Οι βόλτες για να αγοράσω βιβλία είναι ενικού αριθμού. Πάντα. Όταν πηγαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο δεν θέλω παρέα. Είναι μια μικρή πολυτέλεια που προσφέρω στον εαυτό μου. Κλέβω λίγο χρόνο, παίρνω το ποδήλατο και βγαίνω έξω σαν τουρίστας.


Είναι μεγάλη απόλαυση: Να τριγυρνάς στην πόλη μόνος. Να σταματάς και να χαζεύεις. Να παρατηρείς, όσα πραγματικά το βλέμμα δεν προφταίνει όταν οδηγείς: Τους ανθρώπους που σου φαίνονται πιο όμορφοι όταν δεν βιάζεσαι, που τους χαμογελάς και ανθίζουν σαν λουλούδια. Τις πασχαλιές που έχουν βάψει μοβ την Αθήνα. Το γιασεμί που σκαρφαλώνει στα κάγκελα και μυρίζει τόσο που νιώθεις πως θα μεθύσεις. Τα κτίρια της πόλης. Τα μικρά μπαλκονάκια των γκρίζων πολυκατοικιών φορτωμένα με δεκάδες γλάστρες – μικρές τροπικές ζούγκλες σε δύο τετραγωνικά. Τα νεοκλασικά, τις πόρτες με τα περίτεχνα μπρούτζινα ρόπτρα και τις στέγες με τα ακροκέραμα.


Να περνάς με το ποδήλατο μπροστά από ωραίες βιτρίνες (στα Brooks Brothers στην οδό Αμερικής έχουν ανεβάσει ένα μεγάλο, παλιό ασπρόμαυρο εξώφυλλο του περιοδικού Life, δίπλα σε κάτι κοστούμια με '50s γραμμές σαν αυτά που φοράνε οι πρωταγωνιστές του Mad Men). Nα κάθεσαι σε ένα σκαλάκι, κάτω από ανοιχτά παράθυρα με τα στόρια τραβηγμένα και τις κουρτίνες να ανεμίζουν στο ανοιξιάτικο αεράκι και να απολαμβάνεις τις μυρωδιές των φαγητών, να αφουγκράζεσαι τα σκόρπια λόγια, τις μουσικές... Να φαντάζεσαι τις μικρές καθημερινές ιστορίες όσων ζουν εκεί, ιστορίες που δεν θα σου διηγηθεί ποτέ κανείς.


Σήμερα ήταν μια τέτοια μέρα. Μια ωραία μέρα. Με βόλτες στον Εθνικό Κήπο κάτω από τα δέντρα και διάβασμα ξαπλωμένος στο γρασίδι.


Δηλαδή, όχι ακριβώς διάβασμα, τρεις φράσεις και ονειροπόληση. Είχα πάρει μαζί μου το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις ημέρες, το ατμοσφαιρικό «Ένα μπλουζ για τη Ζέλντα» του βραβευμένου με Γκονκούρ Ζιλ Λερουά (εκδ. Μεταίχμιο). Μια υπέροχη μυθιστορηματική βιογραφία της Ζέλντα Φιτζέραλντ. Δεν μπόρεσα να συγκεντρωθώ βεβαίως, ζήτημα να διάβασα δέκα σελίδες. Χιλιάδες πράγματα μου αποσπούσαν την προσοχή: Δυο σπουργίτια που φλέρταραν μια ανάσα μακριά, ένας γάτος που έκανε ακροβατικά πάνω σε ένα γέρικο πλατάνι, μια παρέα Ισπανών που περνούσε γελώντας, τα κλαδιά των δέντρων που έμοιαζαν σαν να χορεύουν στον άνεμο.


Τα μυθιστορήματα, για ανθρώπους σαν εμένα που δεν μπορούν εύκολα να συγκεντρωθούν στο βιβλίο αν δεν υπάρχουν ιδανικές συνθήκες, δεν είναι κατάλληλα για τέτοιες βόλτες. Απαιτούν συγκέντρωση που όταν είσαι έξω δεν γίνεται να έχεις. Η ποίηση είναι προτιμότερη. Έτσι πήγα στο βιβλιοπωλείο Ianos για να αγοράσω τις «Φωτιές» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (εκδ. Χατζηνικολή). 


«Προϊόν μιας κρίσης πάθους», γράφει στον πρόλογο η ίδια η συγγραφέας, «το Φωτιές έχει τη μορφή μιας συλλογής ερωτικών ποιημάτων ή, αν το προτιμάτε, λυρικών πεζών, με άξονα μια ορισμένη αντίληψη για τον έρωτα. Σαν τέτοιο, το έργο δεν απαιτεί σχόλια. Ο απόλυτος έρωτας που επιβάλλεται στο θύμα του μαζί, σαν αρρώστια και σαν προορισμός, υπήρξε πάντοτε ένα θέμα πείρας και ένα από τα πιο τετριμμένα λογοτεχνικά θέματα. Το πολύ-πολύ να υπενθυμίζαμε πως κάθε έρωτας βιωμένος, όπως αυτός από τον οποίο βγήκε το βιβλίο, πλέκεται, ξεπλέκεται κατόπιν, μέσα σε μια δεδομένη κατάσταση, και όπως αυτή η πλοκή γίνεται με τη συνεργασία ενός πολυσύνθετου κράματος από συναισθήματα και περιστάσεις που σ' ένα μυθιστόρημα θα σχημάτιζαν την υπόθεση της αφήγησης και σ' ένα ποίημα συνιστούν το σημείο από το οποίο ξεκινά το τραγούδι. Στο Φωτιές, αυτά τα συναισθήματα και αυτές οι συνθήκες εκφράζονται άλλοτε άμεσα, αλλά αρκετά κρυπτογραφημένα, από αποσπασματικές σκέψεις που στην αρχή, οι περισσότερες τουλάχιστον, αποτελούσαν σημειώσεις ενός προσωπικού ημερολογίου, και άλλοτε αντίθετα έμμεσα, μέσα από αφηγήσεις που δανείζομαι από το θρύλο ή απ' την Ιστορία και που προορίζονται να χρησιμεύσουν στον ποιητή σαν στηρίγματα δια μέσου του χρόνου».
Το βιβλίο το ήξερα, αλλά δεν το είχα διαβάσει ποτέ. Πριν μέρες μια ανάρτηση στο blog Πανδοχείο το έβαλε πρώτο πρώτο στη λίστα με τα βιβλία που θέλω να αγοράσω.
Πέρασα όλο το μεσημέρι διαβάζοντάς το στη σκιά των δέντρων. Καθισμένος, σε ένα απόμερο τραπέζι, στην ήσυχη αυλή του Νομισματικού Μουσείου στην Πανεπιστημίου, με ένα ποτήρι Μοσχοφίλερο και μια δροσερή σαλάτα, ψαρεύοντας λέξεις και σκόρπιες φράσεις από τις «Φωτιές» της ερωτευμένης Γιουρσενάρ.


«Ανάμεσά μας υπάρχει κάτι περισσότερο από ένας απλός έρωτας: υπάρχει μια συνενοχή».

«Τα μαλλιά σου, τα χέρια σου, το χαμόγελό σου από μακριά μού θυμίζουν κάποιον που λατρεύω. Αλλά ποιόν λοιπόν; Μου θυμίζουν εσένα».


«Πού να σωθώ; Γεμίζεις τον κόσμο. Μόνο μέσα σε σένα μπορώ να σε αποφύγω».

«Το οινόπνευμα ξεμεθά. Μετά από λίγες γουλιές κονιάκ δεν σε σκέφτομαι πια».


«Τίποτα δεν έχω να φοβηθώ. Έχω φθάσει στον πάτο. Δεν μπορώ να πέσω πιο χαμηλά από την καρδιά σου».

«Όταν παύουν να σ' αγαπούν γίνεσαι αόρατος. Δεν αντιλαμβάνεσαι πια πως έχω ένα κορμί».


«Όταν τα χάνω όλα, μου μένει μόνο ο Θεός. Όταν χάνω το δρόμο του Θεού σε ξαναβρίσκω. Δεν μπορούμε νά 'χομε, μονομιάς, την απέραντη νύχτα μαζί με τον ήλιο».

Στο γυρισμό, κατηφορίζοντας με το ποδήλατο από την πλατεία Καρύτση προς το Μοναστηράκι, περνώντας μέσα από τα στενάκια του Ψυρρή, άκουγα τις πένθιμες καμπάνες να χτυπούν και σταμάτησα να προσκυνήσω τον επιτάφιο των Αγίων Ασωμάτων, στο μικρό πέτρινο εκκλησάκι πλάι στο σταθμό του Θησείου...


Άναψα κερί, έξω στην αυλή, πλάι σε δύο κομψές κυρίες που έλεγαν ότι ο Θεός μάς έχει εγκαταλείψει, και θυμήθηκα μια ακόμα φράση της Γιουρσενάρ που διάβαζα λίγο πριν...
«Υποφέρω τις ελλείψεις σου. Υπομένομε τις ελλείψεις του Θεού. Υποφέρω από την έλλειψή σου. Υπομένομε την έλλειψη του Θεού».


Διάβαζα στο site του περιοδικού New Yorker για μία τελευταία έρευνα που εξηγεί ότι τα βιβλία, περισσότερο από τα video games, τη μουσική και τις τηλεοπτικές σειρές, βοηθούν τους εφήβους να αποφύγουν την κατάθλιψη.
Φυσικά, μιλάμε για την προδιάθεση, γιατί αν κάποιος έχει κατάθλιψη ένα βιβλίο δεν αρκεί για να την αντιμετωπίσει, όπως άλλωστε επισημαίνει και ο δρ. Μπράιαν Πρίμακ -αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ (ΗΠΑ)- ο οποίος δημοσίευσε την εν λόγω μελέτη. (Περισσότερες πληροφορίες σχετικά θα βρείτε εδώ και εδώ).
Το διάβασμα δεν είναι φάρμακο, είναι απόλαυση, είναι ταξίδι. Για να αφεθεί κάποιος να τον απορροφήσει ένα βιβλίο σημαίνει ότι έχει και τη διάθεση και την ανάγκη να το κάνει, άρα δεν υποφέρει από το σαρωτικό κύμα της κατάθλιψης που παγώνει κάθε επιθυμία και όρεξη για ζωή.
Αυτή η έρευνα όμως με έβαλε σε σκέψεις: Γιατί διαβάζουμε;
Προσωπικά, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Όπως έγραψα και σε ένα κείμενο που αφορούσε το blog, το οποίο δημοσιεύθηκε στο site της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, η πραγματικότητα είχε πάντα λιγότερη βαρύτητα μέσα μου από όσα φανταζόμουν. Υπό αυτή την έννοια όταν άρχισα να διαβάζω συστηματικά λογοτεχνία απελευθερώθηκα. Αισθάνθηκα ότι βρήκα το δρόμο μου. Καλοκαίρι, στα δεκαεφτά, μετά από έναν έρωτα για μια εικόνα. Ένα πάθος ανολοκλήρωτο, άρα απεγνωσμένο για πάντα. Ένα trompe l' oeil του νου που με διάλυσε και μου έδωσε την ευκαιρία να βγω από το κουκούλι της εφηβείας. Ουσιαστικά όλα ήταν μόνο στο μυαλό μου. Αλλά, τελικά, και τι δεν είναι; Τα βιβλία τότε έγιναν η μήτρα. Για να γεννηθώ ξανά. Στις υπογραμμισμένες παραγράφους με κόκκινο στυλό, στις τσακισμένες σελίδες, στις σημειώσεις που κρατούσα στο πλάι του κειμένου... Εκεί, πάνω στις λέξεις, έχτιζα σιγά σιγά τη νέα μου ζωή.
Πέρασαν χρόνια. Άλλαξαν πολλά. Σχεδόν όλα. Όμως κάτι έμεινε σταθερό και αναλλοίωτο: η αγάπη για τα βιβλία. Η μάλλον όχι μόνο η αγάπη. Η ανάγκη. Γιατί χωρίς τα διαβάσματα η ζωή είναι σκέτη ζωή. Τα βιβλία έγιναν η δεύτερη φύση μου. Ό,τι κι αν είναι αυτό το συγκεχυμένο πράγμα με τις χιλιάδες πτυχές που μεταβάλλονται διαρκώς, νιώθω να το γνωρίζω καλύτερα όταν μια φράση φωτίζει μέσα μου έναν ολόκληρο κόσμο που δεν γνώριζα πως υπήρχε. Όταν ανοίγονται μπροστά μου δρόμοι και ταξιδεύω χωρίς να σηκωθώ ούτε στιγμή από τον καναπέ. Όταν τα λόγια ενός ξένου, καταφέρνουν να ερμηνεύσουν και να ανασύρουν όσα για χρόνια κρύβονταν στα απύθμενα σκοτάδια του υποσυνειδήτου. Ως δια μαγείας...



Το Λίμπερτυ Μπαρ του Ζορζ Σιμενόν (εκδ. Άγρα) έφερε το καλοκαίρι πριν την ώρα του. Με ταξίδεψε στο γαλλικό νότο από την πρώτη κιόλας σελίδα. Λίγο οι ανοιξιάτικες λιακάδες, λίγο η μαγεία του τοπίου που έφερνα και ξαναέφερνα στο νου, δεν ήθελα και πολύ για να ξεμυαλιστώ. Και δεν ήμουν ο μόνος. Ακόμα κι ο επιθεωρητής Μαιγκρέ, σ' αυτό το βιβλίο, παρασύρθηκε τόσο από την ατμόσφαιρα της Ριβιέρας που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και να διαλευκάνει το έγκλημα για το οποίο τον είχαν καλέσει από το Παρίσι.


«Στην αρχή της υπόθεσης ο Μαιγκρέ είχε την έντονη αίσθηση πως βρισκόταν σε διακοπές. Όταν κατέβηκε απ' το τρένο, ο μισός σταθμός της Αντίμπ λουζόταν σ' έναν ήλιο τόσο εκτυφλωτικό, που τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν τους έβλεπε κανείς σαν σκιές. Σκιές που φορούσαν καπελάκια ψάθινα κι άσπρα παντελόνια και βαστούσαν ρακέτες του τέννις. Ο αέρας βούιζε. Στην άκρη της αποβάθρας υπήρχαν φοίνικες, κάκτοι και πέρα από τον φωτεινό σηματοδότη απλωνόταν η γαλάζια θάλασσα».
Η ζέστη, τα παγάκια που έλιωναν στο ποτό του, η αντηλιά, οι μεθυστικές μυρωδιές της φύσης... Όλα συνηγορούσαν και τον οδηγούσαν από την κίνηση στην αδράνεια, στη ραστώνη, τη φυσική κατάσταση αυτού του τόπου.
Στο τελευταίο βιβλίο του Σιμενόν που εκδόθηκε στην Ελλάδα (από τα πρώτα μυθιστορήματα που έγραψε ο Βέλγος συγγραφέας με ήρωα τον Μαιγκρέ) ο βασικός πρωταγωνιστής είναι η Κυανή Ακτή. Η Ριβιέρα των μύθων και των χιλιοειπωμένων ιστοριών που δεν χορταίνεις ν' ακούς. Εκείνη των παλιών ασπρόμαυρων φωτογραφιών. Της μπουρζουαζίας και των συγγραφέων. Η Ριβιέρα που τόσο ωραία έχει περιγράψει ο Φιτζέραλντ στο μυθιστόρημα «Τρυφερή είναι η νύχτα» (εκδ. Πατάκη) ή η Φρανσουάζ Σαγκάν στο «Καλημέρα Θλίψη» (εκδ. Ζαχαρόπουλος). Ο επίγειος παράδεισος με το δροσερό γαλάζιο και τις καταπράσινες πλαγιές γεμάτες ελιές, μουριές, κυπαρίσσια και δάφνες. Η Μεσόγειος των απολαύσεων. Με τα γεύματα σε βεράντες που αιωρούνται πάνω από το γκρεμό. Τα κοκτέιλ πάρτυ πλάι σε πισίνες με διάφανα, κρυστάλλινα νερά. Τις βόλτες σε φιδογυριστούς δρόμους στο χείλος του γκρεμού με ξέσκεπα διθέσια αυτοκίνητα, τα οποία παίρνουν τις στροφές σαν θηλυκά που λικνίζονται με χάρη.
Ένας τόπος μαγικός, ζωντανός καμβάς, με κύματα που σκάνε στα βράχια και σύννεφα που χάνονται στον ανοιχτό ορίζοντα. Με ιστιοφόρα που αχνοφαίνονται στο ηλιοβασίλεμα. Ξενοδοχεία πνιγμένα στα πεύκα και βίλες χτισμένες δίπλα στην πλαζ. Με ηλικιωμένες κυρίες που τα απογεύματα παίζουν χαρτιά στο φερ φορζέ τραπέζι του κήπου, ενώ οι άντρες συζητούν πίνοντας ένα ακόμα μαρτίνι στη βεράντα. Την ίδια στιγμή οι νέοι με μπριγιαντίνη στο μαλλί και φορώντας κοστούμια λευκά, από ανάλαφρο λινό, ξεκινούν για τις Κάννες, όπου τους περιμένει μια νύχτα γεμάτη υποσχέσεις... Στα φωταγωγημένα καζίνο και τα night club της Κρουαζέτ. Καπνίζοντας, γελώντας, χορεύοντας. Φλερτάροντας με κορίτσια που έχουν βάλει τα καλά λουλουδάτα φορέματα τους και μερικές σταγόνες από το πιο μεθυστικό τους άρωμα στους καρπούς και πίσω από το λοβό των αυτιών.
Με λίγα λόγια ένα ειδυλλιακό περιβάλλον κατάλληλο για να κάνει κάποιος διακοπές και να απολαύσει την ανεμελιά του καλοκαιριού, όχι για να λύσει το μυστήριο μιας δολοφονίας. Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ περιφέρεται στα ξενοδοχεία και τα μπαρ σαν παραφωνία, ντυμένος με το αυστηρό κοστούμι της δουλειάς, ανάμεσα σε ανθρώπους με καλοκαιρινά φαρδιά παντελόνια και μαρινιέρες. Διαρκώς προσπαθεί να καταπολεμήσει την ανάγκη του να τεμπελιάσει, να αφεθεί στο άχρονο σκηνικό που τον περιβάλλει. Βαριεστημένος κοντοστέκεται στα καφενεία και λίγο πριν αφεθεί στη γλυκιά απραξία, νιώθει τύψεις και επαναλαμβάνει διαρκώς στον εαυτό του «ο Ουίλιαμ Μπράουν δολοφονήθηκε» μήπως και αυτό καταφέρει να τον κινητοποιήσει. Πρώτα επισκέπτεται τη βίλα στην οποία βρέθηκε νεκρός ο Μπράουν. Πρόκειται για ένα κατάλευκο σπίτι στον παραλιακό δρόμο της Αντίμπ. Ένα σπίτι μπουρζουάδικο μα παραμελημένο, στο οποίο το θύμα ζούσε με τη νεότερη ερωμένη του και την ηλικιωμένη μητέρα της. Οι δύο γυναίκες που έχουν συλληφθεί από τη τοπική αστυνομία γιατί λίγο μετά το έγκλημα προσπαθούσαν αδέξια να το σκάσουν φορτωμένες με δυο βαλίτσες, εξηγούν στον επιθεωρητή ότι εκείνες εντόπισαν τον Μπράουν μαχαιρωμένο να χαροπαλεύει έξω από την πόρτα της βίλας. Όταν αυτός ξεψύχησε τον έθαψαν όπως όπως στην αυλή και από το φόβο μην μπλέξουν αποπειράθηκαν να το σκάσουν. Ο Μαιγκρέ δίνει εντολή να τις αποφυλακίσουν και οι δυο γυναίκες επιστρέφουν στη βίλα που ζούσαν τα τελευταία χρόνια με τον Μπράουν. Το θύμα υπήρξε κάποτε πάμπλουτος μεγιστάνας, με τεράστια περιουσία στην Αυστραλία. Μια δεκαετία πριν, κουρασμένος από την οικογενειακή ζωή, εγκαταλείπει τη σύζυγο και τους γιους του, καθώς και την επιτυχημένη επιχείρησή του, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες που εξάγει μαλλί σε όλο τον κόσμο. Με πρόσχημα τις δουλειές επισκέπτεται την Ευρώπη και μαγεμένος από τη Ριβιέρα και τον κοσμοπολίτικο αέρα της αποφασίζει να μην επιστρέψει πίσω. Η οικογένεια αντιδρά και με αφορμή τις σπατάλες του -εκτός της άσωτης ζωής ενός μπον βιβέρ που απολάμβανε επί σειρά ετών, αγόρασε επιπλέον θαλαμηγό και βίλα στην Αντίμπ- του μπλοκάρουν νομικά την περιουσία. Το μόνο που του προσφέρει το δικαστήριο είναι το σπίτι που μένει στην Κυανή Ακτή με την ερωμένη του και της μητέρα της, αλλά και ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα για τα έξοδά του. Ο Μπράουν, αλκοολικός πια ζει την παρακμή στη βίλα μαζί με τις δυο γυναίκες, αλλά κάθε δεκαπέντε ημέρες όταν τους τελειώνουν τα χρήματα εξαφανίζεται για να φέρει άλλα. Οι δυο γυναίκες δεν γνωρίζουν λεπτομέρειες για το παρελθόν του: ούτε πού βρίσκει τα χρήματα ούτε που πηγαίνει όταν φεύγει. Ο Μαιγκρέ ακολουθώντας τα τελευταία ίχνη του καταλήγει σε ένα εξαθλιωμένο αλλά ατμοσφαιρικό μπαρ στις Κάννες. Εκεί μία ευτραφής γριά, η Ζαζά, ιδιοκτήτρια του Λίμπερτυ μπαρ τον υποδέχεται και τον βοηθά να βρει την άκρη του νήματος. Ο Ουίλιαμ Μπράουν εδώ ξημεροβραδιαζόταν τις ημέρες που έφευγε από τη βίλα, πίνοντας μέχρι τελικής πτώσης με τη Ζαζά καθώς και με τη συντροφιά μίας νεαρής πόρνης, της Συλβί και του νταβατζή της, του Γιαν, ενός καμαρότου σε μια σουδική θαλαμηγό που ήταν μονίμως δεμένη στη μαρίνα των Καννών. Τόσο οι δύο γυναίκες στη βίλα, όσο και οι τρεις αυτοί άνθρωποι στο μπαρ έτρωγαν τα λεφτά του Ουίλιαμ Μπράουν κάθε μήνα από το επίδομα. Άρα δεν είχαν συμφέρον να τον σκοτώσουν. Ποιος το έκανε; Ο γιος του, ο Χάρρυ Μπράουν, που στο ενδιάμεσο έχει καταφθάσει για την κηδεία αντί να βοηθήσει, θα περιπλέξει τα πράγματα.
Πέρα από την αστυνομική ιστορία που έχει πολύ ενδιαφέρον, όπως πάντα οι ιστορίες που διηγείται ο Σιμενόν, το βιβλίο είναι σκέτη απόλαυση γιατί νιώθεις σαν να περπατάς ο ίδιος στα στενάκια της γαλλικής Ριβιέρας. Οι περιγραφές σε κάνουν και διψάς, τα ποτά σε δροσίζουν, το άρωμα της σαλάτας που ο Μαιγκρέ δοκίμασε στο μπαρ της Ζαζά σου μένει στο στόμα σαν ένα πιάτο που γεύτηκες εσύ. Δεν ξέρω για εσάς αλλά αυτό για μένα είναι μεγάλο δώρο. Να διαβάζεις ένα βιβλίο και να νιώθεις ότι βαδίζεις εκεί που περπάτησαν οι ήρωές του. Να ξέρεις ένα μέρος κι ας μην το έχεις επισκεφθεί ποτέ στ' αλήθεια ή να νιώθεις κάτι όχι επειδή το έζησες αλλά γιατί το διάβασες...

Υ.Γ. Πόσο στ' αλήθεια ζηλεύω αυτούς που απόλαυσαν τα μποέμ καλοκαίρια στη Ριβιέρα τη δεκαετία του '20 ή του '50. Πόσο θα ήθελα να παίζω μπιρίμπα με τη Ζέλντα και τον Φιτζέραλντ. Να πίνω κοκτέιλ με την κακομαθημένη Σεσίλ της Φρανσουάζ Σαγκάν. Να «περνώ τη ζωή διασκεδάζοντας, μ' εκείνο το δυνατό συναίσθημα της άγριας φυγής, μαζί μ' έναν τόνο λύπης, αλλά πάντα με το όνειρο και την ελπίδα κάποιας απόλαυσης -ευτυχίας ίσως- γύρω στο τέλος της επόμενης εβδομάδας, μπορεί τα μεσάνυχτα, σε μια μακρινή χώρα»* Και πόσο ωραίο θα ήταν στ' αλήθεια να είμαστε μαζί εκεί, ξανά είκοσι χρόνων, με τα μαλλιά σου πιασμένα ψηλά, τα χείλη κόκκινα, να χορεύουμε, ανέμελοι, σαν να μην υπάρχει αύριο...

* Απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος «Όμορφοι και Καταραμένοι» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (εκδ. Ερατώ), ενός υπέροχου χρονικού για τη γενιά της τζαζ.

ΒΙΒΛΙΟ: Μάσκες
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Λεονάρδο Παδούρα
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Καστανιώτη

Η ζέστη που κατακυριεύει τα πάντα, μια παγωμένη μπύρα που την πίνεις μια κι έξω για να ξεδιψάσεις ή ένα μπουκάλι ρούμι που αδειάζει σίγα σιγά υπό τους ήχους της λάτιν, o καπνός ενός πούρου που σε μεθά... Ο Λεονάρδο Παδούρα στήνει ένα πολύ ενδιαφέρον αστυνομικό μυθιστόρημα που σε ταξιδεύει στην καρδιά της Κούβας. Σελίδα-σελίδα τριγυρίζεις στα σοκάκια της Αβάνας ανάμεσα σε παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο στις αλάνες, πλάι σε σπίτια από τσίγκο, αλλά και στις μεγάλες λεωφόρους με τις κλασικές βίλες που έχουν πολύχρωμα βιτρό και μπαλκόνια στολισμένα με περίτεχνα κάγκελα.
Ουσιαστικά η πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η πόλη. Παράλληλα όμως το έγκλημα γίνεται το μέσο για να πέσουν οι μάσκες και να φανερωθεί το άλλο πρόσωπο της κουβανέζικης πρωτεύουσας: αυτό που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα ενός εξωτικού προορισμού, εκείνο που δεν φαίνεται στις πανέμορφες καρτ ποστάλ.
Ένα πρωί, μέσα στη ραστώνη του καλοκαιριού, με τη θερμοκρασία να αγγίζει από νωρίς τους 40 °C υπό σκιάν ένας διαβάτης ανακαλύπτει το πτώμα ενός τραβεστί στο δάσος της Αβάνας. Το θύμα φοράει κόκκινο κραγιόν, περούκα και είναι ντυμένος με μια μπλε τουαλέτα, ραμμένη για μία θεατρική παράσταση που δεν ανέβηκε ποτέ, εξαιτίας της λογοκρισίας του «καστρικού» καθεστώτος. Ο υπολοχαγός ανθρωποκτονιών Μάριο Κόντε, ήρωας του συγγραφέα σε έξι μυθιστορήματά του (σημ.: στα ελληνικά εκτός από τις «Μάσκες» κυκλοφορούν επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη τα «Αντιός, Χεμινγουεϊ» και «Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη»), αναλαμβάνει απρόθυμα να εξιχνιάσει την υπόθεση. Βαριεστημένος, απογοητευμένος από τη δουλειά του, ο μποέμ αστυνομικός που γράφει διηγήματα και ξενυχτά πίνοντας ρούμι σε παράνομα μπαρ στημένα στην πίσω αυλή μιας φτωχογειτονιάς, νιώθει εντελώς έξω από τα νερά του. Μέσα στη ζέστη που τον καθηλώνει, καίγοντας την πόλη, αναγκάζεται να αναμετρηθεί με την ομοφοβία του και να εξερευνήσει έναν κόσμο που του φαίνεται ολότελα αλλόκοτος.
Η ταυτότητα του τραβεστί κρύβει ένα σκάνδαλο, αφού είναι γιος ενός επιφανούς διπλωμάτη, βετεράνου της Επανάστασης. Ο Αλέξης Αραγιάν, το θύμα, μεγαλωμένος σε μία από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της Κούβας, ζούσε απομονωμένος -σχεδόν κρυμμένος- με τη γιαγιά και την παραδουλεύτρα. Οι γονείς του που δεν αποδέχτηκαν ποτέ τη σεξουαλική ροπή του μοναχογιού τους τον περιθωριοποίησαν. Ο ρατσισμός τον στιγμάτισε ακόμα και μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Μεγαλώνοντας εγκατέλειψε την πατρική εστία και βρήκε καταφύγιο στη μονοκατοικία ενός διάσημου θεατρικού σκηνοθέτη, του Αλμπέρτο Μαρκές, ο οποίος είχε διωχθεί στο παρελθόν για την ομοφυλοφιλία του.
Λίγο μετά την ανακάλυψη του πτώματος ο αστυνομικός Μάριο Κόντε, επισκέπτεται για πρώτη φορά τον σκηνοθέτη και προσπαθεί να βρει την άκρη του νήματος στις διηγήσεις του. Στο μισοσκόταδο της παραμελημένης βίλας που είναι γεμάτη βιβλία και φθαρμένα έπιπλα, καθισμένος αντίκρυ από τον γερασμένο πια δραματουργό, ο ντετέκτιβ ψάχνει το κλειδί που θα τον οδηγήσει στην εξιχνίαση του εγκλήματος. Μέσα από την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία του σκηνοθέτη, ο Λεονάρδο Παδούρα βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τη σκληρότητα του κουβανικού κράτους απέναντι στους ομοφυλόφιλους. Ενός καθεστώτος που τη δεκαετία του 1970 αντιμετώπιζε ακόμα και την σεξουαλική επιθυμία σαν επικίνδυνο εχθρό του και έκανε εγκλήματα κυνηγώντας ανελέητα όσους θεωρούσε αντιφρονούντες μόνο και μόνο επειδή είχαν άλλες προτιμήσεις.
Ο Αλμπέρτο Μαρκές υπήρξε θύμα αυτού του παραλογισμού. Στις αρχές των σέβεντις βρισκόταν στο πικ της καριέρας του όταν του απαγόρευσαν κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα στο νησί. Κρίθηκε επικίνδυνος, παρόλο που η θεατρική ματιά του θεωρούνταν από κοινό και κριτικούς ό,τι πιο αβανγκάρντ. Μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι όπου έκανε παρέα με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ και τον Ζαν Πολ Σαρτ και δούλευε πάνω στο θεατρικό έργο του Βιρχίλιο Πινιέρα «Ελέκτρα Γκαριγκό», το οποίο σκεφτόταν να ανεβάσει με μια προκλητική για την εποχή σκηνοθεσία: Οι ηθοποιοί θα φορούσαν μάσκες και η ηρωίδα θα θύμιζε τραβεστί.
«Είχε φτάσει το τέλος της γιορτής και έφευγα από το Παρίσι μέσα στη βροχή. Γιατί η άνοιξη στο Παρίσι είναι έτσι, εύθραυστη: τα επιθανάτια φτερουγίσματα του χειμώνα μπορούν να της επιτίθενται με μια ατιμωρησία απλώς αηδιαστική και εκδικητική. Η κακοκαιρία ξεκίνησε χωρίς προειδοποίηση και τα παράθυρα, που στη διάρκεια της μέρας τα αφήναμε ανοιχτά στις ευγενικές μυρωδιές και τους θορύβους εκείνης της εποχής, έπρεπε να τα κλείνουμε, για να βλέπουμε μέσα από τα τζάμια την παγωμένη βροχή να βασανίζει τα παρθένα βλαστάρια των δέντρων στη γειτονική πλατεία. Δύο μέρες πριν, εγώ είχα ολοκληρώσει τις έρευνές μου για ντοκουμέντα σχετικά με τον Αρτώ, καθώς και τον κύκλο των μάστερ-κλας στο Θέατρο των Εθνών, όπου παρουσίασα για πρώτη φορά ενώπιον κοινού την καινούρια μου ιδέα για το ανέβασμα της Ελέκτρα Γκαριγκό με βάση εκείνο που είχα ονομάσει αισθητική τραβεστί. Ήταν επιτυχία, στην πραγματικότητα ήταν η τελευταία μου μεγάλη δημόσια επιτυχία... Από τον Σαρτ μέχρι τον Γκροτόφσκι, και συμπεριλαμβανομένων του Τριφό, του Νέστορ Αλμέντρος, του Χούλιο Κορτάσαρ και της Σιμόν Σινιόρε, μου έπλεκαν εγκώμια, δημοσίως και κατ' ιδίαν, και εκεί επιτόπου δέχτηκα πρόσκληση να παρουσιάσω το έργο και την επόμενη σεζόν, με παραστάσεις σε έξι πόλεις της Γαλλίας. Βρισκόμουν στο αποκορύφωμα του ονείρου μου, όταν άρχισε να βρέχει στο Παρίσι σαν να μην είχε βρέξει ποτέ, και τότε αποφάσισα να επιστρέψω στον ασεβή αλλά σίγουρο ήλιο της Αβάνας, με μια πυρετώδη βιασύνη για να ριχτώ στη δουλειά (...) Κλείστηκα στο σπίτι με το κείμενο του Βιρχίλιο και άρχισα να πλάθω στη φαντασία μου τη σκηνοθεσία (...) Επιτέλους, στις 6 Σεπτεμβρίου συγκέντρωσα στο θέατρο στο θέατρο όλους όσοι επρόκειτο να εργαστούν στην παράσταση και τότε έκανα την πρώτη ανάγνωση του λιμπρέτου (...) Το χειροκρότημα στο τέλος, με όλο τον κόσμο όρθιο, με έπεισε οριστικά πως είχα φτάσει στις πύλες του παραδείσου».
Εκλεκτοί καλεσμένοι -δημοσιογράφοι, κριτικοί, θεατράνθρωποι- παρακολουθούσαν τις πρόβες και έφευγαν ενθουσιασμένοι. Ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας, ο Βιρχίλιο Πινιέρα, τα έχασε από τη δυναμική που αποκτούσε το έργο του μέσα από την οπτική του Μαρκές. Φοβήθηκε ότι ήταν τόσο μεγάλο αριστούργημα που θα τους δημιουργούσε πρόβλημα. Ο Αλμπέρτο Μαρκές δεν άκουσε το καμπανάκι κινδύνου που του έκρουσε ο Βιρχίλιο. Κακώς. Αφού τελικά η επιτροπή που έλεγχε τις παραμέτρους ενός έργου και το λογόκρινε αν αυτό δεν συμφωνούσε με τις αρχές της «Επανάστασης» και του καθεστώτος του Φιντέλ Κάστρο, έριξε την αυλαία πριν καν αυτή σηκωθεί. Το σύστημα πολέμησε τον Μαρκές και τελικά τον εξόντωσε, αφού τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει το θέατρο και να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στην αφάνεια. Το έργο του κρίθηκε αντικαθεστωτικό. Από το χειροκρότημα και το θρίαμβο βρέθηκε σε μία νύχτα να δουλεύει καταναγκαστικά σε μια συνοικιακή δημόσια βιβλιοθήκη.
Η ιστορία που αφηγείται ο Λεονάρδο Παδούρα φανερώνει μεν τη φασιστική αγριότητα του καστρικού κράτους απέναντι στους ομοφυλόφιλους, αλλά το κάνει πολύ -μα πολύ- επιφανειακά. Κι αυτό είναι το μόνο μείον του μυθιστορήματος. Αν κάποιος δεν έχει διαβάσει την αυτοβιογραφία του Κουβανού συγγραφέα Ρεϊνάλντο Αρένας («Πριν πέσει η νύχτα», εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες), ο οποίος μαρτύρησε επειδή ήταν ομοφυλόφιλος, ή δεν έχει δει την ομώνυμη συγκλονιστική ταινία του Τζούλιαν Σνάμπελ που βασίζεται στη ζωή του, διαβάζοντας το βιβλίο του Παδούρα δεν θα έχει εικόνα για την αδικία που διαπράχθηκε ενάντια σε χιλιάδες Κουβανούς πολίτες: Ανθρώπους που ανακρίθηκαν ανελέητα σαν κοινοί εγκληματίες επειδή ερωτεύθηκαν, οδηγήθηκαν σε σωφρονιστικά ιδρύματα σαν φυλακές και βασανίζονταν προκειμένου να αλλαξοπιστήσουν. Ο Ρεϊνάλντο Αρένας ήταν ένας από αυτούς και στο βιβλίο-καταγγελία που έγραψε -ζώντας ελεύθερος πια στη Νέα Υόρκη στα τέλη του 1980- αποκαλύπτει λίγο πριν αυτοκτονήσει όσα δεν τόλμησε ο Παδούρα: «Μπήκα στο Μόρο (σημ.: φυλακή-κολαστήριο) περιβεβλημένος με τις πιο σκοτεινές φήμες και, αν μη τι άλλο, αυτό ήταν που μου επέτρεψε να παραμείνω ζωντανός, εν μέσω όλων αυτών των δολοφόνων που υπήρχαν εκεί. Με σκοπό να με συλλάβουν, οι κουβανικές αρχές εξαπέλυσαν ολόκληρη εκστρατεία εναντίον μου, στην οποία δεν εμφανιζόμουν ως πολιτικός κρατούμενος ή συγγραφέας, αλλά ως κοινός εγκληματίας». Αυτό όπως περιγράφει τον βοήθησε να επιβιώσει, αφού στο παράλογο σύστημα του Φιντέλ Κάστρο ακόμα κι ένας φονιάς ή ένας βιαστής άξιζε πολύ καλύτερη μεταχείριση από έναν ομοφυλόφιλο. 
«Οι ομοφυλόφιλοι καταλάμβαναν τις δύο χειρότερες πτέρυγες στο Μόρο. Ήταν κάτι πτέρυγες ημιυπόγειες που γέμιζαν νερό όταν ανέβαινε η παλίρροια. Ήταν ένα μέρος ασφυκτικό, χωρίς ούτε ένα αποχωρητήριο. Τους ομοφυλόφιλους δεν τους μεταχειρίζονταν ως ανθρώπινα πλάσματα αλλά ως κτήνη».
Κατά τ' άλλα, για να επιστρέψουμε στις «Μάσκες» του Λεονάρδο Παδούρα, το βιβλίο όσον αφορά την αστυνομική του πλοκή κλείνει με μια ανατροπή, η οποία δικαιολογείται απολύτως. Τουλάχιστον σε αυτό ο συγγραφέας ήταν συνεπής και έτσι αποζημιώνει τον αναγνώστη.

Υ.Γ. Για την ιστορία στις 31 Αυγούστου του 2010 ο Φιντέλ Κάστρο σε συνέντευξή που παραχώρησε στην εφημερίδα La Jornada ανέλαβε για πρώτη φορά δημοσίως την ευθύνη για του διωγμούς των ομοφυλόφιλων στην Κούβα. Για να διαβάσετε το δημοσίευμα στην Telegraph πατήστε εδώ.


Το trailer της ταινίας «Πριν πέσει η νύχτα» του Τζούλιαν Σνάμπελ, η κινηματογραφική μεταφορά της αυτοβιογραφίας του Ρεϊνάλντο Αρένας

Τώρα όλοι μπορούν να βοηθήσουν τα αδέσποτα, απλά ξεκαθαρίζοντας τη βιβλιοθήκη τους! Το φιλοζωικό σωματείο Αδεσποτολόγιο, διοργανώνει το επόμενο Σαββατοκύριακο 2 και 3 Απριλίου, παζάρι με βιβλία και μικροαντικείμενα, τα έσοδα του οποίου θα διατεθούν για τη δράση του.


Ρίξτε μια ματιά λοιπόν στα βιβλία που έχετε διαβάσει, επιλέξτε κάποιο που είναι σε καλή κατάσταση αλλά δεν το θέλετε πια ή διαλέξτε οποιοδήποτε άλλο μικροαντικείμενο (όπως κόσμημα ή διακοσμητικό που δεν το χρειάζεστε) και επικοινωνήστε με το adespotakia@gmail.com για να τα παραλάβουν οι εθελοντές του Αδεσποτολογίου. Όσοι θέλουν απλά να πάνε στο παζάρι για να αγοράσουν δώρα βοηθώντας τα αδέσποτα, μπορούν να επισκεφθούν από τις 11 το πρωΐ έως τις 7 το απόγευμα την αίθουσα εκδηλώσεων Liquimar TankersManagment, Αλωπεκής 1-3 και Ηροδότου στο Κολωνάκι.
Το Αδεσποτολόγιο ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2008, σαν μια ολιγομελής παρέα με αγάπη για τα ζώα που ζουν στο δρόμο, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2010 ξεκίνησε την λειτουργία του και σαν σωματείο. Μαζί τους ξεκίνησε και ένα blog, το www.adespotologio.blogspot.com, με σκοπό να ευαισθητοποιήσει περισσότερο κόσμο να κάνει κάτι για τα αδέσποτα της γειτονιάς του. Προτεραιότητες του σωματείου είναι: Η στείρωση των ζωών και η υιοθεσία τους, η ενθάρρυνση του κόσμου να υιοθετήσει ένα αδέσποτο ζωάκι που ζει στο δρόμο παρά να αγοράσει κάποιο. Επίσης η ομάδα του Αδεσποτολογίου φροντίζει καθημερινά, ταΐζοντας, παρέχοντας ιατρική φροντίδα και στειρώνοντας, δεκάδες αποικίες αδέσποτων ζώων σε όλη την Αθήνα. Όποιος θέλει να βοηθήσει είτε μεταφέροντας κάποιο ζώο με αυτοκίνητο προς κτηνιάτρους ή σπίτια υιοθεσίας, είτε φιλοξενώντας ένα αδέσποτο μέχρι να βρει σπίτι, μπορεί να στείλει e-mail στο adespotakia@gmail.com. Για περισσότερες πληροφορίες ή και για ζωάκια που δίνονται για υιοθεσία μπορείτε να επισκευθείτε και το www.adespotologio.gr

Αναδημοσίευση από το site www.enet.gr της εφημερίδας Ελευθεροτυπία. 

ΒΙΒΛΙΟ: Μετά το σεισμό
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Χαρούκι Μουρακάμι
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Ωκεανίδα

Ο Χαρούκι Μουρακάμι είναι χωρίς υπερβολές ο μοναδικός εν ζωή συγγραφέας που με σιγουριά πιστεύω ότι είναι ήδη κλασικός. Δεν αφηγείται απλώς παράξενες ιστορίες, είναι ένας μύστης. Λέξη τη λέξη σε εισάγει σε έναν κόσμο όπου όλα είναι δυνατά: τα όνειρα μπλέκονται με την πραγματικότητα, ο ρεαλισμός με το σουρεαλισμό. Το μεγάλο ατού που διαθέτει είναι η γλώσσα. Το ύφος. Η απόλυτη απλότητα. Ακόμα κι όταν μιλά για τα πιο παράδοξα πράγματα.
Στο «Κουρδιστό πουλί» (εκδ. Ωκεανίδα), φερειπείν, τη μια στιγμή βλέπεις τον Τόρου Οκάντα να περνά με την ηλεκτρική σκούπα όλο το σπίτι και να μαγειρεύει ακούγοντας την Κλέφτρα Κίσσα στο ραδιόφωνο και λίγο μετά βρίσκεται καθισμένος στον πάτο ενός άδειου πηγαδιού, με ένα ματωμένο μπαστούνι του μπέιζμπολ αγκαλιά, να αναζητά απαντήσεις για τη μυστηριώδη εξαφάνιση της γυναίκας του.
Φυσικά, όπως οι περισσότεροι, χρωστάω τη μύησή μου στον κόσμο του Χαρούκι Μουρακάμι στον Librofilo ο οποίος έκαμψε κάθε δισταγμό που είχα. Πολλές φορές στα βιβλιοπωλεία έπιανα το ογκώδες «Κουρδιστό Πουλί», διάβαζα σκόρπιες φράσεις και τρομαγμένος από τις 892 σελίδες του το άφηνα πίσω. Μέχρι που διάβασα τις ακόλουθες φράσεις στο blog του librofilo: «Το διάβασμα του Κουρδιστού Πουλιού είναι μια συγκλονιστική εμπειρία, διότι το βιβλίο σε ακολουθεί (ακόμα και) κατά τη διάρκεια των ωρών που δεν το διαβάζεις. Το αφήνεις και κάνεις κάτι άλλο και τρέχεις να το ξαναπιάσεις να διαβάσεις παρακάτω-και παρακάτω-και παρακάτω. Είναι από τις ελάχιστες φορές στην ζωή μου που μου έχει συμβεί αυτό, φαντάζομαι δε ότι η εμπειρία της ανάγνωσης αυτού του πραγματικού αριστουργήματος θα ήταν μεγαλύτερη εάν η μετάφραση είχε γίνει από τα Ιαπωνικά και όχι από τα Αγγλικά».
Όσες μέρες κράτησε η ανάγνωση αυτού του παράξενου μυθιστορήματος, όλα έρχονταν, κυριολεκτικά, σε δεύτερη μοίρα. Πήγαινα στο γραφείο και ανυπομονούσα να γυρίσω σπίτι για να το συνεχίσω. Δεν μίλαγα στα τηλέφωνα, δεν έμπαινα στο διαδίκτυο, δεν έβγαινα έξω. Είχα κλειστεί μέσα και διάβαζα. Οι γρίφοι του ακόμα και σήμερα με στοιχειώνουν. Καμιά φορά, τόσα χρόνια μετά, κάθομαι και σκέφτομαι πιθανά σενάρια, ψάχνω ακόμα απαντήσεις και κρυμμένα μηνύματα.
Παρόλα αυτά, το βιβλίο του «Μετά το σεισμό» που εκδόθηκε στα ελληνικά πέρυσι, δίσταζα να το ξεκινήσω. Ο τίτλος με απέτρεπε. Πίστευα πως θα ερχόμουν αντιμέτωπος με πολύ δυσάρεστες εικόνες, σαν αυτές που είδαμε δύο εβδομάδες πριν στη Φουκουσίμα.
Μετά το τσουνάμι, συγκλονισμένος από τη σουρεαλιστική εικόνα εκείνου του πλοίου που ταξίδευε μέσα στην πόλη ανάμεσα σε μισοβυθισμένα σπίτια και πολυκατοικίες, ξεκίνησα επιφυλακτικά, από περιέργεια, την πρώτη ιστορία. Αυτό ήταν. Μέσα σε τρεις ώρες διάβασα ολόκληρο το βιβλίο.
Σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων ο Ιάπωνας συγγραφέας αφηγείται έξι διαφορετικές ιστορίες που συνέβησαν λίγο μετά τον καταστροφικό σεισμό στην Κόμπε, την έκτη μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας με ενάμιση εκατομμύριο κατοίκους, στις 17 Ιανουαρίου του 1995. Μέσα σε είκοσι δύο δευτερόλεπτα, η ισχυρή δόνηση των 7,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, προκάλεσε το θάνατο 6.434 ανθρώπων, αφού ισοπέδωσε σχεδόν τη μισή πόλη. Γέφυρες έπεσαν, αυτοκινητόδρομοι άνοιξαν στα δύο, ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα κατέρρευσαν. Όλα αυτά στο βιβλίο περιγράφονται φευγαλέα, στις συζητήσεις των ηρώων ή στα ρεπορτάζ που παρακολουθούν στην τηλεόραση. Η λέξη-κλειδί στον τίτλο (της ελληνικής έκδοσης) δεν είναι ο «σεισμός», αλλά το «μετά». Διότι εκεί κρύβεται η ελπίδα μιας νέας αρχής. Τα πρόσωπα στις έξι ιστορίες δεν έχουν άμεση σχέση με το σεισμό. Δεν ήταν στην Κόμπε και δεν βίωσαν από κοντά τον τρόμο. Παρακολούθησαν τα γεγονότα από τις εφημερίδες και την τηλεόραση. Κι όμως όλοι άλλαξαν τη ζωή τους εντελώς λίγες ημέρες ή εβδομάδες μετά την ισχυρή δόνηση. Είναι λες και αυτό το τραγικό γεγονός που συνέβη δίπλα τους, μα όχι στους ίδιους, έγινε ο καταλύτης να πάρουν τη ζωή τους αλλιώς. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν πιο κοντά στην αληθινή τους φύση εξαιτίας του σεισμού. Λες και η μετακίνηση στις πλάκες, βαθιά στα έγκατα της Γης, κάτι άλλαξε μέσα τους. Μετακίνησε όσα τους εμπόδιζαν να εξελιχθούν, γκρέμισε τις αναστολές και τα αναχώματα που μόνοι είχαν χτίσει περιορίζοντας το οπτικό τους πεδίο.
Στο διήγημα «Ούφο στο Κουσίρο» μια γυναίκα που επί «πέντε ημέρες ήταν στημένη μπροστά στην τηλεόραση, με βλέμμα καρφωμένο σε διαλυμένες τράπεζες και νοσοκομεία, ολόκληρα εμπορικά τετράγωνα στις φλόγες, σιδηροδρομικές γραμμές και λεωφόρους κομμένες στα δύο» παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει τον άντρα της οριστικά και αμετάκλητα γιατί ανακάλυψε ότι το χάσμα που τους χώριζε ήταν πλέον αγεφύρωτο. Στο «Τοπίο με σίδερο ρούχων» μια άλλη γυναίκα βρίσκει την τρυφερότητα στην αγκαλιά ενός σιωπηλού άντρα που ανάβει με ξύλα που ξέβρασε η θάλασσα φωτιές στην παραλία αναζητώντας την κρυμμένη μαγεία του κόσμου.
    «Ήταν η πρώτη φορά που η Τζούνκο ένιωσε “κάτι” κοιτώντας τις φλόγες μιας φωτιάς: “κάτι” βαθιά μέσα της, ένα “κουβάρι” από συναισθήματα, θα το 'λεγε, γιατί ήταν πολύ ακατέργαστο, πολύ βαρύ, πολύ πηγαίο για να πάρει μορφή στο μυαλό της. Διαπέρασε το κορμί της κι εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω ένα παράξενο, γλυκόπικρο συναίσθημα που της έσφιγγε το στήθος. Για αρκετή ώρα αφότου χάθηκε, ένιωθε μια ανατριχίλα στα μπράτσα.
    “Πες μου κύριε Μιγιάκε, όταν βλέπεις τα σχήματα που παίρνει η φωτιά, δεν αισθάνεσαι κάπως παράξενα;”
    “Τι εννοείς;”
    “Δεν ξέρω. Είναι σαν να βλέπεις ξαφνικά πεντακάθαρα κάτι που για τον πολύ κόσμο περνάει απαρατήρητο στην καθημερινή ζωή. Δεν ξέρω πώς να το εκφράσω, δεν είμαι αρκετά έξυπνη, αλλά καθώς κοιτάζω τώρα τη φωτιά, νιώθω κάτι βαθύ, κάτι να με ηρεμεί”.
    Ο Μιγιάκε σκέφτηκε για λίγο τα λόγια της. “Ξέρεις Τζουν”, είπε, “η φωτιά παίρνει όποιο σχήμα θέλει. Είν' ελεύθερη. Έτσι μπορεί να μοιάζει μ' οτιδήποτε, ανάλογα με το τι έχει μέσα τους αυτός που την κοιτάζει. Αν την κοιτάς και νιώθεις κάτι βαθύ, κάτι να σε ηρεμεί, είναι επειδή η φωτιά σού δείχνει το βαθύ και ήρεμο εαυτό που έχεις μέσα σου. Καταλαβαίνεις τις εννοώς;”».
Στην ιστορία «Όλα τα παιδιά του Θεού μπορούν να χορέψουν» ένα νεαρό αγόρι αγνώστου πατρός ακολουθεί σε όλη την πόλη έναν ξένο άντρα γιατί πιστεύει ότι αυτός είναι ο πατέρας του. Στην «Ταϊλάνδη» μια διακεκριμένη γιατρός ενώ βρίσκεται σε διακοπές σε ένα πολυτελές resort ανακαλύπτει ότι μέσα στην καρδιά της κουβαλά μια πέτρα από την οποία πρέπει να απελευθερωθεί. Στο «Σούπερ Βάτραχος σώζει το Τόκιο» ένας συνηθισμένος υπάλληλος τράπεζας προσπαθεί μαζί με έναν γιγαντιαίο βάτραχο να νικήσουν το σκουλήκι που θα προκαλέσει έναν μεγάλο σεισμό στην πρωτεύουσα. Και, τέλος, στην συγκλονιστική «Μελόπιτα» ένας άντρας αναζητά το θάρρος να εξομολογηθεί τον έρωτά του στην κολλητή του φίλη με την οποία ήταν ερωτευμένος από τα φοιτητικά τους χρόνια.
Σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων ο Μουρακάμι μιλά για την αλήθεια που παραμονεύει. Που περιμένει να την ανακαλύψουμε και αργά ή γρήγορα να τη βρούμε. Για να ανθίσει η ζωή ξανά. Για να σταθούμε στα πόδια μας μετά από ένα δυνατό χτύπημα. Για να μας δώσει την ώθηση να συνεχίσουμε και γιατί όχι να διορθώσουμε τα στραβά. Είναι ένα βαθιά αισιόδοξο βιβλίο που μιλά για τη δύναμη που κρύβουμε μέσα μας.
Ακόμα, μιλά για τους ανθρώπους πίσω από τους αριθμούς. Για τις μικρές ιστορίες που κρύβονται στη ζωή του καθενός, όσο μακριά κι αν βρίσκεται. Για την φρίκη, την απόλυτη εκμηδένιση μιας ψυχής όταν καταχωρείται σε μια λίστα θυμάτων.
Ίσως γι' αυτό ο συγγραφέας να επέλεξε για να προλογίσει το βιβλίο το διάλογο από την ταινία «Ο τρελός Πιέρο» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ:
ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ: ...φρουρά ήδη αποδεκατισμένη από τους Βιετκόνγκ, οι οποίοι έχασαν 115 άντρες...
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι φρικτό, δεν είναι; Είναι τόσο ανώνυμο.
ΑΝΤΡΑΣ: Ποιο;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Λένε 115 αντάρτες, όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτα, γιατί δεν ξέρουμε τίποτα γι' αυτούς τους ανθρώπους, ποιοι είναι, αν αγαπάνε κάποια γυναίκα, αν έχουν παιδιά, αν προτιμούν τον κινηματογράφο απ' το θέατρο. Δεν ξέρουμε τίποτα. Απλώς λένε... 115 νεκροί.
Τα διηγήματα αυτά είναι συγκλονιστικά: το ένα καλύτερο από το άλλο. Αισθαντικά, αληθινά, εντελώς διαφορετικά από όσα γράφει συνήθως ο Μουρακάμι. Εδώ δεν υπάρχει το μεταφυσικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τα κείμενά του. Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος σε συνέντευξή του που προηγείται αυτών των διηγημάτων: «Θέλω να γράψω ιστορίες διαφορετικές από αυτές που έγραφα μέχρι τώρα, θέλω να γράψω γι' ανθρώπους που ονειρεύονται και περιμένουν να τελειώσει η νύχτα, που λαχταρούν το φως για ν' αγκαλιάσουν αυτούς που αγαπούν».



Πιο μικρός ήθελα τα βιβλία να είναι μόνο δικά μου. Να τα διαβάζω και να μπορώ να επιστρέψω σ' αυτά, όπως επιστρέφεις ξανά σε έναν παλιό έρωτα, όπως επιστρέφεις στις αναμνήσεις. Υπογράμμιζα τα σημεία που «έγραφαν» μέσα μου πιο δυνατά, τις φράσεις που ήθελα να κρατήσω. Σημείωνα στην πρώτη σελίδα, τη λευκή, το σελιδοδείκτη και μια λέξη-κλειδί για να θυμάμαι μετά από καιρό πού θα βρω τι.
Μεγαλώνοντας, χαλάρωσα. Έμαθα δυστυχώς, όχι εύκολα, πως ότι υπάρχει γύρω μας είναι εφήμερο. Όπως άλλωστε κι εμείς. Και ότι όσο πιο βαθιά και συνειδητά ζήσουμε κάτι, τόσο πιο δικό μας είναι. Δεν χρειάζεται να το έχουμε για να μας ανήκει για πάντα.
Διαβάτες που απολαμβάνουν τη νύχτα είμαστε. Περαστικοί. Χρειαζόμαστε το άρωμα των γιασεμιών που ανθίζουν σε μια γωνιά, το υγρό βλέμμα ενός άλλου πλάσματος που περπατά πλάι μας ή τις αντανακλάσεις του φεγγαριού στις λασπωμένες λακκούβες του δρόμου για να νιώσουμε πιο ανθρώπινοι. Μικρές λεπτομέρειες για να συνθέσουμε μια σπασμένη εικόνα, μια ανάμνηση. Πώς αλλιώς να κρατήσεις ένα βράδυ μέσα σου, αν δεν το ζήσεις με όλες σου τις αισθήσεις σε εγρήγορση; Αν προσπεράσεις βιαστικά, τυλιγμένος στο παλτό σου, κρυμμένος στο μισοσηκωμένο σου γιακά, χωρίς να δεις, χωρίς να αισθανθείς, το βράδυ θα είναι μια απλή ημερομηνία στο ημερολόγιο, δεν θα γίνει ποτέ δικό σου. Αν δεν μπορείς να το θυμηθείς για το διηγηθείς στους άλλους ή σε σένα τον ίδιο, δεν σου ανήκει.
Το ίδιο πιστεύω πια και για τα βιβλία. Τα τελευταία χρόνια μού αρέσει να τα αφήνω να ταξιδεύουν, από φίλο σε φίλο, από κομοδίνο σε κομοδίνο, σαν χάρτινες βάρκες που σεργιανίζουν σε μια θάλασσα από λέξεις. Στο γραφείο, όπου είμαστε ευτυχώς πολλοί βιβλιόφιλοι μαζεμένοι, ανταλλάζουμε εκτός από απόψεις και μυθιστορήματα. Ένα βιβλίο δεν μένει ποτέ σε ένα χέρι. Το «Μαύρο Αλγέρι» του Μωρίς Αττιά (εκδ. Πόλις), για παράδειγμα, μου το έδωσε μια φίλη. Το διάβασα πέρυσι το Πάσχα. Βυθίστηκα αληθινά. Τρεις μέρες στο ημίφως δεν μιλιόμουν. Αμέσως μετά το βιβλίο συνέχισε το δρόμο του. Σήμερα, είναι ακόμα εκεί έξω: Εγώ το έδωσα στην Α. που με τη σειρά της το έδωσε στη Μ. κι εκείνη στην άλλη Μ. που το έδωσε στον Β. κι από εκεί μετά έφτασε στα χέρια της κόρης του της Τ., μιας φοιτήτριας της Γεωπονικής, η οποία, όπως έμαθα, το πήρε μαζί της αυτές τις ημέρες στο Άμστερνταμ. Δεν είναι φυσικά το μόνο. Σ' αυτήν την παρέα τα βιβλία πάνε επίσκεψη από σπίτι σε σπίτι, από ζωή σε ζωή. Είναι ελεύθερα, όπως άλλωστε τους αρμόζει, αφού είναι ζωντανοί οργανισμοί. Από τη στιγμή που σε κάνουν να νιώθεις πράγματα, ανθίζοντας μέσα σου λουλούδια που ποτέ δεν έχεις δει στην αληθινή ζωή, το να ταξιδέψουν είναι το λιγότερο που μπορούν να κάνουν. Μαζί με τις ιστορίες που μας αφηγούνται, τα βιβλία, στις σελίδες τους κρύβουν μυστικά ανομολόγητα και στιγμές προσωπικές εκείνων που τα διάβασαν πριν από εμάς: φιλιά στο κρεβάτι, βουτιές στο Αιγαίο, δάκρυα και γέλια, φόβους, μεταμεσονύκτιες εξομολογήσεις σε φίλους... Αν είχαν φωνή και τι δεν θα 'λεγαν! Όλο αυτό πια με μαγεύει. Προς το παρόν φυσικά δεν το έχω τολμήσει με άγνωστους, κάνοντας bookcrossing, αλλά είμαι πολύ κοντά στο να μπω σε αυτή τη μεγάλη οικογένεια που ανταλλάζει βιβλία όπως μοιράζεται κανείς εμπειρίες, μιλώντας ή γράφοντας γι' αυτές. Το bookcrossing είναι ένα υπέροχο, ανιδιοτελές κίνημα -αν μπορείς να το πεις έτσι- ανθρώπων που πιστεύουν ότι ένα βιβλίο είναι γεννημένο για να διαβάζεται από όσους περισσότερους γίνεται και όχι να μένει σκονισμένο σε μια βιβλιοθήκη, καταδικασμένο σε μία και μοναδική ανάγνωση. Άλλωστε το ίδιο δεν ισχύει και για όλα τα πράγματα σε αυτή τη ζωή; Όσα μπορείς να μοιραστείς με άλλους είναι αυτά που τελικά θα μείνουν πίσω όταν εσύ θα έχεις φύγει. Γιατί όπως έλεγε και ο Αϊνστάιν «η μόνη ζωή που αξίζει είναι αυτή που ζεις για τους άλλους».

Υ.Γ.1: Αν θέλετε να δείτε πώς γίνεται στην Ελλάδα το Bookcrossing πατήστε εδώ. Είναι απλό (κι έχει και πλάκα)!

Υ.Γ.2: Διάβασα στο πολύ ωραίο blog της Roadastist ότι τα παιδιά στο Καστελόριζο χρειάζονται βιβλία. Αν θέλετε, μπείτε στον κόπο, αξίζει: Στείλτε τους ένα βιβλίο με απλό γραμματόσημο (κοστίζει από 1,90 έως 2,12 ευρώ) στη διεύθυνση Δημοτικό Σχολείο Καστελόριζου ΤΚ85111. Αυτό που σκονίζεται μόνο κι έρημο σε ένα ράφι, θα δώσει χαρά σε κάποιον. Περισσότερες πληροφορίες στη σελίδα του περιοδικού www.24grammata.com