ΒΙΒΛΙΟ: Καλιγούλας
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Αλμπέρ Καμύ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Κατσάνος

Illustration από την Juliana Salcedo

Ο άνθρωπος είναι το πιο άγριο ζώο στον κόσμο. Ικανός για το καλύτερο μα ακόμα πιο ικανός για το χειρότερο. Διότι διαθέτει το μαζικότερο όπλο καταστροφής: το νου. Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε έναν κόσμο σουρεαλιστικό, αρρωστημένο. Έναν ξεκουρδισμένο πλανήτη που μετατοπίζει το κέντρο βάρους του όλο και περισσότερο σε λάθος σημεία και παραπαίει στην απάθεια και την ωμή βία.
Γινόμαστε ηλεκτρονικοί «μάρτυρες», αφού τα «ζούμε» όλα μέσω μιας οθόνης, σε δολοφονίες αμάχων ακόμα και μέσα σε νοσοκομεία της Λιβύης. Μετράμε χιλιάδες νεκρούς εξαιτίας ενός ψυχοπαθούς ηγέτη που προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατηθεί στην εξουσία. Ακούμε απειλές για αέρια μουστάρδας. Βλέπουμε με αγωνία εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας χτισμένα σε (!) σεισμογενείς χώρες να σαρώνονται από γιγαντιαία κύματα. Ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή παρακολουθούμε ξεδιάντροπα παιχνίδια κερδοσκοπίας, νομιμοποιημένα αφού γίνονται στο χρηματιστήριο, πάνω στα χιλιάδες πτώματα του τσουνάμι στην Ιαπωνία. Και στις ειδήσεις, καπάκι πάνω στις εικόνες της φρίκης, πέφτουν σαν σφαλιάρες στο ανίσχυρο από το σοκ κεφάλι μας ρεπορτάζ για την πτώση ή την άνοδο του γιεν ή για το πως θα επηρεάσει το αιματοκύλισμα στη βόρεια Αφρική την τιμή του πετρελαίου. Δείκτες που μετρούν λεφτά, τη στιγμή που δεν έχουν μετρηθεί ακόμα οι ψυχές που χάθηκαν.
Τι σόι κόσμος είναι αυτός που εξισώνει την ανθρώπινη ζωή την ανεκτίμητη, τη μία και μοναδική, με τα χρήματα; Και γιατί δεν τον αλλάζουμε αφού μας κάνει και υποφέρουμε; Σε ποιον αρέσει; Και γιατί όλοι εμείς, οι πολλοί, που δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την τρέλα των λίγων δεν κάνουμε κάτι να τους ανατρέψουμε; Απορίες πεντάχρονου, το γνωρίζω, μα δεν λένε να ξεκολλήσουν απ' το μυαλό μου. Γιατί από τότε που ήμουν πέντε ετών μέχρι σήμερα, όσο κι αν διάβασα απάντηση δεν πήρα: Υποπτεύομαι πως δεν υπάρχει απάντηση. Όπως δυστυχώς δεν υπάρχει και νόημα σε αυτόν τον κόσμο που ζούμε. Είμαστε μυρμήγκια που πολεμάνε με χημικά, τόσο έξυπνα που κατασκευάζουμε από μόνα μας τα μπαϊγκόν που θα μας ξεκάνουν.
Τις ημέρες αυτές επέστρεψα, ψάχνοντας απαντήσεις για όλα αυτά, στον Καλιγούλα του Καμύ: ένα αγαπημένο μου θεατρικό έργο που καταγράφει τη δουλοπρέπεια, την ανοχή και την υποκρισία των αδύναμων απέναντι στον ισχυρό, την πορεία στην τρέλα, μα πάνω απ' όλα τη ροπή του ανθρώπου στο μηδενισμό. Γιατί τι άλλο είναι σήμερα ο μηδενισμός από την άνευ όρων παράδοσή μας σε ένα κυνικό σύστημα ...αξιών που εξοστρακίζει την αληθινή μας φύση στο όνομα του κέρδους, της εξουσίας και της βολής (;) μας;
Ορισμένα βιβλία, όπως αυτό, γίνονται πιο δυνατά με το πέρασμα του χρόνου. Μπορεί να έχουν κυκλοφορήσει δεκαετίες ή αιώνες πριν, έχουν όμως τη μαγική ιδιότητα να καταγράφουν, εξηγούν και ερμηνεύουν τη ζωή μας για πάντα. Γιατί επί της ουσίας ο άνθρωπος όσο κι αν εξελίσσεται παραμένει βαθιά μέσα του ο ίδιος: ένα πλάσμα δέσμιο των ενστίκτων. Μια υστερική μαϊμού που προσπαθεί να βουτήξει την καρύδα από τα χέρια μιας άλλης. Όσο Μπαχ κι αν ακούσουμε, ακόμα κι αν φορέσουμε τα πιο ακριβά αρώματα, χτίσουμε φουτουριστικές πόλεις, κλωνοποιήσουμε πρόβατα, κατσίκες ή κάμπιες, κι αν καταφέρουμε τελικά να μετοικίσουμε για να σωθούμε σε άλλους πλανήτες, θα είμαστε στον αιώνα τον άπαντα παράφρονες θνητοί που παριστάνουν τους Θεούς. Μωροφιλόδοξοι μέχρι τελικής πτώσης.
Ευτυχώς μέσα στη γενικευμένη τρέλα υπάρχουν κι οι ποιητές για να φρενάρουν με τις λέξεις το ξεχαρβαλωμένο όχημα που έχουμε καβαλήσει οι υπόλοιποι και τρέχουμε, προσκυνώντας ψεύτικους θεούς και δαίμονες. Σε μια κούρσα που οδηγεί στον γκρεμό, από την οποία δεν παραιτούμαστε επ' ουδενί, ακόμα κι αν ξέρουμε πως είναι εντελώς μάταιη.
Σαν τους ήρωες στον Καλιγούλα του Καμύ κατρακυλάμε, δηλητηριαζόμαστε από την εξουσία μα φλερτάρουμε μαζί της σαν θαμπωμένες πεταλούδες γύρω από τη λάμπα, υποκρινόμαστε για να επιβιώσουμε, φοβόμαστε και γλείφουμε το χέρι που μας χτύπησε, θυσιάζουμε τον διπλανό προκειμένου να μην διαταράξουμε την ησυχία μας. (Οι ψύχραιμοι λένε πως δεν συμφέρει να εισβάλει η Δύση στη Λιβύη και να σταματήσει το μακελειό, γιατί αυτό θα έχει ολέθριες συνέπειες στην τιμή του πετρελαίου. Ας θυσιαστούν λοιπόν ακόμα μερικές χιλιάδες άνθρωποι για το καλό της παγκόσμιας οικονομίας).
Το θεατρικό έργο είναι εμπνευσμένο από ιστορικά γεγονότα. Περιγράφει τα τελευταία χρόνια της ζωής του Ρωμαίου αυτοκράτορα Γαΐου Ιουλίου Καίσαρα Αυγούστου Γερμανικού (31 Αυγούστου 12 μΧ – 24 Ιανουαρίου 41 μΧ) ή πιο γνωστού ως Καλιγούλα (παρωνύμιο που του έμεινε από την παιδική του ηλικία επειδή φορούσε στρατιωτικά σανδάλια). Γράφτηκε το 1938 και ξαναδουλεύτηκε το 1945 αλλά και το 1958. Παρόλα αυτά ερμηνεύει τον άνθρωπο με χειρουργική ακρίβεια, σαν να γράφτηκε σήμερα. Ο Καμύ, όπως διάβασα στην εισαγωγή του βιβλίου από τις εκδόσεις Κατσάνος την οποία υπογράφει ο Άγγλος θεατρολόγος Τζον Κρουίκσανκ, «δεν είχε στόχο να μελετήσει την ψυχολογία ενός ανθρωπόμορφου κτήνους αλλά να διερευνήσει τις συνέπειες της υιοθέτησης μιας μηδενιστικής στάσης». Η ιστορία δεν αφορά μόνο τον παραλογισμό του ψυχοπαθούς αυτοκράτορα, αλλά και την υποκρισία της διεφθαρμένης αυλής του και του απαθούς λαού του. Γιατί κάθε λαός έχει τον ηγέτη που του αξίζει. Κι αν δεν του αξίζει οφείλει να τον αποβάλει από τη σάρκα του σαν ξένο επιζήμιο σώμα.
Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία ο Καλιγούλας, ο οποίος έγινε αυτοκράτορας στα εικοσιπέντε του χρόνια, το πρώτο διάστημα ήταν δίκαιος και προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις που ανέβασαν τη δημοτικότητά του στα ύψη. Όμως ο αιφνίδιος θάνατος της αδερφής του Δρουσίλας, με την οποία ήταν ερωτευμένος, του άνοιξε το παράθυρο στο παράλογο. Στην πρώτη πράξη, ο Καμύ, δείχνει τον Καλιγούλα ταλαιπωρημένο να επιστρέφει στο παλάτι μετά από μια εξαντλητική αναζήτηση του φεγγαριού, δηλαδή του ανέφικτου.
ΕΛΙΚΩΝ: Καλημέρα Γάιε.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Σα να μη συμβαίνει τίποτα) Καλημέρα Ελίκων.
ΕΛΙΚΩΝ: Φαίνεσαι κουρασμένος.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Περπάτησα πολύ.
ΕΛΙΚΩΝ: Ναι, έλειψες κάμποσο.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Ήτανε δύσκολο να το βρω.
ΕΛΙΚΩΝ: Να βρεις τι;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Αυτό που γύρευα.
ΕΛΙΚΩΝ: Τι γύρευες;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Στον ίδιο τόνο, σα να μη συμβαίνει τίποτα) Το φεγγάρι.
ΕΛΙΚΩΝ: Τι;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Ναι, γύρευα το φεγγάρι.
ΕΛΙΚΩΝ: Α! (Σιωπή. Ο Ελίκων πλησιάζει τον Καλιγούλα) Για να το κάνεις τι;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Να σου πω... Είναι από τα πράγματα που δεν έχω.
ΕΛΙΚΩΝ: Καταλαβαίνω. Και τώρα τα κατάφερες;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Όχι, δεν μπόρεσα να το αποκτήσω.
ΕΛΙΚΩΝ: Λυπηρό αυτό.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Ναι και γι' αυτό είμαι κουρασμένος. (δεν μιλά για λίγο. Έπειτα λέει) Ελίκων!
ΕΛΙΚΩΝ: Ναι, Γάιε.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Νομίζεις ότι είμαι τρελός.
ΕΛΙΚΩΝ: Το ξέρεις καλά ότι δεν σκέφτομαι ποτέ. Παραείμαι έξυπνος για να σκέφτομαι.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Ναι. Τέλος πάντων! Κι όμως, τρελός δεν είμαι, και ποτέ μου δεν ήμουν περισσότερο λογικός απ' όσο τώρα. Απλώς, αισθάνθηκα άξαφνα την ανάγκη ν' αποκτήσω το αδύνατο. (Μένει για λίγο σιωπηλός). Τα πράγματα όπως είναι, δε μου φαίνονται ικανοποιητικά.
ΕΛΙΚΩΝ: Την άποψή σου συμμερίζονται πολλοί.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Δίκιο έχεις. Παλιότερα, όμως, δεν το ήξερα. Τώρα, ξέρω. (Συνεχίζει στον ίδιο τόνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα). Ο κόσμος αυτός όπως τον έχουν κάνει, είναι ανυπόφορος. Για τούτο κι έχω ανάγκη ν ' αποκτήσω το φεγγάρι, ή την ευτυχία, ή την αθανασία, κάτι που μπορεί να φαίνεται τρελό, μα που δεν είναι τούτου του κόσμου.
ΕΛΙΚΩΝ: Το επιχείρημά σου έχει συνοχή. Γενικά, όμως, δεν το φτάνουν μέχρι το τέλος του.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Σηκώνεται όρθιος, εξακολουθεί να μιλάει ήρεμα). Εδώ, πέφτεις έξω. Τίποτα δεν έχει κατορθωθεί στο παρελθόν, γιατί κανένας δεν προχωρούσε τις ιδέες του μέχρι το τέλος. Ίσως, όμως, ν΄ αρκεί να μείνεις συνεπής μέχρι το τέλος. Ξέρω τι σκέφτεσαι. Μεγάλο κακό για μια γυναίκα που πέθανε! Δεν είναι έτσι, όμως. Είναι αλήθεια, νομίζω, πως θυμάμαι να πέθανε μια γυναίκα που αγαπούσα πριν από λίγες μέρες. Τι είναι, άραγε, ο έρωτας; Μικροπράγματα. Σου ορκίζομαι ότι ο θάνατός της δεν σημαίνει τίποτα. Είναι μονάχα το δείγμα μιας αλήθειας που κάνει απαραίτητο για μένα το φεγγάρι. Είναι μια αλήθεια απλούστατη και ολοφάνερη, ίσως λιγάκι ανόητη, δυσεύρετη όμως και δυσβάσταχτη.
ΕΛΙΚΩΝ: Ποια είναι αυτή η αλήθεια;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Με μάτια στραμμένα αλλού και φωνή άχρωμη). Οι άνθρωποι πεθαίνουν, και δεν είναι ευτυχισμένοι.
ΕΛΙΚΩΝ: (Αφού μένει για λίγο αμίλητος) Ηρέμησε, Γάιε, πρόκειται για μιαν αλήθεια με την οποία συμφιλιώνονται εύκολα οι άνθρωποι . Κοίταξε μόνο γύρω σου. Δεν τους εμποδίζει αυτό ν' απολαμβάνουν το γεύμα τους.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Αγριεύει άξαφνα). Αυτό, αποδεικνύει όλο κι όλο ότι με περιτριγυρίζει το ψέμα, ενώ εγώ θέλω να ζω μες στην αλήθεια! Και έχω τα μέσα να τους κάνω να ζήσουν μες στην αλήθεια. Γιατί ξέρω τι τους λείπει Ελίκων. Δεν έχουν γνώση και τους λείπει ένας δάσκαλος που να ξέρει για τι μιλάει.
ΕΛΙΚΩΝ: Μην προσβληθείς, Γάιε, απ' αυτό που θα σου πω. Θα 'πρεπε, όμως, πρώτα να ξεκουραστείς λιγάκι.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Κάθεται πάλι, και η φωνή του ξαναγίνεται ήρεμη). Αυτό δεν είναι δυνατόν, Ελίκων, αυτό δεν θα 'ναι ποτέ πια δυνατόν.
ΕΛΙΚΩΝ: Γιατί;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Αν κοιμηθώ, ποιος θα μου δώσει το φεγγάρι;
ΕΛΙΚΩΝ: (Αφού μένει για λίγο αμίλητος) Σωστό κι αυτό.
Ο Καμύ, κατά τον θεατρολόγο Τζον Κρουίκσανκ, «πήρε το υλικό του κατευθείαν από το έργο του Σουητώνιου Οι Βίοι των Καισάρων (εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης) και υποστήριξε ότι έμεινε πιστός στα όσα λέει ο λατίνος ιστορικός». Όμως στο θεατρικό έργο του ο Γαλλοαλγερινός νομπελίστας προσδίδει στον Καλιγούλα ένα ποιητικό υπόβαθρο που ιστορικά δεν αποδεικνύεται. Ο Καλιγούλας του Καμύ είναι ένα πλάσμα που βαδίζει στην τρέλα, αλλά γνωρίζει τι κάνει. Τιμωρεί τη μανία των αυλικών του για το χρήμα, τους εξευτελίζει για να αποδείξει την ποταπότητα των κινήτρων τους. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στην όγδοη σκηνή της πρώτης πράξης όπου ο Ταμίας του Δημόσιου Ταμείου της Αυτοκρατορίας τον πιέζει να δει τα οικονομικά στοιχεία:
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Κάθεται κοντά στην Καισονία). Άκου με προσοχή. Στάδιο πρώτο: όλοι οι πατρίκιοι, όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας που έχουν περιουσία -ανεξάρτητα από το αν η περιουσία τους είναι μικρή ή μεγάλη- οφείλουν υποχρεωτικά ν' αποκληρώσουν τα παιδιά τους και να κάνουν διαθήκη, με την οποία θ' αφήνουν την περιουσία τους στο κράτος.
ΤΑΜΙΑΣ: Μα, Καίσαρ...
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Δεν σου έδωσα ακόμα το λόγο. Ανάλογα με τις ανάγκες μας, θα θανατώνουμε αυτά τα πρόσωπα με μια σειρά που θα την εγκαθιδρύουμε αυθαίρετα. Αν χρειαστεί, θα μπορούμε να παραβιάζουμε, αυθαίρετα φυσικά, αυτή τη σειρά. Και θα κληρονομούμε εμείς.
ΚΑΙΣΙΟΝΙΑ: (Ξεφεύγει από το αγκάλιασμά του). Τί σ' έπιασε;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Ατάραχος). Η σειρά με την οποία θα γίνουν οι εκτελέσεις, δεν έχει στην πραγματικότητα καμία σημασία. Ή μάλλον, όλες αυτές οι εκτελέσεις έχουν ίση σπουδαιότητα, πράγμα από το οποίο έπεται ότι καμιά τους δεν έχει καμία σπουδαιότητα. Εξάλλου, όλοι τους είναι εξίσου ένοχοι. Σημειώστε, ακόμα, ότι το να κλέβεις άμεσα τους πολίτες δεν είναι πιο ανήθικο από το να επιβάλλεις έμμεσους φόρους που κάνουν πιο ακριβά τα είδη πρώτης ανάγκης. Το να κυβερνάς, σημαίνει να κλέβεις -κι αυτό το ξέρει όλος ο κόσμος. Σημασία, όμως, έχει ο τρόπος που το κάνεις. Εγώ, σκοπεύω να κλέβω ανοιχτά. Κι αυτό θα σας ξυπνήσει λιγάκι. (Στον ταμία, επιτακτικά). Θα εκτελέσεις αμέσως χωρίς χρονοτριβή, τις διαταγές αυτές. Τις διαθήκες θα τις υπογράψουν απόψε οι κάτοικοι της Ρώμης, ενώ οι κάτοικοι των πιο μακρινών επαρχιών έχουν ενός μηνός διορία. Στείλε αμέσως τους κήρυκες...
ΤΑΜΙΑΣ: Καίσαρ, δεν παίρνεις υπόψη σου...
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Άνοιξε καλά τ΄αυτιά σου, ηλίθιε. Αν είναι σπουδαίο το Δημόσιο Ταμείο, τότε δεν είναι σπουδαία η ανθρώπινη ζωή. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Όλοι όσοι σκέφτονται σαν κι εσένα πρέπει να δεχτούν για πειστικό αυτό το επιχείρημα, και να υπολογίζουν τη ζωή τους σαν ένα τίποτα εφόσον μετράνε την περιουσία τους για το παν. Στο μεταξύ, εγώ έχω πάρει την απόφαση να είμαι λογικός και, αφού κατέχω την εξουσία, θα δείτε τι θα σας κοστίσει η λογική. Θα εξολοθρεύσω τόσο εκείνους που αντιφάσκουν, όσο και τις αντιφάσεις τις ίδιες. Και θ' αρχίσω από σένα αν χρειαστεί.
ΤΑΜΙΑΣ: Καίσαρ, σου ορκίζομαι ότι μπορείς να βασίζεσαι στην καλή μου θέληση.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Και συ στη δική μου, να είσαι απόλυτα σίγουρος. Απόδειξη γι αυτό είναι το ότι δέχτηκα την άποψή σου, και σκέφτομαι πώς να ωφελήσω το Δημόσιο Ταμείο. Κοντολογίς, πρέπει να μου πεις «ευχαριστώ» γιατί μπαίνω στο δικό σου παιχνίδι και παίζω με τα δικά σου χαρτιά. (Σωπαίνει για λίγο, και εξακολουθεί ήρεμα). Εξάλλου, το σχέδιό μου, εξαιτίας της απλότητάς του, μπορεί να θεωρηθεί μεγαλοφυές – πράγμα που κλείνει τη συζήτηση. Σου δίνω τρία δευτερόλεπτα για να χαθείς από τα μάτια μου. Ένα... (ο ταμίας φεύγει τρέχοντας).
Στην πραγματικότητα, όμως τα γεγονότα δεν ήταν καθόλου έτσι, τουλάχιστον όχι ως προς το λόγο για τον οποίο συνέβαιναν. Τα κίνητρα του αληθινού Καλιγούλα δεν ήταν ιδεολογικά, όπως αυτά του ήρωα του Καμύ, ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόσει στην αυτοκρατορία του το μηδενισμό ως απάντηση στην υποκρισία και τον παραλογισμό του κόσμου. Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, ο αληθινός Καλιγούλας απλά ήταν ένας ψυχοπαθής, φρικτά παραδόπιστος και διεφθαρμένος άνθρωπος που δυστυχώς βρέθηκε στο τιμόνι μιας αυτοκρατορίας ελέγχοντας τις τύχες εκατομμυρίων υπηκόων: Λέγεται, ότι έτρεχε αλαλάζοντας μέσα στους διαδρόμους του παλατιού κάθε φορά που έπεφτε ένας κεραυνός και ζητούσε σε όποιον έβλεπε μπροστά του να τον σώσει. Ή ότι κυλιόταν γυμνός πάνω σε χρυσά νομίσματα, σκότωνε χωρίς λόγο επειδή απλά του περνούσε η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να τον υπονόμευε, συμμετείχε σε σεξουαλικά όργια ακόμα και με τις αδερφές του, απαιτούσε από τους Πατρίκιους (ευγενείς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) να του κληροδοτούν την περιουσία τους, τους εξευτέλιζε βάζοντάς τους να κάθονται στα τέσσερα σαν τραπεζάκι για να ακουμπήσει το πιάτο του πάνω στην πλάτη τους, τους έβαζε να τρέχουν πίσω από το άρμα του, βασάνιζε τα παιδιά τους και τους ανάγκαζε να κοιτούν.
Διεστραμμένες, άρρωστες προσωπικότητες σαν τον Καλιγούλα έχουν περάσει πολλές από την ιστορία του κόσμου. Με άλλοθι ότι οραματίζονται ένα αύριο καλύτερο ή ότι θέλουν να σώσουν το λαό τους: πατούν τη σκανδάλη και πυροβολούν ακόμα και εναντίον όσων τάχα προστατεύουν.
Μικροί Καλιγούλες όμως, περνάνε καθημερινά κι από τις ζωές όλων μας μέσα σε εταιρείες, σε οικογένειες, σε μικρο-ομάδες: οπουδήποτε υπάρχει ένα σύστημα αξιών που παρέχει εξουσία σε έναν άνθρωπο. Εξουσία που διαφθείρει. Η οποία εύκολα ξετρυπώνει μέσα στον καθέναν έναν Καλιγούλα. Όμως όπου υπάρχει ένας Καλιγούλας υπάρχει και το αντίστοιχο εύφορο έδαφος για να φυτρώσει: όλοι εμείς που ανεχόμαστε τους Καλιγούλες ή όλοι αυτοί που ανέχονται εμάς όταν ξυπνά μέσα μας η εξουσιομανία. It takes two to tango... Ο σαδιστής δεν θα υπήρχε χωρίς τον μαζοχιστή.
Όταν πρόκειται δε για πιο μαζικό επίπεδο, στην κοινωνία, ακόμα πιο εύκολα γιγαντώνεται το τέρας.
Ο Καλιγούλας της εποχής μας είναι το χρήμα. Η αυτοκρατορία μας είναι το διεθνές οικονομικό μας σύστημα. Οι Πατρίκιοι είναι οι διεφθαρμένοι πολιτικοί μας και οι διαπλοκές τους με επιχειρηματίες-αρπαχτικά. Και όλοι εμείς οι στυλοβάτες που στηρίζουμε το οικοδόμημα που έχουν φτιάξει στις πλάτες μας. Σύγχρονοι δούλοι, δέσμιοι των χρεών μας στις τράπεζες, στα καταναλωτικά δάνεια για να αγοράσουμε καφετιέρα που φτιάχνει ιταλικό εσπρέσο, στα διακοποδάνεια για να πάμε στις Μαλδίβες με δανεικά. Θύματα του Καλιγούλα, τον οποίο προσκυνάμε κι ας μην είναι αληθινός Θεός, αλλά χάρτινος. Κι αυτό, δεν λέγεται από καιρό Καπιταλισμός, αλλά άκρατος Παραλογισμός. Τον οποίο υπηρετούμε με μανία. Ας μη ζητάμε λοιπόν και τα ρέστα, γιατί κατά βάθος τρέμουμε, σαν τους ήρωες του Καμύ, να μην χάσουμε αυτή την τρέλα, ακόμα κι αν υποφέρουμε από τα βασανιστήρια της.

ΒΙΒΛΙΟ: Μετρό 2033
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Dmitry Glukhovsy
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Καστανιώτη (υπό έκδοση)

H Mόσχα μετά από την πυρηνική καταστροφή που περιγράφεται στο μυθιστόρημα και video game Metro 2033.
Για κάποιο λόγο που μόνο με ψυχανάλυση μπορεί να διερευνηθεί οι ιστορίες με πυρηνικά μακελειά, πλημμύρες, καταποντισμούς, συνωμοσίες, αιμοβόρα πλαγκτόν που κατασπαράζουν ύπουλα σιγά σιγά το υφαλοπρανές της Ανταρκτικής και μεταλλαγμένους ιούς που ξεπαστρεύουν την ανθρωπότητα και εξαπλώνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα κι από τη Formula 1, μου προκαλούν αναστάτωση. Ευεξία. Και απίστευτη χαρά! Βουτάω τέτοια βιβλία και τα ξεπαστρεύω σε τρεις μέρες το πολύ (αν έχετε παρατηρήσει όλα αυτά είναι πάνω από 500 σελίδες – χορταστικά). Δεν με ενοχλεί τίποτα: η μετάφραση-τραγωδία, η αμήχανη γραφή του συγγραφέα, τα εκφραστικά κλισέ που περισσεύουν. Σημασία έχει μόνο το μακελειό. Δεν περιμένεις ένα τέτοιο βιβλίο -τη Μπρίτζετ Τζόουνς του θριλεράκια- να σε πάει μπροστά ούτε να σου ανοίξει νέους ορίζοντες. Το διαβάζεις σαν να παρακολουθείς ταινία ή μια γρήγορη τηλεοπτική σειρά που κατέβασες από το Ιnternet και τη βλέπεις σερί μέχρι το πρωί. Συνδυάζονται δε καταπληκτικά με πίτσα, ποπ κορν και ξαπλώστρα, αν το επιτρέπει η εποχή. Είναι ιδανικά για τις παραλίες και ό,τι πρέπει για τις ανιαρές νύχτες του χειμώνα που θες να χωθείς στον καναπέ και να κανακέψεις την πιο ανάλαφρη πλευρά του εαυτού σου.
Όμως στ' αλήθεια τι είναι αυτό που μας μαγνητίζει στον τρόμο και την καταστροφολαγνεία; Η μαζοχιστική ηδονή που μας κάνει να δαγκώνουμε από την αγωνία τα μαξιλάρια βλέποντας θρίλερ, νομίζω, τρέχει στο αίμα μας: Από τις βιβλικές συμφορές μέχρι τα τέρατα της Αποκάλυψης. Κι από τους αστικούς μύθους για το τέλος του κόσμου που σκάνε κάθε τρεις και λίγο (με τελευταία την παραφιλολογία για το 2012) έως τα σενάρια για την προγραμματισμένη μυστική απόβαση των άλιεν στα σούπερ μάρκετ Πρισουνίκ Μαρινόπουλος μια ήσυχη Πέμπτη του μέλλοντος... Ο άνθρωπος από αρχαιοτάτων χρόνων έχει την ανάγκη να φτιάχνει σενάρια καταστροφής. Ίσως γιατί έτσι διασκεδάζει τον υπαρξιακό φόβο για το άγνωστο.
Έχουν περάσει από τα χέρια μου άπειρα τέτοια βιβλία, άλλα βαρετά που τα παράτησα απογοητευμένος πριν περάσω στο δεύτερο κεφάλαιο και άλλα πιο σπιντάτα (που είναι και το ζητούμενο): Όλα τους δυστοπικά θρίλερ που απεικονίζουν με τα πιο δυσοίωνα χρώματα το μέλλον. Έχουμε και λέμε: Το οικολογικό θρίλερ «Σμήνος» του Φρανκ Σέτσινγκ (εκδ. Καστανιώτη), το ...έπος του eco-παροξυσμού σε 1018 σελίδες, με σκουλήκια να τρώνε τους πάγους και τεράστια δηλητηριώδη καβούρια να σουλατσάρουν στο υδροδοτικό σύστημα της Νέας Υορκης.
Το «2012» του Ουίτλι Στρίμπερ (εκδ. Λιβάνη) που περιγράφει την ευθυγράμμιση της Γης με το κέντρο του Γαλαξία στις 21 Δεκεμβρίου του 2012 (ημερομηνία ορόσημο σύμφωνα με τις προφητείες των Μάγια) και την σύγκρουση του κόσμου μας με παράλληλα σύμπαντα.
Το «FlashForward» του Ρόμπερτ Τζέι Σόγιερ (εκδ. Orion Publishing Group - δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά), ένα κβαντικό θρίλερ στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη αμερικανική τηλεοπτική σειρά: Παρουσιάζει τις συνέπειες από την αποτυχία της έρευνας για το μποζόνιο του Χιγκς στο CERN. Κατά τη διάρκεια του πειράματος όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο χάνουν τις αισθήσεις τους για δύο λεπτά. Εκατομμύρια πεθαίνουν πέφτοντας λιπόθυμοι στις σκάλες, ενώ αεροπλάνα καρφώνονται σε ουρανοξύστες, αυτοκίνητα και λεωφορεία βγαίνουν εκτός πορείας, ασθενείς σε χειρουργεία αιμορραγούν αφού κανείς δεν έχει τις αισθήσεις του για να ολοκληρώσει την επέμβαση... Όσοι επέζησαν έχουν αναμνήσεις από το μέλλον, από μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή 20 χρόνια μετά.
Ο «Κατακλυσμός» του Στέφεν Μπάξτερ (εκδ. Αίολος), ένα οικολογικό θρίλερ με καταστροφικές καταιγίδες, πλημμύρες και σκηνές οι οποίες θυμίζουν ταινίες όπως το «2012» ή το «The Day Afer Tomorrow».
Ο «Ιός» του Σκοτ Σίγκλερ (εκδ. Platypus) που περιγράφει μια μυστηριώδη ασθένεια η οποία μετατρέπει φυσιολογικούς ανθρώπους σε μανιακούς δολοφόνους. Και το τελευταίο βιβλίο της Μάργκαρετ Άτγουντ που έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά: «Η χρονιά της Πλημμύρας» (Εκδ. Ψυχογιός), το οποίο δεν έχω διαβάσει ακόμα. Απ όσο γνωρίζω πρόκειται για το χρονικό μιας περιβαλλοντικής κατάρρευσης που οδηγεί στο τέλος του πολιτισμού μας.
To εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης.

Αυτές τις ημέρες έχω βάλει στο μάτι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, το «Μετρό 2033» του νεαρού Ρώσου Ντμίτρι Γκλουχόφσκι (32 ετών) που θα κυκλοφορήσει τέλη Μαρτίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Πρόκειται για ένα διεθνές best seller το οποίο βγήκε πρώτα στο διαδίκτυο το 2002, έχοντας χιλιάδες αναγνώστες. Κατόπιν όταν εκδόθηκε σε βιβλίο, μεταφράστηκε όλο τον κόσμο (τα δικαιώματα του τίτλου του έχουν πουληθεί σε είκοσι χώρες) και πούλησε 400.000 αντίτυπα μόνο στη Ρωσία. Το 2007 απέσπασε στην Κοπεγχάγη βραβείο από τον οργανισμό European Science Fiction Society. Το θρίλερ περιγράφει έναν κόσμο ασφυκτικό. Βρισκόμαστε στο έτος 2033. Η ανθρωπότητα έχει υποστεί τις συνέπειες ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος. Οι πόλεις έχουν ρημάξει από τη ραδιενέργεια. Τα κτίρια ερείπια. Οι ελάχιστοι που έχουν διασωθεί κρύβονται στο μετρό της Μόσχας, το μεγαλύτερο αντιπυρηνικό καταφύγιο στη Γη. Εκεί, στις σήραγγες, έχουν φτιάξει κοινότητες και χτίζουν ξανά τη ζωή τους μέσα στο σκοτάδι και τη φρίκη του υπογείου.

Δεν ξέρω αν τελικά θα είναι ωραίο, αλλά και μόνο απ' όσα έχω διαβάσει στον ξένο τύπο, ψήνομαι τρελά. Θυμάμαι πέρυσι την άνοιξη ένα άρθρο στο lifestyle ένθετο της εφημερίδας Observer παρουσίαζε το βιβλίο σαν εκδοτικό φαινόμενο: Το σίκουελ με τίτλο «Metro 2034» κυκλοφόρησε το 2007 και πούλησε 300.000 αντίτυπα μόνο τους πρώτους έξι μήνες της έκδοσής του. Ενώ το Μάρτιο του 2010 μεταφέρθηκε και στον ψηφιακό κόσμο των video games για PC και κονσόλες Χbox. Ήμουν έτοιμος να παραγγείλω το βιβλίο από το Amazon. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι αφού θα έβγαινε σε παιχνίδι όλο και κάποιος εκδοτικός οίκος στην Ελλάδα θα το μετέφραζε. Περίμενα ένα χρόνο. Αν δεν είναι καλό, θα κάνω μήνυση στον κύριο Γκλουχόφσκι...

To trailer του video game Metro 2033, 
το οποίο βασίζεται στο μυθιστόρημα του Ντμίτρι Γκλουχόφσκι


Υ.Γ. 1: Αυτή την εβδομάδα και συγκεκριμένα στις 4 του μήνα, ημέρα Παρασκευή, θα κυκλοφορήσει και το πολυσυζητημένο μυθιστόρημα «Ελευθερία» του Τζόναθαν Φράνζεν («Διορθώσεις») από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Το Βήμα δημοσίευσε σήμερα τη συνέντευξη του συγγραφέα στη δημοσιογράφο Λαμπρινή Κουζέλη (μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ).

Υ.Γ. 2: Όπως βλέπετε άλλαξα και το layout στο blog. Είναι ολοφάνερο, με έπιασε η άνοιξη! Θα ήθελα τη γνώμη σας. 

ΒΙΒΛΙΟ: Το πρωτότυπο της Λώρας - ο θάνατος είναι διασκέδαση
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Vladimir Nabokov
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Πατάκη

Το κύκνειο άσμα του μεγάλου συγγραφέα Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 1977, πραγματεύεται την ιστορία ενός αταίριαστου έρωτα και τη βία στην οποία με μαθηματική ακρίβεια αυτός οδηγεί.
Ο ήρωας, ο Φίλιπ Γουάιλντ, ένας ευτραφής και άσχημος γιατρός, ανακαλύπτει ότι οι εξωσυζυγικές περιπέτειες της πολύ νεότερης γυναίκας του, της σέξυ Φλώρας, βλέπουν το φως της δημοσιότητας μέσα από ένα μυθιστόρημα που έγραψε ο πρώην εραστής της. Η Λώρα, όπως την αποκαλεί ο εραστής στο βιβλίο του, είναι ένα κινητό σκάνδαλο που ταπεινώνει τον πλούσιο σύζυγό της. Η ζήλια και ο εξευτελισμός ωθούν τον Γουάιλντ στην αυτοεξόντωση, ξεκινώντας πρώτα από τα δάχτυλα των ποδιών του.
Το βιβλίο είναι ημιτελές, όμως παρόλα αυτά η ανάγνωσή του είναι δυνατή εμπειρία: Όχι μόνο για το τολμηρό του θέμα αλλά και γιατί έχουμε τη σπάνια δυνατότητα να διαβάσουμε χωρίς επιμέλεια το ίδιο το χειρόγραφο του Ναμπόκοφ. Οι σελίδες είναι χωρισμένες στη μέση: πάνω οι καρτέλες με τα γράμματα και τις μουντζούρες του συγγραφέα και κάτω η μετάφρασή τους.
Το «πρωτότυπο της Λώρας» είναι ένα αληθινό αριστούργημα που διασώθηκε από τον γιο του Ντμίτρι Ναμπόκοφ, ενώ ο συγγραφέας της «Λολίτας» (εκδ. Πατάκη), λίγο πριν πεθάνει είχε ζητήσει να καεί. Ευτυχώς για εμάς ο γιος του αποφάσισε σοφά να εκδώσει το μυθιστόρημα σε σπαράγματα το οποίο φυλασσόταν τριάντα δύο χρόνια σε θυρίδα ελβετικής τράπεζας.
Στην εισαγωγή του βιβλίου εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν να μην σεβαστεί την επιθυμία του πατέρα του. Ένας από αυτούς είναι και το γεγονός ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ο συγγραφέας ήθελε να κάψει το έργο του. Η «Λολίτα» είχε σωθεί τελευταία στιγμή όταν η σύζυγος του Ναμπόκοφ, η Βέρα, άρπαξε το χειρόγραφο από τα χέρια του ενώ εκείνος πήγαινε να το πετάξει στη φωτιά.
«Όταν το καθήκον ανατέθηκε σε μένα το σκέφτηκα πάρα πολύ. (...) Σ΄αυτό το σταυροδρόμι αποφάσισα πως, αν μπορούσε να αναθεωρήσει, ο Ναμπόκοφ δε θα ήθελε να γίνω εγώ ο Άνθρωπος από το Πόρλοκ (σημ.: η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται στα αγγλικά για να δηλώσει τον ανεπιθύμητο επισκέπτη που διακόπτει το δημιουργό την ώρα της καλλιτεχνικής έμπνευσης) ή να επιτρέψω στη μικρή Χουανίτα Νταρκ -αυτός ήταν ο πρώτος πρόχειρος τίτλος της Λολίτας όταν προοριζόταν για τη φωτιά- να καεί σαν σύγχρονη Ζαν ντ΄Αρκ».
Το «Πρωτότυπο της Λώρας» γράφτηκε όσο ο Ναμπόκοφ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, σε μια περίοδο όπου φρικτοί πόνοι στα πόδια τον βασάνιζαν.
Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται μετά την πτώση του σε μια λοφοπλαγιά στο Νταβός, όπου είχε σκαρφαλώσει σε ένα απόκρημνο σημείο για να κυνηγήσει πεταλούδες και έντομα (ήταν δεινός εντομολόγος). Έκτοτε ο συγγραφέας ήταν διαρκώς αδιάθετος μέχρι που, δύο χρόνια μετά, οδηγήθηκε σε μία κλινική της Λοζάνης. Εκεί «καθώς ανάρρωνε από μια εγχείρηση, ρουτίνας υποτίθεται, προσβλήθηκε από κάποια ενδονοσοκομειακή λοίμωξη που εξασθένισε πάρα πολύ το ανοσοποιητικό του. Χειροτέρευε κι όμως οι γιατροί είχαν αγνοήσει ολοφάνερα προειδοποιητικά σημάδια επιδείνωσης, όπως τα μειωμένα επίπεδα καλίου και νατρίου στο αίμα του». Στην κλινική αδυνατούσαν να εντοπίσουν το μικρόβιο κι έτσι η οικογένειά του αποφάσισε να τον μεταφέρει στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λοζάνης. Εκεί, καιρό μετά, άφησε την τελευταία του πνοή. Λίγες ημέρες πριν στην τελευταία καρτέλα που μπόρεσε να γράψει είχε σημειώσει τις εξής λέξεις:
εξαλείφω
σβήνω
διαγράφω
απαλείφω
εξαφανίζω
εξολοθρεύω
εκμηδενίζω

Υ.Γ. Μία περίληψη του κειμένου αυτού δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα FAQ αυτής της εβδομάδας (τεύχος 133, σελίδα 39) στη στήλη του βιβλίου, όπου ένας blogger παρουσιάζει το μυθιστόρημα που διάβασε πρόσφατα. Ευχαριστώ τη Βασιλική Γεωργά και την εφημερίδα
FAQ για το βήμα που μου έδωσαν.

 Φωτόγραφία: Από το site www.dedon.de / Πολυθρόνα Nestrest του οίκου Dedon

Ένα καλό βιβλίο και μια ήσυχη γωνιά: δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο για να νιώσω απολύτως ικανοποιημένος... Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ όταν διαβάζω, θέλω απόλυτη ησυχία. Κρεβάτι, αφράτα μαξιλάρια, σιωπή και ημίφως. Ιδανικές συνθήκες δηλαδή. Ο μόνος ήχος που πρέπει να ακούγεται είναι η σελίδα που γυρίζει. Ούτε μουσική ούτε μουρμούρα από την τηλεόραση. Όταν διαβάζω, ταξιδεύω. Αφοσιώνομαι. Κλείνω πόρτες σε όλους κι ανοίγω παράθυρα στο μυαλό. Για να αποδράσω. Ταξίδια δωματίου. Ταξίδια στο άπειρο. Οι λέξεις γίνονται μονοπάτια, οι προτάσεις δρόμοι που ανοίγονται μπροστά μου. Κι οι παράγραφοι θάλασσες που με παρασύρουν στο κύμα τους για να με οδηγήσουν εκεί όπου το σώμα αδυνατεί να βρεθεί σε ένα μόνο λεπτό. «Τα μεγάλα ταξίδια και οι μεγάλες διαδρομές συμβαίνουν καμιά φορά μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα. Το μυαλό διανύει αποστάσεις τρελές την ώρα που τα πόδια μένουν καρφωμένα στο πάτωμα» γράφει η ταλαντούχα ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου και συγγραφέας Λένα Κιτσοπούλου στο οπισθόφυλλο της συλλογής διηγημάτων της «Μεγάλοι δρόμοι» (εκδ. Μεταίχμιο).
Από την άλλη, παρόλο που είμαι κοπρόσκυλο του καναπέ και δεν διαβάζω πουθενά αλλού αν δεν έχω βολευτεί στα μαλακά, για κάποιο λόγο εντελώς ανεξήγητο, πάντα στην τσάντα μου κουβαλάω ένα βιβλίο. Όπου κι αν πάω. Ό,τι ώρα κι αν είναι. Λες και θα μου στρώσουν να ξαπλώσω στην ουρά της τράπεζας ή θα μου ανοίξουν κανέναν καναπέ-κρεβάτι στο lounge bar αν τύχει και βαρεθώ. Μια εντελώς πρόχειρη εξήγηση που κάπως με έχει καθησυχάσει και δεν το έχω ψάξει παραπέρα, είναι ότι το βιβλίο στην τσάντα λειτουργεί σαν placebo, ένα σούπερ «εικονικό» όπλο που σκοτώνει την πλήξη. Σαν ασπίδα για ώρα ανάγκης: Σε περίπτωση που με πιάσει απελπισία εκεί έξω, εγώ έχω μαζί μου το βιβλίο μου. Ακόμα κι αν δεν το διαβάσω, είναι μια υπόσχεση φυγής. Μια έξοδος κινδύνου.
Υπό αυτή την έννοια, φυσικά, ζηλεύω πολύ όταν ακούω κάποιους να λένε ότι μπορούν και διαβάζουν στο λεωφορείο, στη στάση του μετρό, στην ουρά της εφορίας, στο μποτιλιάρισμα. Εγώ, αδύνατον να συγκεντρωθώ. Άνθρωπος με σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής, θα κρατάω το βιβλίο νευρικά, καρφωμένος στην ίδια σελίδα για κάνα τέταρτο και παράλληλα θα κοιτάω τα email στο κινητό μου, θα τουιτάρω με το ένα δάχτυλο, θα σκέφτομαι τα πιο ανούσια πράγματα, θα φτιάχνω ατελείωτες λίστες στο μυαλό: από την παρμεζάνα και το τσάτνεϊ που δεν πρέπει να ξεχάσω να πάρω από το σούπερ μάρκετ μέχρι τα Τop-30 με τα πιο σιχαμένα τραγούδια που έχω ακούσει ποτέ. Δώσε μου ένα βιβλίο (ακόμα και κάποιο που αγαπώ) σε δημόσιο χώρο, ζήτα μου να συγκεντρωθώ με το ζόρι σ' αυτό που διαβάζω και όλες οι σαβούρες του μυαλού μου θα καταφθάσουν από το υποσυνείδητο για να στήσουν χορό στο δευτερόλεπτο: Το Φεστιβάλ των Άχρηστων Σκέψεων.
Γι' αυτό λοιπόν αυτά τα πράγματα τα έχω ξεκαθαρίσει πλέον με τον εαυτό μου: Έξω δεν μπορώ με τίποτα να διαβάσω (εκτός κι αν πρόκειται για παραλία). Τουλάχιστον όχι βιβλία. Για το μετρό υπάρχουν τα άρθρα των εφημερίδων και οι αναρτήσεις των blog στα smart-phones. Για το σαλονάκι του γιατρού υπάρχουν τα περιοδικά. Τα βιβλία είναι για μέσα, τα κρατάω για την καλή την ώρα, την ανοιχτή. Για τη στιγμή που θα είμαι μόνος και θα μπορώ να τους αφοσιωθώ. Και για κάποιο λόγο αυτό λειτουργεί μόνο όταν είμαι ξαπλωμένος.
Μπορώ να ρίξω τα στάνταρ και αντί για κρεβάτι ή καναπέ, να θρονιαστώ σε μία πολυθρόνα με υποπόδιο και να διαβάσω έστω καθισμένος με τα πόδια απλωμένα. Θα διαβάσω δέκα σελίδες και στην ενδέκατη θα στριφογυρνώ νευρικά, θα φτιάχνω τα μαξιλάρια στη μέση, θα κοιτάω τα πουλάκια που πετούν στα δέντρα έξω από το παράθυρο, θα θυμάμαι κάτι υπέροχα καλοκαίρια στο νησί πριν δεκαεφτά χρόνια. Μετά θα προσπαθήσω να επαναφέρω την προσοχή μου στο βιβλίο, αλλά το παιχνίδι θα έχει χαθεί. Σε λίγο θα με ενοχλούν τα πάντα: το φως, ο ήλιος που τρυπώνει απ' τις κουρτίνες, ο σκύλος που στο ενδιάμεσο θα έχει σκαρφαλώσει πάνω μου και θα με σπρώχνει πιο 'κει διακριτικά με τα ποδαράκια, μέχρι να με κάνει να φύγω για να στρογγυλοκάτσει με την ησυχία του ανακουφισμένος.
Το πάλεψα χρόνια. Με ανάγκασα να διαβάσω στο γραφείο, στο στρατόπεδο όταν ήμουν φαντάρος ανάμεσα σε άλλους τριάντα τύπους εκ των οποίων οι είκοσι εφτά είχαν φρικτά ringtones με λαϊκά τραγούδια στο κινητό τους, στις βιβλιοθήκες μουσείων, στα πεζούλια της Διονυσίου Αρεοπαγίτου πλάι σε αφιονισμένους Γιαπωνέζους που με έλουζαν με μια βροχή από φλας, σε εστιατόρια ξενοδοχείων περιμένοντας να μου σερβίρουν το πρωινό. Τζίφος. Τα κατάφερα αλλά επί της ουσίας οι λέξεις πέρασαν απ' το μυαλό, αλλά δεν έφτασαν βαθιά στην καρδιά. Κι έτσι έπαψα πια να με καταπιέζω. Το κάθε πράγμα όσο κι αν το αγαπάς, θέλει το χώρο και το χρόνο του (και το σωστό φωτισμό) για να «λειτουργήσει». Γιατί όπως πολύ ωραία έλεγε και ο Γκράουτσο Μαρξ: «Εκτός του σκύλου, το βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Εντός του σκύλου είναι πολύ σκοτεινά για να διαβάσει κανείς».

Υ.Γ. Το καλοκαίρι που μας πέρασε έκανα το επόμενο βήμα: αγόρασα ένα μεγάλο καναπέ με χιλιάδες μαξιλάρια για την πράσινη ταράτσα μου, στην οποία έχω φυτέψει ακόμα και δέντρα ύψους πέντε μέτρων. Τίποτα δεν μου αρέσει περισσότερο από το να διαβάζω ξαπλωμένος εκεί, στην ησυχία του μεσημεριού κάτω από τη σκιά των δέντρων. Αυτός είναι ο δικός μου διαλογισμός.

ΒΙΒΛΙΟ: Ο οδοιπόρος
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Φερνάντο Πεσσόα
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Νεφέλη


Καθένας από εμάς που αναζητά στην τέχνη τη φυγή και την ουσία, έχει ξεθάψει από βιβλία λέξεις που τις κουβαλάει σαν ξόρκια. Σκόρπιες φράσεις, στίχους τραγουδιών ή ποιημάτων, ατάκες από θεατρικά... Κόσμους ολόκληρους χτισμένους με γράμματα, σκηνές από ζωές που δεν ζήσαμε αλλά διαβάζοντας έγιναν δικές μας αναμνήσεις, λόγια που αρχειοθετήθηκαν στον εγκέφαλο και ανασύρονται στην επιφάνεια κάθε φορά που αναζητούμε μια απάντηση.
Για μένα τα πράγματα είναι απλά: η ζωή μου ολόκληρη είναι δεμένη με τα βιβλία που έχουν περάσει από τα χέρια μου. Όπως άλλοι κοιτούν φωτογραφίες, εγώ ξεφυλλίζω βιβλία. Και θυμάμαι. Πού ήμουν όταν τα διάβαζα, τι μουσική μου άρεσε τότε, ποιοι άνθρωποι εκείνο το διάστημα έδιναν ρυθμό στις μέρες μου.
Όμως υπάρχουν και κάποια άλλα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης μου γεμάτα υπογραμμισμένες προτάσεις, παραγράφους ολόκληρες, τις οποίες διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας έχω μάθει πλέον απ' έξω. Αυτά δεν είναι βιβλία-καρτ ποστάλ, είναι τα βιβλία της ζωής μου. Όσα θα έπαιρνα μαζί μου σε μια βαλίτσα βιαστικά αν έπρεπε να φύγω από το σπίτι για πάντα ακολουθώντας ένα μεγάλο έρωτα ή αν με κυνηγούσαν με όλα τα δόντια έξω τα αδηφάγα Λανκολίαρς του Στίβεν Κινγκ κι έπρεπε να διακτινιστώ για πάντα σε ένα άλλο πιο φιλικό σύμπαν.
Τα κείμενα του Φερνάντο Πεσσόα, «Το βιβλίο της ανησυχίας» (εκδ. Αλεξάνδρεια), «Η ώρα του διαβόλου» (εκδ. Εξάντας) και ο «O Οδοιπόρος» (εκδ. Νεφέλη) που εκδόθηκε πρόσφατα, ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.
Όσα είχα διαβάσει για πρώτη φορά δεκατρία χρόνια πριν στο «Βιβλίο της ανησυχίας» με ακολουθούσαν για καιρό. Ακόμα και σήμερα, όταν λυγίζω κάτω από το βάρος μιας σπλάτερ υπαρξιακής αγωνίας που με καθηλώνει, επειδή δεν μπορώ να ξεκολλήσω από τη σκέψη του πόσο κενός νοήματος είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, επιστρέφω στη σελίδα 47. Διαβάζω και ξορκίζω: Τον φόβο του αγνώστου, μα πάνω απ' όλα τη διαστροφή που είναι εγγεγραμμένη στο DNA μου να αναζητώ απαντήσεις σε πράγματα που ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι φτιαγμένος να καταλάβει.
Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Υπάρχει; Είναι κοινό για όλους ή κάθε ον αυτού του κόσμου πρέπει να δώσει νόημα στις μέρες που περνούν άσκοπα; Από τι υλικά είναι φτιαγμένο αυτό που λέμε ζωή; Και πού πάμε όταν φεύγουμε από αυτή; Πού βρίσκονται όσοι αγαπήσαμε και χάθηκαν; Πού θα πάμε όταν έρθει κι η δική μας η ώρα;
«Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ μέχρις ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο. Δεν ξέρω πού θα με πάει γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να δω αυτό το πανδοχείο σαν μια φυλακή, γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα. Θα μπορούσα και να το θεωρήσω σαν έναν χώρο ευχάριστης κοινωνικής συναναστροφής γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους. Δεν είμαι ωστόσο ούτε ανυπόμονος ούτε άνθρωπος με γούστα κοινά. Αφήνω αυτούς που κλειδώνονται στο δωμάτιό τους και περιμένουν, ξαπλωμένοι άβουλα, χωρίς να μπορούν να κοιμηθούν, αφήνω αυτούς που κουβεντιάζουν στα σαλόνια απ ' όπου οι φωνές κι η μουσική φτάνουν ευχάριστα στ' αυτιά μου. Στέκομαι στην πόρτα και γεύομαι τα χρώματα και τους ήχους του τοπίου μέχρις ότου τα μάτια μου και τα αυτιά μου να μεθύσουν – και σιγοτραγουδώ, για μένα μόνο, συγκεχυμένες μελωδίες που συνθέτω ενόσω περιμένω.
Για όλους μας θα πέσει η νύχτα και η άμαξα θα φτάσει. Γεύομαι την αύρα που μου δίνουν και την ψυχή που μου δώσαν για να τη γευτώ, και δεν ρωτώ ούτε ψάχνω παραπέρα».
Διαβάζω λοιπόν τα λόγια του Πεσσόα και υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι από το να είμαι μια απειροελάχιστη πανικόβλητη ψείρα ριγμένη στο σύμπαν, ένα ζωύφιο με περιορισμένο οπτικό πεδίο που βλέπει μόνο την κορυφή του παγόβουνου (και αυτή όχι ολόκληρη) και νομίζει ότι είναι σε θέση να ερμηνεύσει το υπόλοιπο τμήμα που κρύβεται στα απύθμενα σκοτάδια του ωκεανού, είναι καλύτερα να απολαμβάνω το τώρα.
Ο μοναδικός μου σκοπός θα πρέπει να είναι να γεμίσω αυτό το χρόνο, τον οποίο έχω στη διάθεσή μου μέχρι να έρθει η δική μου η άμαξα, με όσο το δυνατόν πιο ωραίες στιγμές: Με σεζ λονγκ πλάι στο κύμα και δροσερά mojitos, ανοιξιάτικες βόλτες σε δρόμους με ολάνθιστες αμυγδαλιές, βιβλία που με ταξιδεύουν, υπέροχα φιλιά στα κλεφτά, τρυφερές αγκαλιές στα γρασίδια, δημιουργικές δουλειές που με γεμίζουν. Και φυσικά μακριά από εμένα οι φανατισμοί και οι «βεβαιότητες» που σου χαρίζουν μεν την ψευδαίσθηση ότι ανήκεις κάπου, αλλά στην ουσία σε εγκλωβίζουν. Σε βάζουν σε μία διαδικασία να κυνηγάς μάταια το ξύλο σαν εκείνον τον σκύλο για τον οποίο διάβαζα στο μικρό βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ «Θρησκεία και Ψυχιατρική» (εκδ. Άγρα). Εκεί λοιπόν ο συγγραφέας του best seller «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», λέει ότι ο σκύλος έχει απόλυτη ανάγκη κάποιος να του πετάει ένα κομμάτι ξύλο για να τρέχει να το πιάνει ανακουφισμένος που του έδωσαν έναν σκοπό. Το ίδιο ακριβώς κάνουν, εξηγεί, και οι θρησκείες στον άνθρωπο: προσπαθούν να τον ανακουφίσουν από την υπαρξιακή αγωνία προσφέροντάς του την πίστη σε μια ανώτερη δύναμη που ελέγχει (;) όσα ο άνθρωπος αδυνατεί και η οποία γνωρίζει (;) όλες τις απαντήσεις.
Στον «Οδοιπόρο» ο Φερνάντο Πεσσόα θέτει όλα αυτά τα ερωτήματα: Ποιος είναι ο αληθινός μας στόχος; Ο έρωτας και η ηδονή, η δόξα, η εξουσία, η πίστη, η σοφία, η ηρεμία; Τι μας περιμένει στο τέλος του δρόμου; Και πότε πραγματικά μέσα στο μακρύ ταξίδι της ζωής νιώθεις ότι μπορείς να μείνεις σταθερός και να πεις με σιγουριά ότι αυτός ο σταθμός είναι και ο τελευταίος;
Γραμμένο σαν παραμύθι, αυτό το ημιτελές αριστούργημα το οποίο χρονολογείται γύρω στο 1917, μα ξεθάφτηκε από τα μπαούλα του Πορτογάλου συγγραφέα και εκδόθηκε για πρώτη φορά στην χώρα του το 2009 (εβδομήντα τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του!), αφηγείται την ιστορία ενός ανήσυχου ταξιδευτή. Περιγράφει ένα μακρύ οδοιπορικό αυτογνωσίας.
Ο ήρωας, ένα ανυποψίαστο και άπειρο αγόρι, ζούσε γαλήνια στην αγροικία του πατέρα του. Περνούσε τα απογεύματά του στον πευκώνα που περιέβαλλε το σπίτι, ακούγοντας τον άνεμο ο οποίος έκανε τις βελόνες και τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν. Απολάμβανε όσο τίποτα να κοιτά απλά τους περαστικούς, τις άμαξες που πήγαιναν κι έρχονταν στο δρόμο. Ένιωθε μια ευτυχία ανείπωτη ή μάλλον όχι ευτυχία: ευχαρίστηση, ευδαιμονία. Όταν νύχτωνε έμπαινε μέσα και διάβαζε στη σιωπή, ακούγοντας μόνο τον ήχο από τα κούτσουρα που καίγονταν στη φωτιά. Οι γριές που τον αγαπούσαν «είχαν μόλις αποκοιμηθεί γύρω από τη σόμπα, με το πιγούνι τους χωμένο στη ρόμπα τους» κι εκείνος νιώθοντας μια απίστευτη υπνηλία αφηνόταν γλυκά στην ήσυχη, μακρόσυρτη νύχτα. Κι έτσι η ζωή του περνούσε με τη «ζεστή αίσθηση ότι δεν υπήρχε τίποτα εκεί έξω». Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να νιώσει πλήρης. Όλος ο κόσμος του τελείωνε στα όρια του πευκώνα. Μέχρι που ένα απόγευμα πέρασε μπροστά του ένας άντρας ντυμένος στα μαύρα. Ο μυστηριώδης αυτός άνθρωπος έσπειρε με μια μόνο φράση του την αμφιβολία μέσα στο μυαλό του αγοριού. «Μην κοιτάζεις το δρόμο. Ακολούθησέ τον μέχρι τέλους» του είπε και έκτοτε τίποτα δεν ήταν το ίδιο.
«Ποτέ πια δεν ένιωσα ηρεμία ούτε ευχαρίστηση. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η ζωή μου έγινε κενή και χλωμή. Εγώ που είχα τα πάντα, ένιωθα να μου λείπουν όλα. Δεν επιθυμούσα τίποτα και ταυτόχρονα επιθυμούσα τα πάντα. (...) Τα πράγματα της απλής μου ζωής, αυτά που στο παρελθόν περνούσαν απαρατήρητα, άρχισαν να με ενοχλούν, κι αυτά που με ευχαριστούσαν άρχισαν να περνούν απαρατήρητα, ή παράξενα, σαν λουλούδια χωρίς άρωμα και χρώμα. Δεν ξέρω να πω αν αυτή η μεταμόρφωση που με έκανε άλλον υπήρξε αργή ή γρήγορη. Το μόνο που ξέρω είναι ότι άρχισε όταν είδα τον Άντρα με τα Μαύρα να χάνεται στη στροφή του δρόμου».
Έτσι αποφάσισε να φύγει. Την ημέρα του ταξιδιού του όλοι γύρω του έκλαιγαν. Εκείνος όμως ξεκίνησε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Έπρεπε να ακολουθήσει το δρόμο του.
Πέρασε από πολλές πόλεις και χωριά. Συνάντησε πολλούς ανθρώπους που όλοι είχαν έναν σκοπό, εκείνος όμως δεν έμοιαζε μαζί τους γιατί αναζητούσε έναν άγνωστο παράξενο άντρα που δεν θυμόταν πια ούτε καν τη μορφή του.
Στην πρώτη πόλη γνώρισε ένα πανέμορφο κορίτσι. «Την ερωτεύτηκα μόλις την αντίκρισα. Έχασα την ψυχή μου μόλις της απηύθυνα το λόγο. Τα μάτια της, φωτιά στην ταραχή μου, άναψαν πυρκαγιά στα κοιμισμένα βάθη του είναι μου. Η επαφή του χεριού της με έκανε να ξεχάσω τα πάντα».
Το μυαλό του δεν είχε πια τον έλεγχο, το σώμα σαν μαγνήτης αναζητούσε το δικό της. Μέχρι που τα χείλη τους έμπλεξαν για πρώτη φορά. Διαβάζω και σταματώ. Φέρνω την εικόνα στο μυαλό μου. Στη μέση μιας πλατείας, με εκατοντάδες διαβάτες, με άμαξες να περνούν θορυβωδώς, κι εκείνος μαζί της παραδομένος σε ένα φιλί δίχως ήχο. Σε ένα βαθύ φιλί που σβήνει τα πάντα γύρω του, σε μια ελεύθερη κατάδυση δίχως τέλος. Δεν φαντάζομαι πια, θυμάμαι.
Κι όμως εκείνος παρόλο που ήθελε να ζήσει μαζί της για πάντα, ήξερε ότι έπρεπε να φύγει. Κι ας ήταν σίγουρος πως ότι κι αν αγαπούσε από εκεί κι ύστερα θα ήταν δυνατό, θα ήταν δικό του, μα δεν θα ήταν ποτέ όπως εκείνο.
Βασανίστηκε για καιρό, μα έφυγε και πάλι. Εκείνη έκλαιγε. Κι εκείνος, μέσα του. Μα έφυγε. Ταξίδευε δυστυχισμένος μα ένιωθε σίγουρος ότι είχε πράξει το σωστό.
«Μερικές φορές αναρωτιόμουν μήπως τελικά ο δρόμος δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης πέρα από το ότι με είχε οδηγήσει σε εκείνη. Μήπως τελικά είχα πειστεί να τον ακολουθήσω μόνο και μόνο για να συναντήσω αυτήν που τόσο αγαπούσα. (...) Είχα σταματήσει! Πόσες μέρες τώρα είχα σταματήσει! Ο δυστυχής! Και με πόση χαρά! Είχα σταματήσει γιατί αγαπούσα, γιατί επιθυμούσα, γιατί ήθελα. Αλλά τι είναι αγαπώ, τι είναι επιθυμώ, τι είναι θέλω, αν όχι σταματώ (τουλάχιστον ως προς την επιθυμία του δρόμου);».
Εδώ η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σταματά. Το υπόλοιπο κείμενο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Η Teresa Rita Lopes, η γυναίκα που έχει αναλάβει να ερευνήσει το έργο του Πεσσόα, συμπλήρωσε την έκδοση με τις σημειώσεις του συγγραφέα για το διήγημα, στις οποίες εκείνος περιγράφει αναλυτικά σε τρίτο πρόσωπο τη συνέχεια του ταξιδιού. Έτσι ο αναγνώστης μαθαίνει τη συνέχεια και το τέλος. Ο ήρωας περιπλανιέται πιο βαθιά στην πόλη, ακολουθώντας το δρόμο, σε κάθε σταθμό του γνωρίζει κι άλλες γυναίκες: τη Δόξα, την Εξουσία, την Πίστη, τη Σοφία, την Μοίρα του Θανάτου, την Ηρεμία, την Προσωπικότητά του, μα απ' όλες φεύγει γιατί πρέπει να βγει ξανά στο δρόμο. Μέχρι το τέλος. Το όποιο τέλος του δικού του δρόμου.
Το αλληγορικό παραμύθι του Φερνάντο Πεσσόα είναι ένα βαθύτατα αισθαντικό κείμενο, ακόμα και οι σημειώσεις του συγγραφέα για το ημιτελές διήγημα. Είναι ένα μυστικιστικό οδοιπορικό που μοιάζει με τη ζωή του καθενός από εμάς. Γιατί τι άλλο είναι η ζωή μας από ένα δρόμο που τον ακολουθούμε μέχρι τέλους; Κι οι άλλοι άνθρωποι σάμπως δεν είναι τα σκαλιά που μας οδηγούν στον πιο συνειδητό εαυτό μας; Άλλες φορές βέβαια γίνονται η κόλαση. Μπορεί όμως να γίνουν κι ο παράδεισος. Και μόνο η πιθανότητα αυτή δεν αρκεί για να βουτήξεις βαθιά μέσα τους κι ας χαθείς;

ΒΙΒΛΙΟ: Ένας άνδρας μόνος
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Κρίστοφερ Ίσεργουντ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Αλεξάνδρεια


Το μικρό μυθιστόρημα των 190 σελίδων στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία του Τομ Φορντ είχα ξεκινήσει να το διαβάζω πολλά χρόνια πριν, όταν ήμουν φοιτητής, μαζί με το «Αντίο Βερολίνο» του ίδιου συγγραφέα -τη νουβέλα του θρυλικού «Καμπαρέ» με τη Λάιζα Μινέλι- (εκδ. Μέδουσα). Η αλήθεια είναι πως τότε δεν είχα βρει τόσο ενδιαφέρουσα την ιστορία του ψυχρού καθηγητή Τζορτζ όσο τις περιπέτειες της Σάλι Μπόουλς. Έτσι, το είχα παρατήσει -αδίκως- πριν τη μέση. Όταν πέρυσι είδα την ταινία στον κινηματογράφο κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος. Σε εκείνη την ηλικία, απόλυτα προστατευμένος και χωρίς να γνωρίζω τι σημαίνει αληθινή απώλεια, δεν είχα μπορέσει να καταλάβω ότι η φαινομενική ψυχρότητα του ήρωα δεν ήταν αφύσικη όπως την είχα βρει τότε. Ήταν απλά μία άμυνα. Ένα όστρακο που είχε κλείσει ερμητικά ώστε να προστατέψει το μαργαριτάρι του: τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου από τα νύχια της λήθης.
Ο Τομ Φορντ, αν και προερχόμενος από το χώρο της μόδας, μετέφερε το βιβλίο στον κινηματογράφο με δεξιοτεχνία που θα ζήλευε ακόμα κι ένας μεγάλος σκηνοθέτης. Κέρδισε το στοίχημα, δημιουργώντας ένα αληθινό κομψοτέχνημα, το οποίο χάρισε στον Κόλιν Φερθ έναν από τους καλύτερους ρόλους στην καριέρα του και το βραβείο πρώτου αντρικού ρόλου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας (ενώ επιπλέον τον οδήγησε πέρυσι και στις υποψηφιότητες των Όσκαρ).
Φυσικά μετά την ταινία έψαξα να βρω ξανά το βιβλίο και το διάβασα αυτή τη φορά ανακαλύπτοντας την ομορφιά που κρύβεται στις μικρές λεπτομέρειες. Γιατί η δύναμή του δεν έγκειται σε όσα λέγονται αλλά σε όσα υπονοούνται. Άλλωστε η πλοκή δεν έχει τόσο σημασία όσο η γραφή του Ίσεργουντ που δημιουργεί συναισθήματα χωρίς να κραυγάζει. Σιωπηλά, σαν τον αληθινό πόνο.
Background στο μυθιστόρημα είναι η Αμερική του 1962. Με τα υπέροχα αυτοκίνητα, τις προκάτ επαύλεις με τους φοίνικες, τα μπάρμπεκιου και τα κοκτέιλ πάρτι στον κήπο, τα ψυγεία με τις απίστευτες καμπύλες και τα ζωηρά τους χρώματα, τα κέικ-υπερπαραγωγή με το ροζ και λαχανί γλάσο, τα sixties μαύρα τηλέφωνα με το καντράν και τα ταμπλόιντ με τα πιπεράτα gossip για τη Μέριλιν...
Πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα, όμως, κρύβεται η ταραγμένη Αμερική του Τζον Κένεντι, ένα χρόνο πριν τη δολοφονία του. Μια χώρα η οποία ζει στον πυρετό των φοιτητικών κινημάτων που έχουν αρχίσει να ανεβάζουν στροφές.
Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου παρακολουθούμε το εικοσιτετράωρο ενός Ευρωπαίου καθηγητή πανεπιστημίου, ο οποίος έχει δεκαετίες τώρα μεταναστεύσει στην Αμερική. Ενός ομοφυλόφιλου άντρα, του Τζορτζ, που ζει πλέον ολομόναχος σε ένα κομψό ξύλινο σπίτι γεμάτο βιβλία.
Βρισκόμαστε παραμονές Χριστουγέννων στην Καλιφόρνια. Ένα μήνα και κάτι μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας, όπου η Αμερική και η ΕΣΣΔ έφτασαν στο χείλος του πολέμου, εξαιτίας της απόφασης του σοβιετικού ηγέτη Νικίτα Χρουστσόφ να εγκαταστήσει βάση με πυρηνικά στο έδαφος της Κούβας (ως απάντηση στις αντίστοιχες εγκαταστάσεις των ΗΠΑ σε Μεγάλη Βρετανία, Ιταλία και Τουρκία).
Ο κόσμος όλος ζει μέσα σε ένα ψυχροπολεμικό κλίμα, με το περίστροφο διαρκώς οπλισμένο στο τραπέζι. Μία αγωνία που σιγά σιγά γίνεται συνήθεια απλώνει τη σκιά της πάνω από την αμερικανική κοινωνία, η οποία προσπαθώντας να διασκεδάσει το φόβο της το ρίχνει στην ελαφρότητα, αποθεώνοντας τις ευκολίες και το lifestyle: τις οικιακές συσκευές, την τηλεόραση, το σινεμά, τα μοτέλ. Oι ανέσεις γίνονται το πρόζακ ενός λαού που τρομαγμένος από το διάγγελμα του Κένεντι, ο οποίος έκανε λόγο για απειλή πυρηνικού πολέμου, μπουκάρει μανιακά στα σούπερ-μάρκετ «αδειάζοντας από τα ράφια φασόλια, αρακά, ρύζι και άλλα τρόφιμα, τελείως άχρηστα τα περισσότερα στα καταφύγια των αεροπορικών επιδρομών, αφού για να μαγειρευτούν χρειάζονται πολύ νερό».
Όμως για τον Τζορτζ τίποτα από όλα αυτά δεν μοιάζει να έχει βαρύτητα. Ο κομψός καθηγητής, πενηντάρης πια, στέκει αποστασιοποιημένος, παρατηρώντας με μια απίστευτη ουδετερότητα όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, σαν να μην τον αφορούν καθόλου. Και προφανώς όντως δεν τον αγγίζουν αφού αυτό που όλη η Αμερική φοβάται, την απόλυτη καταστροφή, εκείνος την έχει ήδη βιώσει. Ο αιφνίδιος θάνατος του συντρόφου του οκτώ μήνες πριν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα έχει σαρώσει ολόκληρη τη ζωή του όπως το ωστικό κύμα μιας πυρηνικής έκρηξης που συνθλίβει τα πάντα στο πέρασμά του. Βυθισμένος στο πένθος, αφυδατωμένος ψυχικά, αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια και σιωπή την απώλεια του ανθρώπου με τον οποίο μοιραζόταν το παρελθόν και τα όνειρα για το μέλλον. Μαζί σκέφτονταν να εγκαταλείψουν την Αμερική και να επιστρέψουν στη γενέτειρα του Τζορτζ όπου θα αγόραζαν μία παλιά ατμοσφαιρική παμπ με χωριάτικο τζάκι και κεφάλια ελαφιών κρεμασμένα στον τοίχο. Όμως ο Τζιμ έφυγε μόνος και τον άφησε πίσω, να αναμετριέται πλέον καθημερινά με την απουσία που πέφτει σαν βράχος μέσα στην ψυχή και καλύπτει κάθε σπιθαμή της. Ανήμπορος να διαχειριστεί την απώλεια, παγώνει για να μην νιώθει. Βυθίζεται στην ρουτίνα με ένα σιωπηλό πόνο, με μια βουβή απόγνωση που όμως μέσα του διαβρώνει τα πάντα.
Μέχρι το απόγευμα, στο πανεπιστήμιο, η μέρα κυλάει βαρετά όπως κάθε συνηθισμένη μέρα τους τελευταίους μήνες. «Η συντριπτική αδράνεια της θλίψης τον κατακλύζει ήδη». Όσο νυχτώνει όμως ο Τζορτζ λύνεται. Λίγο το αλκοόλ που του σερβίρει η φίλη του η Σάρλυ στο σπίτι της όπου τον έχει καλέσει για δείπνο, λίγο οι αναμνήσεις που ξυπνούν πάνω στη συζήτηση, αρχίζει να νιώθει ότι το αίμα του τρέχει πιο γρήγορα. Φεύγοντας μεθυσμένος από το σπίτι της Σάρλυ, παραπατώντας μέχρι την παραλία αποφασίζει να πιει ένα τελευταίο ποτό στο μπαρ που κάποτε είχε γνωρίσει τον Τζιμ. Εκεί τον περιμένει ένας νεαρός φοιτητής του, ο Κένυ, ο οποίος τον φλερτάρει και τον οδηγεί για ένα βραδινό μπάνιο στον παγωμένο ωκεανό... Πετώντας τα ρούχα μέσα στο χειμώνα, κι ανοίγοντας τα χέρια στον ανοιχτό ορίζοντα μπροστά του, ο Τζορτζ βουτά στη θάλασσα προσπαθώντας να εξαγνιστεί...
«Τα κύματα αυτά είναι πολύ μεγάλα για την αντοχή του. Φαίνονται πραγματικά τεράστια, καθώς υψώνονται απότομα, βγαίνοντας το ένα μετά το άλλο απ' την καρδιά του σκοταδιού, σκορπώντας γύρω τους μυστηριώδεις ανταύγειες, κι ύστερα σπάζοντας με πάταγο στην άμμο μέσα σε ένα αφρισμένο σύννεφο που φωσφορίζει. Το σώμα του Τζορτζ είναι γεμάτο φωτεινές σπίθες σαν να 'ναι φορτωμένο κοσμήματα, πράγμα που τον κάνει να γελάει από ευχαρίστηση. Γελάει, ασθμαίνει, ασφυκτιά – είναι πολύ μεθυσμένος για να νιώσει φόβο. Το αλμυρό νερό που καταπίνει μοιάζει εξίσου μεθυστικό με το ουίσκι. Από καιρό σε καιρό, το μάτι του πιάνει την επιβλητική φιγούρα του Κένυ να πηγαίνει καβάλα σ' ένα τεράστιο, αφρισμένο κύμα. Μετά συγκεντρώνοντας την προσοχή του στη δική του τελετουργία εξαγνισμού, ο Τζορτζ οπισθοχωρεί παραπατώντας, με τα μπράτσα ολάνοιχτα, για να δεχτεί το συντριπτικό βάπτισμα του κύματος. Αφήνοντας ολοκληρωτικά τον εαυτό του στο έλεός του, διώχνει μακριά τη σκέψη, το λόγο, τις ψυχικές διαθέσεις, την επιθυμία, το εγώ, ολόκληρη τη ζωή. Με κάθε κύμα γίνεται όλο και πιο καθαρός, πιο ελεύθερος, πιο ελαφρύς. Νιώθει απόλυτα ευτυχισμένος».   
                               
                                     Το trailer της ταινίας «Α SINGLE MAN» του Τομ Φορντ.

Τι θα διαβάσουμε τους επόμενους μήνες; Πάντα πριν μπει η νέα σεζόν απολαμβάνω όσο τίποτα να ψάχνω τα δελτία τύπου των εκδοτικών οίκων με τα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν προσεχώς. Καταγράφω στο σημειωματάριο του iphone τη Wish List με τα μυθιστορήματα που θέλω να αγοράσω όταν έρθει η ώρα. Φέτος που υπάρχει το blog λέω να μοιραστώ μαζί σας τη λίστα. Αυτές είναι λοιπόν οι νέες εκδόσεις του πρώτου εξαμήνου: Ό,τι πρέπει δηλαδή για τα σαββατιάτικα πρωινά της άνοιξης, τα οποία γουστάρω τρελά να περνάω ξαπλωμένος στον καναπέ της (κατα)πράσινης ταράτσας μου. Απολαμβάνοντας τη ζεστασιά του ήλιου και τις μυρωδιές των λουλουδιών. Πίνοντας γαλλικό καφέ, διαβάζοντας και γυρίζοντας σελίδα σε όσα μου χαλάνε το κέφι...

Πίνακας του Charles Belle (www.charlesbelle.com).
1. «2666» - Roberto Bolano (εκδ. Άγρα)
Το κύκνειο άσμα του μεγάλου Χιλιανού συγγραφέα που έφυγε το 2003 πρόωρα από τη ζωή σε ηλικία 50 ετών, επιτέλους μεταφράζεται στα ελληνικά. Πρόκειται για ένα ογκώδες μυθιστόρημα 1150 σελίδων το οποίο έμεινε ημιτελές, αλλά παρόλα αυτά είναι -σύμφωνα με κριτικές στον ξένο τύπο- ένα αληθινό αριστούργημα! Βασικός άξονας αυτού βιβλίου, γύρω από τον οποίο όλα περιστρέφονται, είναι μια σειρά από μυστηριώδεις δολοφονίες γυναικών. Όταν κυκλοφόρησε στην Αμερική το 2008, θεωρήθηκε (δικαίως) το βιβλίο της χρονιάς. Στην Έλλάδα έχουν μεταφραστεί και τα εξής δικά του έργα: «Πουτάνες φόνισσες» και «Τηλεφωνήματα» (εκδ. Άγρα), «Τελευταία νύχτα στη Χιλή» (εκδ. Μεταίχμιο), «Μακρινό αστέρι» και «Άγριοι ντετέκτιβ» (εκδ. Καστανιώτη).

2. «Το καλοκαίρι του έρωτα» - Martin Amis (εκδ. Μεταίχμιο)
Ο Μάρτιν Έιμις είναι από τους αγαπημένους μου (μοντέρνους) συγγραφείς. Τον γνώρισα διαβάζοντας το «Χρήμα» (εκδ. Πατάκη) -ένα απολαυστικό χρονικό της δεκαετίας του '80- και τον ξεχώρισα κυρίως για τη γραφή του: Ένα κράμα γεμάτο αντιθέσεις, όπου η ποιητικότητα και η ευαισθησία συνυπήρχαν με τον απόλυτο κυνισμό και το μαύρο χιούμορ. Ακολούθησαν οι μη αναμενόμενες «Ιδιωτικές συναντήσεις» (εκδ. Μεταίχμιο) όπου κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Φέτος τον Απρίλιο θα τον απολαύσουμε ξανά στα ελληνικά με ένα βιβλίο που μας ταξιδεύει πίσω στα '70s, στα χρόνια της σεξουαλικής επανάστασης. Εκεί θα συναντήσουμε τον εικοσάχρονο Κιθ, ο οποίος περνάει τις διακοπές του σε ένα κάστρο της Νότιας Ιταλίας, συντροφιά με τρεις γυναίκες: «την πανέμορφη Σεχραζάντ την οποία έχει ερωτευθεί, την Λίλι που τον αγαπά και την έκφυλη Γκλόρια». Μαζί τους κι ένας κοντοπίθαρος ζάμπλουτος έτοιμος για όλα. Μια χιουμοριστική ακτινογραφία της γενιάς του ελεύθερου έρωτα.

3. «Μαύρος Ουρανός, Μαύρη Θάλασσα» - Izzet Celasin (εκδ. Πόλις)
Κάτι μου λέει πως αυτό το αστυνομικό, πολιτικό μυθιστόρημα του Τούρκου Ιζζέτ Τζελάσιν θα προκαλέσει αίσθηση. Λέτε να είναι το «Μαύρο Αλγέρι» ή «Κόκκινη Μασσαλία» (Μωρίς Αττιά) αυτής της χρονιάς; Ο συγγραφέας του, ο οποίος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1958 (53 ετών), αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να ζήσει σαν πολιτικός πρόσφυγας στη Νορβηγία, αφού στη χώρα του φυλακίστηκε για τις ιδέες του μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980. Το μυθιστόρημά του πραγματεύεται την ιστορία ενός νεαρού ακτιβιστή, ο οποίος μαζί με εκατοντάδες ομοϊδεάτες του ξεχύνεται στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης για να γιορτάσει την πρωτομαγιά και να αντιδράσει στο φασισμό που τρώει την πόλη σαν ένα τέρας το οποίο ανασύρθηκε από τον Βόσπορο και διαβρώνει τις γειτονιές τη μια μετά την άλλη. Ο Δρυς, όπως ονομάζεται ο ήρωας, δεν γνωρίζει ότι «αυτή η ιστορική πορεία θ' αποτελέσει την αφετηρία μιας επανάστασης και μιας αντεπανάστασης που θα σημαδέψουν την πόλη και τη χώρα για τις επόμενες δεκαετίες». Αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Τζελάσιν, ενώ το δεύτερο -με τίτλο «Νεκρή Ζώνη»- το οποίο μόλις κυκλοφόρησε στη Νορβηγία, περιγράφει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο μέσα από τα μάτια ενός απλού Τούρκου στρατιώτη.

4. «Imperial Bedrooms» - Bret Easton Ellis (εκδ. Κέδρος)
Μετά το τελευταίο απολαυστικό μυθιστόρημά του, το θρίλερ «Σεληνιακό Τοπίο» (εκδ. Μέδουσα-Σέλας), ο σταρ της αμερικανικής λογοτεχνίας επιστρέφει εκεί απ' όπου ξεκίνησε: στο μηδέν. Το νέο του βιβλίο που θα κυκλοφορήσει το Μάιο στα ελληνικά, είναι η συνέχεια του «Less than Zero» (Λιγότερο από το μηδέν, εκδ. Σέλας). Ήρωας και εδώ φυσικά είναι ο Κλέι, μόνο που τώρα δεν είναι ένας χαμένος, απαθής teenager ο οποίος προσπαθεί να βρει την άκρη του νήματος στα ναρκωτικά, τα πάρτι και τα σεξουαλικά όργια. Είναι ένας επιτυχημένος σεναριογράφος χολιγουντιανών blockbusters. Επιστρέφοντας στο Λος Άντζελες, από τη Νέα Υόρκη, ο Κλέι βρίσκεται ξανά με τους φίλους του. Όμως τίποτα πια δεν είναι ίδιο... Ούτε καν η γραφή του Έλις, η οποία σύμφωνα με τους κριτικούς έχει αποκτήσει βάθος και αποπνέει συναίσθημα. Καμία σχέση δηλαδή με το ύφος της «Αμερικανικής Ψύχωσης» ή του «Glamorama».

5. «Ο κάμπος στις φλόγες» - Juan Rulfo (εκδ. Πατάκη)
Το «Πέδρο Πάραμο» είναι τόσο συγκλονιστικό βιβλίο που ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είχε παρομοιάσει τη δύναμή του με έργο του Σοφοκλή. Το διάβασα, όπως και πολλά άλλα («Ο Άρχοντας των Μυγών», «Η εφεύρεση του Μορέλ», «Το στρίψιμο της Βίδας») ψάχνοντας απαντήσεις για το Lost. Σε πολλά επεισόδια τα βιβλία αυτά «εμφανίζονταν», είτε τα διάβαζαν οι ήρωες είτε φαίνονταν έντονα σε κάποιο πλάνο. Έτσι οι fan της σειράς οργίαζαν στο διαδίκτυο, φτιάχνοντας σενάρια βασισμένα στα βιβλία. Και επειδή, εγώ δεν μπορώ ν αντισταθώ σε τέτοια πράγματα, σε μια εβδομάδα τα είχα ξεκοκαλίσει όλα. Απαντήσεις για το Lost φυσικά δεν πήρα, είχα την τύχη να απολαύσω όμως μερικά από τα πιο απολαυστικά διαμάντια της λογοτεχνίας. Φέτος, την άνοιξη, θα κυκλοφορήσουν στα ελληνικά τα διηγήματα του Χουάν Ρούλφο: δεκαεπτά ιστορίες που θα μας ταξιδέψουν στο σύμπαν που δημιούργησε μια αληθινή ιδιοφυΐα. Δεν τα χάνω με τίποτα!

6. «Ο χάρτης και η επικράτεια» - Michel Houellebecq (εκδ. Εστία)
Το βιβλίο αυτό χάρισε στον Ουελμπέκ το Γκονκούρ, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο στη Γαλλία. Μετά τα δυνατά «Στοιχειώδη Σωματίδια», την «Πλατφόρμα», την «Επέκταση του πεδίου πάλης», αλλά και το λιγότερο καλό (κατά τη γνώμη μου) μυθιστόρημα «Η δυνατότητα ενός νησιού» (όλα εκδ. Εστία), ο Γάλλος βασιλιάς του απόλυτου κυνισμού επιστρέφει αυτή τη φορά χτίζοντας μια ιστορία με αστυνομική πλοκή. Με γλώσσα-μαχαίρι, κοφτή και κοφτερή όπως πάντα, τεμαχίζει τη φτήνια και τον σεξισμό του υπερκαταναλωτικού δυτικού πολιτισμού και φανερώνει τη γύμνια των σημερινών ανθρώπινων σχέσεων. Ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου είναι ο ίδιος ο Ουελμπέκ, πρόσωπο όμως που δολοφονείται σαδιστικά. Ο συγγραφέας σύμφωνα με δηλώσεις του απόλαυσε όσο τίποτα το να σκοτώνει τον εαυτό του στο χαρτί.

7. «Κορσακόφ» - Eric Fottorino (εκδ. Πόλις)
Η αλήθεια είναι πως δεν διάβασα ποτέ τα περσινά «Κινηματογραφικά φιλιά» του. Όχι γιατί δεν ήθελα, αλλά γιατί χάρισα το βιβλίο σε μία φίλη που το ήθελε πολύ και μετά ξεχάστηκα. Είχε πάρει το μάτι μου καταπληκτικές κριτικές για το βιβλίο, τόσο στα blogs, στις εφημερίδες αλλά και στις ψηφιακές εκδόσεις του ξένου τύπου. Στην αρχή πίστευα ότι όλα είναι θέμα καλών δημοσίων σχέσεων, αφού ο συγγραφέας του είναι διευθυντής της εφημερίδας Le Monde. Όμως όσοι φίλοι μου το διάβασαν γοητεύτηκαν. Φέτος που βγαίνει το νέο του μυθιστόρημα (αυτή τη φορά με αστυνομική πλοκή), θα το διαβάσω σίγουρα και αν περάσω καλά μαζί του υπόσχομαι θα επιστρέψω πίσω για ένα ...French kiss.
Ο νέος ήρωας του Φοτορινό είναι ένας διακεκριμένος νευρολόγος που πάσχει από το σύνδρομο Κορσακόφ, μια διαταραχή της μνήμης. Σύμπτωμα της πάθησης είναι η μυθοπλασία: Έτσι ο ήρωας, ο οποίος «μπορεί να είναι τα πάντα ...αλλά όχι ο εαυτός του», καταφεύγει σε μια επινοημένη αλήθεια προκειμένου να καλύψει τα κενά μνήμης του...

8. «Ο ένοικος» - Javier Cercas (εκδ. Πατάκη)
Ένας καθηγητής φωνολογίας σε αμερικάνικο πανεπιστήμιο, ο Μάριο Ρότα, γνωρίζει το νέο του γείτονα και συνάδελφο Ντάνιελ Μπέρκοβιτς και έκτοτε όλα του πηγαίνουν στραβά. Τυχαίο; Η κακοτυχία τον κατατρέχει και τον οδηγεί σε έναν ανατριχιαστικό εφιάλτη... Το βιβλίο αυτό από τον συγγραφέα του best seller «Στρατιώτες της Σαλαμίνας» αν και κυκλοφόρησε στο εξωτερικό πριν την «Ταχύτητα του φωτός» (εκδ. Πατάκη) θα εκδοθεί φέτος στην Ελλάδα. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, για ένα «καταπληκτικό βιβλίο από έναν δημιουργό με ασυνήθιστο ταλέντο».

9. «Ο αόρατος άνθρωπος» - Ralph Ellison (εκδ. Κέδρος)
Ένα από τα 100 μεγαλύτερα μυθιστορήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας σύμφωνα με το περιοδικό Time, επιτέλους θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το βιβλίο, το οποίο βραβεύτηκε το 1953 με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας των ΗΠΑ, περιγράφει την ιστορία ενός ανθρώπου που είναι αόρατος, επειδή οι άλλοι αρνούνται να τον δουν. Μια μεταφορά που χτυπά το πρόβλημα του ρατσισμού στην καρδιά του, από έναν αφροαμερικανό που τόλμησε να σπάσει τα ταμπού της εποχής του και να θέσει ανοιχτά την ερώτηση: Πότε, επιτέλους, ο μαύρος άνθρωπος θα είναι απλώς ένας άνθρωπος;».

10. «Freedom» - Jonathan Franzen (εκδ. Ωκεανίδα)
Μεγάλο debate έχει ξεσπάσει από πέρυσι τον Αύγουστο με αφορμή την επιστροφή του Τζόναθαν Φράνζεν. Ο συγγραφέας των «Διορθώσεων» (εκδ. Ωκεανίδα) έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό Time και λανσαρίστηκε για μία ακόμη φορά ως ο μεγαλύτερος εν ζωή Αμερικανός συγγραφέας. Το νέο του βιβλίο, όπως και το προηγούμενο θεωρούνται ήδη κλασικά αριστουργήματα. Άλλοι τον διαβάζουν και γράφουν ότι κόβουν φλέβα. Άλλοι στρέφουν το κοπίδι εναντίον του από τη ζήλια (χωρίς να έχουν ρίξει ούτε μια ματιά στα μυθιστορήματά του). Ορισμένοι βαρέθηκαν και τον παράτησαν στη μέση. Και κάποιοι άλλοι σαν εμένα στεκόμαστε κάπου ανάμεσα και αναρωτιόμαστε αν θα πρέπει να υποκύψουμε και να διαβάσουμε πρώτα τις «Διορθώσεις» και μετά, την άνοιξη που θα βγει το επόμενο, και την «Ελευθερία». Η αλήθεια είναι πως εγώ τις «Διορθώσεις» τις έχω αγοράσει από το 2003 αλλά δεν αξιώθηκα ποτέ να τις τιμήσω. Παρόλα αυτά περιμένω (!) το νέο του βιβλίο με (;) χαρά. Είμαι στ' αλήθεια αδιόρθωτος, το ξέρω...

11. «Μονόπρακτα» - Tennessee Williams (εκδ. Πατάκη)
Πολλά χρόνια τώρα τα διαβάζω ξανά και ξανά, από εκείνη την παλιά έκδοση του Γκοβόστη, σε μετάφραση Κωστούλας Μητροπούλου. Με κομμένη την ανάσα. Για την ποίηση, το μαγικό ρεαλισμό τους, για τη στιγμή της κατάρρευσης... Τα μονόπρακτα του Τενεσί Ουίλιαμς μιλούν κατευθείαν στην καρδιά. Φωτίζουν για λίγο, μόνο για όσο κρατάει η φλόγα του σπίρτου μέχρι ν΄ ανάψει το τσιγάρο, τα πιο απύθμενα βάθη της ανθρώπινης φύσης. Οι ήρωές του, πάντα τόσο αδύναμοι, εύθραυστοι σαν τα φτερά μιας πεταλούδας, απεγνωσμένοι, παραπαίουν μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Και γι αυτό δεν μπορείς παρά να τους νιώσεις. Βαθιά. Γιατί τίποτα δεν μπορεί να τους σώσει.
Αυτή η νέα αναθεωρημένη έκδοση από τον Πατάκη θα κυκλοφορήσει σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου. Θα είναι με δυο λέξεις: δυνατή εμπειρία. Κι ίσως να νιώσω πως τα διαβάζω ξανά για πρώτη φορά.

ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: 5 ακόμη ιδέες για διάβασμα...
  • Μετά το μυθιστόρημα «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» της Ιωάννας Μπουραζοπούλου (εκδ. Καστανιώτη) το οποίο δεν μπορούσα να αφήσω από τα χέρια μου, περιμένω με πολύ ενδιαφέρον το νέο της βιβλίο «Στο βουνό των Κατόπτρων».
  • Ένα ανθολόγιο από τον «Μέγα Ανατολικό» του Ανδρέα Εμπειρίκου θα κυκλοφορήσουν οι εκδόσεις Άγρα.
  • Η Μαρλένα Πολιτοπούλου μετά το γρήγορο αστυνομικό «Μνήμη Πολαρόιντ» ταξιδεύει από το Βόλο στην Άνδρο με την αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου «Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά» που είχε κυκλοφορήσει το 1999 (εκδ. Μεταίχμιο).
  • Ο Αλέξης Σταμάτης επιστρέφει πολύ σύντομα με την «Κυριακή» (εκδ. Καστανιώτη).
  • Το «Μαύρες οχιές μας ζώσανε» του Γιώργου Δενδρινού (εκδ. Μεταίχμιο), που θα κυκλοφορήσει το Μάρτιο, φαίνεται να είναι ένα εντελώς σουρεαλιστικό χιουμοριστικό μυθιστόρημα. Ένας ταξίαρχος του πεζικού μένει έγκυος, μια τραβεστί κατακρεουργείται σε ένα υπόγειο στην Κυψέλη κι ένα πτώμα κάνει φτερά από μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας... Τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Ο αστυνόμος Κωσταβάρας αναλαμβάνει να λύσει το μυστήριο...

ΣΑΣΠΕΝΣ: 5 νέα αστυνομικά & ψυχολογικά θρίλερ που ανεβάζουν ταχύτητα...
  • «Κοιμήσου μαζί μου» της Joanna Briscoe (εκδ. Μεταίχμιο): Μία μυστηριώδης γυναίκα εισβάλει στη ζωή ενός ευτυχισμένου ζευγαριού, τους παρακολουθεί στενά και φέρνει τα πάνω κάτω.
  • «Παγωμένη Πριγκίπισσα» της Camilla Lackberg (εκδ. Μεταίχμιο): Ένα ανατριχιαστικό θρίλερ από μία συγγραφέα που θεωρείται η νέα σουηδέζα Αγκάθα Κρίστι. Όταν η παιδική της φίλη βρίσκεται δολοφονημένη, η Έρικα Φλανκ μπλέκεται σε έναν ιστό φτιαγμένο από ψέματα και κρυμμένα μυστικά.
  • «Η βιβλιοθήκη των νεκρών» του Glenn Cooper (εκδ. Πατάκη): Από τη μια ένας δολοφόνος κατά συρροή σπέρνει τον τρόμο στη Νέα Υόρκη, σκοτώνοντας βίαια εννέα ανθρώπους. Το μοναδικό κοινό είναι οι εννέα καρτ ποστάλ από το Λας Βέγκας που ανακοινώνουν την ημέρα θανάτου τους. Από την άλλη ένας εγκαταλελειμμένος σε ένα μοναστήρι ανεπιθύμητος γιος που γεννήθηκε την καταραμένη έβδομη μέρα του έβδομου μήνα του έτους 777... Και στη μέση ένας πράκτορας του FBI που ανακαλύπτει μια τρομακτικά αλήθεια που δεν πρέπει να αποκαλυφθεί ποτέ.
  • «Φόνος στο κιμπούτς» της Batya Gur (εκδ. Πόλις): Η δηλητηρίαση μιας όμορφης και δυναμικής γραμματέως σε ένα κιμπούτς φέρνει τον ισραηλινό επιθεωρητή Μιχαέλ Οχαγιόν αντιμέτωπο με μια κλειστή περίπλοκη κοινότητα.
  • «Νέμεσις» του Jo Nesbo (εκδ. Μεταίχμιο): Το βιβλίο ανήκει σε μία σειρά 8 αυτόνομων μυθιστορημάτων με ήρωα τον ντετέκτιβ Χάρι Χόλε. Τα βιβλία του Νορβηγού Νέσμπο έχουν ξεπεράσει τα 6.000.000 αντίτυπα σε πωλήσεις. Λέτε να βρούμε στο πρόσωπο του Χόλε τον νέο επιθεωρητή Ρέμπους που αγαπήσαμε μέσα από τα βιβλία του Ίαν Ράνκιν;