Όσοι αγαπάμε τα βιβλία, έχουμε φτιάξει τις μικρές μας γωνιές όπου απολαμβάνουμε τα ταξίδια του μυαλού. Γωνιές γεμάτες μυθιστορήματα, ποιήματα, αφράτα μαξιλάρια και φως. Στο κοινωνικό δίκτυο Pinterest -όπου οι χρήστες μοιράζονται τις φωτογραφίες που τους εμπνέουν- και ιδιαίτερα στην κατηγορία της διακόσμησης, μπορείτε να βρείτε ιδέες για να ανανεώσετε ή να φτιάξετε και τη δική σας. Εδώ σας δίνω ένα μικρό δείγμα από τις φωτογραφίες που έχω δει εκεί και με κάνουν να ονειρεύομαι:

Πηγή: Simplypi
Πηγή: 1.bp.blogspot.com
Πηγή: 30.media.tumblr.com
Πηγή: bing.com
Πηγή: bohemianhomes.tumblr.com
Πηγή: bookshelves.tumblr.com
Πηγή: community.livejournal.com
Πηγή: desiretoinspire.net
Πηγή: finelittleday.com
Πηγή: flickr.com
Πηγή: fromtherightbank.com
Πηγή: ilai.ch
Πηγή: kmldesign.dk
Πηγή: moonlightrainbow.tumblr.com
Πηγή: seenandsaid.tumblr.com
Όλες οι φωτογραφίες είναι από το www.pinterst.com, όπου τις έχουν ανεβάσει κατά καιρούς οι χρήστες του αναφέροντας την πηγή (blogs, περιοδικά, άλλα κοινωνικά δικτυα κτλ.). Η πηγή που αναγράφω κάτω από κάθε φωτογραφία είναι αυτή που αναφέρει η ανάρτηση των χρηστών του Pinterest.    

Το μικρό βιβλίο «Μαύρα Γυαλιά» (εκδόσεις Opera) του Σερζ Ζονκούρ διαβάζεται με μια ανάσα. Απολαυστικό σαν δροσερό κοκτέιλ μέσα στο καλοκαίρι. Συνδυάζει την κομψότητα μιας εκλεπτυσμένης γραφής και την ένταση ενός αριστοτεχνικού ψυχολογικού θρίλερ.
Ο Γάλλος συγγραφέας, ένας brilliant πρώην κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία που τα παράτησε για να αφιερωθεί στο γράψιμο, χτίζει ένα σκηνικό που θα έκανε τον Χίτσκοκ να τιναχτεί από την καρέκλα του.
«Μέσα στο καλοκαιρινό απομεσήμερο καταφθάνει ένας ωραίος, λευκοντυμένος άγνωστος με μοναδική αποσκευή τα Ray-Βan γυαλιά του. Το νησί είναι παραθεριστικός παράδεισος, η οικογένεια μεγαλοαστική, οι κόρες πλήττουν στην πισίνα, ο καύσωνας λιώνει το τοπίο. Ο ωραίος άγνωστος δηλώνει φίλος τού -παντελώς αποτυχημένου- γιου της οικογένειας τον οποίο όλοι περιμένουν αλλά δεν βλέπουν να έρχεται. Κάπου, στις ακτές, η αστυνομία ανακαλύπτει ένα πτώμα...».
Το νησί που δεν κατονομάζεται, αλλά θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε στη Μεσόγειο, είναι το ιδανικό σκηνικό για το τέλειο έγκλημα. Το σπίτι είναι ένα εξοχικό σαν αυτά που συναντά κανείς στη Γαλλική Ακτή, γεμάτο δέντρα, βεράντες με ροτόντες φερ φορζέ και ξύλινα τραπέζια δώδεκα ατόμων σε σκιερές πέργκολες. Όλοι στη βίλα αποπροσανατολισμένοι, με τα αντανακλαστικά τους κοιμισμένα από την ανεμελιά των διακοπών, παραδίδονται στα θέλγητρα ενός γοητευτικού ξένου, για του οποίου τις προθέσεις μόνο ο σύζυγος μίας εκ των δύο αδελφών ανησυχεί. Ακόμα και οι γονείς, αν και επιφυλακτικοί στην αρχή, γρήγορα μαγεύονται από τον άντρα που δείχνει αψεγάδιαστος σαν μοντέλο του Armani. Ο τύπος τους κερδίζει έναν έναν. Είναι διασκεδαστικός, τέλειος συνομιλητής, έξυπνος, η ιδανική δηλαδή συντροφιά για τα μακρόσυρτα απογεύματα του Αυγούστου. Καθημερινά τα οχυρά πέφτουν και η οικογένεια αφήνεται στα χέρια του. Μέχρι που η απουσία του playboy γιου αρχίζει και τους υποψιάζει...
Στα δυνατά του βιβλίου εκτός από το πανέξυπνο φινάλε είναι οι δυνατές περιγραφές. Ο Ζονκούρ εκτός του ότι ξέρει να ανεβάζει σταδιακά την ένταση, εναλλάσσοντας τις καλοκαιρινές εικόνες ανεμελιάς που σε ταξιδεύουν με την απειλή που υποβόσκει σε κάθε σελίδα, είναι εξαιρετικός στυλίστας. Οι παραλίες και τα διάφανα νερά τους, τα κρις κραφτ που σκίζουν τα κύματα, τα στρωμένα τραπέζια στον κήπο, τα κοσμοπολίτικα απογεύματα με κοκτέιλ στην πισίνα, οι βόλτες στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας, είναι όλα τόσο ζωντανά που νιώθεις σαν να βρίσκεσαι εκεί.

Υ.Γ. O πίνακας Α Bigger Splash (1967) του David Hockney εικονογραφεί και το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης.  

Εκεί όπου όλοι έβλεπαν μια ακατάστατη βιβλιοθήκη, εγώ είδα ένα ουράνιο τόξο.
Από μικρός ονειρεύομαι ένα μικρό δώμα γεμάτο βιβλία. Όλοι οι τοίχοι του να είναι καλυμμένοι από άκρη σ' άκρη με ράφια. Και στο κέντρο του μια δερμάτινη πολυθρόνα με υποπόδιο, στραμμένη προς το παράθυρο για να κοιτώ ανάμεσα στις φράσεις πού και πού τον ουρανό. 
Οι βιβλιοθήκες είναι το φετίχ μου. Πεθαίνω για κομοδίνα φορτωμένα με μυθιστορήματα που περιμένουν τη σειρά τους. Για άνετες πολυθρόνες, φουτουριστικές σαν αυτές που σχεδιάζει ο Marc Newson ή κλασικές μπερζέρες της γιαγιάς. Για αφράτους καναπέδες πλάι στο τζάκι. Για κάθε μικρή γωνιά, δηλαδή, όπου αράζει κανείς σαν τεμπέλης γάτος για να διαβάσει, να σκεφτεί, να ονειρευτεί.
Το σπίτι μου, αν και μικρό, είναι γεμάτο με τέτοιες γωνιές: Έχω ένα κατάλευκο ανάκλιντρο πλάι σε ένα μεγάλο παράθυρο, όπου μου αρέσει να κάθομαι εκεί με το βιβλίο μου αγκαλιά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα σύννεφα και στη βροχή. Μια πολυθρόνα με μεγάλη πλάτη, από αυτές του γιατρού που ξαπλώνουν πίσω. Έναν καναπέ στην καταπράσινη ταράτσα μου για να διαβάζω κάτω από τα δέντρα, όταν έχει λιακάδα. Κι έχω και το κρεβάτι μου, γιατί δεν κλείνω ποτέ μάτι αν δεν ανοίξω πρώτα ένα βιβλίο. Όσο για τις βιβλιοθήκες, έχω τρεις. Κι όλες πάντα το χάος. Ο χειρότερος εφιάλτης του βιβλιοθηκονόμου. Βιβλία στοιβαγμένα κατά τύχη, αυθόρμητα σαν τις παιδικές μου αναμνήσεις. Τακτοποιημένα μέσα στην αταξία τους. Χωρίς να λάβω υπόψη αλφαβητική σειρά, εκδοτικό οίκο, χώρα, θεματολογία ή είδος.
Όσες φορές κι αν φτιάξω τις βιβλιοθήκες μου, σε λίγες μέρες μαζεύονται τόσα καινούρια βιβλία που πρέπει είτε να χαρίσω όσα δεν σκοπεύω να διαβάσω είτε να φυγαδεύσω τα υπόλοιπα στη βιβλιοαποθήκη μου. Όσα κρατάω μέσα στο σπίτι, τα τακτοποιώ διαρκώς, ανάλογα με τις εμμονές της εποχής. Τώρα τελευταία σε ένα από τα ράφια, έχω ταξινομήσει τα βιβλία ανάλογα με το χρώμα της ράχης τους. Σαν παλέτα. Έτσι που ο Κάφκα ανακατεύεται με τον Στίβεν Κινγκ και ο Ηράκλειτος με τον Μπρετ Ίστον Έλις. Η Τζέιν Έιρ τρέχει να γλυτώσει από τους τους μανιακούς του Τζέιμς Ελρόι και ο Βέρθερος αγκαλιάζει με πάθος τη Λίσμπετ Σαλάντερ. Κι όλα αυτά, γιατί εκεί όπου όλοι έβλεπαν μια ακατάστατη βιβλιοθήκη, εγώ είδα ένα ουράνιο τόξο.
Αν πάντως ισχύει, αυτό που λένε, ότι καταλαβαίνεις πολλά για κάποιον αν ρίξεις μια ματιά στη βιβλιοθήκη του, εγώ τι είμαι; Γιατί χάρισα τα βιβλία μου; Φοβάμαι τις δεσμεύσεις ή απλά βαριέμαι να ξεσκονίζω; Αλλά και το γεγονός ότι όσα έμειναν τα τακτοποίησα παίζοντας με τις αποχρώσεις, τί δείχνει; Ότι είμαι ένα πρώτης τάξεως άθυρμα του ντιζάιν; Ότι παθαίνω αλλεργία σε κάθε είδους κανόνα, ξεκινώντας πρώτα από αυτούς της βιβλιοθηκονομίας; Ότι τη βρίσκω αναζητώντας μαζοχιστικά από ράφι σε ράφι τρεις ώρες ένα βιβλίο χωρίς αποτέλεσμα; Ότι ψάχνω διαρκώς δημιουργικούς τρόπους για να αποδείξω ότι η βαρετή πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει αρκεί να τη δεις αλλιώς; Δεν ξέρω, η ψυχανάλυση θα δείξει.


Υ.Γ. Πρόσφατα είδα ότι τα παιδιά στο Facebook, στην τέλεια ομάδα Τι διαβάζουν οι άνθρωποι στο μετρό και στο λεωφορείο; Ε; ανεβάζουν φωτογραφίες από κομοδίνα, γραφεία, βιβλιοθήκες. Πεθαίνω. Δεν χορταίνω να τις κοιτώ!   



Από όλους τους αντιήρωες της λογοτεχνίας, ο Τομ Ρίπλεϊ είναι ο αγαπημένος μου. Γιατί μετά το μακελειό φτιάχνει ένα Dry Martini με δυο παγάκια σε ψηλό ποτήρι. Δεν είναι ένας κοινός κακοποιός αλλά ένας bon viveur του εγκλήματος. Ένας δαιμόνιος τύπος που λατρεύει την κλασική μουσική, την τέχνη, τα καλοραμμένα κοστούμια και τα παλάτσο στη Βενετία.
Διψασμένος για την καλή ζωή, μηχανεύεται διαρκώς τρόπους για να απολαύσει παρασιτικά όσα ονειρεύεται. Βραδιές στην όπερα, δείπνα σε πολυτελή εστιατόρια, βόλτες σε κατάφωτες πλατείες με ύφος αριστοκράτη δανδή που μεγάλωσε σε μια πλούσια οικογένεια και σπούδασε στα καλύτερα κολέγια της Αμερικής. Προβάρει λόγια, βλέμματα, κινήσεις. Σαν ηθοποιός φορά το κοστούμι κάποιου άλλου και βουτάει στα βαθιά.
Η πρώτη γνωριμία μου με τον ήρωα της Πατρίτσια Χάισμιθ έγινε στη μεγάλη οθόνη, το 1999, με την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου Ο Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ (εκδόσεις Λιβάνη & Άγρα) από τον σκηνοθέτη Άντονι Μινγκέλα. Για χρόνια θυμόμουν το Μοντζιμπέλο, τα σπίτια πλάι στη θάλασσα, τις βεράντες που βρέχονταν από το κύμα. Τις βόλτες στη Ρώμη, τα τζαζ μπαρ, εκείνη την υπέροχη περιφορά της Παναγίας στα κατάλευκα στενά του χωριού που κατέληξε σε τραγωδία, όταν η θάλασσα ξέβρασε το πτώμα μιας γυναίκας που είχε αυτοκτονήσει.

To trailer της ταινίας Ο Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ σε σκηνοθεσία Άντονι Μινγκέλα 


Έτσι νομίζοντας βλακωδώς ότι δεν θα είχε κανένα νόημα να διαβάσω ένα βιβλίο που ήξερα την ιστορία του, το άφησα για δώδεκα χρόνια να σκονίζεται στη βιβλιοθήκη. Φέτος το καλοκαίρι, το θυμήθηκα. Διάβασα τις πρώτες σελίδες και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Πέρα από τις λιτές, αλλά δυνατές περιγραφές της Χάισμιθ, είχα και αγωνία για τη συνέχεια, παρόλο που ήξερα την πλοκή και το φινάλε.
Πέρασα πολύ ωραία μ' αυτό το βιβλίο: στην πιο ήσυχη παραλία της Επιδαύρου, κάτω από ένα πεύκο, με τη σεζ λονγκ σχεδόν μέσα στα διάφανα νερά. Ήταν σκέτη απόλαυση: να διαβάζεις για εκείνες τις αυλές του ιταλικού παραθαλάσσιου χωριού, στο οποίο ο Αμερικανός Ντίκι Γκρίνλιφ, γόνος πλούσιας οικογένειας της Νέας Υόρκης, είχε αυτοεξοριστεί. Ο κακομαθημένος Ντίκι απολάμβανε μια μποέμ ζωή συντροφιά με την επίσης Αμερικανίδα Μαρτζ. Εκείνη έγραφε, εκείνος ζωγράφιζε. Ήταν εραστές, αλλά ζούσαν σε διαφορετικά σπίτια. Τα πρωινά τα περνούσαν στη θάλασσα, τα μεσημέρια έτρωγαν στο σπίτι εκείνου και τα απογεύματα χώριζαν για να αφιερωθούν στην τέχνη. Ουσιαστικά ούτε εκείνος ούτε εκείνη είχαν κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, εκτός από το να ξοδεύουν τα εμβάσματα που λάμβαναν κάθε μήνα από τις πλούσιες οικογένειές τους.
Τα πράγματα περιπλέκονται όταν ο Τομ Ρίπλεϊ, παλιός γνώριμος του Ντίκι, καταφθάνει δήθεν τυχαία από τη Νέα Υόρκη στο Μοντζιμπέλο. Ο πατέρας του Ντίκι τον έχει πληρώσει προκειμένου να πείσει τον γιο του να αφήσει την άσωτη ζωή και να επιστρέψει στην Αμερική. Οι χαρακτήρες που έχει χτίσει η Χάισμιθ είναι σαφώς πιο δυνατοί από την ταινία. Ο Ρίπλεϊ δεν είναι απλά ένας άπληστος και φιλόδοξος, άφραγκος νεαρός που θέλει να αρπάξει ό,τι μπορεί, αλλά ένας ψυχοπαθής που σιγά σιγά ταυτίζεται με τον Ντίκι και τον τυλίγει στον ιστό του. Μέχρι να τον σκοτώσει και να πάρει τη θέση του. Να ντυθεί με τα ρούχα του, να ταξιδέψει στην Ευρώπη, να ζήσει κοσμοπολίτικα στη Ρώμη παριστάνοντας τον νεαρό κληρονόμο που σκότωσε.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο βραβευμένος με Όσκαρ Μινγκέλα (πέθανε το 2008), έκανε  κατά τη γνώμη μου υπερβολικά focus στη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του Ρίπλεϊ (κάτι που η Χάισμιθ απλώς υπαινίσσεται στο βιβλίο), αλλοιώνοντας έτσι την αληθινή ταυτότητα του ήρωα. Ο Τομ Ρίπλεϊ δεν ερωτεύτηκε τον Ντίκι. Δεν ήθελε να είναι μαζί με τον Ντίκι. Ήθελε να είναι ο Ντίκι.
Εκτός από αυτό, κατά την κινηματογραφική μεταφορά έγιναν πολλές αλλαγές στην πλοκή που καταστρέφουν το αριστοτεχνικό οικοδόμημα που έχτισε η Πατρίτσια Χάισμιθ. Η Μαρτζ που στο φιλμ παρουσιάζεται μαχητική μέχρι τέλους, στο βιβλίο είναι ευκολόπιστη. Κι αυτή η αφέλειά της είναι το κλειδί που κάνει την ιστορία του βιβλίου να δείχνει πιο αληθοφανής. Και δεν το συζητώ για το τέλος που είναι διαφορετικό από εκείνο του βιβλίου.
Πόσο δικαίωμα έχει όμως ένας δημιουργός να αλλάζει, μετατρέποντας ένα άρτιο μυθιστόρημα σε σενάριο, τόσα πολλά πράγματα; Βοηθάει το βιβλίο, σε περίπτωση που ο θεατής δεν το έχει διαβάσει πριν δει την ταινία και θέλει να το κάνει; Ή μήπως τελικά αλλοιώνει τόσο τους χαρακτήρες που στο τέλος χάνεται το πιο βαθύ μήνυμα του βιβλίου;

Υ.Γ.1 Τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της ίδιας σειράς, Το Παιχνίδι του Ρίπλεϊ, Ο Ρίπλεϊ κάτω από το χώμα, Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϊ, Ο Ρίπλεϊ σε βαθιά νερά, κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις Άγρα.


Υ.Γ.2: Λένε ότι ο Αλέν Ντελόν ήταν αξεπέραστος ως Ρίπλεϊ στην πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου (Purple Noon, 1960). Δεν το έχω δει, δεν ξέρω. Τους πιστεύω όμως, παρόλο που και ο Ματ Ντέιμον μού φάνηκε εξαιρετικός.

Υ.Γ.3: Δεν υπάρχουν δικαιολογίες, είχα απλώς ξεχαστεί εκεί Bέξω. Χαίρομαι πολύ που σας ξαναβρίσκω! :-)  



Καιρό τώρα ονειρεύεσαι ένα μεγάλο road trip σε όλη την Ευρώπη. Με ένα σακίδιο μόνο, με τα απολύτως απαραίτητα, λίγα βιβλία και δυο τρία ρούχα βολικά για ταξίδι. Να φύγεις χωρίς να σκέφτεσαι το χρόνο, χωρίς να έχεις κλείσει τίποτα: ούτε εισιτήρια ούτε δωμάτια ξενοδοχείων. 
Να ταξιδεύεις και να σταματάς. Να νοικιάζεις ένα ποδήλατο και να τριγυρνάς στα δάση, ποδηλατάδα κάτω από τα δέντρα, ο άνεμος να σου ανακατώνει τα μαλλιά και οι ακτίνες του ήλιου που τρυπώνουν από τις φυλλωσιές να σου ανοίγουν φωτεινά μονοπάτια. Να κολυμπάς σε λίμνες, κάτω από καταρράκτες. Να κάνεις νέους φίλους και να βουτάτε ανέμελα μαζί από ψηλούς βράχους. Ελεύθερη κατάδυση με μάτια ανοιχτά και χέρια απλωμένα τρυφερά ως το άπειρο, κινήσεις απαλές μέσα στο νερό. Να αναδύεσαι στον αφρό και το φως του ήλιου να σε κάνει να νιώθεις ολοκαίνουριος. Δίχως βάρος, ελαφρύς σαν φτερό στον άνεμο.

Να απολαμβάνεις τη στιγμή κι όταν αρχίζεις να συνηθίζεις έναν τόπο να ανεβαίνεις στο πρώτο τρένο και δρόμο... Φευγάτος σαν εκείνους τους παλιούς μποέμ των αρχών του περασμένου αιώνα στα βιβλία του Πωλ Μοράν («Οι εκκεντρικοί», εκδ. Ολκός) ή σαν τους Αμερικανούς της Πατρίτσια Χάισμιθ («Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ», εκδ. Άγρα) που έρχονταν τη δεκαετία του '50 στην Ευρώπη, απολαμβάνοντας μια κοσμοπολίτικη ζωή στο Παρίσι, τις Κάννες, το Σαν Ρέμο, το Μοντζιμπέλο, τη Ρώμη. Που έφευγαν για την Ελλάδα και περνούσαν από νησί σε νησί. Ιόνιο, Αιγαίο, χειμώνα καλοκαίρι. Εξερεύνηση σε τόπους που δεν είχε αγγίξει ακόμα ο τουρισμός. Με βάρκες και πλοία, με ποδήλατα και μηχανές. Αμοργός, Αστυπάλαια, Σίκινος, Κουφονήσια, Ανάφη, Ηρακλειά, Γαύδος. Νύχτες χωρίς ρεύμα σε σπίτια λευκά, ασβεστωμένα, πρωτόγονα. Διάβασμα και γράψιμο σε ένα ξύλινο τραπέζι στο θαμπό φως μιας λάμπας θυέλλης. Σαν ποίημα. Σαν σκηνή από το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Λώρενς Ντάρελ (εκδ. Μεταίχμιο):
«Σηκώθηκε η θάλασσα πάλι σήμερα, καθώς τη συνταράζουν οι ριπές του ανέμου. Είμαστε στην καρδιά του χειμώνα, κι ωστόσο γίνονται κιόλας αισθητά τα καμώματα της άνοιξης. Ένας ουρανός ίδιο γυμνό ζεστό μαργαριτάρι ως το μεσημέρι, γρύλοι που φωλιάζουν σε σκιερές γωνιές και τώρα ο άνεμος που απογυμνώνει τα μεγάλα πλατάνια, λεηλατεί τα μεγάλα πλατάνια...
Δραπέτευσα σε τούτο το νησί, με λίγα βιβλία και το παιδί – το παιδί της Μελίσα. Δεν ξέρω γιατί χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη, «δραπέτευσα». Οι χωριάτες αστειεύονται και λένε πως μόνο ένας άρρωστος άνθρωπος θα μπορούσε να διαλέξει τέτοιον απόμερο τόπο για να χτίσει απ' την αρχή τον εαυτό του. Εντάξει λοιπόν, ήρθα εδώ για να γιατρευτώ – αν θέλετε να το πούμε έτσι...
Τη νύχτα ο άνεμος μουγκρίζει και το παιδί κοιμάται ήσυχο στο ξύλινο λίκνο του κοντά στο παραγώνι που βουίζει, ανάβω μια λάμπα και βηματίζω πάνω κάτω, σκέφτομαι τους φίλους μου – την Τζάστιν και τον Νεσίμ, τη Μελίσα και τον Μπαλτάζαρ. Γυρίζω και ξαναγυρίζω τη σιδερένια αλυσίδα της μνήμης, κρίκο τον κρίκο, στην πόλη όπου ζήσαμε για τόσο λίγο μαζί (...) Έπρεπε να φτάσω κάπου μακριά απ' όλα τούτα για να μπορέσω όλα να τα καταλάβω...»
Να φεύγεις λοιπόν και να μην σε νοιάζει που θα βρεθείς. Να απομακρύνεσαι μπας και καταλάβεις. Να αφήνεσαι στην έμπνευση της στιγμής. Αναζητώντας όνειρα χτισμένα από διηγήσεις φίλων ή φωλιασμένα στο υποσυνείδητο από σκόρπιες φράσεις βιβλίων. Έτσι που κάποια στιγμή να μην ξέρεις τι ήταν αλήθεια και τι φαντάστηκες.
Ο κόσμος όμως έχει αναπτύξει πια τέτοια ταχύτητα που δεν έμειναν πολλοί τόποι παρθένοι κι ανεξερεύνητοι. Σαν τον παράδεισο στην «Παραλία» του Άλεξ Γκάρλαντ (εκδ. Οδυσσέας). Εκείνο το απάτητο νησάκι στην Ταϊλάνδη που από στόμα σε στόμα κυκλοφορούσε σαν θρύλος, μα ο ήρωας του Γκάρλαντ το ανακάλυψε και βρέθηκε σε έναν τόπο ονειρεμένο, μια παρθένα Εδέμ, ανέγγιχτη από τον τουρισμό, όπου μια ομάδα ανθρώπων είχε στήσει το δικό της κοινόβιο και ζούσε αποκομμένη από τον πολιτισμό.
Ή σαν την ουτοπική Σάνγκρι-Λα του Τζέιμς Χίλτον στο μυθιστόρημα «Χαμένος Ορίζοντας» (εκδ. Ιάμβλιχος). Μια κρυμμένη μαγική κοιλάδα κάπου στο Θιβέτ, όπου «μια ομάδα ανθρώπων, μακριά από τις αρπάγες ενός άγριου και καταδικασμένου κόσμου, δημιουργούν ένα όνειρο...».
Δεν ξέρεις αν θα μπορούσες να κάνεις ένα τέτοιο ταξίδι, αν θα ήταν εύκολο να ξεπεράσεις τις αναστολές που έχεις χτίσει χρόνια, αν είναι εύκολο να αφήσεις πίσω μια στέρεη ζωή και να κυνηγήσεις ένα όνειρο. Δεν ξέρεις καν αν είναι εφικτό να ρίξεις ταχύτητα και να υιοθετήσεις «την επικούρεια στάση απέναντι στη ζωή», για την οποία μιλά στη «Βραδύτητα» ο Μίλαν Κούντερα (εκδ. Εστία). Μέχρι ώρας μόνο μερικές στιγμές σε ταξίδια και τα βιβλία σού έχουν χαρίσει αυτό το χάσιμο. Αυτή την αίσθηση ότι φεύγεις σε έναν άλλο τόπο, ό,τι γίνεσαι ένας άλλος. Κάποιος χωρίς όρια, χωρίς σύνορα και περιορισμούς...

Υ.Γ. Τα έργα είναι δημιουργίες της Μαρίας Φιλοπούλου. Η συλλογή της με θέμα καταρράκτες θα εκτίθεται στη Γκαλερί Ζουμπουλάκη από τις 13 Οκτωβρίου έως τις 5 Νοεμβρίου 2011. (Πλ. Κολωνακίου 20, Αθήνα, τηλ.: 2103608278, www.zoumboulakis.gr

Καλοκαίρι για εμένα σημαίνει ήσυχη παραλία και πολλά βιβλία. Μυθιστορήματα με άμμο στη ράχη, λεκέδες από αντηλιακό, πευκοβελόνες για σελιδοδείκτες και φύλλα τσαλακωμένα από την αλμύρα της θάλασσας. 
Μπορώ να κάτσω στη σκιά ενός δέντρου από το πρωί ως το βράδυ, διαβάζοντας. Ημέρες ανεξαρτησίας γεμάτες ανεμελιά, με μόνους περισπασμούς το κύμα και τα τζιτζίκια που τραγουδούν στα αρμυρίκια.
Tα πιο όμορφα καλοκαίρια της ζωής μου είναι ταυτισμένα με βιβλία. Με ποιήματα, ατάκες από θεατρικά (Ουίλιαμς, Ίψεν, Τσέχοφ) ή διηγήματα -σύντομοι έρωτες- που τελειώνουν μέχρι να φτάσει το πλοίο από την Άνδρο στη Σύρο. Μικρές αποδράσεις που τις θυμάσαι για μια ζωή. Λες και τα βιβλία είναι καρτ ποστάλ από τα μέρη που αγάπησες.
Φολέγανδρος σημαίνει Ελύτης. Νύχτα στο κατάστρωμα με τη Σ. να ανταλλάζουμε στίχους, κοιτώντας τα αφρισμένα μαύρα νερά, με τα πόδια ακουμπισμένα στην κουπαστή.
«Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα Όλα τα δάχτυλα Σιωπή. Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου Σιγά σιγά ξετυλίγεται Η εξομολόγηση Και σα θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!»*
Καράβια στο Αιγαίο γεμάτα λέξεις που τις παίρνει το κύμα. Πάρος, Πάτμος, Σαντορίνη... Με βιβλία στη βαλίτσα. Ή μάλλον με μια ακόμα βαλίτσα, λίγο πιο μικρή, μόνο για τα βιβλία. Διαβάσματα σε σπίτια λευκά με μπλε παράθυρα, σε κρεβάτια χτιστά και μπαλκόνια που κρέμονται πάνω απ΄ τον γκρεμό.
«Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή. Έχω ρίξει μες στ' άπατα μια ηχώ Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο»**
Ύδρα σημαίνει Μαργαρίτα Καραπάνου. Υπνοβάτης. Στο μπαρ της Υδρονέτας, με μαργαρίτες λεμόνι από νωρίς το απόγευμα και βουτιές απ' τα βράχια παρέα με κάτι φίλους Ιταλούς που είχαν ορκιστεί να μη γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους ποτέ ξανά, μα δεν κράτησαν τον όρκο. Σαν σε όνειρο να τριγυρνάμε στα σοκάκια. Υπνοβάτες όλη νύχτα. Κι εγώ το επόμενο πρωί να κάθομαι στο καφενείο του λιμανιού για να βυθιστώ λίγο ακόμα στο παράλογο σύμπαν ενός βιβλίου που είχε γραφτεί χρόνια πριν σε κάτι τσαλακωμένα τετράδια γεμάτα μουτζούρες, ακριβώς εκεί, μπορεί και στο ίδιο τραπέζι. Το βράδυ σινεμά στο θερινό, Καζαμπλάνκα και Τζίλντα. Έρωτες παλαιάς κοπής και γρανίτες από φράουλα σε πλαστικό ποτήρι.
Κέρκυρα με Manu Chao στο mp3 και τις λίστες του High Fidelity στο αεροπλάνο. Μάνη και Καρδαμύλη με Αντόνιο Ταμπούκι και το τελευταίο βιβλίο της Μαλβίνας. Μυτιλήνη με Σύλβια Πλαθ στις σκοπιές και Mπρετ Ίστον Έλλις όταν ήμουν θαλαμοφύλακας. Να διαβάζεις τον μανιακό με τα Prada για να μην αποκοιμηθείς.
Ίσθμια, Επίδαυρος, Ναύπλιο... Κάθε εβδομάδα κι άλλο βιβλίο. Μεσημέρια γεμάτα διαβάσματα και βουτιές στο νερό, μουσικές στο iPod ή στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, τρέχοντας στην εθνική, με ανοιχτά παράθυρα και τον αέρα να ανακατώνει τα μαλλιά. Το βράδυ, επιστρέφοντας στο σπίτι δροσερά κοκτέιλ, φαγητό με φίλους και ξενύχτι, συζητώντας κάτω από τα δέντρα, μέχρι να νυστάξεις απελπισμένα και να τυλιχτείς στα κατάλευκα δροσερά σου σεντόνια. Με μια στοίβα βιβλία στο πλάι, αδιάβαστα, που σου υπόσχονται να μην πλήξεις ποτέ. Όπως εκείνα τα αργόσυρτα μεσημέρια των παιδικών σου χρόνων, στο παλιό αγροτόσπιτο της γιαγιάς, που νόμιζες ότι ο μεσημεριανός ύπνος ήταν καταδίκη. Τότε που, ξαπλωμένος σε ένα σιδερένιο κρεβάτι κάτω από μια γέρικη μουριά, έβρισκες καταφύγιο στο διάβασμα: Ποπάυ, Λούκι Λουκ και Μίκυ Μάους. Και φυσικά Ιούλιος Βερν. Ιστορίες γι΄ αγρίους, ταξίδια-του-μαξιλαριού που σου έμαθαν από νωρίς ότι υπάρχει ένας πολύ γρήγορος και ασφαλής τρόπος να το σκας όταν σε αναγκάζουν να κάνεις πράγματα που «πρέπει». Σ' εκείνο το σπίτι των παιδικών σου χρόνων, με τα τριξίματα της ξύλινης πόρτας να σε προδίδουν, με τις ασβεστωμένες ακακίες στην αυλή και τα ματσάκια της ρίγανης και του θυμαριού κρεμασμένα στα δοκάρια της κουζίνας... Σ' εκείνο το σπίτι που έμαθες να διαβάζεις. Όχι να συλλαβίζεις, αλλά να χτίζεις γράμμα-γράμμα έναν φανταστικό κόσμο στον οποίο θα μπορείς να καταφεύγεις όταν νιώθεις ότι αυτός, ο αληθινός, χάνει λίγη από τη λάμψη του.

Υ.Γ. Φέτος έχω κρατήσει για το Πήλιο το «Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου» του Χαρούκι Μουρακάμι (εκδ. Ωκεανίδα) και την «Ενοχή της αθωότητας» της Ιωάννας Μπουραζοπούλου (εκδ. Καστανιώτη). Για τη Σύρο το «Γουλφ Χολ»της Χίλαρι Μάντελ (εκδ. Πάπυρος) και τα «Γράμματα στην αδελφή του Τζένια και στην Έλγκα» του Νίκου Καββαδία (εκδ. Άγρα). Αν δεν αλλάξω βέβαια γνώμη μέχρι τότε. Γιατί παίζει και Τζέιμς Ελρόϊ (Η τριλογία του Λόιντ Χόπκνινς, εκδ. Μεταίχμιο & Άγρα), το «Πεκίνο σε κώμα» του Μα Γιαν (εκδ. Πάπυρος), το «Τόκιο έτος μηδέν» του Ντέιβιντ Πις (εκδ. Τόπος), η «Ελευθερία»του Τζόναθαν Φράνζεν (εκδ. Ωκεανίδα) αλλά και οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες»του Στρατή Τσίρκα (εκδ. Κέδρος). Άσε που δεν έχω διαβάσει ακόμα και το «Παρίσι Μπλουζ» του Μωρίς Αττιά (εκδ. Πόλις). Εσείς, τι λέτε;

*Επτά νυχτερινά επτάστιχα ΙΙΙ, Προσανατολισμοί
**Μονόγραμμα, VII, Οδυσσέας Ελύτης (εκδ. Ίκαρος)


Ο Μισέλ Ουελμπέκ είναι ηδονοθήρας της μοναξιάς, φετιχιστής της απομόνωσης, απολαμβάνει να κλείνεται στο καβούκι του, αποκομμένος απ' όλα. Αυτάρκης σαν αμοιβάδα. Το ίδιο και οι ήρωές του, πλάσματα μοναχικά, που δεν τρομάζουν από την έλλειψη επικοινωνίας, αλλά αντιθέτως θρέφονται από αυτήν. Πρόσωπα αποστασιοποιημένα από την κοινή λογική, λειτουργούν έξω από τις νόρμες, λες και ένας γυάλινος τοίχος τους διαχωρίζει από τον κόσμο και τους εμποδίζει να έχουν ακόμα και την ψευδαίσθηση μιας μέθεξης. Στέκονται στο πλάι της ζωής, όχι από αδυναμία, αλλά λόγω φύσης. Ίσως γι' αυτό και να είναι δεινοί παρατηρητές της κοινωνίας, γιατί τη βλέπουν από απόσταση. Μπορούν τόσο εύστοχα να αφηγηθούν τη ματαιότητα ενός πολιτισμένου κόσμου που στην ουσία κινείται χωρίς νόημα διαρκώς γύρω από τον άξονά του.
Αυτό ισχύει σε όλα του τα βιβλία: από τη «Δυνατότητα ενός νησιού» όπου ο συγγραφέας στηλίτευσε τη μανία του ανθρώπου να πιστέψει, να ενταχθεί κάπου, μέχρι τα «Στοιχειώδη Σωματίδια» όπου μιλούσε για τα αδιέξοδα του καταναλωτισμού (σε μια εποχή μάλιστα που ο καταναλωτισμός δεν ήταν απλά μονόδρομος, αλλά θρησκεία). Στο νέο του μυθιστόρημα -το οποίο απέσπασε το 2010 το Βραβείο Γκονκούρ, τη σημαντικότερη διάκριση για έναν συγγραφέα στη Γαλλία- «Ο Χάρτης και η Επικράτεια» (εκδ. Εστία, όπως και όλα του τα βιβλία) στοχοποιεί την Τέχνη και τις υπερβολές της. Με τριτοπρόσωπη αφήγηση ο συγγραφέας διηγείται την άνοδο ενός φωτογράφου και μετέπειτα ζωγράφου, του Ζεντ Μαρτέν, στα πιο ψηλά κλιμάκια της μοντέρνας Τέχνης, πλάι στους Ντάμιεν Χερστ και Τζεφ Κουνς.
Το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα, το στυλ της γραφής είναι ξεκούραστο ακόμα κι όταν ο συγγραφέας περιγράφει αναλυτικά την τεχνοτροπία του εικαστικού ή τις τεχνικές λεπτομέρειες ενός μηχανήματος ή gadget που αυτός χρησιμοποιεί προκειμένου να αποδώσει καλλιτεχνικά την άποψή του για τον κόσμο. Με την ίδια απάθεια και μηδενιστική προσέγγιση περιγράφονται και οι προσωπικές στιγμές του ήρωα, οι δεσμοί με τις γυναίκες, η σχέση με τον πατέρα του. Ο Ζεντ είναι τόσο παθητικός που σε ένα σημείο μάλιστα του βιβλίου χαρακτηρίζει τον εαυτό του περισσότερο σαν τηλεθεατή, παρά σαν οτιδήποτε άλλο.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μας μιλά για τα πρώτα χρόνια του ήρωα. Εδώ μαθαίνουμε ότι μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα του (επιτυχημένο αρχιτέκτονα), αφού η μητέρα του αυτοκτόνησε όταν εκείνος ήταν παιδί. Στη συνέχεια βλέπουμε τη γνωριμία του με την Όλγα, μία γυναίκα που δουλεύει στο Τμήμα Επικοινωνίας της εταιρείας Michelin, η οποία θα του ανοίξει τις πόρτες για να μπει στο χώρο της Τέχνης.
Στο δεύτερο μέρος, με το γνωστό κυνισμό του, ο Γάλλος συγγραφέας καταγράφει τη ματαιοδοξία, την παραφροσύνη και την ιλιγγιώδη υπερτίμηση έργων και καλλιτεχνών από τα κυκλώματα που έχουν μετατρέψει την Τέχνη σε ένα ακόμα λαμπρό πεδίο του μάρκετινγκ και των δημοσίων σχέσεων. Σελίδα σελίδα αποσυναρμολογεί τα εξαρτήματα και τα γρανάζια, φωτίζοντας τη λειτουργία όλου του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης ενός πίνακα, που τις περισσότερες φορές δεν έχει καμία σχέση με την αληθινή καλλιτεχνική αξία του.
Χαρακτηριστική (και απολαυστική) είναι η γνωριμία του Ζεντ Μαρτέν με τον Μισέλ Ουελμπέκ και οι συναντήσεις τους προκειμένου να πείσει ο ζωγράφος τον διάσημο συγγραφέα να γράψει ένα κείμενο για τον κατάλογο της νέας του έκθεσης.
Το τρίτο μέρος, το οποίο παίρνει ...αστυνομική τροπή, αφορά στη δολοφονία του Μισέλ Ουελμπέκ. Ο συγγραφέας σκοτώνει με τις λέξεις τον εαυτό του: ένα εύρημα που εντυπωσιάζει. Όμως από άποψη πλοκής το τρίτο μέρος είναι αδύναμο αν το κρίνεις σαν αστυνομική ιστορία. Αφενός είναι ολοφάνερο εξ' αρχής το κίνητρο του δολοφόνου, αφετέρου οι περιγραφές είναι ελαφρώς φλύαρες. Ο Ουελμπέκ μπορεί να είναι καλός συγγραφέας αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να γράψει αστυνομική λογοτεχνία το ίδιο καλά, για παράδειγμα, με τον Ίαν Ράνκιν.
Άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η συνεχόμενη αναφορά σε μάρκες προϊόντων.
Ώρες ώρες διαβάζοντας έπαιρνα όρκο ότι ο Ουελμπέκ απλά είχε εισπράξει απίστευτα ποσά από εταιρείες προκειμένου να αναφέρει τα προϊόντα τους μέσα στο βιβλίο. Από την αρχή μέχρι το τέλος οι μάρκες περισσεύουν, βγάζουν μάτι, σχεδόν εξοργίζουν. Και δεν μιλώ απλά για την Michelin που πάνω της σχεδόν βασίζεται όλη η πλοκή στα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου, αλλά και για εκατοντάδες άλλες εταιρείες.
Αν το σκεφτείς όμως πιο καθαρά, λίγο πιο αποστασιοποιημένα, αυτές οι αναφορές από τη στιγμή που ζούμε μέσα σε μία κοινωνία καταναλωτών, όπου το στυλ, η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση του καθενός, φωτογραφίζονται μέσα από το τί ψωνίζει, δικαίως γίνονται από τον συγγραφέα προκειμένου να αποδοθεί ολοκληρωμένα το προφίλ της μοντέρνας ζωής που περιγράφει. Υπό αυτή την έννοια, ο Ουελμπέκ τα καταφέρνει και δικαιώνει όσους τον θεωρούν μεγάλο στυλίστα της εποχής μας, έναν δημιουργό που μπορεί με ευκολία να σημειολογήσει ακόμα και τις πιο απλές καθημερινές συνήθειες του σύγχρονου ανθρώπου και τελικά να ειρωνευτεί έτσι την κενότητα του πολιτισμού μας.