναι ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε ποτέ.


Happy end: Νέοι θησαυροί στον ηλιόλουστο καναπέ. Ένα απολαυστικό κείμενο στο ipad για «Το μακρύ ταξίδι της άμμου» του Παζολίνι. Και στο Τρίτο Πρόγραμμα ολόκληρη η όπερα του Μότσαρτ «Απαγωγή από το Σεράι».  

 YΓ.: Και μέσα σε όλα αυτά πρόλαβα να διαβάσω (ξανά) και για τον Καρλομάγνο. 



Πάσχα στην πόλη σημαίνει: Ποδήλατο, διάβασμα μέχρι αργά, βόλτες στο κέντρο. Ρέκβιεμ του Μότσαρτ και Stabat Mater σε όλες του τις εκδοχές. Επιτάφιος στην Πλάκα, Αγγλικανική Εκκλησία για θρησκευτικούς ύμνους που κόβουν την ανάσα, ανθισμένες πασχαλιές (αν δεν κάψουν εγκεφαλικά κύτταρα από το χιόνι) και φέτος vegan μαγειρίτσα με μανιτάρια και τόφου (#χαμός). Πάσχα όμως, για να τα λέμε όλα, σημαίνει κυρίως αγορές βιβλίων για δώρο (στον εαυτό μου).

Εδώ λοιπόν η λίστα με τις φετινές πασχαλινές αγορές και η απολογία μου γιατί ξεχύθηκα πάλι στα βιβλιοπωλεία, ενώ μόλις προχθές έφερα στο σπίτι μια στοίβα με άλλα συγκλονιστικά βιβλία:

Δίχως ίχνος μεταμέλειας: Μια μυθιστορία για τον Ζιλ Μπονό από τον Pino Cacucci (εκδ. d.). Το ερωτεύθηκα και δεν το μετανιώνω. Γιατί μου έκαναν κλικ το εξώφυλλο με κόμικ και το μακελειό μεταξύ αναρχικών και μπουρζουάδων στη Γαλλία των αρχών του 20ου αιώνα.

Πόλεμος και Πόλεμος του László Krasznahorkai (εκδ. Πόλις) διότι θέλω όσο τίποτα να βυθιστώ «σ' έναν κόσμο που διχάζεται ανάμεσα στην αγριότητα και τη μανιώδη ομορφιά», από έναν σύγχρονο συγγραφέα τον οποίο ο ξένος Τύπος εξισώνει με τους Γιόζεφ Ροτ, Ρόμπερτ Μούζιλ και Τόμας Μπερνχαρντ. Extra bonus: Εχει Miró στο εξώφυλλο. Κομψοτέχνημα.

Γαλλική Σουίτα της Ιρέν Νεμιρόβσκυ (εκδ. Πατάκη). Διαβάζοντας ιστορία για την εισβολή των Ναζί στη Γαλλία και τη δωσιλογική κυβέρνηση του Βισύ (Η Αυτοκρατορία του Χίτλερ του Mark Mazower, εκδ. Αλεξάνδρεια), συνειδητοποίησα ότι δεν είναι δυνατόν να μην έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο. Έχω ως γνωστόν ένα καινούριο παιχνίδι: διαβάζω ιστορία και μετά κυκλώνω όλη την εποχή που μελετώ, αναζητώντας μυθιστορήματα, ταινίες, πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά κ.ά. Ποτέ δεν έχω περάσει καλύτερα!

Ρασπούτιν του Εντβαρντ Ρατζίνσκι (εκδ. Νάρκισσος). Μία βιογραφία του σατανικού καλόγερου που υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το βιβλίο βασίζεται στο φάκελο των Ρωσικών Κρατικών Αρχείων που βρέθηκε στα χέρια του συγγραφέα το 1995. Ποιος ήταν ο ρόλος του Ρασπούτιν στην αποσάθρωση της δυναστείας των Ρομανόφ; Τελικά τα είχε και με την τσαρίνα και με τον δολοφόνο του (πρίγκιπας Φελίξ Γιουσούποφ) και με τα μισά δουλικά του παλατιού; Σεξ, ψέματα και... (πορνό) βιντεοταινίες πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση. Κέφι.

ΥΓ. Φέτος ζήτησα λαμπάδα με το δεύτερο τόμο των Τιμπώ του Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ. Μ. Πέμπτη κι ακόμα τίποτα. Πάλι μόνος μου θα παίξω το νονό. :-(



Αν κάτι ζηλεύω πραγματικά είναι το ταλέντο στο σκίτσο. Θα ήθελα όσο τίποτε άλλο να μπορούσα να σχεδιάζω και να αφηγούμαι ιστορίες με το μολύβι. Το όνειρο της ζωής μου δεν είναι να γράψω ένα βιβλίο, αλλά ένα graphic novel. Να φτιάξω έναν ολόκληρο κόσμο από το μηδέν. Με τις καμπύλες των σωμάτων, τις φόρμες των αντικειμένων, τα χρώματα που τόσο πολύ αγαπώ να βλέπω στο χαρτί μα δεν τα θέλω καθόλου στη ζωή μου.

Μια ξεχωριστή illustrator, την οποία θαυμάζω πολύ για την καθαρότητα των γραμμών της και αυτό που αποκαλώ φίνο και μοντέρνο ύφος, είναι η Γαλλίδα Malika Favre. Η graphic designer που ζει στο Λονδίνο, συνεργάζεται με διαφημιστικές εταιρείες και τα μεγαλύτερα περιοδικά στον κόσμο. Τα σκίτσα της είναι γεμάτα χρώματα και έχουν έναν κοσμοπολίτικο αέρα: κάτι από τη Ριβιέρα του '60. Μεγάλα καπέλα, πουά μπικίνι, ριγέ σεζλόνγκ πλάι στην πισίνα, μεθυστικά κοκτέιλς. Μου αρέσουν οι ήρωές της γιατί απολαμβάνουν με στυλ την κάθε στιγμή, αλλά φυσικά αγαπώ περισσότερο αυτούς που διαβάζουν.




















ΥΓ.: Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στο site: www.malikafavre.com