Διαβάζεις κάτι τούβλα με 800+ σελίδες και ...τρέχουν σαν το νερό. Και πιάνεις κάτι μικρά των τριακοσίων και δεν προχωρούν με τίποτα. Το μυθιστόρημα Η κούφια βελόνα από τη σειρά Αρσέν Λουπέν του Μωρίς Λεμπλάν (εκδ. Άγρα) ήταν μια άσκηση πειθαρχίας. Βαρέθηκα φρικτά. Τόσο που προτιμούσα να χαζεύω άσκοπα στο internet, να παίζω με τις πέτρες στην παραλία ή να διαβάζω στα κρυφά διάφορα διηγήματα της Αγκάθα Κρίστι.

Στις τελευταίες 80 σελίδες δεν έβλεπα την ώρα να αρχίσω ένα page-turner (π.χ. ένας Νέσμπο πάντα σώζει τις καταστάσεις). Όχι πως Η κούφια βελόνα δεν έχει καλή πλοκή, αντιθέτως, διαρκώς συμβαίνουν πράγματα, ψιλοανατροπές, όμως δεν είναι αυτό που λέμε: ένα νουάρ μυθιστόρημα εποχής που σου κόβει την ανάσα, όπως οι ατμοσφαιρικές ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς.

Η αθωότητα του Ισίδωρου Μπωτρελέ σου δίνει στα νεύρα, ο Αρσέν Λουπέν είναι πιο γραφικός κι από χωριό της γαλλικής εξοχής, ενώ οι περιγραφές των «ξεπεσμένων αρχοντικών και πύργων» που μου έκαναν κλικ στο οπισθόφυλλο δεν είναι τόσο ωραίες ώστε να σε βάλουν μέσα στο σκηνικό. Βεβαίως το βιβλίο έχει «κάτι». Αυτή την ατμόσφαιρα των αστυνομικών μυθιστορημάτων των αρχών του περασμένου αιώνα.

Η ιστορία για κάποιον που θέλει να δοκιμάσει την τύχη του έχει ως εξής: Ένας διαρρήκτης μποβ βιβέρ και η ομάδα κακοποιών του μπαίνουν μέσα στην άγρια νύχτα στον πύργο του κόμη ντε Ζεβρ. Από εκεί κλέβουν τέσσερις πίνακες του Ρούμπενς και τους αντικαθιστούν με πλαστούς. Η ανιψιά του κόμη πυροβολεί από το παράθυρο του σαλονιού τον Αρσέν Λουπέν που προσπαθεί να διαφύγει. Λίγο μετά εκείνη εξαφανίζεται και το πτώμα της βρίσκεται ύστερα από μέρες σε ένα ποτάμι. Το κεφάλι της είναι τόσο παραμορφωμένο που δεν αναγνωρίζεται. Ο ερασιτέχνης ντετέκτιβ Ισίδωρος Μπωτρελέ, υποδυόμενος τον δημοσιογράφο, αναλαμβάνει δράση και με τις έρευνές του αποκαλύπτει ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου όπως φαίνονται...

Πίσω από την κλοπή των έργων τέχνης κρύβεται το σχέδιο του Αρσέν Λουπέν να αποκτήσει το μυστικό της Κούφιας Βελόνας (για είκοσι αιώνες περνούσε από χέρι σε χέρι σε αυτοκράτορες και βασιλείς: από τον Ιούλιο Καίσαρα μέχρι τον Λουδοβίκο τον 14ο) και όλων εκείνων των στοιχείων που θα τον βοηθήσουν να «ξεκλειδώσει» έναν αμύθητο θησαυρό.

Υ.Γ. Με τούτα και μ΄εκείνα βρέθηκα να διαβάζω το Gone Girl της Τζίλιαν Φλιν (στα ελληνικά Το κορίτσι που εξαφανίστηκε, εκδ. Μεταίχμιο). Ήμουν ανάμεσα στο The Killing (το βιβλίο που βασίστηκε στη δανέζικη σειρά) και στη Λεοπάρδαλη του Νέσμπο, όμως τελικά νίκησε η Αμερικανίδα σεναριογράφος για την οποία λέγονται και γράφονται πολλά.

Υ.Γ. Όλες οι φωτογραφίες είναι από το δάσος της Στροφυλιάς, την παραλία Καλόγρια και το χωριό Γιανισκάρι στο νομό Αχαΐας.



Υπάρχουν μερικά βιβλία που δεν θες να τελειώσουν. Τα διαβάζεις και ταξιδεύεις. Δένεσαι με τους ήρωες, κατανοείς τα ελαττώματά τους, μοιράζεσαι τις αγωνίες τους, ερωτεύεσαι μαζί τους, ποθείς, ζηλεύεις, μεθάς από τη σαμπάνια τους, γεύεσαι τον καπνό του τσιγάρου τους μετά από μια νύχτα γεμάτη απολαύσεις. Οι Μέρες Αλεξάνδρειας του Δημήτρη Στεφανάκη (εκδ. Ψυχογιός) είναι ένα από αυτά τα βιβλία. Ένα καλογραμμένο, χορταστικό μυθιστόρημα που αποτυπώνει μια ολόκληρη εποχή, τη ζωή στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια από τις αρχές μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα. Σε 724 σελίδες, ο συγγραφέας καταφέρνει να διηγηθεί την ιστορία μιας οικογένειας Ελλήνων καπνοβιομηχάνων. Ο αυτοδημιούργητος Αντώνης Χάραμης, η αριστοκρατική μα κλεπτομανής σύζυγός του Δάφνη και τα δυο τους παιδιά, ο Κωστής που θα διαδεχτεί τον πατέρα και ο Μάχος ο οποίος θα μπλέξει στα γρανάζια της χιτλερικής Γερμανίας. Γύρω τους ένα γαϊτανάκι από ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν στη ζωή τους και ορίζουν τη μοίρα τους. Οι σημαντικότεροι είναι δύο: ο Λιβανέζος Ελιάς Χούρι, ένας μπον βιβέρ που κινεί τα νήματα στον επιχειρηματικό κόσμο της πόλης και χρωστά την εξουσία του στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, αλλά και η Γαλλοελβετίδα Υβέτ Σαντόν -η μετρέσα του Αντώνη- μια υπέρκομψη γυναίκα που ισορροπεί μεταξύ της καλής κοινωνίας και του αλεξανδρινού υποκόσμου. Οι δυο τους απολαμβάνουν μια κοσμοπολίτικη ζωή, είναι μέλη στις πιο chic λέσχες της πόλης και κάνουν λαμπερές εμφανίσεις στις δεξιώσεις της καλής κοινωνίας. Παράλληλα διοικούν κρυφά έναν πολυτελή οίκο ανοχής σε μια μεγαλοπρεπή βίλα πλάι στη θάλασσα. Από εκεί περνούν οι πιο ισχυροί άνθρωποι της Αλεξάνδρειας για να απολαύσουν την εξωτική ομορφιά δύο κοριτσιών από την Κωνσταντινούπολη.

Έρωτας, σκάνδαλα, πολιτική, κατασκοπεία, εμπορικές συμφωνίες και στο φόντο η ιστορία: οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η μικρασιατική καταστροφή, η ρήξη του βασιλιά Κωνσταντίνου 'Α και του Ελευθέριου Βενιζέλου, η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και η παρακμή της Αλεξάνδρειας μετά το τέλος του πολέμου. Ο Στεφανάκης αφηγείται τα γεγονότα χωρίς να βαραίνει τον αναγνώστη με λεπτομέρειες και ημερομηνίες. Άλλοτε στέκεται σε ιστορικά συμβάντα και άλλοτε τα προσπερνά με μια σύντομη αναφορά, πάντα όμως τα ενσωματώνει στην καθημερινότητα των ηρώων του. Η επίσκεψη του Βενιζέλου στην Αλεξάνδρεια το 1915 γίνεται η αφορμή για να μιλήσει ο συγγραφέας για την κόντρα μεταξύ βασιλικών και βενιζελικών (η οποία μεταφέρθηκε από τον Ελλαδικό χώρο στο εργοστάσιο του Αντώνη ή στα μαγαζιά της ελληνικής παροικίας). Ενώ η ζωή των αγοριών της οικογένειας που έχουν πάει στη Γερμανία για σπουδές, τον βοηθά να καταγράψει την άνοδο του ναζισμού.

Η ιστορία του Μάχου, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το πατρικό σπίτι και να «εξοριστεί» στο Μόναχο εξαιτίας της ομοφυλοφιλίας του, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Στεφανάκης στο πρόσωπο του δευτερότοκου γιου του καπνοβιομηχάνου Αντώνη Χάραμη, φωτίζει όλες τις αντιφάσεις και την υποκρισία του ναζισμού. Ένας ομοφυλόφιλος άντρας, μετανάστης στη Γερμανία του '30, γιος ενός επιχειρηματία που συνεργάζεται στενά με τους Βρετανούς κι έχει Εβραία νύφη, ανεβαίνει τις βαθμίδες ενός καθεστώτος που κυνηγά ανελέητα τους Εβραίους, τους ομοφυλόφιλους και μάχεται την Αγγλία. Οι επιστολές που έστελνε στη μητέρα του ο Μάχος είναι ενδεικτικές του πως ένα μεγάλο κομμάτι της αριστοκρατίας θαμπώθηκε τότε από τη σκοτεινή γοητεία του Χίτλερ, ο οποίος έκρυβε την φρικιαστική του ατζέντα πίσω από υποσχέσεις για εξυγίανση της διεφθαρμένης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Ωστόσο, όλα τα πρόσωπα επισκιάζονται από την αληθινή ηρωίδα του βιβλίου που δεν είναι άλλη από την ίδια την Αλεξάνδρεια. Μια διπρόσωπη, αισθησιακή πόλη, που αναζητά το φλερτ στα κοσμικά σαλόνια των πιο εντυπωσιακών επαύλεων, αλλά και την ηδονή σε σκοτεινές οκέλες, πάνω στα σκληρά σεντόνια μιας Αιγύπτιας πόρνης. Εδώ η κλασική μουσική που ακούγεται από κατάφυτους κήπους γεμάτους αρχαία αγάλματα στο Καρτιέ Γκρεκ μπλέκεται με τη φωνή του μουεζίνη που καλεί τους πιστούς για προσευχή στον Αλλάχ. Τα καραβάνια της ερήμου διασταυρώνονται με εντυπωσιακές Ρολς Ρόις. Η πνιγηρή αμμοθύελλα που έρχεται από την καυτή έρημο υποχωρεί από το δροσερό βοριαδάκι της Μεσογείου. Η πόλη βομβαρδίζεται το βράδυ από τα ιταλικά μαχητικά του άξονα και το πρωί απολαμβάνει τη θερινή ραστώνη σε χρυσαφένιες αμμουδιές, ενώ η μπάντα στην προκυμαία παίζει τζαζ. Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο με κοσμοπολίτικες περιγραφές, ξενοδοχεία με πολυελαίους και κατάφωτες σάλες, υπέροχα σπίτια και εστιατόρια... Ένας κόσμος που εξαφανίστηκε όταν παρήκμασαν οι ναυτικές αυτοκρατορίες, οι οποίες αποτελούσαν το θεμέλιο του κοσμοπολιτισμού. Όπως κάποια στιγμή λέει εύστοχα ο Λιβανέζος Ελιάς «κανείς μας δεν συμπαθούσε τους Εγγλέζους. Χωρίς αυτούς όμως άνθρωποι σαν κι εμάς δεν θα είχαν καμία τύχη στη Μεσόγειο». Η ομορφιά της Αλεξάνδρειας ξέφτισε όταν η πόλη έφυγε από τη σφαίρα επιρροής της Βρετανίας. Ο εθνικισμός φούντωσε, ο Νάσερ εθνικοποίησε κάθε εργοστάσιο που δεν ανήκε σε Αιγύπτιο και οι άλλοτε πανίσχυρες οικογένειες που δεν είχαν προνοήσει να εγκαταλείψουν την πόλη εγκαίρως έχασαν τα πάντα. Τα παλάτια τους αποδείχτηκε ότι ήταν χτισμένα στην άμμο... 



Πάει καιρός που έχω τελειώσει Το σπίτι του Τεμένους του Κάντερ Αμπντολάχ (εκδ. Καστανιώτη). Δεν ήθελα να γράψω γι' αυτό αμέσως. Το επέλεξα μετά το κόμικ Persepolis της Μαργιάν Σατραπί και ήταν μια απίστευτη έκπληξη. Το ερωτεύθηκα από την πρώτη σελίδα. Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό βιβλίο, τόσο καλογραμμένο και συγκλονιστικό που εύκολα θα το έβαζα μέσα σε μια λίστα με τα καλύτερα που έχω διαβάσει ποτέ.

Δεν είναι μονάχα η ιστορία που ο βραβευμένος Ιρανός συγγραφέας, ο οποίος τα τελευταία 23 χρόνια ζει εξόριστος στην Ολλανδία, αφηγείται αριστοτεχνικά, σαν ένα άγριο παραμύθι που σε στοιχειώνει. Είναι οι δυνατοί ήρωες, οι μαγικές περιγραφές των ιρανικών τοπίων και της μυστικιστικής καθημερινότητας σε ένα τέμενος. Ο τυφλός μουεζίνης που φτιάχνει στα υπόγεια κεραμικά δοχεία, ο γιος του που γίνεται κομμουνιστής αντάρτης στα βουνά, οι δύο γιαγιάδες που πλένουν τον άβουλο ιμάμη πριν την προσευχή και εγκαταλείπουν το σπίτι για να πάνε να πεθάνουν στη Μέκκα... Ο επαναστάτης Χαλχάλ που όταν παίρνει την εξουσία σκορπίζει το θάνατο, η Σαύρα, το ανάπηρο παιδί του, η Ζινάτ η οποία έμεινε χήρα κι έγινε δήμιος βασανίζοντας με φανατισμό γυναίκες που δεν φορούσαν σωστά τη μπούργκα. Και πάνω απ' όλους ο Αγάς Τζαν, ο αρχηγός της φαμίλιας και του τεμένους. Ένας ακέραιος, καλός άνθρωπος που βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα. Ένα γέρικο δέντρο που λυγίζει σοφά στον άνεμο για να μην σπάσει. Ο Αγάς Τζαν για μένα συμβολίζει ό,τι καλύτερο κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, που όσο κι αν τον τυραννούν οι αντιξοότητες της ζωής, τα άγρια γυρίσματα της ιστορίας, καταφέρνει να λάμψει, να αναστηθεί και να χτίσει από την αρχή όσα οι άλλοι γκρεμίζουν.

Το μυθιστόρημα ουσιαστικά καταγράφει την ιστορία της Ιρανικής Επανάστασης, από τον διωγμό του σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, το 1979, και την άνοδο του Αγιατολάχ Χομεϊνί. Ο Κάντερ Αμπντολάχ φωτογραφίζει τη βιαιότητα της επανάστασης και την κυριαρχία ενός θεοκρατικού καθεστώτος, το οποίο εκδίωξε άγρια ακόμα και εκείνους που το στήριξαν για να έρθει στην εξουσία. Η ζωή στο φιλήσυχο τέμενος ανατρέπεται και μέσα στην αυλή του τα μέλη μιας οικογένειας διχάζονται όπως ολόκληρο το Ιράν. Αδερφός καρφώνει αδερφό, μάνα γυρίζει την πλάτη στο παιδί της, συγγενείς γίνονται εχθροί, άνθρωποι που μέχρι χθες έτρωγαν στο ίδιο πιάτο περνούν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Παρόλα αυτά δεν είναι ένα βιβλίο για τον φανατισμό, είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά με τον πιο ζόρικο τρόπο για την αγάπη. Όχι την ερωτική, αλλά την ανθρώπινη. Αυτή που σηκώνει γέφυρες κι ανοίγει δρόμους, ακόμα κι όταν όλα γύρω σου καταρρέουν.

Είχα καιρό να κλάψω με βιβλίο. Και μου συνέβη στο πιο λάθος μέρος, στη μέση μιας παραλίας γεμάτης κόσμο. Η σκηνή που ο Αγάς Τζαν ψάχνει μέσα στην άγρια νύχτα τάφο για τον εκτελεσμένο γιο του είναι κάτι παραπάνω από συγκλονιστική. Στα χωριά που μεγάλωσε, στη μικρή του πατρίδα, οι συγχωριανοί του τον πετροβολούν, τα σκυλιά αλυχτούν στο πέρασμά του και τον κατατρέχουν. Οι πόρτες κλείνουν για τον άλλοτε πανίσχυρο κι αξιοσέβαστο άντρα και η γη που αγάπησε αρνείται να φιλοξενήσει τον... άτιμο γιο του, ο οποίος εκτελέστηκε ως εχθρός του καθεστώτος και δεν έχει δικαίωμα ούτε στις τιμές της ταφής.

Το τέλος είναι λυτρωτικό και όμορφο σαν την άνοιξη που έρχεται φορτωμένη με άνθη κερασιάς και απίστευτες ευωδιές για να μας κάνει να ξεχάσουμε τις καταιγίδες του χειμώνα. Σαν μια βασανισμένη χώρα που έχει μάθει να επουλώνει τις άσχημες πληγές της, να σηκώνει το κεφάλι ψηλά και να προχωρά με θάρρος προς το αβέβαιο μέλλον της.

Υ.Γ. Το ψευδώνυμο Κάντερ Αμπντολάχ προέκυψε από το συνδυασμό των ονομάτων δυο εκτελεσθέντων Κούρδων φίλων του. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μία ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας στην εφημερίδα Το Βήμα.



Την περασμένη εβδομάδα έπρεπε να βρω κάποια χαρτιά που χρειαζόμουν στο αρχείο του παππού μου. Πήγα για πέντε λεπτά στο κλειστό πια σπίτι κι έκατσα τρεις ώρες. Ήταν πάντα φοβερή απόλαυση να ψάχνω τα πράγματά του. Ακόμα κι όταν ζούσε. Μανικετόκουμπα, καπέλα, ξυράφια σε δερμάτινες θήκες, πυξίδες, παλιά γράμματα, κιτρινισμένα αποκόμματα από εφημερίδες, κουτιά γεμάτα ασπρόμαυρες φωτογραφίες δεμένες με σπάγκο. Εικόνες και αντικείμενα από το παρελθόν. Σκόρπιες λέξεις από ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ. Ιστορίες που έμειναν μονάχα στο συρτάρι και στα λόγια. Στις διηγήσεις.

Η Σύρος του '30. Η Σαντορίνη του '50. Ο Πειραιάς του '60. Η Αθήνα της δικτατορίας. Οι πόλεμοι και οι φίλοι που χάθηκαν. Παιδιά που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν κι έμειναν για πάντα να χαμογελάνε μαγκωμένα πίσω από τη ζελατίνα του άλμπουμ. Κορίτσια που παίζουν χαρτιά και πίνουν παγωμένες βυσσινάδες στα φερ φορζέ της βεράντας. Ναύτες με τη στολή μπροστά από ένα τάβλι και εικοσάρηδες με μπριγιαντίνη και γαμπριάτικη γαρδένια στο πέτο. Όλοι οι τύποι που βλέπω στις φωτογραφίες μου φαίνονται Γιούγκερμαν. Με τα κοστούμια τους, τα καπέλα τους, τη γραβάτα σφιχτά δεμένη και το τσιγάρο στο στόμα στραβά. Πειραιώτικα. Και οι τόποι που ζούσαν -τα σπίτια, οι αυλές, τα λιμάνια, οι δρόμοι, τα γραφεία, οι σταθμοί- σαν να τους περιγράφει στις σελίδες του ο Καραγάτσης.

Το Ακταίον στο Φάληρο, η Καστέλλα, τα καφενεδάκια στο Τουρκολίμανο. Παλιά ποντοπόρα πλοία, ψαρόβαρκες, γκαζάδικα αγκυροβολημένα στα ανοιχτά περιμένοντας υπομονετικά τη σειρά τους να μπουν στο Νεώριο, στου Ανδρεάδη ή στου Σκαραμαγκά. Ποστάλια που έφευγαν από τον Πειραιά φορτωμένα με κόσμο κι εμπορεύματα και κάθε που έπιαναν λιμάνι στα νησιά γινόταν γιορτή. Μαζί με τους ανθρώπους που πήγαιναν κι έρχονταν, ξεφόρτωναν στις βάρκες εφημερίδες, την πραμάτεια της εβδομάδας και έφερναν νέα από την πόλη που είχαν πια μπαγιατέψει...

Δεν ξέρω γιατί, αλλά φέτος έχω απίστευτη ανάγκη να διαβάσω τέτοια βιβλία. Παλιακά και κοσμοπολίτικα. Λίγο μποέμ και λίγο αλήτικα. Σαν τον σοφιστικέ Καραγάτση που του άρεσε λέει να οδηγεί στην Αθήνα και να τσακώνεται, να κατεβαίνει στα φανάρια και να δέρνει τον πίσω οδηγό που του κόρναρε νευρικά. Θέλω να ξαναπιάσω τον Γιούγκερμαν (εκδ. Εστία) που τον είχα αρχίσει κάποτε, πολλά χρόνια πριν, και τον είχα αφήσει. Να επιστρέψω στον Λαπαθιώτη (Τα μαραμένα μάτια, εκδ. Ερατώ) και να κρυφοκοιτάξω τις επιστολές του Καββαδία στην αδερφή και τις ανιψιές του (Γράμματα στην αδελφή του Τζένια και στην Έλγκα), αλλά και εκείνες που έστελνε η Μάτση Χατζηλαζάρου στον Εμπειρίκο (και τα δύο από τις εκδόσεις Άγρα).

Εκτός απ' αυτά, στο κομοδίνο έχω ήδη φτιάξει μια στοίβα με σύγχρονα βιβλία που σε ταξιδεύουν σε εκείνη την εποχή. Αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του '50. Τώρα διαβάζω και το απολαμβάνω τις Μέρες Αλεξάνδρειας του Δημήτρη Στεφανάκη (εκδ. Ψυχογιός) και στη σειρά περιμένουν το Φιλμ Νουάρ του ίδιου, η μυθιστορηματική βιογραφία της Άννας Σικελιανού (Ο έρωτας και το όνειρο, εκδ. Καστανιώτη) και το Ξιφίρ Φαλέρ της Αθηνάς Κακούρη (εκδ. Καστανιώτη).

Υ.Γ. Έτσι, για τη μυρωδιά, στη βαλίτσα του Αυγούστου θα πάρω και το υπέροχο Λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη.

Ένας μανιακός αναγνώστης αστυνομικής λογοτεχνίας που αγοράζει κυριολεκτικά τα βιβλία του με το κιλό από το παλαιοβιβλιοπωλείο της γειτονιάς του, βρίσκεται μπλεγμένος σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Πρέπει να επιστρατεύσει όσα έχει μάθει όλα αυτά τα χρόνια διαβάζοντας για να αποδείξει την αθωότητά του. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η ιστορία που αφηγείται ο Karim Miské στο πρώτο του μυθιστόρημα Arab Jazz (εκδ. Πόλις).  

Ο Αχμέντ Ταρουντάν ζει απομονωμένος στη μικρή γκαρσονιέρα του στο 19ο διαμέρισμα του Παρισιού. Όλοι οι τοίχοι του σπιτιού είναι καλυμμένοι απ' άκρη σ΄ άκρη με στοίβες βιβλίων. Ελρόι, Κόνελι, Κόρνγουελ, Κομπέν κ.ά. «Τα πρωινά που βγαίνει από το σπίτι, αγοράζει την Παριζιέν. Κι ένα σωρό αγγλοαμερικανικά αστυνομικά μαζικής παραγωγής. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ονόματα μπερδεύονται στο μυαλό του, τόσο απαράλλαχτα του φαίνονται τα βιβλία που διαβάζει. Και αυτό ακριβώς ψάχνει. Να ξεχαστεί, ρουφώντας ολόκληρο τον κόσμο σε μια ιστορία χωρίς τέλος, γραμμένη από διαφορετικούς συγγραφείς».

Μια μέρα, ξυπνώντας, βγαίνει για να πιει τον καφέ του στη βεράντα. Κοιτά αφηρημένα τη γειτονιά μπροστά του και ταξιδεύει με το νου στην πατρίδα του, πετά σαν γύπας πάνω από τους αμμόλοφους του Μαρόκου, όταν μια σταγόνα αίμα λεκιάζει την κελεμπία του. Κοιτά προς τα πάνω και βλέπει το πτώμα της γειτόνισσας και φίλης του Λορά, να κρέμεται στο κενό. Ένα φρικτό θεατρικό σκηνικό που μόνο κάποιος παρανοϊκός σαν τους serial killers στα βιβλία που διαβάζει θα μπορούσε να έχει σκεφτεί. Ο Αχμέντ ανεβαίνει στο διαμέρισμα της φίλης του. Δεν είναι η πρώτη φορά, άλλωστε είχε δικό του κλειδί. Όταν εκείνη έλειπε συχνά εξαιτίας της δουλειάς της (ήταν αεροσυνοδός), εκείνος φρόντιζε τις ορχιδέες της. Φτάνοντας, ανακαλύπτει ότι η πόρτα είναι μισάνοιχτη, αλλά όχι παραβιασμένη. Σε μια γωνιά του σαλονιού το τραπέζι είναι στρωμένο για δύο, με ένα ωμό κομμάτι χοιρινού στο κέντρο, μέσα σε μια πιατέλα με αίμα. Ένα μαχαίρι είναι καρφωμένο πάνω στο κρέας. Ο Αχμέντ αποσβολωμένος βγαίνει στη βεράντα όπου βλέπει τη φίλη του σφαγμένη, με πολλές μαχαιριές στα γεννητικά της όργανα, κρεμασμένη με σύρματα στο κενό. Μέσα στον πανικό του ο Αχμέντ βρίσκει τα άνθη από τις τρεις ορχιδέες κομμένα και τοποθετημένα συμβολικά, να σχηματίζουν έναν κύκλο. Χωρίς να αγγίξει τίποτα, όπως θα έκανε ένας έξυπνος ήρωας αστυνομικής λογοτεχνίας, κατεβαίνει γρήγορα στο σπίτι του και κρύβει σε μια σακούλα τη ματωμένη κελεμπία. Έχοντας εμπειρία σε τέτοιες ιστορίες από τη λογοτεχνία, γνωρίζει ότι είναι ο κύριος ύποπτος αφού έχει το κλειδί και η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Παράλληλα, δεν έχει άλλοθι, αφού κανένας δεν μπορεί να αποδείξει ότι κοιμόταν όταν έγινε το έγκλημα. Το επόμενο πρωί καίει σε έναν παράδρομο της εθνικής οδού την κελεμπία του και επιστρέφοντας σπίτι αποφασίζει να παριστάνει ότι δεν γνωρίζει τίποτα σε σχέση με τη δολοφονία. Έτσι όταν οι δύο αστυνομικοί που έχουν αναλάβει την υπόθεση τον συναντούν στην είσοδο της πολυκατοικίας υποδύεται τον σοκαρισμένο.

Το Arab Jazz είναι ένα πολύ ενδιαφέρον νουάρ μυθιστόρημα με δυνατούς ήρωες: Ο Αχμέντ που έχει κλειστεί στον εαυτό του και διαβάζει με πάθος. Δεν εργάζεται και ζει από ένα επίδομα που παίρνει, αφού στο παρελθόν έπασχε από κατάθλιψη και είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο. Η μητέρα του επίσης νοσηλεύεται με βαριά ψύχωση και απαγορεύεται να τη δει γιατί είναι επικίνδυνη. Η Ρασέλ και ο Ζαν, οι αστυνομικοί που ερευνούν την υπόθεση. Δυο μοντέρνοι άνθρωποι κοντά στα 30 που έχουν τις ανησυχίες όσων ζουν σε μια μεγαλούπολη του σήμερα: χαμηλοί μισθοί, πολλές ώρες δουλειάς, προβληματική προσωπική ζωή, ανούσια one night stands, δεσμοφοβία, και τεράστιες άμυνες σε οποιονδήποτε πάει να αγγίξει ευαίσθητες χορδές που έχουν κρύψει για τα καλά από καιρό.

Το πιο δυνατό όμως στοιχείο του βιβλίου το δίνει η ίδια η αστυνομική υπόθεση που οι τρεις αυτοί τύποι ερευνούν. Μάρτυρες του Ιεχωβά, Εβραίοι, εξτρεμιστές μουσουλμάνοι, ραπ συγκροτήματα, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, όλοι χορεύουν σε ένα παρανοϊκό σύστημα που βάζει τις διαφορετικές θρησκείες ή αιρέσεις μπροστά για να κρύψει μια καλά οργανωμένη επιχείρηση διακίνησης ναρκωτικών: ενός ολοκαίνουριου χαπιού τύπου ecstasy που σε κάνει να νιώθεις Θεός.

Οι περιγραφές του πολυφυλετικού Παρισιού είναι υπέροχες, όπως και το μήνυμα για τον φανατισμό που σου μένει διαβάζοντας το βιβλίο. Μέσα από τα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην ιστορία αποδεικνύεται αυτό που ισχύει και στην αληθινή ζωή: «Το κακό δεν μπορείς να το δεις ολόκληρο και με την πρώτη». Για να βρεις την αλήθεια χρειάζεται να ενώσεις πολλά κομμάτια του παζλ, να κοιτάξεις τα πράγματα με καθαρό μάτι, χωρίς προκαταλήψεις που θολώνουν και παραμορφώνουν την εικόνα. Στο τέλος, θυμώνεις με την υποκρισία και την υστερία των θρησκευτικών οργανώσεων και τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να μετατρέψουν τους ανθρώπους σε έρμαια, να φυράνουν το μυαλό τους και να οξειδώσουν το αισθητήριο της αντίληψής τους.

Υ.Γ. Το βιβλίο έχει τη δική του playlist. Έντεκα τραγούδια που μπορείτε να ακούσετε στα βίντεο που ακολουθούν.

Pissing in a river - Patti Smith

It's Magic - Dinah Washington

La Femme des uns sous le corps des autres - Serge Gainsbourg

Glory Box - Portishead

Sidiki - Les Ambassadeurs Internationaux

Dil Cheez - Bally Sagoo

Religion - Public Image Limited

Sympathy for the Devil - The Rolling Stones

J'ai rencontré l'homme de ma vie - Diane Dufresne

Melody - Serge Gainsbourg

Quais ouais - Booba


Ιράν 1980. H δεκάχρονη Μαργιάν αναγκάζεται να φορέσει για πρώτη φορά μπούργκα. Δυστυχώς αυτό είναι το μικρότερο από τα δεινά που τα επόμενα χρόνια θα υποστεί, μεγαλώνοντας σε μια χώρα όπου βασιλεύει η παράνοια.

Ένα χρόνο πριν, το 1979, ο Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, βασιλιάς του Ιράν από το 1941, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα μετά από απαίτηση του λαού. Οι Ιρανοί που δεν άντεχαν άλλο την καταπίεση και τις έντονες αμερικανικές παρεμβάσεις στη χώρα τους, έριξαν τον σάχη με συνεχόμενες, δυναμικές διαδηλώσεις και απεργίες. Ο Παχλαβί, αχυράνθρωπος των ΗΠΑ, είχε εκδυτικοποιήσει την Τεχεράνη, όχι όμως και την επαρχία στην οποία έκαναν κουμάντο οι αγιατολάδες. Η χώρα βρισκόταν σε μία διαρκή σύγκρουση: Από τη μια οι εκσυγχρονιστές οπαδοί του αλαζονικού σάχη που ξεπουλούσαν τον πλούτο της χώρας στους Αμερικανούς και από την άλλη ο αγανακτισμένος λαός και οι φανατικοί θρησκευτικοί ηγέτες του Ισλάμ.

Την 1η Φεβρουαρίου του 1979 επιστρέφει στην Τεχεράνη μετά από μακρόχρονη εξορία ο Αγιατολάχ Χομεϊνί και ύστερα από δημοψήφισμα αναλαμβάνει τα ηνία της χώρας. Μέσα σε μια νύχτα ολόκληρο το Ιράν είναι λες και καλύφθηκε από ένα κατάμαυρο τσαντόρ. Η θεοκρατική κυβέρνηση του Χομεϊνί δείχνει το αληθινό πρόσωπο της επανάστασης. Οι φανατικοί ισλαμιστές βγαίνουν στο δρόμο και διώκουν γυναίκες επειδή δεν φορούν μπούργκα, συλλαμβάνουν ως εχθρούς του Ισλάμ τους αριστερούς που είχαν στηρίξει την επανάσταση, εκτελούν εν ψυχρώ οποιονδήποτε είχε συνεργαστεί με το καθεστώς του σάχη, κλείνουν σχολεία και πανεπιστημιακά ιδρύματα, ποινικοποιούν το αλκοόλ και δεν διστάζουν ακόμα και να πετάξουν από το μπαλκόνι φοιτητές που συνελήφθησαν να κάνουν κρυφά πάρτι στο σπίτι τους.

Οι φανατικοί αγιατολάδες και οι ιμάμηδες στα διάφορα τεμένη του κράτους προσηλυτίζουν διαρκώς νέα μέλη, ζητώντας τους να καταδώσουν ακόμα και τον πατέρα, τη μάνα ή τα ίδια τους τα παιδιά αν δεν υπακούν με το καθεστώς του Χομεϊνί.



Η Μαργιάν Σατραπί (Marjane Satrapi) στο αυτοβιογραφικό graphic novel Persepolis (εκδ. Vintage - στα ελληνικά κυκλοφορεί σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Ηλίβατον) καταγράφει όλα αυτά τα γεγονότα με ανατριχιαστικά και πανέμορφα, ασπρόμαυρα σκίτσα. Η άνοδος του Χομεϊνί στην εξουσία, η εισβολή των εξτρεμιστών φοιτητών στην αμερικανική πρεσβεία του Ιράν και η απαγωγή 52 Αμερικανών πολιτών για ενάμιση χρόνο, ο πόλεμος με το Ιράκ, οι άγριες διώξεις των αριστερών αλλά και όσων αρνούνταν να αποδεχτούν τον φανατισμό του νέου καθεστώτος και φυσικά την απόλυτη καταπάτηση κάθε ανθρώπινου δικαιώματος στο όνομα της επανάστασης... Στις σελίδες του κόμικ παρακολουθούμε την ιστορία του Ιράν μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού που αφήνει την παιδική του αθωότητα και μπαίνει βίαια στην εφηβεία. Παράλληλα όμως με την αγριότητα απολαμβάνουμε μέσα από σκίτσα με πολλή τρυφερότητα και χιούμορ τις σκέψεις ενός παιδιού που προσπαθεί να βρει τη θέση, το ρόλο και την ταυτότητά του μέσα στο χάος. Πώς ένα κορίτσι που λατρεύει τους Iron Maiden και τους Bee Gees, φοράει μπουφάν με κονκάρδα του Μάικλ Τζάκσον πάνω από τη μαντίλα και αγοράζει κασέτες της Κιμ Γουάιλντ στη μαύρη αγορά, βιώνει την απόλυτη τρέλα ενός καθεστώτος το οποίο μαχαιρώνει αδίστακτα οποιονδήποτε δεν θέλει να ζήσει κάτω από την μπότα του Ισλάμ;



Το Persepolis είναι είναι συγκλονιστικό γιατί δείχνει χωρίς πολλά λόγια, πόσο αναλώσιμη είναι η ζωή ενός ανθρώπου που είχε την ατυχία να γεννηθεί σε μια χώρα με πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου. Η Σατραπί με αυτό το βιβλίο αποδεικνύει ότι πίσω από τις μαντίλες, τα τεμένη, τις δολοφονίες, τους φανατικούς καμικάζι, τις βόμβες του Ιράκ, τα ερείπια των βομβαρδισμένων σπιτιών που για χρόνια βλέπαμε στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ του CNN, κρύβονταν εκατομμύρια άνθρωποι σαν εμάς που διεκδικούσαν ακόμα κι όταν όλα γύρω του κατέρρεαν κυριολεκτικά μια φυσιολογική καθημερινότητα.

Υ.Γ. Για να δείτε το τρέιλερ της ταινίας Persepolis, η οποία βασίστηκε στο graphic novel κάντε κλικ εδώ: