The Lake (1827)
Edgar Allan Poe

In youth's spring, it was my lot
To haunt of the wide earth a spot
To which I could not love the less;
So lovely was the loneliness
Of a wild lake, with black rock bound.
And the tall trees that tower'd around.
But when the night had thrown her pall
Upon that spot-- as upon all,
And the wind would pass me by
In its stilly melody,
My infant spirit would awake
To the terror of the lone lake.
Yet that terror was not fright--
But a tremulous delight,
And a feeling undefin'd,
Springing from a darken'd mind.
Death was in that poison'd wave
And in its gulf a fitting grave
For him who thence could solace bring
To his dark imagining;
Whose wild'ring though could even make
An Eden of that dim lake. 

Αν δεν υπήρχαν τα κάτασπρα Macbook και τα iPhone, οι 3D ταινίες και τα e-reader, η κβαντική φυσική και οι κυματοσυναρτήσεις της, οι επιταχυντές πρωτονίων και ο Dexter, σίγουρα δεν θα ήθελα καθόλου να ζω σε αυτή την εποχή. Σχεδόν βαριέμαι που δεν προλαβαίνω ποτέ να βαρεθώ. Να αφεθώ σε αυτή τη γλυκιά απραξία, να χαζεύω τα αφράτα σύννεφα στον ουρανό, να μην προγραμματίζω ποτέ τίποτα... Να κάθομαι κάτω από ένα δέντρο και να απολαμβάνω απλά τη σκιά. Ήσυχος, σαν εκείνες τις γριές που κάποτε έβγαζαν την καρέκλα στο πεζοδρόμιο κάτω από τις νεραντζιές και περνούσαν το απόγευμά τους κοιτώντας σαν λοβοτομημένες τους περαστικούς.
Χρόνια τώρα ονειρεύομαι ότι τα εγκαταλείπω όλα και το σκάω στην επαρχία. Όχι σε αυτήν την επαρχία όμως που ξηλώνει τις μουριές για να βάλει πέργκολες, που μπαζώνει τις αυλές «γιατί τους έφαγε το χώμα», που κρύβει με γκαζόν τη λάσπη. Σε ένα ήσυχο αγροτόσπιτο με παλιά κεραμίδια, με κότες που σουλατσάρουν διαρκώς καχύποπτες στην αυλή, με ματσάκια ρίγανης κρεμασμένα στις ακακίες. Με τις λασπωμένες γαλότσες στην πόρτα, τα ξύλα ακουμπισμένα πλάι στο τζάκι, τα σκυλιά ξαπλωμένα μπροστά στη φωτιά. Να τη βγάζω με τα απολύτως απαραίτητα, απολαμβάνοντας τις μικρές απολαύσεις που φέρνει η στιγμή...
Έχω να ζήσω κάτι αντίστοιχο από τότε που ήμουν φαντάρος. Τους δύο πρώτους μήνες που έμεινα στη μονάδα. Σε κάποιο μικρό χωριό ενός μεγάλου νησιού, στην άκρη ενός ελαιώνα.
Απομονωμένος με ένα μάτσο βιβλία, χωρίς τηλεόραση, χωρίς τις ανέσεις που έχω συνηθίσει, απαλλαγμένος από την κατανάλωση και την «ανάγκη» να είμαι όπως έλεγε και ο Ρεμπό «απόλυτα σύγχρονος».
Εκείνους του δύο μήνες ούτε μια νύχτα δεν στριφογύρισα στο κρεβάτι, κοιμόμουν με έναν ύπνο βαθύ. Αμέριμνος. Χωρίς να σκέφτομαι υποχρεώσεις, δουλειές, λογαριασμούς. Ακόμα θυμάμαι το νερό που έπεφτε πάνω μου το βράδυ στο ντους. Ξεθεωμένος. Κι ας μην ήταν πάντα ζεστό. Τέτοια χαλάρωση δεν έχω νιώσει ούτε στο μοντέρνο μπάνιο μου με τις hi-tech μπαταρίες και τους γυάλινους νιπτήρες.
Και δεν είναι ότι είμαι παρελθοντολάγνος, ένας Θεός ξέρει πόσο έχω λατρέψει το κόριαν! Απλά έχω αρχίσει να νιώθω όλο και πιο έντονα τη σιγουριά ότι την πληρότητα θα τη βρω στην βραδύτητα, στην απλότητα, στη φύση. Όχι στα λοφτ, στις μπουτίκ της Prada και στα εστιατόρια που σερβίρουν το πιο νόστιμο καρπάτσιο.
Στην Αμερική, όλο αυτό έγινε κίνημα: «Το κίνημα της εθελούσιας απλότητας» (Voluntary Simplicity Movement). Νέοι άνθρωποι φρικαρισμένοι από την αφύσικη καθημερινότητα στην πόλη, αποφασίζουν σε μια νύχτα να μη χαραμίζουν άλλο το χρόνο τους, να εγκαταλείψουν όσα τους κρατούν φυλακισμένους και να ζήσουν μια νέα ζωή απαλλαγμένη από καθετί περιττό.
Σαν εκείνον τον ήρωα στο βιβλίο του Τσακ Πόλανικ (Fight Club, εκδ. Οξύ) που κλεινόταν στην τουαλέτα ξεφυλλίζοντας καταλόγους ντιζάιν επίπλων και τσακιζόταν να αγοράσει από τα gourmet μπακάλικα το καλύτερο τσάτνεϊ για να τα νουντλς που πρότεινε το Wallpaper*, αλλά μια μέρα έβαλε «μπουρλότο» στη στυλιζαρισμένη ζωή του και φτου ξελευθερία. Γύρισε από ένα επαγγελματικό ταξίδι στο σπίτι αλλά μια διαρροή γκαζιού είχε διαλύσει τα πάντα. Μια διαρροή που είχε τελικά προκαλέσει ο ίδιος προκειμένου να λύσει τα δεσμά του, επηρεασμένος από τον Τάιλερ, έναν μυστηριώδη άγνωστο που γνώρισε τυχαία και ο οποίος τον μύησε στην αναρχία.
   «Τα ψαγμένα Νιουρούντα τραπεζάκια του καφέ που, αποτελούμενα από δύο κομμάτια με σχήμα ενός πράσινου γιν και ενός πορτοκαλί γιανγκ, ενώνονται και φτιάχνουν κύκλο. Ε, λοιπόν, ήταν θρύψαλα τώρα.
   Το Χαπαράντα σαλόνι μου με τις πορτοκαλί θήκες, σχεδιασμένο από την Έρικα Πεκκάρι, ήταν τώρα για τα σκουπίδια.
   Και δεν ήμουν ο μόνος που ήταν δούλος του ενστίκτου στέγασης. Ο κόσμος που γνωρίζω ο οποίος κάποτε έπαιρνε να διαβάσει τσόντες στην τουαλέτα, τώρα παίρνει τον κατάλογο επίπλων της ΙΚΕΑ.
   Όλοι μας έχουμε την ίδια πολυθρόνα Γιοχάνεσοβ στο σχέδιο Στράιν με πράσινες ρίγες. Η δικιά μου έπεσε δεκαπέντε ορόφους, μες στις φλόγες, σ' ένα συντριβάνι.
Όλοι μας έχουμε τις ίδιες Ριλάμπα/Χαρ λάμπες φτιαγμένες από σύρμα και χαρτί χωρίς χλώριο, φιλικό προς το περιβάλλον. Οι δικές μου γίνανε κομφετί.
  Όλες αυτές οι ώρες που περνάμε καθισμένοι στην τουαλέτα.
   Τα μαχαιροπίρουνα της Άλλε. Ανοξείδωτο ατσάλι. Κατάλληλα για πλυντήριο πιάτων.
   Το ρολόι Βιλντ Χολ φτιαγμένο από γαλβανιζέ ατσάλι, α, έπρεπε να το αποκτήσω αυτό.
   Τα ράφια Κλιπσκ, αχ, ναι.
   Καπελοθήκη Χέμλινγκ. Γουστάρω.
   Ο δρόμος μπροστά από τον ουρανοξύστη μου έλαμπε μ' όλα αυτά διάσπαρτα στο έδαφος.
   Τα παπλώματα πάτσγουόρκ Μομμάλα. Σχεδιασμένα από τον Τόμας Χαρίλα και διαθέσιμα στα ακόλουθα χρώματα: Κίτρινο. Φούξια. Πράσινο. Άσπρο. Μαύρο. Ανοιχτό μπεζ ή ροζ.
   Μου πήρε μια ολόκληρη ζωή να τα αγοράσω όλα αυτά.
   Η λάκα των φορητών τραπεζιών μου Κάλιξ, που έκανε τόσο εύκολη τη συντήρησή τους.
   Τα Στεγκ τραπέζια που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο.
   Αγοράζεις έπιπλα. Λες στον εαυτό σου, αυτός είναι ο τελευταίος καναπές που θα χρειαστώ ποτέ στη ζωή μου. Αγόρασε τον καναπέ, έπειτα κάνα-δυο χρόνια είσαι ικανοποιημένος πως ό,τι και να γίνει, τουλάχιστον έχεις κανονίσει το ζήτημα του καναπέ σου. Μετά το τέλειο κρεβάτι. Οι κουρτίνες. Το χαλί.
    Μετά έχεις παγιδευτεί στην υπέροχη φωλιά σου και τα πράγματα που κάποτε είχες εσύ, τώρα σε κατέχουν.
   Το διαμέρισμα ήταν πενήντα ένα τετραγωνικά, ψηλοτάβανο και επί σειρά ημερών το γκάζι πρέπει να διέρρεε ώσπου κάθε δωμάτιο να γέμισε. Όταν τα δωμάτια γέμισαν τελείως, ο συμπιεστής στη βάση του ψυγείου έκανε κλικ.
   Πυροδότηση.
   Τα παράθυρα απ' το πάτωμα-ως-το-ταβάνι με τα αλουμινένια πλαίσια πετάχτηκαν, μαζί και οι καναπέδες και οι λάμπες και τα πιάτα και τα σετ σεντονιών μες στις φλόγες, και οι επετηρίδες του λυκείου και τα πτυχία και το τηλέφωνο. Όλα πετάχτηκαν έξω από το δέκατο πέμπτο όροφο μοιάζοντας με ηλιακή φωτοβολίδα.
    Αχ, όχι το ψυγείο μου. Είχα γεμίσει ολόκληρα ράφια με τη συλλογή μου από μουστάρδες, κάποιες από αυτές που γίνονται με το άλεσμα του σπόρου, κάποιες αγγλικές. Υπήρχαν δεκατέσσερις διαφορετικές σάλτσες χωρίς λιπαρά για σαλάτες και επτά είδη κάπαρης. (...)
    Μπορούσες ν' ανέβεις στον δέκατο πέμπτο όροφο, είπε ο θυρωρός, αλλά κανείς δεν επιτρεπόταν να μπει στο διαμέρισμα. Διαταγή της αστυνομίας.
   “Δεν έχει νόημα να πας πάνω”, είπε ο θυρωρός. “Το μόνο που έχει απομείνει είναι το τσιμεντένιο κουφάρι”. (...)
    “Πολλοί νέοι προσπαθώντας να εντυπωσιάσουν τον περίγυρό τους αγοράζουν πάρα πολλά πράγματα”, είπε ο θυρωρός.
    Τηλεφώνησα στον Τάιλερ.
    Το τηλέφωνο χτύπησε στο νοικιασμένο σπίτι του Τάιλερ στην οδό Πέηπερ.
    Αχ, Τάιλερ, σε παρακαλώ, λύτρωσέ με.
    Και το τηλέφωνο χτυπούσε.
    Ο θυρωρός έγειρε στον ώμο μου και είπε, “Πολλοί νέοι δεν ξέρουν τι πραγματικά θέλουν”.
    Αχ, Τάιλερ, σε παρακαλώ, σώσε με.
    Και το τηλέφωνο χτυπούσε.
   “Νέοι, θέλουν τον κόσμο ολόκληρο δικό τους”.
    Λύτρωσέ με από τα σουηδικά έπιπλα.
    Λύτρωσέ με από την ψαγμένη διακόσμηση.
    Και το τηλέφωνο χτυπούσε και ο Τάιλερ απάντησε.
    “Αν δεν ξέρεις τι θέλεις”, είπε ο θυρωρός, “καταλήγεις με πολλά που δεν θέλεις”.
    Είθε να μην είμαι ποτέ ολοκληρωμένος.
    Είθε να μην είμαι ποτέ ικανοποιημένος.
    Είθε να μην είμαι ποτέ τέλειος.
    Λύτρωσέ με, Τάιλερ, απ' το να είμαι τέλειος και ολοκληρωμένος».
Χωρίς εν ανάγκη να το γυρίσουν από την κατανάλωση στην αναρχία, όπως ο ήρωας του Τσακ Πόλανικ, οι άνθρωποι των μητροπόλεων ζαλισμένοι από τις συνέπειες της κρίσης τα περασμένα δύο χρόνια, πήραν ξανά το δρόμο που οδηγεί από το New York (Sex and the) City και τις βλαχο- φάμπιουλους νευρώσεις του στην απόλαυση μιας ζωής που δεν χρειάζεται να λάμψει προκειμένου να ολοκληρωθεί. Ένας σκασμός βιβλίων αποτυπώνουν αυτή την ανάγκη που έγινε τάση. Βιβλία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, τα οποία όμως μιλούν για το ίδιο πράγμα: για τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής. Από το πολύ καλό μυθιστόρημα «Η ένδοξη παραίτηση της Ρόζα Λέιν» της Τζοάνα Καβένα (εκ. Μεταίχμιο) μέχρι το τρισάθλιο «Eat Pray Love» της Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ (εκδ. Μίνωας). Στο πρώτο η ηρωίδα, η οποία εργάζεται ως δημοσιογράφος στο πολιτιστικό ένθετο μιας μεγάλης εφημερίδας εγκαταλείπει όσα έχτιζε χρόνια: την καλή δουλειά της, την άνεση του μισθού της, το υπέροχο διάμερισμά της, τον άπιστο σύντροφό της... Φτύνει κατάμουτρα το σύγχρονο μοντέλο επιτυχίας για να αναζητήσει το αληθινό της εαυτό. Στο δεύτερο, το οποίο έγινε και ταινία με την Τζούλια Ρόμπερτς, μια τριαντάρα αποδρά από το χρυσό κλουβί στο οποίο ζει για να ανακαλύψει τη μαγεία του κόσμου ταξιδεύοντας για έναν χρόνο στην Ιταλία, την Ινδία και το Μπαλί. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία της Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ. Η ιδέα είναι ωραία και μέσα στα πράγματα, αλλά τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία δεν τραβάνε με τίποτα. Και τα δύο τα παράτησα πολύ πριν τη μέση.
Όμως το πιο σημαντικό βιβλίο απ' όλα, το οποίο έθεσε το θέμα πρώτο και με τον πιο καίριο τρόπο, είναι το προφητικό μυθιστόρημα του Τζέιμς Γκράχαμ Μπάλαρντ «Άνθρωποι του Μιλένιουμ» (εκδ. Ποταμός). Ο συγγραφέας της «Αυτοκρατορίας του Ήλιου» (ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2009) μίλησε οκτώ χρόνια πριν για όλα αυτά που ζούμε σήμερα και όλα εκείνα που βράζουν τώρα στο καζάνι της κοινωνίας: Για την εξαντλημένη μεσοαστική τάξη που εξεγείρεται και βγαίνει από τα σπίτια της καίγοντας κάδους, δημιουργώντας αναχώματα με τουμπαρισμένα αυτοκίνητα, που μπουκάρει στα σούπερ μάρκετ και τα κάνει λίμπα. Ο Μπάλαρντ φωτογραφίζει μια σύγχρονη εξέγερση η οποία έχει να κάνει με τα τέλη στάθμευσης και κυκλοφορίας, τα δίδακτρα των σχολείων και τα κοινόχρηστα των πολυκατοικιών...
Μέχρι να καταφέρω να αποδράσω, είτε βγαίνοντας στους δρόμους μαζί με τους αποδέλοιπους νεόπτωχους της μεσαίας τάξης είτε απλά φτύνοντας τα πάντα για να ζήσω σαν μποέμ αγρότης που το πρωί θα καλλιεργεί σταμναγκάθι και το βράδυ θα διαβάζει, το κάνω με το μυαλό. Ταξίδια δωματίου. Σελίδα τη σελίδα βρίσκω τον τρόπο να εξαερώσω τους σωλήνες. Διαβάζω βιβλία για την αγαπημένη μου εποχή: την πρώτη τριακονταετία του 20ού αιώνα. Για τα χρόνια της τζαζ και τους ονειροπόλους της. Επιστρέφω ξανά και ξανά στα διηγήματα του Σκοτ Φιτζέραλντ (εκδ. Ερατώ) ή στους «Εκκεντρικούς» του Πωλ Μοράν (εκδ. Ολκός) και ονειρεύομαι βόλτες με ξέσκεπες Άστον Μάρτιν σε δρόμους με πανύψηλα δέντρα, ανάμεσα σε ατελείωτα λιβάδια, συζητήσεις πλάι σε αναμμένα τζάκια, ζαλισμένους έρωτες από τα απογευματινά κοκτέιλ, γραμμόφωνα στον κήπο και βουτιές στη λίμνη...

ΒΙΒΛΙΟ: Η Θεραπεία
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Sebastian Fitzek
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Διήγηση

Τα βιβλία του Φίτσεκ είναι μεγάλο κόλλημα. Δεν μπορείς να τα αφήσεις από τα χέρια σου. Σελίδα τη σελίδα η ένταση κλιμακώνεται. Διαβάζεις και είναι σαν να βλέπεις ένα δυνατό θρίλερ στο σινεμά.
Γρήγορη κινηματογραφική αφήγηση, έξυπνες ανατροπές, πρωτότυπα τεχνάσματα, προσεγμένη πλοκή μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Βεβαίως από λογοτεχνικής άποψης τα μυθιστορήματά του χωλαίνουν. Τα κλισέ στις περιγραφές περισσεύουν, ενώ σε πολλά σημεία ορισμένες κοινές εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας προκαλούν αμηχανία. Όμως ο καταιγιστικός ρυθμός των ιστοριών του και η ευφυΐα του καλύπτουν τις ατέλειες του κειμένου και αποζημιώνουν τον αναγνώστη.
Η «Θεραπεία» είναι το δεύτερο βιβλίο του νεαρού Γερμανού συγγραφέα -ο οποίος είναι μόλις 39 ετών- που διαβάζω σε μια νύχτα. Το προηγούμενο ήταν το «Πείραμα μνήμης» και ήταν εξίσου συναρπαστικό. (Στα ελληνικά κυκλοφορεί και ένα ακόμα: το «Πείραμα», επίσης από τις εκδόσεις Διήγηση).
Όλες οι ιστορίες του έχουν ένα κοινό: βασίζονται στην ψυχολογία και μας παρασύρουν στους σκοτεινούς δαιδαλώδεις διαδρόμους του ανθρώπινου εγκεφάλου. Ο αδελφός του Φίτσεκ είναι ψυχολόγος και όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο συγγραφέας τον βοηθά πολύ στην έρευνα πριν από κάθε νέο μυθιστόρημα.
Στη «Θεραπεία» ο ήρωας είναι ένας διάσημος ψυχίατρος που αναζητά τη χαμένη του κόρη. Η δωδεκάχρονη Γιόζι, η οποία πάσχει από μια ανεξήγητη ασθένεια, εξαφανίζεται ένα πρωί από το ιατρείο ενός αλλεργιολόγου που έχει επισκεφθεί με τον πατέρα της. Η οδύσσεια για τον Βίκτορ Λάρεντς ξεκινά: διαλυμένος από τη μυστηριώδη απουσία του κοριτσιού εγκαταλείπει τη δουλειά του και με τη βοήθεια ενός ντετέκτιβ αναζητά μάταια κάποια ίχνη που θα τον οδηγήσουν στη λύση του μυστηρίου. Τα κανάλια στέλνουν links έξω από τη βίλα της οικογένειας, οι δημοσιογράφοι τους κυνηγούν, αφού το σενάριο της απαγωγής που είναι το επικρατέστερο πουλάει. Οι μέρες περνούν αλλά κανείς δεν ζητάει λύτρα και οι πιθανότητες η Γιόζι να βρεθεί ζωντανή ολοένα και λιγοστεύουν. Όταν ο ντόρος στα μίντια καταλαγιάζει, οι έρευνες της αστυνομίας αδρανούν. Όλοι πιστεύουν ότι η Γιόζι είναι νεκρή. Εκτός από το ζευγάρι. Πολύ γρήγορα όμως οι σχέσεις του Βίκτορ με τη σύζυγό του, την Ιζαμπέλ, η οποία τον θεωρεί υπεύθυνο για την τραγωδία που τους χτύπησε αφού εκείνος συνόδευε την κόρη τους την ημέρα που χάθηκε, διαταράσσονται. Οι μήνες περνούν, εκείνος καταρρέει, ενώ η Ιζαμπέλ ξαναβρίσκει το ρυθμό της: επιστρέφει στη δουλειά και απομακρύνεται από κοντά του φεύγοντας ολοένα και πιο συχνά για μακρινά επαγγελματικά ταξίδια.
Το βιβλίο ξεκινά με το συμβάν της εξαφάνισης. Στο δεύτερο κεφάλαιο βρισκόμαστε, λίγα χρόνια μετά, στο δωμάτιο μιας ψυχιατρικής κλινικής όπου ο Βίκτορ Λάρεντς «φιλοξενείται» δεμένος -κυριολεκτικά- χειροπόδαρα και διηγείται την ιστορία του σε έναν νεαρό γιατρό που τον κουράρει. Ο Βίκτορ γνωρίζει τελικά τι συνέβη. Οι αναγνώστες δεν το ανακαλύπτουμε παρά μονάχα στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.
«Όλα αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει από την εξαφάνιση της Γιόζι, θεωρούσα ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει τίποτα πιο φοβερό από την αβεβαιότητα. Τέσσερα χρόνια χωρίς το παραμικρό ίχνος, χωρίς ούτε ένα σημάδι ζωής. Μερικές φορές ευχόμουν να χτυπούσε το τηλέφωνο και κάποιος να μας έλεγε πού βρίσκεται το πτώμα της. Σοβαρά σκεφτόμουν ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο οδυνηρό από το να βρίσκεται κανείς μετέωρος ανάμεσα σε υποθέσεις και γεγονότα. Μα έκανα λάθος. Ξέρετε τι είναι ακόμα χειρότερο; Η αλήθεια! Νομίζω για πρώτη φορά την είδα ξεκάθαρα στο ιατρείο του δόκτορα Γκρόλκε. Λίγο μετά την εξαφάνιση της Γιόζι. Και ήταν τόσο άσχημη που δεν θέλησα να τη δω κατάματα, να την αναγνωρίσω. Όμως, δεν άργησα να τη βρω και δεν μπόρεσα έκτοτε να την αποδιώξω, γιατί με καταδίωξε. Βρέθηκα μπροστά στον άνθρωπο που είχε προκαλέσει όλο αυτό το κακό και δεν μπόρεσα να το ανεχτώ».
Ο Βίκτορ ξετυλίγει το κουβάρι. Η κατάδυση στον απύθμενο ωκεανό της ψυχής ξεκινά και οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη. Και εκεί που λες πως «το 'χεις», ο Φίτσεκ κάνει στροφή και σε πηγαίνει αλλού.
Όλο το υπόλοιπο μέρος του βιβλίου, είναι ένα συγκλονιστικό flashback... Περιγράφει τις τελευταίες πέντε ημέρες πριν ο ήρωας βρεθεί αντιμέτωπος με την αλήθεια. Πριν δοθούν απαντήσεις σε όλα: Στο πώς βρέθηκε κλεισμένος σε ψυχιατρείο; Αλλά και γιατί εξαφανίστηκε η Γιόζι;
Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει όταν ο Βίκτορ φεύγει από το Βερολίνο για να απομονωθεί στο εξοχικό της οικογένειας στο νησί Πάρκουμ στη Βόρειο Θάλασσα. Εκεί τον επισκέπτεται μία μυστηριώδης γυναίκα, η Άννα Σπίγκελ. Του συστήνεται ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων και του ζητά τη βοήθειά του, αφού πάσχει από μια ασυνήθιστη μορφή σχιζοφρένειας. Ισχυρίζεται ότι οι ήρωες των βιβλίων της την καταδιώκουν με σάρκα και οστά στην αληθινή ζωή. 
«Όλοι οι χαρακτήρες που δημιουργώ γίνονται πραγματικοί. Τους βλέπω, τους παρατηρώ, κάποιες φορές μιλάω μαζί τους. Τους επινοώ κι αμέσως μετά εμφανίζονται στη ζωή μου».
Η Άννα τού περιγράφει την εμφάνιση της ηρωίδας του τελευταίου της ημιτελούς βιβλίου, της μικρής Σάρλοτ, έξω από ένα ιατρείο στο Βερολίνο. Στο ίδιο ακριβώς σημείο που εξαφανίστηκε η Γιόζι. Την ίδια ακριβώς ώρα και ημέρα. Οι συμπτώσεις δεν σταματούν εδώ. Ο Βίκτορ ανακαλύπτει ότι όταν εκείνη μιλά για τη Σάρλοτ ουσιαστικά φωτογραφίζει τη Γιόζι. Η μυστηριώδης γυναίκα αρχίζει μέρα με τη μέρα να γίνεται επικίνδυνη. Ο κλοιός σφίγγει πλέον ασφυκτικά γύρω από τον Βίκτορ. Απομονωμένος από μια μεγάλη καταιγίδα κι έναν τυφώνα που πλήττει το νησί βρίσκεται αντιμέτωπος με μια γυναίκα ικανή για όλα. Μια γυναίκα-αίνιγμα, αφού όταν ψάχνει το παρελθόν της ανακαλύπτει ότι η Άννα Σπίγκελ δεν υπάρχει. Καμία δεν έχει εκδώσει ποτέ παιδικά βιβλία με αυτό το όνομα. Ενώ μια φοιτήτρια που ονομαζόταν έτσι βρέθηκε νεκρή ένα χρόνο πριν στην ίδια κλινική που η σατανική «συγγραφέας» ισχυρίστηκε ότι νοσηλευόταν για τέσσερα χρόνια.
Με τρελή ταχύτητα ο Φίτσεκ χτίζει έναν εφιάλτη, όπου οι παραισθήσεις μπλέκουν με την πραγματικότητα. Μια παράξενη κλειστοφοβική περιπέτεια με κλασικές σκηνές τρόμου: Πόρτες που ανοίγουν μόνες τους, δωμάτια που βυθίζονται ξαφνικά στο σκοτάδι, φιγούρες που παραμονεύουν, βήματα που ακούγονται χωρίς να βρίσκεται κανείς στο χώρο... Κι όλα αυτά ενώ έξω από το σπίτι η καταιγίδα λυσσομανά.
«Ο άνεμος συνέχισε να φυσάει ακατάπαυστα, παρασέρνοντας όλο και πιο ψηλά κύματα από τη Βόρειο Θάλασσα καταπάνω στο μικρό νησί. Σήκωνε τεράστιους όγκους νερού και τους έριχνε με πρωτοφανή ορμή πάνω στην ακτή διαλύοντας, δίχως να χάσει την έντασή του, τους αμμόλοφους. Οι ριπές του τυφώνα έσπαγαν τα κλαδιά των δέντρων, δονούσαν τις κάσες των πορτών κι έσβηναν κάθε ίχνος πάνω στην άμμο, ακόμα και τις μικρές γυναικείες πατημασιές που απομακρύνονταν από το σπίτι του δόκτορα Λάρεντς».

ΒΙΒΛΙΟ: Η χρονιά της ερήμου
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Pedro Mairal
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Πόλις

Τo βιβλίo πρέπει να είναι ένα τσεκούρι που θρυμματίζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας, έλεγε ο Φραντς Κάφκα. Υπό αυτή την έννοια το μυθιστόρημα του Πέδρο Μαϊράλ ίσως να είναι το καλύτερο που διάβασα φέτος. Ένα ζόρικο ταξίδι στο μακρινό Μπουένος Άιρες. Πρόκειται για την ιστορία ενός κοριτσιού, το οποίο βλέπει κάθε ημέρα που περνά τον κόσμο γύρω του να συρρικνώνεται. Για την ακρίβεια πρόκειται για την ιστορία ενός ολόκληρου λαού ο οποίος σύρθηκε βίαια από την ευημερία στη βαθιά ύφεση. Από τον πολιτισμό στην εξαθλίωση. Από τα μεσοαστικά διαμερίσματα στις παράγκες.
Το ανακάλυψα στα τέλη Μαϊού, ένα πρωί Κυριακής, ψάχνοντας στο διαδίκτυο για μυθιστορήματα εμπνευσμένα από την οικονομική κρίση. Είχα μόλις δει σε επανάληψη ένα ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου, το οποίο κατέγραφε τα γεγονότα που οδήγησαν στην κατάρρευση της Αργεντινής το 2001. Σοκαρίστηκα. Οι ομοιότητες με τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν τρομακτικές. Μετά μπήκα στο YouTube και βρήκα ένα άλλο ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Φερνάντο Πίνο Σολάνας, το οποίο εξιστορεί με εικόνες που σε αφήνουν άφωνο το πώς ξεκίνησε η επανάσταση της κατσαρόλας ενάντια στο ΔΝΤ. Το ένα έφερε το άλλο και όλα μαζί με οδήγησαν στο βιβλίο αυτό.
Ηρωίδα είναι η Μαρία Βαλντές Νέιλαν, ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι, που δουλεύει γραμματέας σε μια εταιρεία επενδύσεων. Μέσα σε λίγους μήνες η ζωή της αλλάζει δραματικά. Η χώρα της χτυπημένη από την “Κοσμοχαλασιά” (όπως αλληγορικά αναφέρει την κρίση ο συγγραφέας) μετατρέπεται μέρα με τη μέρα σε ερείπιο: Οι τράπεζες κλείνουν, το ηλεκτρικό κόβεται, οι πολυκατοικίες γίνονται φρούρια προκειμένου να μην εισβάλουν μέσα οι ορδές των πεινασμένων που καταφθάνουν από τα προάστια. Χωρίς ηλεκτρικό, βενζίνη, πετρέλαιο, κινητά, οι ζαλισμένοι πολίτες εκτός από τις δουλειές τους χάνουν σπίτια, όνειρα, αξιοπρέπεια. Στο τέλος όμως χάνουν αυτό που κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα ζώα: τη λογική. Βυθίζονται ολοένα και πιο βαθιά σε έναν παραλογισμό, ο οποίος δεν έχει τέλος.
Αν την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων κάποιος μας έλεγε ότι θα γίνουμε Αργεντινή, θα το θεωρούσαμε εξωφρενικό. Κι όμως δεν απέχουμε πολύ. Όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε και ξυπνήσουμε τόσο πιο σύντομα θα προλάβουμε τις συνέπειες. Δεν μιλάμε βέβαια για γεγονότα σαν αυτά που περιγράφει το βιβλίο του Μαϊράλ, αφού είναι μέρος της μυθοπλασίας, αλλά για μια συρρίκνωση που όμοιά της η δική μου η γενιά δεν έχει ξαναζήσει.
Μας έχουν κάνει να νιώθουμε ένοχοι για όσα μας συμβαίνουν. Ότι τα φάγαμε μαζί. Είναι όμως ελαφρώς ανόητο να πιστεύουμε πλέον ότι όλο αυτό το μακελειό που ζούμε είναι απόρροια της απληστίας μας ή της παθητικής ανοχής μας στην κακοδιαχείριση.
Το πικρό cocktail του ΔΝΤ το έχουν πιει κι άλλοι, πριν από εμάς, δεν είχαμε μόνο οι Έλληνες το προνόμιο. Η συνταγή είναι ίδια και εκτελείται παντού με (δολοφονική) ακρίβεια. Προετοιμάζεται δε πολλά χρόνια πριν. Δεκαετίες. Παίρνουμε έναν απλό πολίτη της μεσαίας τάξης και τον παραγεμίζουμε με τόσες κάρτες και δάνεια ώστε να μην μπορεί να ανασάνει. Στη συνέχεια τον ξαμολάμε στα πολυκαταστήματα για να κυνηγήσει την υπόσχεση ότι θα γίνει ένας άλλος. Όνειρα χτισμένα με δανεικά. Μετά έρχονται τα σκάνδαλα, η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, η αποχαύνωση της κοινής γνώμης. Ακολουθεί η απειλή της πτώχευσης. Η στάση πληρωμών πέφτει στο τραπέζι σαν οπλισμένο περίστροφο. Ο νεόπλουτος πολίτης των τραπεζών ανήμπορος πλέον να αντιδράσει μετατρέπεται σε νεόπτωχο. Και το βουλώνει. Γιατί πρέπει να δουλεύει για να ξεχρεώσει τις δόσεις για το πεντάπορτο αμάξι, το touch screen κινητό, την plasma τηλεόραση και τα τζην παντελόνια των τριακοσίων ευρώ.
Το πρόγραμμα αρχίζει με μειώσεις μισθών, περικοπές στο δημόσιο, αυξήσεις του ΦΠΑ. Μύγες, κουνούπια, συνταξιούχοι: πάρ' τους κάτω. Σειρά έχει ο ιδιωτικός τομέας που πρέπει να μαζευτεί για λόγους ανταγωνιστικότητας. Έπονται ιδιωτικοποιήσεις. Εξευτελισμός της εθνικής αξίας... Κι όταν οι πολίτες πάνε να αντιδράσουν κάνουν μια ωραιότατη απεργία τα media για να μην φτάσουν οι ιαχές των εξαγριωμένων στα δωμάτια της πλειοψηφίας που ακόμα κοιμάται.
Αυτά και άλλα χειρότερα που θα ακολουθήσουν, τα γράφει και η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της To δόγμα του Σοκ (εκδόσεις Λιβάνη). Δεν είναι μέντιουμ, έχουν συμβεί πριν και αλλού: σε όλη σχεδόν τη Λατινική Αμερική. Η διάσημη Καναδή ακτιβίστρια απλώς τα καταγράφει σε ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ, το οποίο ξεσκεπάζει με στοιχεία τη συνωμοσία που κρύβεται πίσω από τη μάστιγα της οικονομικής κρίσης που μας χτύπησε. Αυτό διαβάζω τώρα. Όταν το τελειώσω θα επανέλθω.

Το βίντεο που ακολουθεί είναι το πρώτο μέρος από το ντοκιμαντέρ του  Φερνάντο Πίνο Σολάνας: