Η βρετανίδα ντιζάινερ Deborah Bowness έχει σχεδιάσει τις πιο ωραίες trompe l'oeil ταπετσαρίες. Μοιάζουν με βιβλιοθήκες φορτωμένες με εκατοντάδες βιβλία, αλλά δεν είναι παρά ένα φύλλο χαρτιού κολλημένο στον τοίχο. Είναι τόσο πειστικές που σχεδόν μυρίζεις αυτό το ιδιαίτερο (υπέροχο) άρωμα που έχει το χαρτί ενός βιβλίου. Αν σας αρέσουν θα τις βρείτε εδώ: www.deborahbowness.com και www.caravanstyle.com






















Υ.Γ. Eδώ στη Λιμνούπολη που αποφάσισα να μετακομίσω δεν έχει κρίση. Βγαίνεις στον ήλιο και διαβάζεις, ακούς μουσική κι αν δεν σ' αρέσει κάτι παίρνεις τη γόμα και το σβήνεις. Κι όλα τα βλέπεις αλλιώς!



«Πλάστε όπως σας αρέσει τη φανταστική ιστορία σας μ' εμένα. Αλλά εγώ δεν θα σας βοηθήσω αν και το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να αποσύρω τη μορφή μου. Δεν θα με ξαναδείτε. Με δυσκολία με κόπο που όσο πάει θα μεγαλώνει η μνήμη σας θα αγωνιά. Θα αγωνίζεται να ξαναφτιάξει τη μορφή μου το πρόσωπό μου το σώμα μου. Έχω ακούσει αλλά το ξέρω κι από τον εαυτό μου πως η μνήμη μας χάνει πολύ γρήγορα και πριν απ' όλα τα άλλα χάνει τις μορφές εκείνων που αγαπήσαμε. Δεν είναι παράδοξο; Η εικόνα μου στη μνήμη σας θα έχει πια τρυπήσει και θα ξεφεύγω από τις τρύπες κι εσείς με αγωνία με πόνο. Θα προσπαθείτε να κρατήσετε ακέραια όλα μου τα μέλη όμως αυτά θα χάνονται θα γλιστράν μέσα από τα δάχτυλά σας ώσπου τίποτε πια να μη μείνει μέσα σας από τη μορφή μου από μένα».
Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του ποιητή (σελ. 20)

Σαν τα πρόσωπα που ερωτευθήκαμε. Σαν εκείνα που χάσαμε για πάντα. Σαν τους ήρωες στα βιβλία που διαβάσαμε. Πρόσωπα φτιαγμένα από σπασμένες εικόνες της μνήμης, σαν τα κομμάτια ενός θρυμματισμένου καθρέφτη που παραμορφώνουν και εκφυλίζουν ό,τι αγαπήσαμε πιο πολύ. Οι πίνακες της Γαλλίδας ζωγράφου Francoise Nielly μου φέρνουν στο μυαλό όλους εκείνους τους απεγνωσμένους ήρωες της λογοτεχνίας, τους αιώνια ερωτευμένους που παλεύουν να αναμετρηθούν με τη λήθη, το χρόνο ή και ακόμα με την πραγματικότητα του άλλου. Μου θυμίζουν τη μάταιη προσπάθεια του ερωτευμένου Βέρθερου να προστατεύσει με κόπο την εξιδανικευμένη εικόνα της Λόττε που λάτρευε μέχρι θανάτου (Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, Γκαίτε, εκδόσεις Άγρα). Τον Χούμπερ Χούμπερτ που κρατιόταν με νύχια και με δόντια -συλλέγοντας φετιχιστικά μικρά σπαράγματα της μνήμης του- να μην χάσει την αθώα μορφή της Λολίτας (Λολίτα, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, εκδόσεις Ερατώ). Τον Φλορεντίνο Αρίσα, ο οποίος πέρασε μια ζωή στην αναμονή, συναισθηματικά ανάπηρος, κυνηγώντας τη μορφή της Φερμίνα που αγαπούσε από παιδί (Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, εκδόσεις Λιβάνη). Τις αναμνήσεις του κοριτσιού από τον Εραστή της Βόρειας Κίνας (Μαργκερίτ Ντυράς, εκδόσεις Εξάντας): τον έρωτα, την απόγνωση, το φόβο, και όλο τον πόθο του κόσμου για έναν άντρα, από τον οποίο τελικά δεν συγκράτησε τίποτα πέρα από μια θολή εικόνα του στο κρεβάτι.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά μόλις είδα τα έργα της Francoise Nielly σκέφτηκα ότι είναι πρόσωπα που κάποιος τα ερωτεύθηκε και με το πέρασμα του χρόνου θυμάται την ένταση, την παραφορά, τον πόθο που ένιωθε γι' αυτά, αλλά χωρίς να μπορεί να εστιάσει στα αληθινά χαρακτηριστικά τους. Οι λεπτομέρειες σβήνουν, ξεφτίζουν, μπερδεύονται σαν τα χρώματα στην παλέτα της ζωγράφου. Γλιστρούν, αλλοιώνοντας την αρχική μορφή.










Υ.Γ. Για να δείτε όλα τα έργα της ζωγράφου Francoise Nielly κάντε κλικ εδώ. 


«...Ανεβαίνεις όταν πρέπει ν' ανέβεις και κατεβαίνεις όταν πρέπει να κατέβεις. Όταν είναι ν' ανέβεις βρες το ψηλότερο σημείο και στρογγυλοκάθισε εκεί. Όταν είναι να πέσεις χαμηλά, βρες το βαθύτερο πηγάδι και κατέβα στον πάτο του. Όταν δεν υπάρχει ροή, μείνε ακίνητος. Εάν αντισταθείς στη ροή, τα πάντα στεγνώνουν».
Χαρούκι Μουρακάμι, Το κουρδιστό πουλί (σελ. 73)



Υπάρχουν βιβλία που γράφουν τόσο δυνατά μέσα σου που είναι λες και δεν έχεις σταματήσει ποτέ να τα διαβάζεις. Το Κουρδιστό Πουλί του Χαρούκι Μουρακάμι (εκδόσεις Ωκεανίδα) είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το διάβασα το φθινόπωρο του 2008 και τόσα χρόνια μετά το σκέφτομαι ακόμα. Η κάθοδος του Τόρου Οκάντα στα πιο σκοτεινά κι ανεξερεύνητα υπόγεια του υποσυνειδήτου. Η εξαφάνιση της συζύγου του Κουμίκο. Η Κρέτα Κάνο με τις τεράστιες βλεφαρίδες της. Η μυστηριώδης Μαγιού Κασαχάρα. Το κουρδιστό πουλί στη βεράντα. Η ροή στην οποία δεν πρέπει να αντισταθείς και το πιο βαθύ πηγάδι στο οποίο πρέπει να κατέβεις για να αναμετρηθείς με τα ίδια σου τα σκοτάδια. Λέω να το ξεκινήσω ξανά, γιατί ένα δυνατό βιβλίο όπως αυτό μπορείς να το διαβάζεις και να το ξαναδιαβάζεις ανακαλύπτοντας διαρκώς πίσω από τις λέξεις κρυμμένα νοήματα.  


Κανονικά τα όνειρα θα έπρεπε να είναι ασπρόμαυρα, σαν τις παλιές ταινίες.
Λες και βγήκαν από φωτογραφίες του 1950: Βραδινές βόλτες και φιλιά σε πλακόστρωτα στενά, στα κρυφά. Σαν θερινά σινεμά που παίζουν την Casablanca. Με παγωμένες γρανίτες και τυχαία αγγίγματα στο σκοτάδι. Κατάλευκα μεσημέρια σε σκιερά σπίτια, δροσερά, με μισάνοιχτα στόρια για να τρυπώνει ο ήλιος. Με λευκούς καναπέδες και αφράτα μαξιλάρια, μαύρα ποτήρια και κουρτίνες από γάζα που ανεμίζουν στο ελαφρύ αεράκι. Αυτοκίνητα που κυλάνε στην άσφαλτο. Δεντρά που ζωγραφίζουν με τα κλαδιά τους σχήματα στον ουρανό. Ποδήλατα που τρέχουν στο απογευματινό φως. Καλοκαιρινά πάρτι στον κήπο και κυριακάτικα, χειμωνιάτικα πρωινά στην παραλία.
Μεταξύ άσπρου και μαύρου παίζεται για μένα όλο το παιχνίδι: Στο κενό ανάμεσα στους δείκτες του ρολογιού. Μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Εκεί στο λευκό περιθώριο του χαρτιού, στο βιβλίο που είναι η ζωή μας, χορεύουν τα όνειρα σαν λέξεις βουτηγμένες σε μαύρο μελάνι. Λέξεις που δεν γράφονται, αλλά γράφουν στο μυαλό για καιρό.   












Δυο τρία ανθισμένα κλαδιά στο βάζο, παιδικά cupcakes, τραγούδια που σε ταξιδεύουν σε γιαπωνέζικους κήπους, βόλτες με το ποδήλατο στη λιακάδα, ένα διάλειμμα για καφέ με φίλους... Και φυσικά καινούρια βιβλία. Μικρές ανοιξιάτικες απολαύσεις που κάνουν τη ζορισμένη πια πόλη, με τις σιδερόφραχτες πλατείες και τα λουκέτα παντού, να δείχνει πολύχρωμη. Έστω και για λίγο. Μια πόλη σαν παιδική ζωγραφιά, με τις πολυκατοικίες βαμμένες με κηρομπογιές, κάθε όροφος κι άλλο χρώμα. Σαν το εξώφυλλο στο μυθιστόρημα «Η γενιά του Μπλακ Άουτ» του Σπύρου Παλούκη (από τις -μικρές, αλλά πολύ δημιουργικές- εκδόσεις Το Μαγικό Κουτί & Fata Morgana).

Δεν ξέρω τίποτα γι' αυτό το βιβλίο, πέρα από το ότι έχει ένα τέλειο εξώφυλλο που όταν το βλέπεις σου ανοίγει η καρδιά και από το βασικό story στο οπισθόφυλλο:
«Μια μεγαλούπολη. Κατακαλόκαιρο. Μπλακ άουτ.
Το ρεύμα κόβεται. Καμία ενημέρωση, καμία πειστική εξήγηση, και καμία επίσημη πληροφόρηση για το πότε θα ξανάρθει. Κι όσο περνούν οι μέρες ο χρόνος αρχίζει να κυλάει ξανά στον ενεστώτα. Οι ρυθμοί χαλαρώνουν οι άνθρωποι μιλούν στον διπλανό τους κι όχι στο κινητό. Με την τηλεόραση κλειστή, οι οικογένειες βρίσκουν χρόνο να ξανασμίξουν. Ανακαλύπτουν ξανά το διάβασμα. Πλήθη εισρέουν με ευλάβεια σε μπορχεσιανές βιβλιοθήκες. Χάνονται στο εσωτερικό τους εξερευνώντας σκονισμένους τόμους υπό το φως των κεριών. Ταυτόχρονα, ελλοχεύει το χάος. Ομάδες αγανακτισμένων αστών σπάνε βιτρίνες και καίνε κτήρια. Αστυνομικά ελικόπτερα βουίζουν. Σκάνε δακρυγόνα. Γίνονται μικροκλοπές. Η έννομη τάξη καταστρατηγείται. Οι άνθρωποι ξεσπούν τη μανία τους στις βιτρίνες, σε κάδους σκουπιδιών, σε καζίνο. Και στην περίλαμπρη μητρόπολη της πρωτεύουσας, με θλιβερή επισημότητα, γίνονται λιτανείες για να ξανάρθει το φως. Σ' αυτές τις συνθήκες, της σχόλης και της καταστροφής, της χαράς και της απόγνωσης, στην παροπλισμένη μεγαλούπολη, θα γνωριστούν ο Ανέστης και η Ζωή. Εκείνη, κυνηγημένη από το παρελθόν. Εκείνος, προσπαθώντας να ξεφύγει από τον εαυτό του. Και...»

Φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου ανέβασε χθες η φίλη μου η Χρύσα από το Twitter (έχει αυτό το πολύ ωραίο blog inspirationpage.wordpress.com) και αμέσως μου έκανε κλικ για να το αναζητήσω. Πρόκειται για μια αλληγορία της κρίσης: το μπλακ άουτ, η πόλη που διαλύεται, οι άνθρωποι που παλεύουν να κινηθούν μέσα στο χάος και είτε ανακαλύπτουν το φως στο σκοτάδι είτε συμμαχούν με ό,τι χειρότερο κρύβουν μέσα τους αφήνοντας τις σκιές να τους καταπιούν.
Δεν ξέρω αν θα μου αρέσει, τελικά. Θα το αρχίσω απόψε και θα σας πω. Ξέρω μόνο πως σήμερα που βγήκα βόλτα για να το αγοράσω, μου έφτιαξε το κέφι.


Υ.Γ. Έχω κολλήσει με το remix του τραγουδιού Yoake No Scat (Melody for a New Dawn) της Saori Yuki από τις Marsheaux. Και το μυαλό κατρακυλάει διαρκώς στους γιαπωνέζικους κήπους που λέγαμε.