«Το να βγάλεις τη νύχτα γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Χτες βράδυ, είχα το δυσάρεστο συναίσθημα ότι κάποιοι τύποι προσπαθούσαν να μπουν στο δωμάτιό μου και να με λούσουν». 
Υπάρχει περίπτωση ένα βιβλίο να ξεκινάει με αυτή τη φράση και να μην είναι ωραίο;

Όλη η τρέλα του Γούντι Άλεν είναι συγκεντρωμένη σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Bell: «Woody Allen, Όλα τα γραπτά του» και «Σκέτη Αναρχία». Άρθρα που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό New Yorker, διηγήματα, σουρεαλιστικά θεατρικά... Όπως λέει ο ίδιος πρόκειται για «ένα δείγμα από τον όγκο του πνευματικού θησαυρού που αφήνω στους μεταγενέστερους, ή ώσπου να 'ρθει η παραδουλεύτρα».

Δαιμόνιοι ντετέκτιβ, κάστορες που παίζουν σε όπερα, εκδικητικά αδέρφια που βγάζουν ψόφιες γάτες από την τσέπη ενός κοτλέ σακακιού, φαντάσματα και πνευματιστές: σουρεαλιστικές περσόνες οι οποίες παρελαύνουν στις σελίδες των δύο αυτών βιβλίων με στόχο να ρίξουν φως στα μεγαλύτερα μυστήρια της ανθρωπότητας. Να μοιραστούν τις υπαρξιακές αγωνίες τους: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως υπάρχει ένας αόρατος κόσμος. Το πρόβλημα είναι πόσο απέχει απ' το κέντρο και ως τι ώρα μένει ανοιχτός». Να λύσουν κβαντικά αινίγματα: «Νιώθω τεράστια ανακούφιση που, τελικά, το σύμπαν είναι εξηγήσιμο. Είχα αρχίσει να φοβάμαι ότι εγώ έφταιγα. (...) Ξύπνησα την Παρασκευή και, επειδή το σύμπαν διαστέλλεται, μου πήρε περισσότερο από το συνηθισμένο να βρω τη ρόμπα μου». Να αποκαλύψουν πικρές αλήθειες για την ανθρωπότητα: «Γιατί σκοτώνει ο άνθρωπος; Σκοτώνει για το φαγητό. Κι όχι μόνο για το φαγητό: αρκετές φορές πρέπει να το συνοδεύει και με κάνα αναψυκτικό». Να μιλήσουν έξω από τα δόντια για τις νευρώσεις του σύγχρονου, δυτικού πολίτη και την ανικανότητά του να τιθασεύσει τη χοληστερίνη του: «Τι 'ναι καλύτερο, να 'σαι ο αγαπών ή εκείνος που αγαπιέται; Κανένα απ' τα δυο, αν η χοληστερίνη σου έχει περάσει τα εξακόσια. Όταν λέω αγάπη, βέβαια, αναφέρομαι στη ρομαντική αγάπη -την αγάπη ανάμεσα σ' έναν άντρα και μια γυναίκα, κι όχι ανάμεσα σε μια μητέρα κι ένα παιδί, ή σ' ένα αγόρι και στο σκύλο του, ή ανάμεσα σε δύο αρχισερβιτόρους».

Ο Γούντι Άλεν, ακριβώς όπως τον ξέρετε, με τις γκριμάτσες και τα κοκάλινα μαύρα γυαλιά, με τις εμμονές και τις φοβίες του, με το διαρκώς απορημένο βλέμμα και με τον πανικό ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής όλων αυτών των ιστοριών. Δεν υπάρχει ωραιότερο δώρο για κάποιον που εκτιμά το καλό χιούμορ από αυτά τα δύο βιβλία, τα οποία είναι γεμάτα με υψηλές στιγμές που θα τις θυμάται καιρό και θα κλαίει. Από τα γέλια.

Υ.Γ. Υπάρχει ένα βιβλίο κόμικ με ήρωα τον Γούντι Άλεν. Αυτό ελπίζω φέτος να βρω κάτω από το δέντρο. Άφησα ήδη σχετικό e-mail στην χριστουγεννιάτικη κάλτσα της Amazon.  

Το παραμύθι When the Rains Come της illustrator Malika Favre και του συγγραφέα Tom Pow
(εκδ. Polygon-Birlinn) είναι ένα πολύχρωμο ταξίδι στο Μαλάουι. Η φιλανθρωπική οργάνωση MUMs ανέθεσε στους δύο καλλιτέχνες να δημιουργήσουν ένα βιβλίο που θα ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες της Δύσης για την τραγική κατάσταση που βιώνουν εκατομμύρια άνθρωποι στην αφρικανική χώρα. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια ιστορία που σε στεναχωρεί. Αφού ο στόχος του βιβλίου είναι μέσα από όμορφες εικόνες με απίστευτα χρώματα, να μας υπενθυμίσει ότι πίσω από τις θλιβερές στατιστικές κρύβονται ψυχές που θυσιάζονται καθημερινά: αξιοθαύμαστοι άνθρωποι που παλεύουν να επιβιώσουν στις χειρότερες δυνατές συνθήκες. Φυσικά, τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου θα διατεθούν για τη βοήθεια των κατοίκων του Μαλάουι.  









Δείτε μερικές από τις σελίδες του When the Rains come:

                           Open publication - Free publishing - More mums

Υ.Γ. Το παραμύθι κοστίζει £6.99. Για να το αγοράσετε κάντε κλικ εδώ. 


Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η φράση «να τα φας στο κρεβάτι» είχε αρνητική σημασία. Για τους βιβλιοφάγους ακούγεται σαν ευχή: Το να απολαμβάνεις το ένα βιβλίο μετά το άλλο ξαπλωμένος αναπαυτικά στα αφράτα μαξιλάρια σου είναι αληθινή ευτυχία. :-p

Δεν σκέφτομαι τίποτα καλύτερο γι΄αυτά τα Χριστούγεννα: Λευκές παπλωματοθήκες, γκρι κουβέρτες, γαλλικούς καφέδες και μπισκότα βουτύρου. Μαζί με τα πιο δυνατά αστυνομικά. Νουάρ ατμοσφαιρικές ιστορίες με καταιγιστική δράση.

Σέρλοκ Χολμς στα υπέροχα βιβλία των εκδόσεων Σύγχρονοι Ορίζοντες. Εγκλήματα στην Αγγλική εξοχή. Φλεγματικοί μπάτλερ και αδίστακτοι κληρονόμοι. Υπέροχες βιβλιοθήκες σε πύργους με αναμμένα τζάκια και ψηλές πολυθρόνες.

Θέλω να διαβάσω τις δύο νεοϋορκέζικες ιστορίες του Ζορζ Σιμενόν («Ο Μαιγκρέ στη Νέα Υόρκη» και «Τρία δωμάτια στο Μανχάταν») και το δίτομο «Ανθολογία αγγλικού αστυνομικού διηγήματος» με δυνατούς γρίφους από τους πιο χαρακτηριστικούς συγγραφείς της αγγλικής αστυνομικής λογοτεχνίας του 19ου και 20ου αιώνα (όλα από τις εκδόσεις Άγρα).

Να ταξιδέψω, χωρίς να σηκώσω καν το κεφάλι από το μαξιλάρι, στην αμερικανική μητρόπολη του 1950 με το βιβλίο «Ο απίθανος κύριος Λεβάιν» του Άντριου Μπέργκμαν (εκδ. Κέδρος): «Φωτεινές λεωφόροι, αστραφτερές Μπιούικ και σκονισμένες Φορντ στους δρόμους, εντυπωσιακές μαρκίζες στα θέατρα, αγώνες πυγμαχίας, Γιάνκις εναντίον Ντότζερς στο πρωτάθλημα, ο Ντιν Μάρτιν στο ραδιόφωνο, παρτίδες πόκερ με γενναίες δόσεις μπέρμπον και τσιγάρα Lucky, πολυσύχναστα καζίνο, ξεκαθαρίσματα μεταξύ μαφιόζων». Δεν βλέπω την ώρα!

Nα γνωριστώ με τη Ντόνα Λεόν στα μπαρ του Μουράνο μέσα από το βενετσιάνικο νέο της μυθιστόρημα «Ρέκβιεμ για τη γυάλινη πολιτεία» (εκδ. Καστανιώτη). Αλλά και να φτάσω μέχρι τη φασιστική Ιταλία με την «Τριλογία του φασισμού» του Κάρλο Λουκαρέλι (εκδ. Κέδρος) που μόλις κυκλοφόρησε σε έναν τόμο.

Υ.Γ. Δέντρο δεν θα στολίσω, γιατί βαριέμαι. Έλεγα να φτιάξω ένα βιβλιοδέντρο. Να ρίξω μερικά λαμπάκια πάνω στην στοίβα με τα αδιάβαστα πλάι στο κρεβάτι. Αλλά το μετάνιωσα κι αυτό. Θα αγοράσω από το society6.com  μόνο αυτό το μαξιλάρι για την πολυθρόνα μου.  




Ρίχνεις ένα ακόμα ξύλο στη φωτιά, φτιάχνεις γαλλικό καφέ, βρίσκεις την πιο βολική γωνιά στον καναπέ και χαλαρώνεις διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του αγαπημένου σου συγγραφέα. Το περίμενες καιρό. Και δείχνει να τα έχει όλα! Ένα μυθιστόρημα το οποίο αρχίζει με πτώματα σε προχωρημένη αποσύνθεση, με σαλεμένους ιατροδικαστές που λίγο πιο 'κει τρώνε αμέριμνοι σάντουιτς με προσούτο, με μανιακούς serial killers και κυνικούς ντετέκτιβ που καθαρίζουν το όπλο τους βλέποντας καρτούν στη συνδρομητική τηλεόραση.

Γεννημένο best seller απ' το εξώφυλλο. Γυρνάς τις σελίδες, κι ενώ δεν διαφέρει φαινομενικά από τα προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, τα οποία δεν μπορούσες να τα αφήσεις από το χέρι σου, κάτι του λείπει: Η ψυχή. Ο τύπος έχει στρογγυλοκάτσει πια πάνω στο στυλ του και λόγω εμπειρίας ξέρει να κρύβει καλά την αδυναμία του βιβλίου. Ακολουθεί απολύτως τη συνταγή, τόσο πολύ που είναι σχεδόν εμφανές το προσχέδιο ανάμεσα στις γραμμές.

Δεν είναι η πρώτη φορά. Το έχεις πάθει ξανά: Να περιμένεις κάτι να κυκλοφορήσει με ανυπομονησία 5χρονου και όταν τελικά το αγοράσεις με τρελή χαρά και φτάσεις κάπου στη μέση του βιβλίου, να ξενερώσεις άσχημα. Είναι σαν ερωτική απογοήτευση... Είναι, όπως λέει ο Μπαρτ στα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου, εξορία: «Αποφασίζοντας να απαρνηθεί την ερωτική κατάσταση, το υποκείμενο διαπιστώνει με θλίψη ότι έχει εξοριστεί από το Φαντασιακό του». Όπου «Φαντασιακό» βάλε εκείνη τη συνενοχή που έχουμε οι αναγνώστες με τον αγαπημένο μας συγγραφέα και θα καταλάβεις.

Ο Χιονάθρωπος του Τζο Νέσμπο είναι ένα παράδειγμα. Ένα βιβλίο που υπόσχεται πολλά, το οποίο όμως δεν δίνει τίποτα περισσότερο από τα προηγούμενα υπέροχα θρίλερ του (όπως το Νέμεσις ή ο Κοκκινολαίμης). Το διαβάζεις χαλαρά, αλλά νιώθεις πως κάτι του λείπει. Το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα βιβλία του Ίαν Ράνκιν χωρίς τον επιθεωρητή Ρέμπους. Κάτι ανάλογο μού συνέβη και με το Παρίσι Μπλουζ του Μωρίς Αττιά. Μετά το καταπληκτικό Μαύρο Αλγέρι (το βάζω μέσα στη λίστα με τα καλύτερα πολιτικά νουάρ μυθιστορήματα που έχω διαβάσει) και την Κόκκινη Μασσαλία, το τρίτο μέρος της τριλογίας μου φαινόταν τόσο χλιαρό σαν ξαναζεσταμένη σούπα. Το μεγάλο όμως χαστούκι ήταν ο Πνιγμός του Τσακ Πόλανικ (βαρέθηκα τρελά) και το Invisible Monsters. Λες και τα είχε γράψει κάποιος αντιγράφοντας επακριβώς το στυλ του Πόλανικ, αλλά τους έλειπε αυτό το κάτι που είχαν τα προηγούμενα (υπέροχα) βιβλία του: το Fight Club, Ο επιζών και το Diary.

Ίσως μερικά πράγματα δεν πρέπει να ξεχειλώνουν. Ίσως όμως πάλι να μην φταίνε τα βιβλία, αλλά η διάθεσή σου σ΄εκείνη τη φάση. Γιατί ως γνωστόν τα σκουπίδια του ενός, είναι ο θησαυρός του άλλου!  


Υ.Γ.Το σημειωματάριο στη φωτογραφία είναι σχεδιασμένο από τον illustrator Ramsey Dau για την Creative Superstore.


O Χλωμός Εγκληματίας, το δεύτερο μυθιστόρημα από την Τριλογία του Βερολίνου του Φίλιπ Κερ (εκδ. Κέδρος), αν και απολαυστικό, δεν έχει τη δύναμη του πρώτου (Οι βιολέτες του Μάρτη). Βρισκόμαστε στο 1938, δύο χρόνια μετά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο προηγούμενο βιβλίο. Ο Χίτλερ και η συμμορία του έχουν γιγαντωθεί και οδηγούν τη Γερμανία στη φρίκη ενός παρανοϊκού εθνικισμού. Το Βερολίνο έχει παραδοθεί πλέον στο φασισμό και μια δράκα από δικτυωμένους ναζί εκμεταλλεύεται την εξουσία της για να πλουτίζει και να ικανοποιεί τις σαδιστικές της φαντασιώσεις.

Ο κλοιός γύρω από τους Εβραίους στενεύει. Πολίτες καθημερινά εξαφανίζονται. Οι ομοφυλόφιλοι διώκονται επισήμως (γιατί ανεπίσημα η υποκρισία στους κόλπους των Ες Ες βασιλεύει). Γκάνγκστερ αναλαμβάνουν τα ηνία, κρύβοντας τις δοσοληψίες τους με τον υπόκοσμο πίσω από τη σβάστικα. Ψυχοπαθείς οπλοφορούν κάτω από την ομπρέλα της Γκεστάπο και έχουν την εξουσία να στείλουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στον πάτο του ποταμού Σπρέε οποιονδήποτε στοχοποιήσουν. Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό απόλυτου τρόμου και διαφθοράς ο ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια υπόθεση που κρύβει πολλά: Ο ομοφυλόφιλος κληρονόμος της μεγαλοεκδότριας φράου Λάνγκε έχει πέσει θύμα εκβιασμού από κάποιον που τον κρατά στο χέρι με μια σειρά από ερωτικές επιστολές τις οποίες είχε ανταλλάξει ο νεαρός με τον ψυχίατρο και υψηλόβαθμο στέλεχος των Ες Ες Λαντς Κίντερμαν. Τα πράγματα περιπλέκονται όσο ο Γκούντερ και ο συνεργάτης του Μπρούνο Στάλεκερ (ένας πρώην αστυνομικός της Κρίπο) πλησιάζουν στη λύση του μυστηρίου. Τη νύχτα που εντοπίζουν τον εκβιαστή ο Μπρούνο δολοφονείται και ο δράστης βρίσκεται απαγχονισμένος στο διαμέρισμά του, ενώ οι επιστολές που χρησιμοποιούσε για να απειλεί τον Λάγκε έχουν εξαφανιστεί.

Παράλληλα, στο Βερολίνο ένας μανιακός σίριαλ κίλερ σκοτώνει 15χρονα κορίτσια που ήταν μέλη της Ναζιστικής Νεολαίας. Ο Γκούντερ καλείται να συνεργαστεί επισήμως με την αστυνομία για να εξιχνιάσει την υπόθεση. Έτσι επιστρέφει ως κομισάριος στο σώμα και αρχίζει να αναζητά το δολοφόνο που βιάζει σαδιστικά και σκοτώνει τις μαθήτριες.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν παρελαύνει σύσσωμος ο υπόκοσμος του χιτλερικού Βερολίνου: Οι περιγραφές είναι εκπληκτικές, μιας και τα πιο σκοτεινά μονοπάτια της μαφίας (του τράφικινγκ και του εμπορίου ναρκωτικών) περνούν μέσα από τα σαλόνια των επιφανών ναζιστών.

Στα συν του βιβλίου είναι η μαεστρία του Φίλιπ Κερ να παντρεύει αριστοτεχνικά τα ιστορικά γεγονότα με τη μυθοπλασία, δημιουργώντας ένα άψογο πορτρέτο που αντικατοπτρίζει πλήρως την υποκρισία (και την απόλυτη παράνοια) του ναζιστικού καθεστώτος. Ο Χλωμός Εγκληματίας όμως έχει ένα αρνητικό: κάνει κοιλιά στη μέση του βιβλίου κι αυτό γιατί η μετάβαση από την υπόθεση εκβιασμού σε εκείνη του σίριαλ κίλερ γίνεται απότομα, αφήνοντας πολλά αναπάντητα ερωτηματικά που θα εξηγηθούν στο τέλος του βιβλίου. Διαβάζοντας έχεις την αίσθηση πως κάτι έχεις παραλείψει στο ενδιάμεσο. Οι ρυθμοί της αφήγησης πέφτουν, ο ήρωας χάνει λίγο το στυλ του, όμως στο δεύτερο μέρος ο αναγνώστης αποζημιώνεται. Τα γεγονότα κουμπώνουν και η δράση γίνεται πάλι καταιγιστική. Μέχρι το τέλος.   

Ο Alex Johnson, διαχειριστής του Bookshelf blog και δημοσιογράφος στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Independent, έχει μανία με τις πιο παράξενες βιβλιοθήκες που έχουν ποτέ σχεδιαστεί. Στο βιβλίο Bookshelf από τις εκδόσεις Thames & Hudson έχει συγκεντρώσει πάνω από 200 design ιδέες με πρωτότυπες συνθέσεις, έξυπνα ράφια, πολυθρόνες και τους πιο ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να τακτοποιήσει τα αγαπημένα του βιβλία.









Υ.Γ. Για να παραγγείλετε το βιβλίο Bookshelf του Alex Johnson από τις εκδόσεις Thames & Hudson κάντε κλικ εδώ.


Χθες ξύπνησα στις 4:00 το πρωί έχοντας την αίσθηση πως είναι Παρασκευή. Ξημέρωνε, ευτυχώς, Σάββατο. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ ξανά, αλλά βαριόμουν και να σηκωθώ από το κρεβάτι. Έτσι, από το να πάρω το ποδήλατο και να πάω μια βόλτα στη θάλασσα, όπως κάνω συχνά όταν έχω αϋπνίες, προτίμησα το χιονισμένο Ουισκόνσιν. Ξεκίνησα να ξεφυλλίζω το Blankets, ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα του Craig Thompson (εκδ. ΚΨΜ), και τελικά κατέληξα να μην μπορώ να το αφήσω από τα χέρια μου μέχρι το μεσημέρι.


Στις 12:00 μ.μ. είχα διαβάσει τις 400 από τις περίπου 600 σελίδες αυτού του σπουδαίου graphic novel. Το απόγευμα διάβασα και τις υπόλοιπες 200. Απλά, συναρπαστικό! Ένας καταιγισμός από ασπρόμαυρα σκίτσα, τα οποία -τώρα που τα φέρνω ξανά στο νου- ήταν λες και είχαν όλα τα χρώματα που παρεμβάλλονται μεταξύ λευκού και μαύρου σε μια ονειρική παλέτα γεμάτη με έντονες αποχρώσεις. Ήταν τόσο δυνατά τα συναισθήματα, τόσο καθαρή η απεικόνισή τους στα πρόσωπα των ηρώων, που πραγματικά νιώθω σαν να είδα μια υπέροχη ταινία στην τεράστια οθόνη ενός σινεμά.


Το Blankets είναι αυτοβιογραφικό. Η ιστορία που αφηγείται ο Κρεγκ Τόμσον είναι η ζόρικη ενηλικίωσή του σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον που τον έκανε να νιώθει παράταιρος. Ο αυστηρός πατέρας, η θρησκόληπτη μητέρα, ο μικρότερος αδερφός που δεν τον άφηνε ποτέ μόνο, οι συμμαθητές που τον κορόιδευαν γιατί είχε πάνω του το στίγμα ενός παιδιού που αδυνατούσε να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα... Ο Κρεγκ έβρισκε διέξοδο στη ζωγραφική. Στο χαρτί σχεδίαζε όσα δεν μπορούσε να ζήσει. Μέχρι που γνώρισε το μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο της Ράινα.

«Συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα να βρίσκομαι πουθενά αλλού. Για πρώτη φορά ήμουν ικανοποιημένος με το πού βρισκόμουν» (σελ. 442)



Ο ενήλικος Τόμσον, αντίθετα με τον μικρό Κρεγκ που ζωγράφιζε για να ξεφύγει, χρησιμοποίησε τα σκίτσα του για να επιστρέψει πίσω σε όλα όσα τον χάραξαν βαθιά όπως η μύτη του μολυβιού του το τρυφερό χαρτί της ακουαρέλας. Με τις εικόνες του δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει το παρελθόν του, αλλά να δημιουργήσει ένα πορτρέτο που θα εξέφραζε τους φόβους, τον πανικό, την απόγνωση που νιώθει κάποιος όταν δεν χωράει πουθενά. «Ένα πορτρέτο», όπως σημειώνει στον πρόλογο ο επιμελητής της έκδοσης Γιάννης Κουκουλάς, «φιλοτεχνημένο από τον ίδιο, μια αναδρομική αυτοπροσωπογραφία διόλου εξωραϊσμένη, μια απόπειρα καταγραφής ενός τραυματικού παρελθόντος ως κλειδί για το ξεπέρασμα των τραυμάτων, μια επώδυνη αναμέτρηση με τις πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ, με στόχο, όχι την επούλωσή τους, αλλά τη λύτρωση της αυτογνωσίας. Το παρελθόν δεν σβήνει ποτέ. Ύψιστη ναρκισσιστική υποκρισία, εκ προοιμίου αποτυχημένη, η ψευδής ελπίδα να ρετουσάρεις το Πριν, για να διορθώσεις το Μετά. Το πορτρέτο δεν γερνά, μόνο αυτό του Ντόριαν Γκρέυ, εμείς γερνάμε και μαζί μας η εικόνα που έχουμε για το πορτρέτο μας. Όσο πιο γρήγορα το ολοκληρώσουμε στον καμβά του παρόντος μας, όσο περισσότερες πινελιές ακριβείας τού προσθέσουμε, όσο πιο πολλά χρώματα διαθέτουμε στην παλέτα μας, τόσο καλύτερα».


Στο πορτρέτο του Τόμσον μπορεί ο καθένας να βρει τα δικά του σκοτάδια (γιατί τα υπόγεια δεν είναι ποτέ στρωμένα με βελούδο), αλλά και να θυμηθεί πόσο μαγική είναι τελικά η επώδυνη διαδικασία ενηλικίωσης. Το Blankets ήταν ζόρικο και γι΄αυτό συγκλονιστικό, όπως η αληθινή ζωή που δεν σηκώνει πόζες. Θα το ξαναδιάβαζα! Γι' αυτό το χιόνι μέσα στο οποίο βυθίζονταν αγκαλιασμένοι οι ήρωες, για το παχύ σκοτάδι της νύχτας πριν τη χιονοθύελλα, για τη ζεστασιά μιας τρυφερής αγκαλιάς που κάνει το φόβο να υποχωρεί. Θα το ξαναδιάβαζα, για εκείνη την πρώτη ματιά του εφηβικού έρωτα, για τη σιωπή λίγο πριν το πρώτο φιλί, την εκκωφαντική απουσία κάθε ήχου όταν τα χείλη σμίγουν, την ελεύθερη πτώση του σώματος στο κενό...


...Για την αίσθηση ότι χάνεσαι μέσα στο άπειρο του άλλου και για το χάδι που σε ξυπνά και σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Μέχρι το επόμενο φιλί.