Η συνταγή

Υλικά: Μία αιμοσταγής νεοφιλελεύθερη που οργανώνει γενοκτονίες μεταλλαγμένων κοτόπουλων. Ένας ηδονοβλεψίας τραπεζίτης, ο οποίος χρηματοδοτεί ταινίες για να μπορεί να παρακολουθεί κρυφά στα γυρίσματα τις ερωτικές σκηνές των νεαρών σταρ. Μία εκκεντρική γριά που διαβάζει πλάι στο τζάκι εξειδικευμένα περιοδικά για πολεμικά αεροσκάφη. Δημοσιογράφοι οι οποίοι λειτουργούν σαν τρολ για να αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη με προκλητικά άρθρα. Ένας πολιτικός-αρπακτικό που λατρεύει τη Θάτσερ στους κόλπους των Εργατικών. Βρετανοί αριστοκράτες που κάνουν μπίζνες με τον Σαντάμ Χουσεΐν, πουλώντας του όπλα και εξοπλισμό για εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας. Εικόνες από το ταπεινωμένο Λονδίνο στα χρόνια του θατσερισμού. Ένας αλκοολικός μπάτλερ σε ένα στοιχειωμένο αρχοντικό, μια ντουζίνα χοιρινά-κανίβαλοι (κυριολεκτικά και μεταφορικά), κι ένας συγγραφέας ο οποίος προσπαθεί να γράψει το χρονικό της πιο διεστραμμένης οικογένειας που έχει ροκανίσει ποτέ το δημόσιο πλούτο της Αγγλίας.

Εκτέλεση: Αναμειγνύουμε όλα τα παραπάνω spicy υλικά σε ένα μυθιστόρημα 500 σελίδων, προσθέτουμε μερικές ιστορικές σκηνές φρίκης από τη δεκαετία του '80, άφθονες δόσεις χιούμορ, λίγη λακ από το μπουντουάρ της Θάτσερ (έτσι για το άρωμα) και αφήνουμε τον αναγνώστη να ψηθεί σε σιγανή φωτιά.

Προσωπικά «ψήθηκα» από την πρώτη σελίδα. Το μυθιστόρημα «Τι ωραίο Πλιάτσικο!» του Τζόναθαν Κόου (εκδ. Πόλις) είναι ένα από τα πιο απολαυστικά βιβλία που έχω διαβάσει. Πρόκειται για ένα αιχμηρό έργο, που προσεγγίζει με απίστευτο χιούμορ την αγριότητα του νεοφιλελευθερισμού και περιγράφει με απολαυστικό τρόπο το γκραν γκινιόλ της αστικής τάξης, η οποία συνέχιζε να ζει βασιλικά σε θεόρατους κι αχανείς βικτοριανούς πύργους, όσο η μεσαία τάξη πέθαινε στα διαλυμένα νοσοκομεία της χώρας. Λυπάμαι που δεν είχα διαβάσει το Πλιάτσικο νωρίτερα, αλλά από την άλλη νιώθω ευτυχής που το έκανα τώρα που ξέρω τι σημαίνει νεοφιλελευθερισμός στην πράξη: Είναι συγκλονιστικό να διαβάζεις ένα βιβλίο το οποίο μιλά τόσο καθαρά για πράγματα που συμβαίνουν σχεδόν ολόιδια γύρω σου. Οι συνθήκες ζωής στη Βρετανία του 1980, τις οποίες περιγράφει αριστοτεχνικά ο Κόου, έχουν πολλά κοινά με αυτές που βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα της κρίσης. Από τη μια η τεράστια ανεργία, οι ιδιωτικοποιήσεις, η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους και των εργατικών δικαιωμάτων και από την άλλη το πλιάτσικο στο δημόσιο πλούτο, οι επιθέσεις των κερδοσκόπων, τα χυδαία πολιτικά παιχνίδια και η παρέλαση των πιο άγριων αρπακτικών που ενδύονται το μανδύα της εξυγίανσης.

Αφηγητής του βιβλίου ο Μάικλ Όουεν. Ένας καταθλιπτικός συγγραφέας, εθισμένος στις βιντεοταινίες, που προσλαμβάνεται από μια μισότρελη, εκκεντρική γριά για να γράψει την ιστορία της οικογένειάς της. Σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου παρακολουθούμε και τις δραστηριότητες των μελών της δυναστείας Γουίνσο. Καιροσκόποι, δωσίλογοι, προδότες, δολοφόνοι, παραδόπιστοι, εξουσιομανείς, οι απόγονοι της... αγίας αυτής οικογενείας έχουν ο καθένας τα κουσούρια του, μα έχουν όλοι ένα κοινό χαρακτηριστικό: Είναι ικανοί να πουλήσουν ακόμα και τη μάνα τους για να αυγατίσουν τα πλούτη τους. Σαν πεινασμένα ζόμπι πέφτουν πάνω στο πτώμα του κοινωνικού κράτους που δολοφόνησε η Μάργκαρετ Θάτσερ και αρπάζουν τη μερίδα του λέοντος.

Ο Κόου γράφει χαρακτηριστικά για έναν από αυτούς, τον τραπεζίτη Τόμας: «Το γλένταγε με την ψυχή του ν' αρπάζει αυτές τις μεγάλες κρατικές εταιρείες από τα χέρια των φορολογουμένων και να τις διαμελίζει σε μία μειοψηφία μετόχων που διψούσαν για κέρδη: η ιδέα ότι συνέβαλλε στην αφαίρεση της ιδιοκτησίας από τους πολλούς και τη συγκέντρωσή της στα χέρια ολίγων τον πλημμύριζε μ' ένα βαθύ και καθησυχαστικό αίσθημα δικαιοσύνης. Ικανοποιούσε το πρωτόγονο μέσα του».

Ο Μάικλ Όουεν ψάχνει και όσα μαθαίνει για τη δαιμονική οικογένεια τον βοηθούν να κάνει τους συσχετισμούς που πρέπει για να συμπληρώσει το παζλ. Η φίλη του τον κατηγορεί ως συνωμοσιολόγο κάθε φορά που ερμηνεύει όσα εξωφρενικά συμβαίνουν γύρω τους. Όμως όποια πέτρα κι αν σηκώσει ο Μάικλ είναι από κάτω κι ένα αρπακτικό των Γουίνσο. Οι τύποι παίζουν σκάκι στην πλάτη των πολιτών, πουλάνε κι αγοράζουν τη ζωή τους. Προσπαθούν να βάλουν χέρι στο δημόσιο σύστημα υγείας, να εμπορευματοποιήσουν τα κοινωνικά αγαθά. Έχουν ανθρώπους παντού για να προωθούν την ατζέντα τους και να βγάζουν νοκ άουτ κάθε εμπόδιο: στην πολιτική, στις τράπεζες, στις λέσχες, στις επιχειρήσεις, στα think tank, στα μίντια. Το μυστικό τους είναι ο αιφνιδιασμός. Σοκάροντας την κοινή γνώμη καταφέρνουν να δημιουργούν τις συνθήκες που τους βολεύουν. Να περνούν νομοσχέδια τα οποία τους ανοίγουν κάθε πόρτα που θα τους οδηγήσει σε χρυσές εξαγορές, συγχωνεύσεις, ιδιωτικοποιήσεις.

«Το κόλπο είναι να κάνεις πάντα σκανδαλώδη πράγματα. Δεν υπάρχει λόγος να περνάς μια σκανδαλώδη νομοθεσία και μετά να δίνεις στους άλλους το χρόνο να προετοιμαστούν σχετικά. Πρέπει να παρεμβαίνεις αμέσως και να την επικαλύπτεις με κάτι ακόμα χειρότερο, προτού η κοινή γνώμη προλάβει να καταλάβει το κακό που τη βρήκε».

Η κοινή γνώμη δυστυχώς αργεί να καταλάβει. Αργεί πολύ, στο τέλος όμως πάντα κάνει πάρτι στις πλατείες, όπως συνέβη φέτος στο Λονδίνο μετά την ανακοίνωση του θανάτου της Μάργκαρετ Θάτσερ. Η κοινή γνώμη αργεί, αλλά δεν ξεχνά ποτέ. Ακόμα κι αν περάσουν 20, 30, 40 χρόνια. Αργεί, αλλά ξέρει κάτι που όσοι την υποτιμούν αγνοούν, ότι -όπως λέει ο Κόου- «η πρέπουσα αντίδραση δεν είναι απλώς η οργή και η θλίψη, αλλά το τρελό δύσπιστο γέλιο».

16 Iουνίου 1912

Βιβλία. Το τραπέζι στο δωμάτιο του Άντονι ήταν γεμάτο (...) Πόσο θα ήθελα, σκεφτόταν ο Άντονι επιστρέφοντας από τη βόλτα του, να είχα δύο ζευγάρια μάτια! Ο Ιανός θα μπορούσε να διαβάζει τον Καντίντ και τη Μύηση ταυτόχρονα. Η ζωή ήταν τόσο μικρή και τα βιβλία τόσο αμέτρητα πολλά. Έσκυψε με λαιμαργία πάνω από το τραπέζι, ανοίγοντας τυχαία πότε τον έναν τόμο και πότε τον άλλο.

Υ.Γ. Το απόσπασμα είναι από το μυθιστόρημα «Ο τυφλός λυτρωτής» του Άλντους Χάξλεϋ (σελίδα 121, εκδ. Scripta, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου).




Έχετε δει κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες από το Παρίσι της δεκαετίας του '60; Μια τζαμαρία που γράφει «café», ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι με μαρμάρινη επιφάνεια, δύο φλιτζάνια που αχνίζουν πλάι σε ένα μισάνοιχτο βιβλίο κι ένα τσιγάρο να καίγεται στο μεταλλικό τασάκι. Έξω βρέχει και άνθρωποι περνούν τυλιγμένοι στα παλτό τους, κάτω από τις μεγάλες μαύρες ομπρέλες τους. Αυτή ακριβώς η εικόνα κυριαρχεί στο μυθιστόρημα του Patrick Modiano «Στο café της χαμένης νιότης» (εκδ. Πόλις, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Ένα ατμοσφαιρικό, μικρό βιβλίο -μόλις 148 σελίδων- που διαβάζεται σε μια μόνο νύχτα.

Το βασικό θέμα που πραγματεύεται, από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του το μυθιστόρημα είναι αυτό το ακατανίκητο αίσθημα της φυγής που οδηγεί κάποιους ανθρώπους στην απόφαση να τινάξουν τα πάντα στον αέρα για μια στιγμή απόλυτης ελευθερίας. Να κλείσουν την πόρτα πίσω τους και να αρχίσουν να περπατούν άσκοπα στην πόλη. Κάθε βήμα που κάνουν, όσο απομακρύνονται, είναι σαν να κόβουν τα νήματα που τους ένωναν με την παλιά τους ζωή. Είναι ολοκαίνουριοι. Κι έχουν την ψευδαίσθηση ότι μόλις άρχισαν να βλέπουν τον κόσμο γύρω τους αλλιώς. Απελευθερωμένοι από τα στεγανά μιας καλά οργανωμένης καθημερινότητας παρατηρούν για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ξανά τα πράγματα. Τα φύλλα στα δέντρα δείχνουν πιο πράσινα. Τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών που μέχρι τότε προσπερνούσαν αδιάφορα, ξαφνικά έχουν να τους διηγηθούν ιστορίες. Οι άνθρωποι οι ξένοι γίνονται μια υπόσχεση κι η νύχτα μια λευκή σελίδα πάνω στην οποία θα γράψουν και θα σβήσουν, θα μουτζουρώσουν, θα ζωγραφίσουν. Όσα δεν μπορούσαν μέχρι τότε. Κι αν θελήσουν, θα σκίσουν το χαρτί ή θα το τσαλακώσουν και θα το πετάξουν στα λασπωμένα νερά στην άκρη του δρόμου. Χωρίς να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν.

Η Λουκί, η ηρωίδα του βιβλίου, το σκάει διαρκώς. Όταν ήταν μικρή περίμενε να φύγει η μητέρα της για δουλειά στο Moulin Rouge, για να αποδράσει. Άνοιγε την πόρτα διστακτικά, έκανε δυο μετρημένα βήματα στο σκοτάδι, κι έπαιρνε φόρα για να βγει στη ζωή. Κατέβαινε τρέχοντας τα σκαλιά κι όταν έφτανε στην είσοδο ξεγελούσε το θυρωρό κι έπαιρνε τους δρόμους μέχρι να φέξει. Αργότερα, παντρεμένη με τον προϊστάμενο στη δουλειά της, πνιγόταν. Ένα βράδυ έφυγε από το σπίτι και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Νοίκιασε δωμάτιο σε ένα μικρό ξενοδοχείο και την έβγαζε όλη μέρα σε κάποιο café εκεί κοντά.

«Πάντα πίστευα ότι ορισμένα μέρη είναι μαγνήτες που σε έλκουν προς αυτά όταν βαδίζεις στην περιοχή τους – κι αυτό, ανεπαισθήτως, χωρίς να το καταλάβεις. Αρκεί ένας ανήφορος, ένα πεζοδρόμιο που το βλέπει ο ήλιος, ένα πεζοδρόμιο στη σκιά, ή μια νεροποντή. Κι αυτό σε οδηγεί, στο συγκεκριμένο σημείο όπου προορίζεσαι να καταλήξεις».

Ο Μοντιανό παρακολουθεί τη Λουκί από κάθε δυνατή οπτική γωνία. Κάθε κεφάλαιο είναι κι ένα διαφορετικό παράθυρο από το οποίο ο αναγνώστης παρακολουθεί τη ζωή της. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που τη γνώρισαν συνθέτουν λέξη λέξη το παζλ. Φυσικά και τα γεγονότα που περιγράφονται διαφέρουν στις λεπτομέρειές τους, όπως διαφέρει άλλωστε ο τρόπος που τα ερμηνεύει ο εκάστοτε αφηγητής.

Προσωπικά ξεχώρισα τα λόγια του Ρολάν, ενός φοιτητή που την ερωτεύεται. Ενός νεαρού άντρα που τολμά να αποδεχτεί το μυστήριό της, χωρίς να προσπαθήσει να το εξηγήσει.
«Για μια στιγμή είχα τη φαντασίωση ότι θα σε ξανάβρισκα. Εκεί θα ήταν η Αιώνια Επιστροφή. Η ίδια κίνηση όπως παλιά για να πάρω από τη ρεσεψιόν το κλειδί για το δωμάτιό σου. Η ίδια απότομη σκάλα. Η ίδια λευκή πόρτα με τον αριθμό 11. Η ίδια προσμονή. Και μετά, τα ίδια χείλη, το ίδιο άρωμα, τα ίδια μαλλιά που χύνονται σαν καταρράκτης».




Tα βιβλία της Πατρίτσια Χάισμιθ μου αρέσουν γιατί έχουν μια ένταση που κλιμακώνεται αργά και σταθερά. Σαν το βήμα ενός ανθρώπου που αντιλαμβάνεται ότι τον παρακολουθούν και αρχίζει να περπατά όλο και πιο βιαστικά. Ο περίπατος γίνεται τρέξιμο όσο πλησιάζει το φινάλε.

Το Κρυφτό με το θάνατο (εκδ. Ροές – μτφ. Βασίλης ΠουλάκοςΤhose who walk away) είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι μια ατμοσφαιρική βόλτα στα στενά της Βενετίας. Μια βόλτα όμως που ενέχει κινδύνους.

Ήρωες είναι δύο Αμερικανοί: Ο Ρέι Γκάρετ και ο πεθερός του Έντουαρντ Κόουλμαν. Ο δεύτερος, ένα επιτυχημένο στέλεχος επιχείρησης που εγκατέλειψε τη ζωή του στην Αμερική κι αναζήτησε την τύχη του ως ζωγράφος στην Ευρώπη, δεν μπορεί να ξεπεράσει την πρόσφατη αυτοκτονία της κόρης του. Θεωρεί υπεύθυνο για το θάνατό της το σύζυγό της και προσπαθεί να τον εκδικηθεί. Ο Γκάρετ, ένα μήνα μετά το τραγικό συμβάν επισκέπτεται τον πεθερό του στη Ρώμη, για να του εξηγήσει ότι είναι αθώος. Είχε προσφέρει μια ξένοιαστη ζωή στην Πέγκι. Δεν της έλειπε τίποτα. Ήταν ένα χρόνο παντρεμένοι κι απολάμβαναν ακόμα έναν παρατεταμένο μήνα του μέλιτος στη Μαγιόρκα. Ο Ρέι Γκάρετ, κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας, είχε τη δυνατότητα να προσφέρει στη νεαρή γυναίκα του ένα σπίτι πλάι στη θάλασσα και μια ανέμελη καθημερινότητα χωρίς σκοτούρες. Η μόνη τους υποχρέωση ήταν να μαζεύουν ήλιο στις ατέλειωτες αμμουδιές του νησιού. Είχαν λεφτά, υπηρέτες, ελεύθερο χρόνο... Όμως εκείνη πνιγόταν. Ένα απόγευμα ο Ρέι επιστρέφοντας σπίτι τη βρήκε νεκρή στην μπανιέρα. Η αστυνομία πείστηκε για την αθωότητα του συζύγου της, έκλεισε την υπόθεση, όμως ο Κόουλμαν ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι ο γαμπρός του δεν ήταν αθώος.

Στην πρώτη τους συνάντηση μετά την κηδεία της Πέγκι, ο πεθερός πυροβολεί τον γαμπρό του, αλλά αστοχεί. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει ένα ανελέητο κυνηγητό. Ο Ρέι Γκάρετ δεν τον καταδίδει στην αστυνομία, γεννώντας στον αναγνώστη αμφιβολίες για την αθωότητά του. Γιατί δεν ζητά προστασία; Μήπως κρύβει κάτι; Ο νεαρός άντρας ακολουθεί τον Κόουλμαν στη Βενετία και μέσα στο χειμωνιάτικο, γκρίζο σκηνικό αυτής της μαγικής, απόκοσμης πόλης ξεκινούν οι δυο τους ένα παιχνίδι στρατηγικής που θυμίζει παρτίδα σκάκι. Κάθε κίνηση του ενός δημιουργεί μια αλυσιδωτή αντίδραση και οι ρόλοι κυνηγού και θηράματος διαρκώς αντιστρέφονται.

Το βιβλίο βεβαίως είναι μια ωδή στη Βενετία. Ένα location ιδανικό για μια νουάρ ιστορία, με όλα αυτά τα σκοτεινά σοκάκια, τα επιβλητικά κτίρια χτισμένα θεατρικά μέσα στο νερό, τα μικρά café που βρίσκονται σε κάθε γωνιά, τα εντυπωσιακά εστιατόρια και ξενοδοχεία με τις μπαρόκ σάλες τους λουσμένες στο φως ενός μεγάλου κρυστάλλινου Baccarat πολυελαίου. Η μαγεία και η παρακμή. Η υγρασία και η μυρωδιά του cappuccino, εμποτίζουν κάθε σελίδα, κάνοντας την ανάγνωση του βιβλίου απόλαυση.

Υ.Γ. Ανάλογου ύφους είναι και το μυθιστόρημα Ψεύτρα Γλώσσα (εκδ. Μεταίχμιο) του βιογράφου της Πατρίτσια Χάισμιθ, του Άντριου Γουίλσον (για το οποίο έχει γράψει το 2009 στo blog του ο Librofilo). Όπως στο βιβλίο της Χάισμιθ έτσι και σ΄αυτό οι δύο ήρωες, ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης συγγραφέας που ζει σε ένα φθαρμένο παλάτσο και ένας νεαρός φοιτητής που αναλαμβάνει χρέη βοηθού του, κυνηγούν ο ένας τον άλλον όπως η γάτα το ποντίκι με φόντο το χειμωνιάτικο σκηνικό της Βενετίας.  


Ξέρω, τίποτα δεν συγκρίνεται με την ανάλαφρη εξωστρέφεια του καλοκαιριού, όμως και ο χειμώνας έχει τη χάρη του. Να βρέχει, για παράδειγμα, και να μην έχεις κανονίσει τίποτα. Να μένεις όλη μέρα σπίτι και να σέρνεσαι από καναπέ σε καναπέ. Διάβασμα και φλιτζάνια με αχνιστό τσάι, βελουτέ σούπες με φρυγανισμένο ψωμί, πλατό με τυριά και αλλαντικά, κρασί και μουσική.

Ακόμα και τις εργάσιμες ημέρες όμως, είναι αναζωογονητικό να κλέβεις μερικές ώρες για να κάνεις τα δικά σου. Μου αρέσει τρελά να ξυπνάω νωρίς και με το πιο ζεστό μου μπουφάν να πηγαίνω με το ποδήλατο στη θάλασσα. Να πίνω τον πρώτο καφέ στο κρύο. Ζεστό χάρτινο ποτήρι σε παγωμένα χέρια. Μια μικρή απόδραση πριν τα γραφεία.

Ευτυχώς, τώρα που συνήθισα (πάντα με ωτοασπίδες), να διαβάζω αναίσθητα όπου βρω, φέτος δεν θα αφήσω café και πάρκο ανεκμετάλλευτο. Οι περισσότεροι άνθρωποι λένε ότι διαβάζουν περισσότερο το καλοκαίρι, στην παραλία. Στη δική μου περίπτωση, αυτό δεν ισχύει. Πιο πολλά βιβλία διαβάζω το χειμώνα. Αυτά τα υπέροχα μακρόσυρτα βράδια, όταν γυρνάω από τη δουλειά και το μόνο που θέλω είναι να χωθώ κάτω από το πάπλωμα και να απολαύσω ένα μυθιστόρημα στο ημίφως.

Κι επειδή, ως γνωστόν, είμαι junkie της λίστας, να όλα όσα με κάνουν να αγαπώ το χειμώνα γενικά και τον συγκεκριμένο ακόμα περισσότερο:
  • Θα διαβάσω επιτέλους τους Αδερφούς Καραμάζοφ (σε μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου για τις εκδόσεις Ίνδικτος).
  • Θα κατεβάσω την τηλεοπτική σειρά Boardwalk Empire του Σκορσέζε. Πολιτικοί, γκάνγκστερς και φλάπερς την εποχή της ποτοαπαγόρευσης.
  • Έχω μια στοίβα comics που με περιμένουν: Palaistine του Joe Sacco (εκδ. ΚΨΜ) / Γκαρντούνο, στον καιρό της ειρήνης του Phillipe Squarzoni (εκδ. Βιβλιοπέλαγος) /Αβάνα του Reinhard Kleist (εκδ. Γνώση) / Fun Home του της Alison Bechdel (εκδ. Γράμματα) / Χαιρετίσματα από τη Σερβία του Aleksandar Zograf (εκδ. ΚΨΜ) και το Exit Wounds της Rutu Modan που διάβασε η Αγιάτη και της άρεσε.
  • Σκανδιναβική λογοτεχνία κι έξω να αστράφτει και να βροντάει. (Κανένας δεν περιγράφει ωραιότερα τα τοπία της παγωνιάς από έναν Νορβηγό ή Σουηδό θριλεράκια).
  • Κυριακάτικο σινεμά. Κυρίως γι αυτή την υπέροχη αίσθηση που έχεις όταν μπαίνεις μέρα στην αίθουσα, βγαίνεις νύχτα και σε φυσά ξαφνικά ο κρύος αέρας.
  • Η μεταφορά του συγκλονιστικού βιβλίου της Μαργαρίτας Καραπάνου Rien ne va plus (εκδ. Καστανιώτη) στη σκηνή Black Box του πολυχώρου 104, είναι κατά τη γνώμη μου το θεατρικό γεγονός της νέας σεζόν.  
  • Έχω περιέργεια να δω τη μεταμόρφωση της Νικόλ Κίντμαν σε Γκέις Κέλι στην ταινία Grace of Monaco.
  • Ίσως αρχίσω να βλέπω Game of Thrones. Έχω διαβάσει το πρώτο βιβλίο και δεν μου άρεσε καθόλου. Οι φίλοι μου ωστόσο επιμένουν να δω τουλάχιστον τη σειρά.
  • Ωραία απογεύματα στο γραφείο, να κάνεις δημιουργικά πράγματα και στο παράθυρο η χειμωνιάτικη λιακάδα να χρυσίζει τα γυμνά κλαδιά της λεύκας.
  • Θέλω να προλάβω να διαβάσω τη Μικρά Αγγλία της Ιωάννας Καρυστιάνη (εκδ. Καστανιώτη) πριν βγει η ταινία του Παντελή Βούλγαρη στις αίθουσες. 
  • Rigoletto το Δεκέμβρη στη Λυρική! ♪♫
  • Βόλτες στα βιβλιοπωλεία κι ένας cappuccino, ανάμεσα σε δύο επαγγελματικά ραντεβού.
  • T-bone steaks ψημένα αργά και μηλόπιτες.
  • Mεθυστική βόλτα σε wine bar. Μεσοβδόμαδα.
  • Κι ένα βιβλίο με βρετανικό χιούμορ που περιμένω με τρελή ανυπομονησία: Ιδιοπάθεια του Sam Byers σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου (εκδ. Ίκαρος).
Y.Γ. Καλό χειμώνα! :-)



...ελεύθερο χρόνο, μια αναπαυτική πολυθρόνα, γαλλικό καφέ και ένα σκασμό ολοκαίνουρια βιβλία για γνωριμία (και ό,τι ήθελε προκύψει). Θα γίνουν δεκτές μόνο σοβαρές προτάσεις. Διαθέτω δικό μου χώρο, αλλά διατίθεμαι και να μετακινηθώ. Πληροφορίες: εντός.

Υ.Γ. Παρακαλώ, ανοίξτε τις βιβλιολίστες και αποκαλύψτε το καυτό περιεχόμενό τους: Ποια βιβλία αγοράσατε/δανειστήκατε/ανταλλάξατε; Τι θα θέλετε να διαβάσετε το επόμενο διάστημα; Ποιες είναι οι νέες αφίξεις που σας έχουν βάλει σε πειρασμό;




...αναμφισβήτητα είναι το Μαπούτσε του Caryl Ferey (εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ). Έχει όλα όσα κάνουν ένα βιβλίο της νουάρ λογοτεχνίας να ξεχωρίζει: στυλάτους ήρωες, γρήγορη πλοκή που σου κόβει την ανάσα και -μέσα σε ένα μακελειό με πυροβολισμούς, καταδιώξεις και πολύνεκρες επιθέσεις- έναν έρωτα με αρχέγονη δύναμη. Ο γεννημένος στη Βρετάνη συγγραφέας στήνει μια ιστορία γεμάτη ένταση, ρυθμό και οικονομία. Δεν περισσεύει ούτε λέξη από αυτό το συγκλονιστικό ταξίδι στην Αργεντινή του σήμερα, στο Μπουένος Άιρες της κρίσης (2001) αλλά και στα χρόνια της δικτατορίας του Χόρχε Βιντέλα (1976-1981).

Ταξιδευτής και λίγο ροκ, ο Φερέ περιγράφει τα τοπία με τέτοιο τρόπο που σε κάνει να νιώθεις λες και παρακολουθείς μία on the road κινηματογραφική περιπέτεια. Ο ίδιος έχει γυρίσει ολόκληρη την Ευρώπη με τη μοτοσυκλέτα του και μετά από μια μεγάλη περιήγηση σε διάφορες χώρες, κατέληξε στη Νέα Ζηλανδία. Τελικά όμως έγραψε για την (!) Αργεντινή (σαν να έχει ζήσει μάλιστα όλη τη ζωή του εκεί).

Στον πυρήνα της ιστορίας που αφηγείται είναι ένα δίκτυο στρατιωτικών που έκλεβε την περίοδο της δικτατορίας τα παιδιά των αντιφρονούντων και τα πουλούσε σε πλούσια, άκληρα ζευγάρια. Χιλιάδες εγκλήματα, δολοφονίες, βασανιστήρια έγιναν εκείνα τα χρόνια, αλλά ο δικτάτορας Χόρχε Βιντέλα πλήρωσε αρχικά γι' αυτά μόνο με πέντε χρόνια φυλάκισης. Αν και είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, το 1990 ο τότε πρόεδρος της χώρας Κάρλος Μένεμ του έδωσε χάρη, όπως και σε άλλα στελέχη του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Τα στοιχεία που ενοχοποιούσαν τη δικτατορία ακόμα και για ανοιχτές υποθέσεις εξαφανίσεων θάφτηκαν από την πολιτεία, στο όνομα της λήθης που θα βοηθούσε την Αργεντινή να κλείσει τα τραύματά της και να προχωρήσει μπροστά. Έτσι ένας κακοποιημένος λαός βάδισε προς την καταστροφή, κουκουλώνοντας το μοναδικό όπλο που έχει ένα έθνος: την ιστορική του αλήθεια. Ο Χόρχε Βιντέλα φυλακίστηκε ξανά το 1998, όταν κρίθηκε ένοχος για την απαγωγή παιδιών από το καθεστώς του. Φυσικά, δεν έμεινε για πολύ στη φυλακή, μόνο για μερικές ημέρες. Κατόπιν τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό για λόγους υγείας. Η διαφθορά έφτανε μέχρι τους κόλπους της εκκλησίας, της πολιτικής, της επιστήμης, οπότε πολλοί ήταν εκείνοι που ήθελαν πάση θυσία να θάψουν τις ιστορίες των αγνοουμένων τις οποίες σκάλιζαν οι Γιαγιάδες της Πλατείας του Μάη (μια δυναμική οργάνωση που δεν σταμάτησε να αναζητά τους αναρίθμητους αγνοούμενους της δικτατορίας). Για την ιστορία, ο Νέστορ Κίρχνερ, ο οποίος ανέλαβε τα ηνία της χώρας μετά την τραυματική της χρεοκοπία, άνοιξε ξανά το φάκελο του Χόρχε Βιντέλα. Η χάρη που του είχε δώσει ο Μένεμ κρίθηκε αντισυνταγματική και τον Δεκέμβριο του 2010 ο πρώην δικτάτορας καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το μυθιστόρημα του Φερέ αφηγείται όλα αυτά τα πραγματικά γεγονότα, εντάσσοντάς τα μέσα στην πλοκή. Οι σκηνές βασανισμού στα κολαστήρια της δικτατορίας είναι τόσο σκληρές, που πυροδοτούν στον αναγνώστη έναν απίστευτο θυμό. Δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου, όχι μόνο γιατί θες να δεις την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά γιατί αποζητάς τη δικαίωση των ηρώων.

Κεντρικό πρόσωπο η Ζανά, μια Ινδιάνα της φυλής Μαπούτσε. Έχοντας η ίδια βιώσει τον παραλογισμό, το ρατσισμό και τη σκληρότητα αυτού του κόσμου, αφού η οικογένειά της εκδιώχθηκε βίαια από τη γη της, κατέφυγε στο Μπουένος Άιρες της οικονομικής κρίσης για να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Για να επιβιώσει αναγκάστηκε να γίνει πόρνη και να ζήσει στο δρόμο. Χρόνια μετά, έχοντας πλέον γίνει γλύπτρια, μένει σε μια παλιά καταπατημένη αποθήκη που έχει μετατρέψει σε ατελιέ. Εκεί φτιάχνει γιγαντιαία μεταλλικά γλυπτά και περνάει το χρόνο της κάνοντας παρέα με δύο τραβεστί. Η περιπέτεια αρχίζει όταν ένα βράδυ το πτώμα της Λους, της μία εκ των δύο τραβεστί, βρίσκεται ευνουχισμένο στο λιμάνι. Η Ζανά και η Πάουλα απευθύνονται στην αστυνομία, αλλά μη μπορώντας να βγάλουν άκρη ζητούν τη βοήθεια ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Ρουμπέν Καλδερόν.

Ο Ρουμπέν, γιος ενός ποιητή που βασανίστηκε από τη δικτατορία για τις αριστερές ιδέες του και αυτοκτόνησε στο κελί του, έχει αφιερώσει τη ζωή του στις έρευνες για τον εντοπισμό ανθρώπων που αγνοούνται από εκείνη την περίοδο. Αρχικά, αρνείται να βοηθήσει τη Ζανά να βρει το δολοφόνο της φίλης της, αφού η υπόθεση δεν δείχνει να έχει σχέση με τα πολιτικά εγκλήματα που συνηθίζει να αναλαμβάνει. Στη συνέχεια όμως ερευνώντας την εξαφάνιση μιας πλούσιας, νεαρής γυναίκας, πέφτει πάνω στην Ινδιάνα. Οι δυο υποθέσεις δείχνουν να έχουν πολλά κοινά. Οι ήρωες θα έρθουν κοντά και μαζί θα προσπαθήσουν να ξετυλίξουν το νήμα ενός κουβαριού που τους οδηγεί πίσω στην πρόσφατη ιστορία της πολύπαθης Αργεντινής.

Υ.Γ. Το βιβλίο, μετά τις 200 σελίδες, διαβάζεται σε μία νύχτα. Η πλοκή είναι καταιγιστική. Οι περιγραφές είναι έξοχες. Το Μαπούτσε όμως σε κάνει να το αγαπήσεις όχι μόνο γιατί σε κρατά σε διαρκή αγωνία, αλλά εξαιτίας των ηρώων του. Και οι δύο είναι υπέροχοι! Τόσο, που λυπάσαι πραγματικά να τους αποχωριστείς.