Δεν υπάρχουν παλιά και νέα βιβλία. Τουλάχιστον για μένα. Αυτή η διάκριση αφορά μόνο τους εκδότες και τους βιβλιοπώλες, οι οποίοι λογικά πρέπει να κινήσουν την αγορά που εκπροσωπούν ανά σεζόν. Υπάρχουν βιβλία τα οποία καίγομαι να διαβάσω ή όχι. Κάθε φορά που βάζω στο μάτι κάποια έκδοση, είτε αυτή βρίσκεται στις προθήκες με τις νέες κυκλοφορίες είτε θαμμένη στους πάγκους με τις προσφορές, νιώθω τον ίδιο ακατανίκητο πόθο να γίνει δική μου. Ακόμα και μια έκδοση εικοσαετίας όταν την ποθήσω μπαίνει στη ζωή μου ολόφρεσκη σαν νέος έρωτας.

Η ιεροτελεστία είναι πάντα ίδια κι απαράλλακτη εδώ και πολλά πολλά χρόνια: Οι ευαίσθητες κεραίες μου πιάνουν μια μικρή πληροφορία, ή ένα τυχαίο σχόλιο σε μια παρέα, ή μια αναφορά σε ένα άρθρο, ή μια εικόνα που μου δημιουργεί συνειρμούς. Το μυαλό λειτουργεί σαν την Google. Σαρώνει λέξεις κλειδιά και αναζητεί αποτελέσματα που βασίζονται σε κάθε δυνατό συσχετισμό. Κι επειδή το μυαλό -άσχετα αν εμείς χρησιμοποιούμε μόνο το 10% από τις δυνατότητές του- είναι σαν δέκα Google μαζί, σαρώνει και συναισθήματα, αναμνήσεις (δικές μας ή άλλων που μας τις διηγήθηκαν), σπασμένες εικόνες, μουσικές, λεπτομέρειες από πίνακες, γεύσεις, μυρωδιές, φανταστικές σκηνές και άλλα πολλά. Μια μικρή αφορμή και το searching αρχίζει... Τα αποτελέσματα οδηγούν σε μία σειρά βιβλίων. Μια μουσική σου φέρνει στο νου κύματα, το μυαλό σκανάρει νοητά θαλασσογραφίες του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα, τρικάταρτα πλοία σε αφηνιασμένους ωκεανούς. Θυμάσαι τον Μέλβιλ και τη φάλαινα, άρα λογικά πρέπει απαραιτήτως μέσα στο επόμενο 24ωρο να έχεις αγοράσει το Γουάιτ-τζάκετ με εκείνο το μαγικό μπλε εξώφυλλο των εκδόσεων Gutenberg, που δεκάξι χρόνια τώρα περιμένει υπομονετικά να γίνει δικό σου. Πρέπει να το αγοράσεις οπωσδήποτε, κι ας έχεις μια βιβλιοθήκη αδιάβαστα, γιατί οκτώ εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας θα ανατιναχτούν ταυτόχρονα στο κεφάλι σου (και δεν είμαστε τώρα για τέτοια).

Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα Στην Χώρα των Αντρών του Hisham Matar (εκδ. Ίνδικτος), ένα βιβλίο του 2006, το οποίο μεταφράστηκε στα ελληνικά το 2007, με οδήγησε μία αναφορά σε κάποιο άρθρο για τις ισλαμικές εξεγέρσεις στο βόρειο τόξο της Αφρικής. Η «μακιαβελική πτώση του Καντάφι» ήταν η φράση κλειδί για να αναζητήσω μυθιστορήματα που θα αφορούσαν το καθεστώς του. Ήδη ενθουσιασμένος με τη Γιορτή του Τράγου του Μάριο Βάργκας Λιόσα ή με το Σπίτι του Τεμένους του Κάντερ Αμπντολάχ (και τα δύο εκδ. Καστανιώτη), στα οποία περιγράφονται η αγριότητα των καθεστώτων του Τρουχίλιο στον Άγιο Δομίνικο και του Αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν αντίστοιχα, άρχισα να ψάχνω αν υπήρχε και κάποια έκδοση για τη ζωή στη Λιβύη του Καντάφι. Υπήρχε, αυτό του Χισάμ Ματάρ. Ήμουν τυχερός, γιατί δεν ήταν εξαντλημένο και το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Ίνδικτος το είχε σε προσφορά (μόνο € 3 από € 17) στο Χριστουγεννιάτικο bazaar.

Η διαδικασία για να εντοπίσω ένα βιβλίο μου δίνει τόση χαρά που δεν μπορώ να περιγράψω (ή μάλλον έχω προσπαθήσει να το κάνω σε δύο παλαιότερα ποστ με τίτλο «Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο;» και «Γιατί αγοράζουμε διαρκώς νέα βιβλία ενώ έχουμε εκατοντάδες αδιάβαστα;»). Είναι μια μικρή τελετουργία που όχι απλά με χαλαρώνει, αλλά με ενθουσιάζει. Πρώτα αναζητώ άρθρα για το βιβλίο ή τον συγγραφέα: στη Biblionet, στις εφημερίδες, στα λογοτεχνικά περιοδικά, στα forums, στα blogs, στο αρχείο μου, στο Goodreads, στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Κριτικές, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, reviews αναγνωστών. Δεν ανήκω σε αυτούς που ξενερώνουν όταν μαθαίνουν πράγματα για ένα βιβλίο πριν το διαβάσουν. Δεν μιλώ βεβαίως για spoilers, αλλά για όλα αυτά που γράφουμε ή λέμε για να παρουσιάσουμε ένα βιβλίο. Τη βασική ιδέα γύρω από την οποία κινείται, το τι πραγματεύεται, το στυλ γραφής, τα δυνατά και τα τρωτά του σημεία, τις απόψεις του συγγραφέα, τις αναλύσεις για τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε, τις ιδέες που εκφράζει, το ύφος κ.ά. Όλα αυτά με φτιάχνουν. Κυκλώνω το βιβλίο από παντού. Στη συνέχεια πρέπει να κάνω μια μικρή στάση σε ένα βιβλιοπωλείο (αν υπάρχει διαθέσιμο σε e-book γίνεται ακόμα και μεταμεσονύκτιο πάρτι). Διαβάζω πάντα την πρώτη σελίδα και σταχυολογώ μερικές φράσεις τυχαία από διάφορα άλλα κεφάλαια. Η συνέχεια είναι γνωστή σε κάθε βιβλιοτζάνκι: Τα νέα αποκτήματα, οι αφίξεις, γίνονται στοίβες σε μία γωνιά του σπιτιού και περιμένουν τη σειρά τους μαζί με τα άλλα αδιάβαστα. Στοίβες που άλλοτε σε αγχώνουν γιατί δεν έχεις το χρόνο που θα ήθελες ιδανικά για διάβασμα και άλλοτε γίνονται μια υπόσχεση που σου φτιάχνει το κέφι και σου δίνει προοπτικές.

Παρακολουθώ, τελευταία μία συζήτηση στους κύκλους των βιβλιόφιλων για τα «καινούρια και παλιά βιβλία», πόσα διαβάζουμε από τις νέες κυκλοφορίες και πόσα από τις παλιές. Ο καθένας λειτουργεί όπως τον βολεύει. Επιλέγει ό,τι θέλει. Αποκτά τα βιβλία του όπως μπορεί. Το διάβασμα είναι απόλαυση, δεν σηκώνει νουθεσίες, συμβουλές και σε καμία περίπτωση δεν υπακούει σε κανόνες. Είναι σαν το sex. Δεν σου πέφτει λόγος τι κάνουν δυο (ή περισσότεροι) ενήλικες άνθρωποι στο κρεβάτι τους και πώς απολαμβάνουν τελικά τον έρωτα και την επικοινωνία μεταξύ τους. Αν σου πέφτει βαρύς ο τρόπος που διαβάζει, ερωτεύεται, τρώει, σκέφτεται και γενικώς τη βρίσκει ό άλλος, αυτό κάτι δείχνει. Για σένα, όχι για εκείνον.

Υ.Γ. Στις στοίβες με τα #New_Αrrivals εγώ εντάσσω ακόμα κι ένα βιβλίο που «βούτηξα» αδιαπραγμάτευτα, κάνοντας μακελειό, από τη βιβλιοθήκη κάποιου φίλου. Γιατί για μένα καινούριο είναι οτιδήποτε αγγίζει -εγκαίρως ή καθυστερημένα, δεν έχει καμία απολύτως σημασία- τα αισθητήρια μου. Η διάκριση μεταξύ παλιών και νέων βιβλίων δεν με αφορά καθόλου ως αναγνώστη, αλλά με αφορά ως δημοσιογράφο (ιδιότητα που δεν έχει βεβαίως καμία απολύτως σχέση με αυτό το blog, το οποίο αντιμετωπίζω ως δημόσιο ημερολόγιο ενός απολύτως παρανοϊκού αναγνώστη). Κατανοώ πλήρως όμως κάποιον που δεν το βλέπει έτσι. Γιατί όσοι εργαζόμαστε στα μίντια είμαστε προγραμματισμένοι να ακολουθούμε τυφλά την επικαιρότητα. Αυτή είναι η δουλειά μας. Να μιλάμε για πράγματα που συμβαίνουν τώρα ή για εκείνα που θα συμβούν αύριο. Στον Τύπο είναι αδιανόητο να ασχολείσαι με παλιά πράγματα (εκτός κι αν τα επικαλείσαι για να σχολιάσεις ή να αναλύσεις κάτι που τρέχει αυτή τη στιγμή). Άρα το blog ενός βιβλιόφιλου, διαφέρει από εκείνο ενός δημοσιογράφου. Και ως προς τη φιλοσοφία και ως προς τη λειτουργία του. Σε ό,τι με αφορά προσωπικά θέλω να έχω ένα blog που να εκφράζει την αισθητική και τις εμμονές μου (οι οποίες για μένα είναι πάντα επίκαιρες).



Μπορεί κανείς να παραμένει αποστασιοποιημένος όταν βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα; Τι κόστος έχει η ουδετερότητα σε έναν κόσμο που βαδίζει στα όρια; Είναι η σιωπή συνενοχή; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει ο Γκράχαμ Γκρην στο υπέροχο μυθιστόρημά του Ο Ήσυχος Αμερικανός (εκδ. Πόλις, μτφρ. Γιώργος Τσακνιάς).

Βρετανός δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής στις μεγαλύτερες εφημερίδες, μυστικός πράκτορας της χώρας του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και συγγραφέας σπουδαίων βιβλίων -μεταξύ των οποίων και το πασίγνωστο Το Τέλος Μιας Σχέσης-, ο Γκρην (1904-1991) έχει μια ιδιαίτερη πένα που με συγκινεί πολύ. Οι εικόνες που περιέγραψε έχουν κάτι βαθιά ποιητικό, χωρίς όμως τα κείμενά του να χάνουν την αρρενωπότητά τους. Η γραφή του είναι στιβαρή και ταυτόχρονα τρυφερή, δεν αποσκοπεί στην εύκολη συγκίνηση.

Στον Ήσυχο Αμερικανό ήρωας είναι ένας Άγγλος δημοσιογράφος, ο Φάουλερ, που καλύπτει την εξέγερση των Βιετναμέζων κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του '50, η Γαλλία πολεμά μάταια να κρατήσει την αποικία της, ενώ η σύμμαχός της Αμερική προσπαθεί να υπονομεύσει τη γαλλική κυριαρχία στην περιοχή και να μπει ενεργά στο παιχνίδι. Για να τα καταφέρει, στέλνει στη Σαϊγκόν τον Όλντεν Πάιλ, έναν ευγενικό και ήσυχο νεαρό Αμερικανό που θα αποσταθεροποιήσει την κατάσταση με μια σειρά από τρομοκρατικά χτυπήματα.

Ο Φάουλερ παρακολουθεί τη δράση του Πάιλ, με τον οποίο παράλληλα βρίσκονται μπλεγμένοι σε ένα ερωτικό τρίγωνο: Ο νεαρός Αμερικανός διεκδικεί την ερωμένη του Άγγλου ανταποκριτή και μία ανταγωνιστική σχέση αναπτύσσεται μεταξύ τους. Η ζήλια, το πάθος, ο φόβος της μοναξιάς, οδηγούν τον Φάουλερ σε μία ενδοσκόπηση που τελικά θα τον αλλάξει. Ένα τρομοκρατικό χτύπημα που οργάνωσε ο Πάιλ και είχε πολλά θύματα, μεταξύ των οποίων και παιδιά, είναι όμως αυτό που θα βγάλει τον Φάουλερ από την ουδετερότητά του και θα τον αναγκάσει βίαια να πάρει θέση σε έναν πόλεμο που όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος δεν ήταν δικός του.

Εκτός από τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του ήρωα, τα διλήμματα και τις ενοχές, που περιγράφονται με απόλυτη ακρίβεια, προσωπικά με μάγεψαν οι περιγραφές του Βιετνάμ: Τα αποικιακά κτίσματα δίπλα στα παραπήγματα των ντόπιων, τα κοσμοπολίτικα μπιστρό που προστατεύονται από τις επιθέσεις των ανταρτών με συρματοπλέγματα, οι απέραντοι ορυζώνες την ώρα του δειλινού, ο αέρας της Ανατολής που έρχεται από τη θάλασσα φορτωμένος με εξωτικές μυρωδιές και τυλίγει με μια απόκοσμη υγρασία ολόκληρη τη Σαϊγκόν. Μα κυρίως είναι αυτή η αίσθηση του φόβου ότι ανά πάσα στιγμή θα είσαι νεκρός, ότι εκεί που πίνεις το ουίσκι σου στο μπαρ ενός ξενοδοχείου θα βρεθείς ανάμεσα στα πυρά των ανταρτών και του γαλλικού στρατού.

Η πιο δυνατή στιγμή του βιβλίου είναι η νύχτα που ο Φάουλερ και ο Πάιλ διασχίζουν με το αυτοκίνητο την ενδοχώρα του Βιετνάμ και μένουν από βενζίνη στη μέση του πουθενά. Οι συζητήσεις τους είναι απολαυστικές και φανερώνουν λέξη προς λέξη το χαρακτήρα και των δύο. Επίσης σπουδαίες είναι και οι σκέψεις του Φάουλερ, ενός ώριμου άντρα που χάνει το κορίτσι του και μαζί με αυτό τη δροσιά της νιότης του. Υπογράμμισα δυο τρεις ατάκες του, από αυτές που ρίχνουν φως στο σκοτάδι του έρωτα:

«Ερωτευμένος σημαίνει να βλέπεις τον εαυτό σου όπως τον βλέπει ο άλλος, σημαίνει να είσαι ερωτευμένος με το πλαστό και εξωραϊσμένο είδωλό σου. Όταν έχουμε ερωτευθεί, είμαστε ανίκανοι για την τιμή – μια θαρραλέα πράξη δεν είναι τίποτα περισσότερο από την εκτέλεση ενός ρόλου σε κοινό δύο ατόμων».

ή

«Μας παίρνει πολύ χρόνο να πάψουμε να περηφανευόμαστε που είμαστε επιθυμητοί. Άσε που ένας Θεός ξέρει γιατί νιώθουμε περήφανοι, αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου και να δεις ποιοι άλλοι άνθρωποι είναι επίσης επιθυμητοί».

Υ.Γ. 1: Η μετάφραση του Γιώργου Τσακνιά είναι υπέροχη! Μου άρεσαν πολύ και οι σημειώσεις του (εκτίμησα ιδιαιτέρως ότι σε μία από αυτές δίνει μάλιστα και τη συνταγή για τo βερμούτ κασίς που πίνει ο ήρωας στο τρίτο κεφάλαιο), καθώς και το πολύ κατατοπιστικό επίμετρο που ακολουθεί για το ιστορικό υπόβαθρο της εποχής.

Υ.Γ. 2: Το μικρό διαμάντι του Γκράχαμ Γκρην έχει μεταφερθεί δύο φορές στον κινηματογράφο, το 1958 και το 2002. Η δεύτερη ταινία, μάλιστα, λογοκρίθηκε στην Αμερική εξαιτίας του τρομοκρατικού χτυπήματος στους Δίδυμους Πύργους (2001) και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων.  

The Quiet American (1958)

The Quiet American (2002)



Χθες βράδυ, διαβάζοντας τον Τυφλό Λυτρωτή του Άλντους Χάξλεϋ, βρέθηκα σκαρφαλωμένος στη στέγη ενός αγγλικού οικοτροφείου, στις 6 Νοεμβρίου του 1902, να παρατηρώ ένα ξύλινο καραβάκι με τρία κατάρτια που έπλεε στα νερά μιας παλιάς μεταλλικής υδρορροής.

        «Η υδρορροή! Ο Μπράιαν ήταν ο πρώτος που είχε καταλάβει τις δυνατότητες που πρόσφερε. Μια χούφτα χώμα, που ανέβασε λαθραία στην τσέπη, μερικές πέτρες – και έτοιμο το φράγμα. Μόλις το έφτιαχνες, μάζευες όλες τις κανάτες με το νερό από τον κοιτώνα, τις κουβαλούσες μία μία στο παράθυρο και έριχνες το περιεχόμενό τους στην υδρορροή. Δεν θα πλενόταν κανένας το πρωί, αλλά τι σημασία είχε; Μια μακριά, στενή θάλασσα απλωνόταν τώρα μες στη νύχτα. Ένα λαξεμένο στο ξύλο καραβάκι μπορεί να καθελκυστεί εκεί, και τα δεκαπέντε μέτρα υγρού απείρου μπορούν να ξυπνήσουν τη φαντασία. (...) Κουρνιασμένοι ψηλά, ανάμεσα στο κρύο τζάμι και στην τραχιά τσόχινη κουρτίνα, ο Μπράιαν και ο Άντονι έσκυβαν από τα διπλανά παράθυρα έξω, στο σκοτάδι. Τους χώριζε μόνο ένας τούβλινος τοίχος, μπορούσαν να μιλάνε ψιθυριστά.
         “Λοιπόν, Αλογομούρη”, δίεταξε ο Άντονι, “φύσα!”.
Και σαν τον Ζέφυρο των εικόνων, ο Αλογομούρης φύσηξε. Τα χάρτινα πανιά φούσκωσαν, και το καράβι άρχισε να γλιστρά πάνω στη στενή υδάτινη λωρίδα.
         “Υπέροχο!” είπε εντυπωσιασμένος ο Άντονι. Και σκύβοντας ακόμη πιο χαμηλά, μέχρι που το μάγουλό του άγγιξε σχεδόν το νερό, κοιτούσε με το ένα μάτι μισόκλειστο, αποφεύγοντας να εστιάσει, ώσπου με θαυμαστό τρόπο το καραβάκι, που πλησίαζε, μεταμορφώθηκε σε ένα πελώριο τρικάταρτο, ένα πλοίο-φάντασμα που ερχόταν από μακριά κατά πάνω του, πλέοντας σιωπηλό μες στο σκοτάδι. Ένα μεγάλο πλοίο, πολεμικό -εκατόν δέκα κανόνια στα πλευρά του- κάτω από τη σκέπη των μεγάλων πανιών -οι βορειοανατολικοί άνεμοι να φυσάνε σταθερά- κι αυτό να τρέχει με δέκα κόμβους -η καμπάνα του να χτυπάει οκτώ φορές... τινάχτηκε απότομα, καθώς το πλωριό κατάρτι ακούμπησε τη μύτη του. Η πραγματικότητα επέστρεψε στη θέση της».

Αυτή είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, ακόμα και μια απλή υδρορροή μπορεί να γίνει ένας απέραντος ωκεανός. Όλα είναι θέμα οπτικής. Η ματιά που μπορεί να μετατρέψει μια ασήμαντη στιγμή σε ολόκληρη περιπέτεια και ένα ήσυχο βράδυ του Γενάρη σε μακρινό ταξίδι. Είχα φαίνεται μεγάλη ανάγκη να αποδράσω, που το συγκεκριμένο απόσπασμα κατάφερε να με ταξιδέψει σε φουρτουνιασμένες θάλασσες σαν αυτές στα μυθιστορήματα του Μέλβιλ.

Υ.Γ. Μιλώντας για πλοίο-φάντασμα δεν θα μπορούσε ο νους μου παρά να πάει στον Ιπτάμενο Ολλανδό του Βάγκνερ. Το μαύρο σιωπηλό πλοίο που πλησιάζει αργά από τον ανοιχτό ορίζοντα στην ακτή. Τα πορφυρά πανιά του που λάμπουν στο σκοτάδι και η μουσική άγρια και δυνατή σαν κύμα που χτυπά λυσσαλέα το καράβι στα ψαχνά του, μα αυτό αλώβητο συνεχίζει να βολοδέρνει στον άνεμο... Καταραμένο, να βρίσκεται για πάντα στους ωκεανούς.

H φωτογραφία είναι από την τηλεοπτική μεταφορά της όπερας Der fliegende Holländer του Wagner από τον σκηνοθέτη Brian Large το 1986. Δείτε ολόκληρη την όπερα στο βίντεο που ακολουθεί:


...ήταν, όπως θα είδατε και στη φωτογραφία, ο Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων του Anthony Marra (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος). Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που καταγράφει τις συνέπειες από τους δύο συνεχόμενους πολέμους στην Τσετσενία. Μετά τη διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, η Τσετσενία που αποτελεί ομοσπονδιακό υποκείμενο της Ρωσίας έχει μετατραπεί σε πεδίο απόλυτου παραλογισμού. Βομβαρδισμένα κτίρια, νάρκες παντού, απαγωγές και εξαφανίσεις, φυλακές-κολαστήρια, βασανιστήρια, βιασμοί και πείνα. Στα χρόνια του πολέμου το τηλεφώνημα ενός χαφιέ στον ρωσικό στρατό αρκούσε για να ξεκληριστεί όχι μια ολόκληρη οικογένεια, αλλά ένα ολόκληρο χωριό. Το 2009 η Ρωσία ανακοίνωσε ότι τα στρατεύματά της αποχωρούν από τα εδάφη της Τσετσενίας, ωστόσο ακόμα και σήμερα η περιοχή παραμένει ασταθής. Οι αγνοούμενοι, χιλιάδες... Χάθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη και κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν.

«Παλιοσίδερα κι εξαφανίσεις» είπε ο Άχμεντ, ξερά και χωρίς καμία ειρωνεία. «Οι εθνικές μας βιομηχανίες».

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Μάρα έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που έχει ζήσει από πρώτο χέρι τα γεγονότα, αν όχι σαν κάτοικος τουλάχιστον σαν πολεμικός ανταποκριτής ή εθελοντής κάποιας φιλανθρωπικής οργάνωσης. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει, το σπουδαίο αυτό βιβλίο γράφτηκε από έναν 28χρονο Αμερικανό που μεγάλωσε ασφαλής στην Ουάσινγκτον και σπούδασε στη Ρωσία. Όπως εξηγεί ο ίδιος στις ευχαριστίες του, έχει κάνει μεγάλη έρευνα και έχει συνθέσει (αριστοτεχνικά κατά γενική ομολογία) ένα κολάζ με τα στοιχεία που συνέλεξε: από άλλα βιβλία, δημοσιεύματα, βιογραφίες και ιστορικά ντοκουμέντα. Παρ' όλα αυτά δεν πρόκειται για ένα στείρο ιστορικό κείμενο ενός νεαρού που μόλις τελείωσε τα μαθήματα δημιουργικής γραφής, αλλά για ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα με υπέροχες στιγμές λυρισμού, οι οποίες ανθίζουν ξαφνικά σαν νυχτολουλούδα σε μία σκοτεινή γωνιά, στα χαλάσματα μιας βομβαρδισμένης πόλης.

«Και το Γκρόζνι εμφανίστηκε, γκρίζο στον ορίζοντα, καθώς ο δρόμος έβγαζε σε μια λεκάνη με γκρεμισμένους τοίχους και ισοπεδωμένες πολυκατοικίες. Περίπτερα έγερναν στο πεζοδρόμιο. Ο Άχμεντ λυπόταν που δεν είχε πάρει μαζί του χαρτί και μολύβι για ν' απαθανατίσει την πρώτη του επίσκεψη στην πόλη. Μπαίνοντας σ' έναν κρατήρα, η Σόνια αναχαίτισε το τζιπ όσο την έπαιρνε. Ο δρόμος υψώθηκε και εξαφανίστηκε κάπου από πάνω τους, όλος ο κόσμος ήταν από χώμα σκούρο, υγρό, τα λάστιχα έφτασαν σπινάροντας στο χείλος. Η μόνη μυρωδιά που τρύπωσε μέσα απ' το ανοιχτό παράθυρο, ήταν απ' το μπούκωμα του κινητήρα. Ούτε σκουπίδια ούτε ακατέργαστα απόβλητα. Τίποτα. Κάπου λιαζόταν ένα σπασμένο σεκρετέρ με ξεχαρβαλωμένα πόμολα. Το τρεμόσβημα μιας φωτιάς σε βαρέλι τρία τετράγωνα πιο πέρα ήρθε σαν ένα μικρό, ευπρόσδεκτο σημάδι ανθρώπινης παρουσίας. Πίσω από τη φλόγα, ένας άντρας γυρνούσε μια σούβλα φτιαγμένη από κρεμάστρες ρούχων κι έναν κηπουρικό πάσσαλο, πάνω στην οποία ήταν καρφωμένη μια γροθιά ροδαλό κρέας. Δυο νύχια περιστεριού γύριζαν πάω απ' τη φωτιά. Πίσω απ' αυτήν, ξύλινες πασαρέλες συνέδεαν πυραμίδες από χαλάσματα. Άλλες γεφύρωναν κρατήρες, άλλες, στημένες στον δεύτερο ή τρίτο όροφο, γεφύρωναν σοκάκια».

Δεν είναι τόσο η πλοκή που κάνει αυτό το βιβλίο να ξεχωρίζει, όσο το βάθος που έχουν οι χαρακτήρες. Η αμφισημία της ανθρώπινης φύσης, η οποία μέσα στην αγριότητα του πολέμου γίνεται κινούμενη άμμος (κανείς δεν ξέρεις πως θα αντιδράσει, με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει) καταγράφεται πλήρως μέσω των βασικών προσώπων του μυθιστορήματος. Μια κυνική γιατρός που πληγωμένη βαθιά από την εξαφάνιση της αδερφής της θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα ορφανό οκτάχρονο κορίτσι, το οποίο μέσα σε μία νύχτα χάνει τον πατέρα του και βλέπει το σπίτι του να τυλίγεται στις φλόγες. Ένας αποτυχημένος γιατρός που σώζει το παιδί και το φυγαδεύει στο νοσοκομείο για να μην το βρουν οι Ρώσοι στρατιώτες. Ένας συγγραφέας ιστορικών βιβλίων που δεν μιλά στον γιο του γιατί έγινε χαφιές. Και μια γυναίκα που στα 35 της χρόνια είναι καθηλωμένη στο κρεβάτι εξαιτίας μιας άγνωστης νευρολογικής ασθένειας. Οι οριακές καταστάσεις που βιώνουν ή έχουν βιώσει στο πρόσφατο παρελθόν αυτοί οι άνθρωποι ξυπνούν ένστικτα που ο πολιτισμός έχει τιθασεύσει.

«Αυτός ο ακατανόητος πόλεμος θα ξερίζωνε από μέσα του μέχρι και την ανθρωπιά που τον έκανε να τον βρίσκει ακατανόητο».

Η βία αναμοχλεύει σκοτεινά στοιχεία της προσωπικότητάς τους, ξύνει πληγές, η κακουχία τούς αλλάζει αργά και βασανιστικά, ο φόβος τούς κάνει να υπερβούν τον ίδιο τους τον εαυτό και να συμμαχήσουν είτε με το καλό είτε με το κακό που κρύβουν μέσα τους. Εκτός από τη μικρή Χαβάα και τον υπέροχο Άχμεντ, προσωπικά συγκλονίστηκα με τον Ραμζάν, τον χαφιέ που κινεί τα νήματα της ιστορίας οδηγώντας στην καταστροφή τις ζωές όλων τους. Ο Μάρα φωτίζει απολύτως τα κίνητρά του, τον δικάζει μα δεν βγάζει ετυμηγορία, έτσι που στο τέλος θες να κλαις με τον τρόπο που η φρίκη του πολέμου σαρώνει τους ανθρώπους. Σε όλο το μυθιστόρημα η αλληλεγγύη συμβαδίζει με την παράνοια, η απόγνωση με την ελπίδα, ο πανικός με την ψυχραιμία, η τραγωδία με τη γλύκα που έχει αυτός ο κόσμος ακόμα κι όταν το κακό κυριαρχεί απόλυτα.

Ο Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων σκάβει μέσα σου βαθιά. Είναι ένα σκληρό αλλά αισιόδοξο βιβλίο, γιατί είναι φτιαγμένο με τα υλικά που κάνουν τον άνθρωπο να παλεύει κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες για να σταθεί στα πόδια του και να ζήσει. Άλλωστε αυτό ακριβώς εκφράζει και ο τίτλος του. Στο βαρετό ιατρικό λεξικό που η ηρωίδα διαβάζει κάποια στιγμή για να σβήσει τις παραισθήσεις της και να καταφέρει να κοιμηθεί, ο «αστερισμός ζωτικών φαινομένων» εξηγείται με έξι λέξεις που αποτελούν το θαύμα της ζωής: «οργάνωση, ευερεθιστότητα, κίνηση, ανάπτυξη, αναπαραγωγή, προσαρμογή».

Υ.Γ. Ο παππούς Ίκαρος φέτος έγινε έφηβος ξανά. Η σειρά ξένης λογοτεχνίας, στην οποία ανήκει το βιβλίο του Anthony Marra, ήταν κατά τη γνώμη μου το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Βιβλία που αποπνέουν φρεσκάδα, ντυμένα με υπέροχα εξώφυλλα που έχει σχεδιάσει ο Χρήστος Κούρτογλου. Ο ωραιότερος και πιο μοντέρνος τρόπος δηλαδή να γιορτάσει ένας ιστορικός οίκος την επέτειο 70 χρόνων από την ίδρυσή του το 1943.


Σήμερα ξύπνησα και μέσα στην απόλυτη τεμπελιά των γιορτών, χωρίς κανένα πρόγραμμα ή υποχρέωση, αναρωτιόμουν πως είναι δυνατόν να ζω χωρίς να έχω διαβάσει τον Γατόπαρδο, το μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα στο οποίο βασίζεται το αριστούργημα του Βισκόντι. Ούτε θυμάμαι ποιες παρανοϊκές συνειρμικές διεργασίες με οδήγησαν σ΄αυτό, όμως μέχρι το μεσημέρι ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ΔΕΝ υπήρχε καμία περίπτωση χριστουγεννιάτικα να ψήνεται αμέριμνη η γαλοπούλα στο φούρνο κι εγώ να μην έχω έναν Γατόπαρδο στο σαλόνι να πορεύομαι.

Επειδή βαριόμουν να βγω έστειλα την ανιψιά μου (με το αζημίωτο) να μου αγοράσει ένα αντίτυπο (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις BELL κι έχει καταπληκτικό εξώφυλλο!). Πώς άλλοι κάνουν χρυσό το παιδί τους να πάει στο καθαριστήριο, εγώ την ικετεύω να πάει να μου πάρει βιβλία που ξαφνικά με πιάνει τρελός πόθος να αποκτήσω.

Έτσι, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, έχουν έρθει πολλά μυθιστορήματα στο σπίτι. Άλλα διαβάστηκαν αμέσως, με κομμένη την ανάσα, άλλα τελικά πήραν σειρά μετά από μήνες. Με τους ρυθμούς που αγοράζω βιβλία, βεβαίως, υπάρχουν και πολλά που δεν έχουν ακόμα ευτυχήσει να δουν τη ράχη τους να τσακίζει από τη χρήση, τα εξώφυλλά τους να στραπατσάρονται, τις σελίδες τους να γεμίζουν υπογραμμίσεις και λεκέδες από κρασί ή καφέ.

Ποιος ο λόγος όμως να καίγεσαι για ένα βιβλίο που θα πακτώσεις μαζί με άλλα και θα διαβάσεις μετά από ένα μήνα; Μέρα δεν είναι και αύριο να πας να το πάρεις; Όχι, φίλε μου, για κάποιον λόγο ΔΕΝ γίνεται. Πες το ψυχαναγκασμό. Πες το υστερία, εθισμό, απληστία, μονομανία, αρρώστια, εμμονή, αλκοολίκι, ντροπή & αίσχος... Πες το στα γαλλικά. Πες το όπως θες, αν δεν έρθει το βιβλίο που έχω βάλει στο μάτι άμεσα στο σπίτι διασαλεύεται η ηθική τάξη των πραγμάτων. Σπεύδω μετά τα γραφεία στα βιβλιοπωλεία, δυο λεπτά πριν κλείσουν, στέλνω τους άτυχους συγγενείς, αγγαρεύω φίλους, οργανώνω ολόκληρη εκστρατεία... Πάντως το βιβλίο το βράδυ κοιμάται στο κομοδίνο μου.

Υ.Γ. Η ιστορία του Γατόπαρδου αν και τοποθετείται χρονικά στο 1860 σήμερα είναι επίκαιρη όσο ποτέ. Ο Νίκος Ξυδάκης σε ένα υπέροχο παλαιότερο κείμενό του στην Καθημερινή εξηγεί γιατί.


Nα, εδώ, φτιάχνω ατμόσφαιρα για τη νύχτα του ρεβεγιόν. Μακελειό κάτω από το μαύρο δεντράκι-νάνο του Τιμ Μπάρτον. Κάθε χρόνο το έχω σαν παράδοση πριν και μετά τη γαλοπούλα με τα κάστανα να το ρίχνω στα θρίλερ και τα noir μυθιστορήματα. Φέτος όμως επέλεξα το From Hell των Alan Moore & Eddie Campbell (εκδ. Knockabout). Ένα πολύ ατμοσφαιρικό graphic novel για τον Jack the Ripper. Λονδίνο, άμαξες, αριστοκρατικές βιβλιοθήκες, τσάι σε πορσελάνινα φλιτζάνια και κάπου μέσα στην ομίχλη ο Τζακ να ακονίζει τα μαχαίρια του. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, τα Χριστούγεννα θέλουν το παραμύθι τους.  



Ένα πρόσωπο που αχνοφαίνεται. Τα χρώματα στον καμβά θολώνουν. Ένα σβήσιμο δίνει τη θέση του στα αληθινά χαρακτηριστικά. Από εκεί και πέρα ο καθένας με τη φαντασία του ολοκληρώνει τον πίνακα. Με μικρές πινελιές δίνει μια άλλη ερμηνεία. Ελάχιστοι ξέρουν τι συνέβη. Ποιος ήταν πραγματικά ο μυστηριώδης ποιητής με το γαλάζιο λινό κοστούμι και το καπέλο που πόζαρε με τόση αυτοπεποίθηση, λίγο πριν τον Μεγάλο Πόλεμο, σ΄ αυτό τον χαμένο από καιρό κήπο...

Το εξώφυλλο στο νέο βιβλίο του Άλαν Χόλινγκχερστ «Το παιδί του ξένου» (μτφ. Αντώνης Καλοκύρης, εκδ. Καστανιώτη) αποτυπώνει επακριβώς την ουσία του μυθιστορήματος: Τον τρόπο με τον οποίο η φήμη αλλοιώνει την πραγματικότητα και η επίπλαστη εικόνα σκεπάζει τις αληθινές προσθέσεις.

Η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας ξεκινά στα τέλη του καλοκαιριού του 1913. Ο νεαρός ποιητής, αριστοκρατικής καταγωγής, Σέσιλ Βαλάνς επισκέπτεται για το Σαββατοκύριακο το σπίτι του συμφοιτητή στο Κέιμπριτζ και εραστή του Τζορτζ Σολ. Στα Δύο Εκτάρια, όπως ονομάζεται το κτήμα των Σολ, τον υποδέχονται η μητέρα και τα δύο αδέρφια του Τζορτζ. Σε ένα υπέροχο καλοκαιρινό σκηνικό, με ηλιόλουστες νωχελικές απολαύσεις στον κήπο, οι δύο άντρες ξεκλέβουν με δυσκολία χρόνο για να μείνουν μόνοι, αφού η 16χρονη Δάφνη, η μοναχοκόρη της οικογενείας, τους παρακολουθεί στενά. Γοητευμένη από τον Σέσιλ, θα γίνει ο άθελά της ο άνθρωπος-κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Γύρω από αυτήν θα περιστρέφονται όλα: οι αλήθειες, τα ψέματα, οι κρυφές επιθυμίες, τα ανικανοποίητα όνειρα, τα πραγματικά κίνητρα και όλες εκείνες οι προσπάθειες για να κρυφτούν στα βάθη του χρόνου. Η Δάφνη θα γίνει το ανάχωμα πίσω από το οποίο ο ίδιος ο Σέσιλ θα καλυφθεί στη μάχη του με τη φήμη.

Αν και στην αρχή το αφηγηματικό εύρημα του συγγραφέα να μετατοπίσει το κέντρο βάρους του μυθιστορήματος από τον Σέσιλ στη Δάφνη με ξένισε, πολύ γρήγορα απόλαυσα τις εναλλαγές των προσώπων σε κάθε κεφάλαιο. Νέοι ήρωες μπαίνουν διαρκώς στο παιχνίδι και προσφέρουν μια διαφορετική οπτική των γεγονότων, φωτίζουν κι άλλες πτυχές. Έτσι ώστε μέχρι το τέλος του βιβλίου να μαθαίνεις διαρκώς κι άλλα πράγματα.

Διαβάζοντας το «Παιδί του ξένου», σε πολλά σημεία μού ερχόταν στο νου η Αθανασία του Μίλαν Κούντερα (μτφ. Κατερίνα Δασκαλάκη, εκδ. Εστία). Τα δύο βιβλία πραγματεύονται το ίδιο θέμα, την υστεροφημία και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων. Ο Χόλινγκερστ χρησιμοποιεί βεβαίως διαφορετικά «υλικά» από τον Κούντερα, ωστόσο καταλήγει στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα: τη ματαιότητα. Η αλήθεια θα λάμψει αργά ή γρήγορα, όσα εμπόδια κι αν συναντήσει.

Ορισμένες στιγμές έχεις την εντύπωση ότι ο Χόλινγκχερστ φλυαρεί, ωστόσο κάνοντας ένα βήμα πίσω και παρατηρώντας πιο προσεκτικά αλλά από απόσταση όσα αφηγείται, ανακαλύπτεις ότι όλες αυτές οι λεπτομέρειες συνθέτουν με μαεστρία την εξαιρετική τοιχογραφία μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η Αγγλία των αρχών του περασμένου αιώνα. Οι βικτοριανοί πύργοι που αργότερα έγιναν κολέγια, οίκοι ευγηρίας, ιδιωτικές κλινικές, η εδουαρδιανή εξωστρέφεια και ανεμελιά που χάθηκε μέσα στην αχλή του Ά Παγκοσμίου Πολέμου, οι κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που δημιούργησε και το πλήγμα που επέφερε στην αριστοκρατία. Κυρίως όμως η ομοφυλοφιλία -το κυρίαρχο θέμα στα βιβλία του βραβευμένου με Booker συγγραφέα, η αρχιτεκτονική του ψεύδους και οι συμβάσεις ενός κόσμου που ακόμα και σήμερα παλεύει -χωρίς δυστυχώς να τα καταφέρνει- να αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός ανθρώπου να είναι απλώς ο εαυτός του. Όλες αυτές οι πρόσφατες συζητήσεις για το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, οι αφορισμοί, οι μεσαιωνικές υστερίες, αλλά και το άγριο ομοφοβικό κύμα που σαρώνει για παράδειγμα τη Ρωσία, δίνουν στο βιβλίο μια επικαιρότητα και αναδεικνύουν εκτός από τη λογοτεχνική του αξία και άλλη μία χρησιμότητα: Ο αναγνώστης μένει στο φινάλε με τη βαθιά επίγνωση ότι ο πολιτισμένος κόσμος μας ακόμα παραμένει ένα ξέφωτο σε μια αχανή, σκοτεινή ζούγκλα υποκρισίας.

Υ.Γ. Το βιβλίο είναι στενά συνδεδεμένο με την ποίηση και τη μουσική. Υπάρχει μια μαγική περιγραφή στο πρώτο κεφάλαιο για τον Ιπτάμενο Ολλανδό του Βάγκνερ, η οποία δείχνει πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι ο Χόλινγκχερστ. Θεωρώ τεράστιο προσόν για έναν αφηγητή να μπορεί να μετατρέπει τις λέξεις σε νότες. Να διαβάζεις και να είναι σαν ακούς μουσική: «Η ορχήστρα ακουγόταν καλύτερα από εδώ, σαν αληθινή μπάντα που παίζει κάπου στο βάθος. Για μια στιγμή φαντάστηκε το φωτισμένο σπίτι πίσω τους σαν πλοίο μέσα στη νύχτα (...) Η μουσική της άγριας καταιγίδας όπου φανταζόσουν τους άνδρες κρεμασμένους στα άρμενα, και μετά, όταν η καταιγίδα κόπαζε, η ομορφότερη μελωδία που είχε ακούσει ποτέ, κυματιστή, εκστατική και ελεύθερη κι όμως έντονα θλιμμένη, και σε κάθε περίπτωση κατά κάποιον τρόπο αναπόφευκτη».