Αυτές τις μέρες διαβάζω το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Γκορ Βιντάλ «Η Χρυσή Εποχή» (εκδ. Scripta, μτφρ. Ρένα Χατχούτ), το οποίο καταγράφει το παρασκήνιο που υποχρέωσε τον Ρούσβελτ να αποφασίσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα ιστορικά/πολιτικά λογοτεχνικά βιβλία, στην πλοκή των οποίων τα αληθινά πρόσωπα μπερδεύονται με μυθιστορηματικούς ήρωες, είναι πραγματικά το καλύτερό μου. Ένα πεδίο που ο Γκορ Βιντάλ έπαιζε στα δάχτυλα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο του επιχειρηματίες, διπλωμάτες, αρθρογράφοι, εκδότες, σταρ του Χόλιγουντ, σκηνοθέτες, γερουσιαστές και παρατρεχάμενοι στήνουν στο Λευκό Οίκο ένα απίστευτο γαϊτανάκι γύρω από τον Πρόεδρο, με στόχο να τον πείσουν να μην ακολουθήσει την πολιτική του απομονωτισμού και να συμμαχήσει με την Αγγλία και τη Γαλλία κατά του Χίτλερ.

Όσο περνούν οι σελίδες και η αρχιτεκτονική της ίντριγκας αποκαλύπτει το μεγαλείο της συνειδητοποιώ ότι μπορεί ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος να ήταν απείρως πιο άγριος δεν ήταν όμως αυτός που άλλαξε ριζικά τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα της Ευρώπης, όχι τουλάχιστον με τη σφοδρότητα που το έκανε ο Πρώτος. Ο Αλαν Χόλινγκχερστ είχε απόλυτο δίκιο όταν έγραφε στο πολύ ατμοσφαιρικό μυθιστόρημά του «Το παιδί του ξένου» (εκδ. Καστανιώτη), ότι οι Άγγλοι ακόμα και σήμερα όταν μιλούν με φρίκη για τον πόλεμο εννοούν το Μεγάλο Πόλεμο.

Γιατί όμως παρ' όλα αυτά έχουμε αφήσει τη λήθη να σκεπάσει ένα τόσο συγκλονιστικό γεγονός που τελικά ήταν πολύ πιο καθοριστικό από οποιοδήποτε άλλο για το μέλλον της Ευρώπης; Ο δημοσιογράφος Πέτρος Παπακωνσταντίνου έγραψε ένα άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής με αφορμή τη χθεσινή επέτειο της δολοφονίας του διαδόχου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, του αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του (28 Ιουνίου 1914) -η σπίθα που οδήγησε στη λαίλαπα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου-, στο οποίο δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία: «Στη συλλογική μνήμη των Ευρωπαίων, ο Μεγάλος Πόλεμος κατέχει σαφώς υποδεέστερη θέση έναντι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σαν να ήταν “μόνο” το πρελούδιο της πραγματικής Αποκάλυψης. Το γεγονός αυτό δεν εξηγείται εύκολα ούτε από τη μεγαλύτερη χρονική απόσταση ούτε από το μέγεθος των συνεπειών μιας σύγκρουσης που αφάνισε 14 εκατομμύρια ανθρώπους, γκρέμισε τέσσερις αυτοκρατορίες –Αυστροουγγρική, Ρωσική, Γερμανική, Οθωμανική–, ανέδειξε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στον κόσμο, χάραξε τα σύνορα της Μέσης Ανατολής και απαθανατίστηκε στα τρομερά μυθιστορήματα του Ρεμάρκ, του Γκρέιβς, του Σελίν και του Μυριβήλη. Κάτι άλλο, πιο βαθύ και πιο σκοτεινό, πρέπει να κρύβεται πίσω από την επίμονη απώθηση.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν "τακτοποιείται" εύκολα από τη λογική μας και δεν "χωνεύεται" εύκολα από την ηθική μας. Σε αντίθεση με τον Δεύτερο, στερείται της απόλυτης αντίθεσης ανάμεσα στο "καλό" και το "κακό". Δεν έχει να επιδείξει ένα "τέρας" στο ύψος του Χίτλερ ή μια φρίκη στο ύψος του Ολοκαυτώματος. Αν η θυσία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρείται αναδρομικά αυτονόητο καθήκον, η αιματοχυσία στον Πρώτο φαντάζει σαν ανυπόφορη ματαιότητα, που ζητάει επίμονα μια κάποια αιτιολόγηση: Γιατί έγιναν όλα αυτά και πώς δεν θα ξαναγίνουν;».

Τελειώνοντας το άρθρο ξεσκόνισα μερικά -διαβασμένα, μισοδιαβασμένα και αδιάβαστα- μυθιστορήματα από τη βιβλιοθήκη μου (από το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν και το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον» του Ρεμάρκ μέχρι τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Χέμινγουεϊ), ξεχωρίζοντας το πρόσφατο «14» του Ζαν Εσνόζ (εκδ. Ίκαρος, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης) και τον «Επικίνδυνο Οίκτο» του Στέφαν Τσβάιχ (εκδ. Άγρα, μτφρ. Μιμίκα Κρανάκη), στα οποία θα δώσω προτεραιότητα. Παράλληλα θυμήθηκα και μια παλιότερη ανάρτηση του Ναυτίλου για τη βιογραφία του Τσβάιχ «Ο κόσμος του χθες: Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου» (εκδ. Printa, μτφρ. Αλεξία Καλανταρίδου & Τατιάνα Λιάνη) που θέλω να αγοράσω. Στο απόσπασμα που ακολουθεί καταλαβαίνεις πόσο απίστευτη ήταν η αθωότητα με την οποία οι Ευρωπαίοι μπήκαν στο Μεγάλο Πόλεμο, χωρίς να ξέρουν ότι θα αλλάξει ριζικά τη ζωή τους για πάντα: «Οι άνθρωποι συνέχιζαν τα μπάνια τους, τα ξενοδοχεία παρέμεναν γεμάτα, κι οι παραθεριστές εξακολουθούσαν να συνωστίζονται στην πίστα σουλατσάρωντας, φλυαρώντας και γελώντας. Αλλά για πρώτη φορά, ένα νέο στοιχείο έκανε την εμφάνισή του. Ξαφνικά, είδαμε να ξεπροβάλλουν στην πλαζ Βέλγοι στρατιώτες, πράγμα παράδοξο, αφού σε κανονικές συνθήκες δεν έρχονταν ποτέ εκεί. Σκυλιά έσερναν τα μυδραλιοβόλα μέσα σε μικρά οχήματα -κάτι που αποτελούσε μια περίεργη ιδιαιτερότητα του βελγικού στρατού. (...) Οι μάζες εξεγείρονταν, κι εμείς γράφαμε και σχολιάζαμε ποιήματα. Δεν βλέπαμε τα πύρινα σημάδια στον τοίχο κι απολαμβάναμε αμέριμνοι τα ακριβά εδέσματα της τέχνης, όπως άλλοτε ο βασιλιάς Βαλτάσαρ, χωρίς να φοβόμαστε να κοιτάξουμε το μέλλον. Και μοναχά δεκαετίες αργότερα, όταν γκρεμίστηκαν στα κεφάλια μας στέγες και τείχη, συνειδητοποιήσαμε πως τα θεμέλια είχαν υποσκαφτεί από καιρό και πως η έλευση του νέου αιώνα, είχε σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους της ατομικής ελευθερίας στην Ευρώπη».

Ο Ιούνιος του 1914 ήταν μια ανάσα πριν τη βίαιη ενηλικίωση της Ευρώπης. Εκείνο ήταν το τελευταίο καλοκαίρι ανεμελιάς. Έκτοτε η Γηραιά Ήπειρος δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.  





Πολυτελείς σουίτες, μαργαριταρένια κολιέ, παθιασμένα τανγκό σε παράγκες του Μπουένος Άιρες και ένοχα μυστικά στο φως της Μεσογείου. Ερωτικά τρίγωνα, επικίνδυνα ηδονικά παιχνίδια και πρόστυχες ματιές που κόβουν σαν ξυράφι. Υπερωκεάνια που διασχίζουν τον Ατλαντικό μέσα στη νύχτα. Αστραφτερές Jaguar στους φιδογυριστούς δρόμους της Ριβιέρας. Βίλες που κρύβουν στα χρηματοκιβώτιά τους πολιτικά μυστικά. Υπέροχα γεύματα σε ηλιόλουστες βεράντες στο Αμάλφι. Δολοφονίες, κλοπές, ίντριγκες σε διεθνείς σκακιστικούς αγώνες, ο εμφύλιος της Ισπανίας κι ένας υπόγειος πόλεμος μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το μυθιστόρημα Το τανγκό της παλιάς φρουράς του Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε (μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκης) τα έχει όλα. Τόσο πολύ που αισθάνεσαι ότι ο συγγραφέας ζωγραφίζει έναν πίνακα ή σκηνοθετεί μια ταινία με καταπληκτικά σκηνικά και κοστούμια. Στην αρχή ενθουσιάστηκα. Στη συνέχεια όμως άρχισα να νιώθω ελαφρώς άβολα. Διαβάζοντας, τουλάχιστον μέχρι τη μέση του βιβλίου, είχα όλο και πιο έντονα την αίσθηση ότι κάτι έλειπε. Σαν ένα gourmet πιάτο άψογα μαγειρεμένο, με τα σωστά υλικά, σερβιρισμένο σε ένα τραπέζι που ακολουθεί τους κανόνες της art de la table, ένα πιάτο που θα χορτάσει το βλέμμα σου, αλλά που θα ξεχάσεις τη γεύση του αμέσως μετά την τελευταία μπουκιά.

Το μυθιστόρημα ξεκινά το 1928 σε ένα υπερωκεάνιο που μόλις έχει αφήσει πίσω του τις ακτές της Ισπανίας και κατευθύνεται στην Αργεντινή. Σε αυτό επιβαίνει ένα ευκατάστατο, αριστοκρατικό ζευγάρι, ο συνθέτης Αρμάντο ντε Τροέγε και η πολύ κομψή Μέτσα-Ινθούνθα (τόσο όμορφη και πορσελάνινη όπως η Γκρέις Κέλι στην ταινία του Χίτσκοκ To Catch a Thief). Το πρώτο κιόλας βράδυ, αμέσως μετά το δείπνο, το ζευγάρι μπαίνει στο στόχαστρο ενός νεαρού, του Μαξ Κόστα, ο οποίος εργάζεται στο πλοίο ως κοσμικός χορευτής, συνοδεύοντας δηλαδή στην πίστα μοναχικές κυρίες και γυναίκες που ο συνοδός τους δεν χορεύει ποτέ. Όταν φτάνουν στην Αργεντινή, ο χορευτής αναλαμβάνει να ξεναγήσει τον Ντε Τροέγε και τη γυναίκα του στις πιο κακόφημες γειτονιές της πατρίδας του και εκεί σε μία παράγκα, όπου νταβατζήδες και πόρνες χορεύουν το αυθεντικό τανγκό της παλιάς φρουράς, μέσα στον καπνό των πούρων και τη μυρωδιά του φθηνού αλκοόλ, γεννιέται μεταξύ τους ένα ερωτικό τρίγωνο. Η ιστορία των ηρώων εκτυλίσσεται σε τρεις διαφορετικούς χρόνους: Στο Μπουένος Άιρες, στη Νίκαια λίγα χρόνια αργότερα και στο Αμάλφι μετά τον πόλεμο.

Για να είμαι ειλικρινής, στη μέση εγκατέλειψα το βιβλίο και άρχισα το Μόνος στο Βερολίνο του Χανς Φάλαντα. Μετά από καιρό, έχοντας διαβάσει και άλλα βιβλία, αποφάσισα να επιστρέψω στον Πέρεθ-Ρεβέρτε για να διαπιστώσω αν τον είχα αδικήσει. Η αίσθηση ότι είχα στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, ατμοσφαιρικό -μα ίσως περισσότερο από όσο θα έπρεπε στυλιζαρισμένο-, αλλά εντελώς «άψυχο», ήταν ίδια. Αυτό που είχε αλλάξει πλέον ήταν ο ρυθμός αφήγησης. Η πλοκή είχε γίνει πιο γρήγορη, οι εξελίξεις περισσότερες και πιο ενδιαφέρουσες από αυτές ενός παράνομου love story. Μυστικοί πράκτορες, πρωταθλητές σε αγώνες σκάκι, αριστοκράτες που έπαιζαν άγρια παιχνίδια με τον φασισμό, εμπλέκονται στην ιστορία και κάνουν το δεύτερο μισό του βιβλίου πιο spicy. Έτσι, χαλάρωσα και ακολούθησα τους ήρωες μέχρι τέλους, χωρίς να βαρυγκωμώ, χωρίς να φλερτάρω κρυφά με άλλα βιβλία και τελικά σχεδόν το μυθιστόρημα μου άρεσε. Σχεδόν.  



Σας έχει τύχει ποτέ να αντιπαθήσετε τον ήρωα/ίδα ενός βιβλίου; Η Ειρήνη του Πολ Μοράν στο μυθιστόρημα Λιούις και Ειρήνη (εκδ. Καλέντη, μτφρ. Βάσω Νικολοπούλου, Νίκη Καρακίτσου-Dougé) μπαίνει σε καλή θέση στη δική μου... αντι-λίστα.

Είναι ένα πολύ όμορφο κορίτσι, δυστυχώς όμως, με χίλιες δυο αγκυλώσεις, εντελώς δυσλειτουργικό. Ένας άνθρωπος συντηρητικός, βαθιά συμπλεγματικός, που, λίγο ικανοποιημένος να είσαι από τη ζωή σου, κάνεις το σταυρό σου να μην τύχει στο δρόμο σου. Μεγαλωμένη σε ένα αυστηρό περιβάλλον, κόρη μιας ελληνικής καταγωγής οικογένειας Τραπεζιτών από την Τεργέστη, ζει σαν ταριχευμένη και μουμιοποιημένη, δεμένη με χίλιες δυο συμβάσεις που δεν σπάνε ούτε όταν συναντά το μεγάλο έρωτα.

Ο Λιούις, από την άλλη, είναι ένας μπον βιβέρ που εργάζεται στο χρηματιστήριο και απολαμβάνει δίχως περιττές ενοχές τη ζωή του. Διατηρεί ένα κομψό διαμέρισμα στο Παρίσι, κινείται με άνεση στα κοσμικά σαλόνια της εποχής και κάνει σημαία του το τρίπτυχο ευτυχίας ενός περιζήτητου εργένη: ησυχία-ερωτική πολυφωνία-ελευθερία. Σε ένα μικρό κόκκινο καρνέ (πόσο Twenties!) σημειώνει πληροφορίες για όλες τις γυναίκες που κατέκτησε. Όλα αυτά μέχρι που συναντά στη Σικελία, όπου έχει πάει για να αγοράσει ένα ορυχείο, την Ειρήνη, κληρονόμο της Τράπεζας Αποστολάτου. Η εντυπωσιακή γυναίκα με τα στιλπνά μαύρα μαλλιά (η περιγραφή της μου φέρνει στο νου την Ειρήνη Παππά), βάζοντας χίλια δυο εμπόδια στα σχέδια του Λιούις, τον πείθει να εξαγοράσει το ορυχείο του. Εκείνος, επιστρέφοντας στο Παρίσι, την ερωτεύεται με πάθος και τη διεκδικεί.

Η ιστορία του σύντομου μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1920. Οι περιγραφές του Μοράν είναι όπως σε όλα του τα βιβλία υπέρκομψες. Σκιαγραφούν μια γενιά που παραδίδεται στις απολαύσεις μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Οι γυναίκες απαλλαγμένες από τους αυστηρούς κορσέδες της παλιάς εποχής, διεκδικούν το δικαίωμα μιας ελεύθερης ζωής. Ερωτεύονται, μεθούν, επαναστατούν, χορεύοντας τζαζ σε φωταγωγημένους κήπους και σάλες σαν αυτές που περιγράφει στα βιβλία του και ο Σκοτ Φιτζέραλντ. Η Ειρήνη δεν είναι μία από αυτές. Ενώ επαγγελματικά έχει διεκδικήσει το δικαίωμα να έχει τη δική της επιτυχημένη καριέρα (σπάνιο για εκείνη την εποχή), προσωπικά αδυνατεί να κάνει ένα βήμα μακριά από αυτό που έχει γαλουχηθεί να είναι: μια γυναίκα που δεν πρέπει να έχει μερίδιο στην απόλαυση. Η βαθιά συντηρητική οικογένειά της τηρεί με αυστηρότητα δεσμοφύλακα όλες τις παραδόσεις μιας Ελλάδας, η οποία δεν διαφέρει πολύ από το Ιράν του Χομεϊνί: Μαυροντυμένες γυναίκες χωρίς δικαιώματα, κακοποιημένες είτε από αυταρχικούς συζύγους είτε -το χειρότερο- από μητέρες, θείες, γιαγιάδες, γεροντοκόρες ξαδέρφες που γίνονται η μια για την άλλη ο χειρότερος δήμιος. Η περιγραφή του πατριάρχη της οικογένειας Αποστολάτου είναι ενδεικτική: «Δεν είχε καμιά επιείκεια για τη νεολαία, θεωρούσε κατακριτέο οτιδήποτε ήταν εύκολο και ευχάριστο, επέκρινε τις κόρες του που ξεχνούσαν τα γενέθλιά του, που πίστευαν ότι ήταν ισότιμες, που είχαν το μυαλό τους μόνο στη διασκέδαση, μολονότι και οι δυο τους είχαν ξεπεράσει τα σαράντα και είχαν ζήσει σαν καλόγριες. Τους καταλόγιζε, επιπλέον, ότι είχαν μείνει γεροντοκόρες, μολονότι ο ίδιος είχε κάνει το παν για να τις εμποδίσει να παντρευτούν. Εκείνες τον περιέβαλλαν με φόβο, σεβασμό, θαυμασμό. Είχε κάποτε μια σύζυγο που πέθανε επειδή την κακοποιούσε και της φερόταν βάναυσα. Όταν ήταν υποχρεωμένος να την αφήνει μόνη για να πηγαίνει στην Τράπεζα, δέσμιος της ανατολίτικης ζήλιας του, έλυνε τα μαλλιά της δυστυχισμένης γυναίκας και τα' πιανε ανάμεσα σε δυο συρτάρια ενός κομό, που μετά τα κλείδωνε».

Ο Πολ Μοράν (1888-1976), κοσμοπολίτης ο ίδιος, περιγράφει σε κάθε μυθιστόρημά του λίγο πολύ όσα έζησε. Γι΄ αυτό τα βιβλία του θεωρούνται δικαίως αυθεντικές τοιχογραφίες μιας ολόκληρης εποχής. Είχε την τύχη να ταξιδεύει διαρκώς ως διπλωμάτης, να γνωρίζει κόσμο, να μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Παρισιού, Λονδίνου, Βενετίας. Φίλος του Μαρσέλ Προυστ, του Ζαν Κοκτό και της Κοκό Σανέλ (της οποίας έγραψε τη βιογραφία: Η αύρα της Σανέλ, εκδ. Άγρα), παντρεύτηκε την Ελληνορουμάνα πριγκίπισσα Ελένη Σούτσου. Η συνεργασία του με την κυβέρνηση του Βισύ, στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, τραυμάτισε την εικόνα του και ακόμα και σήμερα αποτελεί ένα αγκάθι στην υστεροφημία του.  


«Φανταστείτε ένα παιδί κακομαθημένο και απαιτητικό, που πιστεύει ότι πάντα πρέπει να γίνεται το δικό του, αξιώνει απόλυτη ελευθερία και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Και στη συνέχεια, φανταστείτε το ίδιο παιδί να τηλεφωνεί στις τρεις το πρωί στη μαμά του να έρθει να το πάρει με το αυτοκίνητο από εκεί που γλεντούσε με την παρέα του, επειδή δεν του έχουν μείνει λεφτά για ταξί».

Έτσι ακριβώς περιγράφει, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Σκέψεις για την πολιτική σήμερα» (εκδ. Πόλις), ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Γιώργος Γιαννουλόπουλος τον Tom McKillop: Τον πρόεδρο της Royal Bank of Scotland, μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου, ο οποίος τρεις εβδομάδες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers τηλεφώνησε στον Βρετανό υπουργό οικονομικών και ζήτησε κρατική βοήθεια. Ένας νεοφιλελεύθερος που οραματίζεται έναν κόσμο όπου το κράτος δεν θα επεμβαίνει στις συναλλαγές της αγοράς, όταν τα βρίσκει σκούρα σηκώνει το τηλέφωνο και απαιτεί από την κρατική μηχανή να τον προστατέψει. «Αιμορραγούμε. Τι σκοπεύετε να κάνετε;».

Δεν θα είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε την αντίφαση. Και στα δικά μας, συγγραφείς γνωστοί για το νεοφιλελεύθερο κυνισμό τους, συχνά προκλητικοί στα social media, σήκωσαν παντιέρα για να προστατέψουν (δικαίως) την Ενιαία Τιμή από μια νεοφιλελεύθερη πολιτική που αντιμετωπίζει το βιβλίο σαν ένα οποιοδήποτε προϊόν στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Οι ίδιοι άνθρωποι συχνά τα έβαζαν με άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδους, συνδικάτα, όταν κι εκείνοι αντιδρούσαν σε μια αντίστοιχη πολιτική «απελευθέρωσης» του δικού τους αντικειμένου. Προφανώς, η αγορά του βιβλίου δεν είναι το ίδιο πράγμα με αυτή της αγοράς του ταξί, ωστόσο εδώ δεν κρίνεται αυτό, αλλά η στάση των -νεοφιλελεύθερης αντίληψης- συγγραφέων που όπως ο τραπεζίτης Tom McKillop σπεύδουν στο «κακό» κράτος για να τους σώσει όταν η φωτιά να φτάσει και στη δική τους πόρτα.

Το μικρό -μόλις 107 σελίδων- αλλά περιεκτικό βιβλίο του κ. Γιαννουλόπουλου ερμηνεύει με μεγάλη ψυχραιμία και διαύγεια την πολιτική του σήμερα και φωτίζει τα δύο βασικά μέτωπα που κυριαρχούν στη μεταμνημονιακή Ελλάδα. Από τη μια έχουμε τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι ο κρατισμός πρέπει να χτυπηθεί στη ρίζα του για να μπορέσει η χώρα να εκσυγχρονιστεί και να γίνει ανταγωνιστική (με τις γνωστές σε όλους μας συνέπειες: υψηλή ανεργία, απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, αλλά και διάλυση του κοινωνικού κράτους: κατάρρευση του εθνικού συστήματος υγείας, άγρια φτωχοποιήση των συνταξιούχων, απαξίωση της δημόσιας παιδείας κ.ά). Από την άλλη έχουμε την Αριστερά (ο συγγραφέας μιλά κυρίως για τον ΣΥΡΙΖΑ) η οποία καλεί τον λαό σε αντίσταση, απορρίπτοντας κάθε μα κάθε απόπειρα εξυγίανσης δημόσιων φορέων, ακόμα και εκείνων που ολοφάνερα έχουν δημιουργηθεί για να καλύψουν τις ανάγκες του πελατειακού κράτους των κομμάτων εξουσίας.

Διαβάζοντας το βιβλίο, αναρωτιέσαι: Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ένα κόμμα που δεν έχει κυβερνήσει ποτέ και υποθέτω δεν έχει καμία ευθύνη για τη διόγκωση του πελατειακού κράτους, το προστατεύει με τόση οργή; Προφανώς γιατί ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι απογοητευμένοι του ΠΑΣΟΚ που αναζήτησαν προστασία στην Αριστερά όταν το κόμμα τους υπέκυψε στη νεοφιλελεύθερη συνταγή της τρόικας. Ο κ. Γιαννουλόπουλος εξηγεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καταφεύγει στο λαϊκισμό με τον οποίο ο Ανδρέας Παπανδρέου οδηγήθηκε στην εξουσία: «Έχει ειπωθεί συχνά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η νέα εκδοχή ή το κακέκτυπο του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Τέτοιου είδους παραλληλισμοί αποδεικνύονται κατά κανόνα παρακινδυνευμένοι, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν βάση. Και δεν εννοώ την τάση του Αλέξη Τσίπρα να ανακυκλώνει τη φρασεολογία του Ανδρέα Παπανδρέου ή να μιμείται το ύφος του. Οι ομοιότητες με το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αναζητηθούν στον τρόπο με τον οποίο ορισμένες έννοιες, έχοντας αποκτήσει θετικό πρόσημο, χάνουν το συγκεκριμένο πολιτικό τους περιεχόμενο και γίνονται αφηρημένες, για να λειτουργήσουν πολυσυλλετικά. (Το αντιστρόφως ανάλογο συμβαίνει όταν το πρόσημο είναι αρνητικό). Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο όρος “μη προνομιούχοι”, που ο Ανδρέας Παπανδρέου τον χρησιμοποιούσε συστηματικά, αλλά αποφεύγοντας ταυτόχρονα να δώσει έναν σαφή ορισμό του. Έτσι άρχισε ο κατήφορος: ο καθένας μπορούσε να αυτοανακηρυχθεί μη προνομιούχος, και στη συνέχεια να ρημάζει το Δημόσιο έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του, επειδή η χαριστική μεταχείριση που απολάμβανε συνιστούσε αποκατάσταση μιας αδικίας. Κάτι ανάλογο κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν μιλάει για “αντίσταση” και “αδικημένους”. Όχι πως δεν υπάρχουν αδικημένοι, και η αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό δεν είναι εκ των ουκ άνευ για κάθε αριστερό· αλλά γιατί αυτή η σκόπιμα θολή ορολογία, εκτός του ότι λειτουργεί ως άλλοθι για να μη διορθωθούν κάποιες εξόφθαλμες παθογένειες με το σκεπτικό ότι το ζητάει η τρόικα, ανοίγει τις πύλες τού υπό την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ αντιμνημονιακού στρατοπέδου σε κάθε καρυδιάς καρύδι, ακόμα κι εκείνους που έσπρωξαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Με ένα τόσο απλό, πλην όμως αποτελεσματικό τέχνασμα, ευελπιστούν στον ΣΥΡΙΖΑ ότι θα επιτευχθεί ο απώτερος σκοπός: να εγκατασταθεί ο Αλέξης Τσίπρας στο Μαξίμου».

Κατά τον συγγραφέα, όπως οι νεοφιλελεύθεροι προκειμένου να κανιβαλίσουν την κρατική μηχανή δεν κάνουν καμία διάκριση μεταξύ πελατειακού και κοινωνικού κράτους, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μία πάγια άρνηση να χαράξει μια σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ΄αυτά τα δύο. Όπως επισημαίνει ο κ. Δημοσθένης Κούρτοβικ στη στήλη του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ: «Αποφεύγοντας να διαχωρίσει με σαφήνεια και έμφαση το κοινωνικό από το πελατειακό κράτος, ο ΣΥΡΙΖΑ ενισχύει το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα για την εγγενή ταύτιση των δύο. Χαρίζει πόντους στη νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα με την αντίστασή του σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξορθολογισμού του κράτους, ακόμη και όπου είναι εξόφθαλμα αναγκαίος, καταγγέλοντάς την ως νεοφιλελεύθερη και ενταγμένη σε ένα ευρύτερο σχέδιο ιδιωτικοποίησης των φορέων και λειτουργιών του Δημοσίου».

Η Αριστερά, σε κρίσιμες περιόδους όπως αυτή, οφείλει άμεσα να κάνει την αυτοκριτική της και να εγκαταλείψει το ανάχωμα του λαϊκισμού πίσω από το οποίο έχει ταμπουρωθεί, να επιστρέψει στον ορθό πολιτικό λόγο (τον οποίο έχει επιτρέψει να καπηλεύονται οι πολιτικοί της αντίπαλοι) και να ερμηνεύσει αντικειμενικά τις αληθινές ανάγκες εξυγίανσης, όπου και όταν αυτές υπάρχουν. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να μην χαρακτηρίζεται δύναμη αναχρονισμού. Ο ρόλος της Αριστεράς δεν είναι να γίνει ασπίδα προστασίας για τα ορφανά του πελατειακού κράτους, αλλά να εγκαθιδρύσει ξανά το κοινωνικό κράτος και να αποκαταστήσει τις αδικίες που έχει επιφέρει η μνημονιακή πολιτική.  

Μια προηγούμενη έκδοση ή μία ολοκαίνουρια, δεν έχει σημασία. Οι ιστορίες δεν παλιώνουν ποτέ. Για έναν περίεργο λόγο κάθε βιβλίο μπορεί να είναι πάντα επίκαιρο, ακόμα κι αν όλα όσα διηγείται έχουν συμβεί αιώνες πριν. Ίσως γιατί η ρίζα του ανθρώπου δεν αλλάζει. Τα ένστικτα όσο κι αν ντύνονται με νέα ρούχα, στολές, πανοπλίες, παραμένουν ίδια. Τα συναισθήματα και οι ανάγκες επίσης. Κρύβονται πίσω από νέες λέξεις αλλά δεν χάνουν ποτέ την ουσία τους. Θέλουμε ελευθερία, όνειρα, δύναμη, ασφάλεια, έρωτα... Θέλουμε να μπορούμε να επιβιώνουμε, να επικοινωνούμε, να μοιραζόμαστε τις ιδέες μας, να ταξιδεύουμε, να γνωρίζουμε διαρκώς νέα πράγματα. Υπό αυτή την έννοια μήπως τελικά κάθε βιβλίο, είτε πρόκειται για ένα δοκίμιο φιλοσοφίας είτε για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, είτε για μια ερωτική ιστορία είτε για τη βιογραφία μιας σπουδαίας προσωπικότητας, αφηγείται από άλλη σκοπιά την ίδια απαράλλακτη ιστορία; Αυτή ενός ανθρώπου που μέσα στους αιώνες αναζητά την αλήθεια για τη φύση του. Ενός ανθρώπου που προσπαθεί να κατανοήσει όσα συμβαίνουν γύρω του, να φωτίσει το μέλλον ρίχνοντας φως στο παρελθόν, για να βρει τελικά τον τρόπο να ζει καλύτερα.  



Μερικές εβδομάδες πριν, στις 17 Φεβρουαρίου, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έδωσε μια συναυλία στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, αφιερωμένη στη μουσική πρωτοπορία στη Γαλλία των αρχών του 20ου και του 21ου αιώνα. Εκεί, μεταξύ άλλων, ο πιανίστας Στέφανος Θωμόπουλος παρουσίασε το κοντσέρτο για πιάνο (αριστερό χέρι) του Μωρίς Ραβέλ, χρησιμοποιώντας φυσικά μόνο το ένα χέρι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο έργο που γράφτηκε για το διάσημο Αυστριακό πιανίστα Πάουλ Βίτγκενσταϊν, ο οποίος έχασε το δεξί του άνω άκρο κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο μεγαλύτερος αδερφός του φιλοσόφου Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, γόνος μιας πάμπλουτης οικογένειας, προκειμένου να μην εγκαταλείψει την πιανιστική του καριέρα, ζήτησε σε διάσημους συνθέτες (Εριχ Βόλφγκανγκ Κόρνγκολντ, Μπέντζαμιν Μπρίτεν, Σεργκέι Προκόφιεφ, Πάουλ Χίντεμιτ, Ρίχαρντ Στράους και Μωρίς Ραβέλ) να δημιουργήσουν έργα αποκλειστικά για τη δική του ιδιαιτερότητα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν έξαλλοι μαζί του, καθώς ο μονόχειρας πιανίστας έκανε μεγάλες παρεμβάσεις στα έργα που είχε παραγγείλει. Στη σύντομη -μόλις 99 σελίδων- μυθιστορηματική βιογραφία του Ραβέλ από τον Ζαν Εσνόζ (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις) η αντίδραση του Γάλλου συνθέτη του Μπολερό στις παρεμβάσεις του Βίτγκενσταϊν καταγράφεται αριστοτεχνικά. Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, ένα εργόχειρο κεντημένο με λέξεις από χρυσοκλωστή, νότες, παύσεις και εικόνες.

Το βιβλίο αφηγείται τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του υπέρκομψου Ραβέλ, με σημείο εκκίνησης το ταξίδι του με υπερωκεάνιο στην Αμερική. Το μισό μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στο πλοίο. Μέσα από αυτή τη μοναχική διαδρομή ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει το χαρακτήρα, τη σκέψη και το απαράμιλλο στυλ ενός αληθινού μπον βιβέρ. Ενός κοσμοπολίτη της Τέχνης που φρόντιζε πολύ την γκαρνταρόμπα του και απολάμβανε τις μικρές πολυτέλειες της ζωής: τη γαλλική κουζίνα, το καλό κρασί, τη μουσική, το διάβασμα και τα Gauloises στο ημίφως. Το άλλο μισό βιβλίο παρακολουθεί την πορεία ενός ιδιοφυούς ανθρώπου προς την άνοια. Οι νότες και οι λέξεις χάνουν σιγά σιγά το νόημά τους και ο Ραβέλ εγκλωβίζεται μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, μέχρι το θάνατό τους στις 28 Δεκεμβρίου του 1937, στα 62 του χρόνια.

Η γραφή του Εσνόζ, έχει κάτι μαγικό, σε ταξιδεύει με το ιδιαίτερο, ποιητικό ύφος αφήγησης. Λάτρεψα τις περιγραφές της παρισινής μονοκατοικίας του συνθέτη: ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και μουσική, με έναν μικρό κήπο στο πίσω μέρος, τον οποίο ο Ραβέλ αγαπούσε ιδιαιτέρως.

Εκτός από αυτό το μυθιστόρημα, γοητευμένος από την προσωπικότητα του Πάουλ Βίτγκενσταϊν, αγόρασα και τη βιογραφία του (ουσιαστικά ολόκληρης της εκκεντρικής οικογένειας) που υπογράφει ο Αλεξάντερ Γουό -εγγονός του συγγραφέα Ίλβιν Γουό-, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Υ.Γ.1: Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να απολαύσετε ολόκληρο το Κοντσέρτο για πιάνο (αριστερό χέρι) και ορχήστρα σε ρε μείζονα του Μωρίς Ραβέλ, από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Liszt School Of Music της Βαϊμάρης (2011). Στο πιάνο η 29χρονη τότε αριστούχος της σχολής Hélène Tysman. Δυστυχώς δεν έχει αναρτηθεί κάποιο απόσπασμα από την εκτέλεση του Στέφανου Θωμόπουλου στη Στέγη.


Υ.Γ. 2: Ακολουθεί το απόσπασμα από το βιβλίο του Εσνόζ όπου περιγράφεται η αντίδραση του Ραβέλ στις παρεμβάσεις του Βίτγκενσταϊν (σελ. 78):
     «Στη Βιέννη, ο Ραβέλ και η Μαργκερίτ προσκαλούνται σ΄ένα δείπνο ακολουθούμενο από μια δεξίωση προς τιμήν του στο σπίτι του Πάουλ Βίτγκενσταϊν, στη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος, ο άνθρωπος ο οποίος παρήγγειλε και στον οποίο είναι αφιερωμένο το έργο, θα παίξει το κοντσέρτο με το ίδιο του το χέρι. Το δείπνο εξελίσσεται όπως όλα τα δείπνα αυτού του είδους, δηλαδή μια αγγαρεία την οποία προσπαθείς να αποφύγεις αλλά εξαιτίας της οποίας βάζεις τα καλά σου, εμφανίζεσαι, σε συστήνουν σ΄ένα σωρό κόσμο που ακούς τα ονόματά τους και τα ξεχνάς αμέσως, αρχίζεις να πλήττεις θανάσιμα, μετά το παίρνεις απόφαση, το αλκοόλ βοηθάει ν' ανάψουν τα αίματα, και, σιγά σιγά, μετά από μια δυο ώρες όλα σου φαίνονται υπέροχα και μακαρίζεις την τύχη σου.
     »Με λίγα λόγια, κι εδώ τα ίδια είναι, αν και, απόψε, η Μαργκερίτ, καθισμένη στα δεξιά του Βίτγκενσταϊν, τον ακούει να της εμπιστεύεται ότι έχει προβεί σε κάποιες επεμβάσεις σ΄αυτό το κοντσέρτο που εκείνη ακόμα δεν το ξέρει. Η Μαργκερίτ, αν και υποθέτει ότι η αναπηρία του πιανίστα τον οδήγησε σε κάποιες απλουστεύσεις, του συνιστά εντούτοις να προειδοποιήσει τον Ραβέλ γι' αυτές τις αλλαγές, κάτι που ο άλλος δεν θέλει ούτε να τ' ακούσει. Τελειώνει το δείπνο, όλοι στο πιάνο. Με το που αρχίζει η εκτέλεση, ενώ η Μαργκερίτ παρακολουθεί το κοντσέρτο από την παρτιτούρα, αυτή τη φορά καθισμένη δίπλα στον άνθρωπο που την έχει γράψει, διαβάζει στα χαρακτηριστικά του προσώπου του που όσο πάνε κι αλλοιώνονται, τις δυσάρεστες συνέοειες των πρωτοβουλιών του μονόχειρος· γιατί ο Βίτγκενσταϊν όχι μόνο δεν απλοποίησε το έργο για να το προσαρμόσει στα μέτρα του, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να το είδε ως πρώτης τάξεως ευκαιρία να δείξει, καίτοι ανάπηρος, πόσο καλός είναι. Αντί να σταθεί απέναντι στο έργο και να το υπηρετήσει όσο καλύτερα μπορεί, ξαφνικά αρχίζει να βάζει δικούς του χρωματισμούς, να προσθέτει αλλού διάφορα αρπέζ κι αλλού διάφορα δικά του μέτρα, να υπερτονίζει τις τρίλιες, να χαριεντίζεται ρυθμικά και να κάνει ένα σωρό ερμηνευτικές υπερβολές που κανείς δεν του τις έχει ζητήσει., όπως επερείσεις και γκρουπέτα, ενώ ταυτόχρονα τονίζει σε υπερβολικό βαθμό τις ψηλές περιοχές του οργάνο για να δείξει πόσο επιδέξιος είναι, πόσο έξυπνος, πώς έχει παραμείνει ευαίσθητος και πώς σας έχει γραμμένους όλους. Το πρόσωπο του Ραβέλ είναι πανί.
     »Με το που τελειώνει το κοντσέρτο, η Μαργκερίτ μυρίζεται ότι το πράγμα δεν θα τελειώσει καλά, και σπεύδει να προκαλέσει έναν αντιπερισπασμό ανοίγοντας κουβέντα με τον πρέσβη γι' άλλα θέματα – εις μάτην: ο Ραβέλ πλησιάζει αργά τον Βίτγκενσταϊν, μ' ένα ύφος που έχει να το ξαναπάρει από τότε που ορμούσε στον Τοσκανίνι. Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά, λέει ψυχρά. Δεν είναι καθόλου σωστά πράγματα. Δεν είναι έτσι το κομμάτι. Ακούστε, προσπαθεί να απολογηθεί ο Βίτγκενσταϊν, είμαι παλιός πιανίστας και σας λέω ότι δεν σονάρει σωστά. Κι εγώ είμαι παλιός ενορχηστρωτής, απαντά ο Ραβέλ, όλο και πιο παγερός, και σας λέω ότι σονάρει. Η σιωπή που έχει απλωθεί στην αίθουσα, σονάρει ακόμα πιο δυνατά. Σάστισμα κάτω από τα γύψινα, αμηχανία στα γυψομάρμαρα. Τα πλαστρόν των σμόκιν πανιάζουν, οι φράντζες στα μακροτενή φουστάνια κοκαλώνουν, οι αρχισερβιτόροι εξετάζουν τα παπούτσια τους. Ο Ραβέλ φοράει το παλτό του χωρίς να πει λέξη, κι ύστερα αδειάζει τον τόπο προώρως, σέρνοντας ξοπίσω του μια χαμένη Μαργκερίτ. Βιέννη, νύχτα Ιανουαρίου, ψοφόκρυο – παρ' όλα αυτά, διώχνει το αυτοκίνητο που του έχει διαθέσει η πρεσβεία και, λογαριάζοντας ότι λίγο περπάτημα πάνω στο χιόνι μπορεί να τον ηρεμήσει, επιστρέφει στο ξενοδοχείο».



«Όλα όσα είμαι τα έχω χάσει. Αυτό σημαίνει να είσαι μόνος».

Σ΄αυτή τη φράση που λέει μονολογώντας στην αρχή του βιβλίου μια ηλικιωμένη Εβραία, η οποία αναγκάζεται να ζει σαν ζωντανή νεκρή σε ένα ανήλιαγο δωμάτιο για να μην οδηγηθεί όπως ο άντρας της σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, συνοψίζεται ολόκληρη η δυναμική του συγκλονιστικού μυθιστορήματος Μόνος στο Βερολίνο του Χανς Φάλαντα (εκδ. Πόλις). Ο Βερολινέζος συγγραφέας πραγματεύεται -όπως φαίνεται και από τον τίτλο- τη μοναξιά που νιώθει κάποιος σε ένα παρανοϊκό, ολοκληρωτικό καθεστώς, όπως αυτό της ναζιστικής Γερμανίας. Μόνος ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλους. Όλοι οι ήρωες αργά ή γρήγορα, ακόμα κι αν στηρίζουν τη χιτλερική εξουσία ή αντιδρούν σ΄αυτή, έρχονται αντιμέτωποι με τη σκληρότητα της ναζιστικής μηχανής. Ο μέσος Γερμανός δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ασήμαντο γρανάζι ενός τερατώδους κατασκευάσματος. Η ανθρώπινη ζωή απαξιώνεται καθημερινά στο όνομα του Φύρερ και όλοι ζουν όχι μόνο υπό το φόβο των βομβαρδισμών, αφού κατοικούν σε μια εμπόλεμη ζώνη, αλλά με την απειλή να πέσουν από στιγμή σε στιγμή σε δυσμένεια ή να βρεθούν σαν αντιφρονούντες στο λαϊκό δικαστήριο.

«Δεν είχαν καταλάβει ακόμα ότι σ΄αυτό τον πόλεμο δεν υπήρχε πια ιδιωτική ζωή. Δεν μπορούσες να κλειστείς στον εαυτό σου και να σωθείς. Κάθε Γερμανός ανήκε στο κοινωνικό σύνολο και μοιραζόταν το γερμανικό πεπρωμένο – σαν τις βόμβες, που πλήθαιναν μέρα με τη μέρα κι έπεφταν αδιακρίτως επί δικαίους και αδίκους».

Το μυθιστόρημα καταγράφει με απόλυτο ρεαλισμό την καθημερινότητα των κατοίκων σε μια συνηθισμένη πολυκατοικία μιας λαϊκής συνοικίας του Βερολίνου το 1940. Ο πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι ναζιστές έχουν κατακτήσει τη Γαλλία και ο Χίτλερ πανίσχυρος ποδοπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα όχι μόνο των υπόδουλων λαών, αλλά και των ίδιων των Γερμανών. Οι πολίτες αναγκάζονται να εργάζονται σε απάνθρωπους ρυθμούς για να στηρίξουν την πολεμική μηχανή, στέλνοντας τα παιδιά τους να πεθάνουν σε έναν κατακτητικό πόλεμο που αδυνατούν να κατανοήσουν, κατασκευάζοντας εντέλει «άπειρα φέρετρα, ένα για κάθε εργάτη, ένα για κάθε Γερμανό! Είναι ακόμα ζωντανοί, μέσα τους όμως έχουν ήδη ετοιμάσει τα φέρετρά τους».
Η πολυκατοικία της οδού Γιαμπλόνσκι είναι μια μικρογραφία της χιτλερικής Γερμανίας. Οι διώκτες ζουν μαζί με τους διωκόμενους, οι φανατικοί ναζιστές με τους Εβραίους τους οποίους όταν δεν συλλαμβάνουν, ληστεύουν και καταδιώκουν, μέχρι να τους εξουθενώσουν ψυχικά και να τους οδηγήσουν στην τρέλα. Σε ένα διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου μένουν οι Κβάνγκελ, ένα ζευγάρι κοντά στα εξήντα, που στην πρώτη κιόλας σελίδα πληροφορούνται μέσω μιας επιστολής ότι ο μοναχογιός τους σκοτώθηκε στο μέτωπο. Η απόγνωση από την απώλεια του μοναδικού πλάσματος που έδινε σκοπό στη ζωή τους, τους οδηγεί στην απόφαση να αντισταθούν στις θηριωδίες του Χίτλερ. Αποφασίζουν να μην ακολουθήσουν το δρόμο της βίας, αλλά να αντισταθούν αφήνοντας σε διάφορα σημεία της πόλης κάρτες-προκηρύξεις στις οποίες μιλούν για τα εγκλήματα του Φύρερ.

Ο καιρός περνά και οι κάρτες πολλαπλασιάζονται. Όπως γράφει ο ίδιος ο Φάλαντα στο επίμετρο του βιβλίου το ζευγάρι καταφέρνει όχι μόνο να τραβήξει την προσοχή του συστήματος, αλλά και να το τρομοκρατήσει: «Οι Κβάνγκελ, δυο ασήμαντοι, μοναχικοί άνθρωποι στο Βόρειο Βερολίνο, σχεδόν φτωχοί, χωρίς βοήθεια, χωρίς ιδιαίτερες ικανότητες, χωρίς υποστήριξη, μια μέρα του 1940 κηρύσσουν τον πόλεμο ενάντια στον τερατώδη μηχανισμό του ναζιστικού κράτους, και ξαφνικά συμβαίνει το γκροτέσκο: ο ελέφαντας νιώθει να απειλείται από το ποντίκι! Η εξουσία επιστρατεύει τον δόλο και τη βία για να αντιμετωπίσει τον ποντικό, κι ένας ασύλληπτος μηχανισμός μπαίνει σε λειτουργία για να συλληφθούν τα δύο ανθρωπάκια. Ο ελέφαντας τρέμει, σχεδόν έχει χάσει τον ύπνο του, εκεί έξω είναι οι εχθροί που παραμονεύουν στο σκοτάδι και πρέπει να συλληφθούν, πρέπει να εξολοθρευτούν!».

Πρόκειται για ένα σπουδαίο βιβλίο γιατί φωτίζει εκ των έσω κάθε πτυχή της ναζιστικής Γερμανίας και κυρίως γιατί καταγράφει με χειρουργική ακρίβεια την παράνοιά της. Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν οι περαστικοί που βρίσκουν τις κάρτες. Ωμός φόβος, μια βόμβα από λέξεις που σκάει ξαφνικά μπροστά στα μάτια τους. Καχυποψία, πανικός, τρόμος μην τυχόν και βρεθούν μπλεγμένοι. Αφυπνίζονται; Σε καμία περίπτωση. Τρομοκρατημένοι όλοι καταγγέλλουν τις κάρτες, τις παραδίδουν στην αστυνομία ή οποία με τη σειρά της ειδοποιεί τη Γκεστάπο. Η αντίδραση των Βερολινέζων είναι ενδεικτική του κλίματος τρομοκρατίας μέσα στο οποίο ζουν.
«Λες αυτός να ήταν ο σκοπός της κάρτας, να σπείρει τον φόβο; Λες να υπήρχε κάποιο διαβολικό σχέδιο, να τοποθετείται δηλαδή η κάρτα στους χώρους εργασίας των υπόπτων, για να ελέγχουν την αντίδρασή τους; Λες να βρισκόταν και ο ίδιος εδώ και καιρό υπό παρακολούθηση, και η κάρτα να αποτελούσε το μέσο με το οποίο θα διαπίστωναν τη λάθος αντίδραση του υπόπτου;», λέει κάποια στιγμή ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες. Ανίσχυροι πολίτες, μέχρι χθες αδιάφοροι, απολιτικοί, παρτάκηδες, έγιναν οι ίδιοι το εύφορο έδαφος για να θεριέψει ο ναζισμός. «Όλους πρέπει να μας ενδιαφέρει η πολιτική. Αν είχαμε ενδιαφερθεί εγκαίρως, τώρα δεν θα ζούσαμε έτσι, δεν θα είχαμε τους ναζιστές να μας κυβερνούν...».

Υ.Γ. Αν μυθιστορήματα όπως αυτό διδάσκονταν σωστά σε σχολεία για σκεπτόμενους ανθρώπους και όχι για παπαγάλους που αποστηθίζουν τα SOS των εξετάσεων, ποιο παιδί θα γινόταν νεοναζιστής; Ποιος θα θεωρούσε ένα νεοναζιστικό μόρφωμα σαν τη Χρυσή Αυγή λύση; Κανένας δεν θέλει να φτιάχνει το ίδιο του το φέρετρο. Δυστυχώς, αργήσαμε... Έχει δίκιο ο Φάλαντα, αν είχαμε ενδιαφερθεί εγκαίρως, τώρα δεν θα ζούσαμε έτσι.