Ένας σταρ του Χόλιγουντ πεθαίνει πάνω στη σκηνή παίζοντας τον Βασιλιά Ληρ. Μερικές ώρες μετά μια πανδημία γρίπης σαρώνει όλο τον κόσμο, καταλύοντας μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες τον πολιτισμό. Το ρεύμα και το νερό κόβονται σταδιακά, τα σούπερ μάρκετ κλείνουν, οι αποθήκες ειδών πρώτης ανάγκης αδειάζουν, τα αεροπλάνα καθηλώνονται στα αεροδρόμια, οι αυτοκινητόδρομοι γίνονται ένα ασάλευτο γυαλιστερό ποτάμι από καυτή λαμαρίνα, οι μοναδικοί επιζώντες προσπαθούν να τους διασχίσουν ανάμεσα στα εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα που δεν μπορούν να κινηθούν λόγω έλλειψης καυσίμων. Το 95% του παγκόσμιου πληθυσμού πεθαίνει από το φονικό ιό γρίπης της Γεωργίας ή τις κακουχίες ή τις ληστείες από συμμορίες που λυμαίνονται τις μητροπόλεις.

Η Εmily St. John Mandel από τον Καναδά, στο μυθιστόρημά της Σταθμός Έντεκα (εκδ. Ίκαρος), χτίζει μια δυστοπία από αυτές που που σε μαγεύουν από την πρώτη σελίδα και σε αναγκάζουν ακόμα και εν μέσω εξεταστικής να κλέψεις χρόνο για να την απολαύσεις. Ο ρυθμός και το στυλ γραφής είναι δυνατά, η μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη προσεγμένη και λιτή, το εξώφυλλο του βιβλίου υπέροχο όπως όλα όσα φιλοτεχνεί ο Χρήστος Κούρτογλου για την πολύ φιλόδοξη σειρά ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Ίκαρος.


Το πρώτο μέρος του βιβλίου που περιγράφει τις στιγμές μετά το ξέσπασμα της γρίπης είναι καταιγιστικό. Το δεύτερο μέρος που πρόκειται για ένα flashback στη ζωή του ηθοποιού Άρθουρ Λιάντερ, ο οποίος παθαίνει καρδιακή προσβολή την ώρα που ερμηνεύει Σαίξπηρ σε κάποιο κεντρικό θέατρο του Τορόντο, είναι άνισο. Ο αναγνώστης περνά πολύ γρήγορα σε μια σαφώς πιο αργή αφήγηση, μέσα από την οποία η συγγραφέας προσπαθεί -όχι πολύ επιτυχημένα- να χτίσει τους χαρακτήρες των ηρώων. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η αδυναμία του βιβλίου: Η Mandel δεν δημιουργεί αξιομνημόνευτους χαρακτήρες που θα κάνουν αυτό το απολαυστικό βιβλίο ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, αλλά μάς χαρίζει μια δυνατή πλοκή και μάλιστα το κάνει χρησιμοποιώντας μια ωραία γλώσσα, λογοτεχνικές περιγραφές που σε ταξιδεύουν, σου δημιουργούν συναισθήματα και σε κάνουν να νοσταλγείς τον παλιό κόσμο που κατέρρευσε σαν πύργος στην άμμο από ένα κύμα γρίπης. Στην πορεία η αφήγηση βρίσκει ξανά το ρυθμό της και, στα τελευταία κεφάλαια όπου όλα δένουν, απογειώνεται.



Βρήκα το εύρημα που χρησιμοποίησε η συγγραφέας για να ενώσει τις ιστορίες με ένα σαιξπηρικό νήμα, οι άκριες του οποίου ξεκινούν και καταλήγουν στο θέατρο, πολύ ενδιαφέρον. Κεντρική ηρωίδα είναι η Κίρστεν, ένα οκτάχρονο κορίτσι που συμμετέχει στην παράσταση του Άρθουρ Λιάντερ, το οποίο έχει καταφέρει να επιζήσει και ως ενήλικη είναι ηθοποιός σε μια περιπλανώμενη θεατρική ομάδα που ταξιδεύει στη ζούγκλα του νέου πρωτόγονου κόσμου παίζοντας Σαίξπηρ στους δρόμους, για να θυμίσει στους επιζώντες τη μαγεία της Τέχνης. Διότι η επιβίωση από μόνο της δεν είναι αρκετή. Ο Σαίξπηρ είναι ο συνεκτικός κρίκος, η ραχοκοκαλιά του βιβλίου γύρω από την οποία κινούνται όλοι οι ήρωες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Τα πρόσωπα της αφήγησης μετά την κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού ζουν σε έναν κόσμο που θυμίζει πολύ εκείνον της Μαύρης Πανώλης -η οποία τον Ύστερο Μεσαίωνα (1347 μ.Χ.), σε συνδυασμό με τις πλημμύρες και τον Εκατονταετή Πόλεμο μεταξύ των βασιλείων Αγγλίας και Γαλλίας, εξόντωσε από το 1300 έως το 1450 τα δύο τρίτα του πληθυσμού στη Δυτική Ευρώπηi. Όπως και τότε η πανούκλα οδήγησε τους επιζώντες σε μαζική υστερία και σε έναν μυστικισμό που ευνόησε τη γέννηση βίαιων αιρέσεων και ψευδοπροφητών, έτσι και ο νέος κόσμος της Mandel μετά τη γρίπη μαστίζεται από έναν παρανοϊκό προφήτη που στοχοποιεί την Περιπλανώμενη Συμφωνία. Η συγγραφέας στηρίζεται στα πολιτισμικά δεδομένα εκείνης της περιόδου κατά την οποία γεννήθηκε το θέατρο στους δρόμους από περιπλανώμενες ομάδες, πριν ιδρυθούν στα χρόνια του Σαίξπηρ οι πρώτες σκηνές, αλλά και στις επιρροές που άσκησε το δεύτερο κύμα του Μαύρου Θανάτου στο έργο του Βάρδουii. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Σαίξπηρ μετά τα νέα κρούσματα Πανώλης του 1592, η οποία οδηγεί στο κλείσιμο των θεάτρων έως το 1594 αφού ο κόσμος απέφευγε τις συναθροίσεις, αναγκάζεται με την ομάδα του να παίξει τα έργα του στους δρόμους πριν κατασκευάσει το 1598 ένα ξύλινο θέατρο, τη Σφαίρα, στη νότια όχθη του Τάμεσηiii.



ΥΓ. Ο Σταθμός Έντεκα μου θύμισε πολύ δύο άλλες δυστοπίες: Τη Χρονιά της Ερήμου του Πέδρο Μαϊράλ (εκδ. Πόλις) που είναι εμπνευσμένη από την οικονομική κατάρρευση της Αργεντινής το 2001 και Τα Παιδιά των Ανθρώπων της P. D. James (εκδ. Καστανιώτη). Και τα τρία αυτά βιβλία δεν είναι χολιγουντιανού στυλ δυστοπίες, γραμμένες μόνο για να γίνουν ταινία όπως ο πολύ κακός Κατακλυσμός του Στέφεν Μπάξτερ, αλλά έχουν μια λογοτεχνική πατίνα που δεν δημιουργεί στον αναγνώστη την αίσθηση ότι καταναλώνει ένα πλαστικό χιλιοθερμιδικό μπέργκερ με ισχυρές δόσεις ηδονικού τρόμου και εντυπωσιακών εφέ σε κάποιο αμερικανικό fast food. Με τούτα και με 'κείνα μου άνοιξε η όρεξη για την Πλημμύρα του James Ballard (εκδ. Αίολος).

Πηγή: 
iBurns E. M., Eυρωπαϊκή Ιστορία – Ο Δυτικός Πολιτισμός: Νεότεροι Χρόνοι, Επίκεντρο.
iiKermode Frank, Όλος ο κόσμος μια σκηνή: Η εποχή του Σαίξπηρ, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
iiiSutherland John, Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας, Πατάκης.   

Ξύλινα παλιά τραπέζια, πορσελάνινα φλιτζάνια με αχνιστό καφέ ή τσάι, αφράτα μάφινς, τάρτες κολοκύθας και ανοιχτά βιβλία. Βικτωριανά σπίτια στην αγγλική εξοχή σαν αυτά που έχουμε αγαπήσει από τις ιστορίες του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ με τον Σέρλοκ Χολμς. Μονοπάτια μέσα στο δάσος που φέρνουν στο νου τους περιπάτους της Σεσίλια και του Ρόμπι Τέρνερ στην Εξιλέωση του Ίαν Μακ Γιούαν. Φορτωμένες βιβλιοθήκες και κομψά σεκρετέρ με στοίβες από αδιάβαστα μυθιστορήματα. Αναμμένα τζάκια και αναπαυτικές πολυθρόνες που θα λάτρευε η Μις Μαρπλ. Γωνιές για διάβασμα μπροστά από μεγάλα παράθυρα που μοιάζουν σαν να βγήκαν από ιστορίες της Τζέιν Όστεν. Βαγόνια τρένων που διασχίζουν τη Σκοτία. Φρεσκοκομμένα τριαντάφυλλα από τον κήπο. Βιβλιοπωλεία και παλιά καπηλειά στις παραθαλάσσιες περιοχές της βρετανικού νότου, καμπάνες στην Προβηγκία, φούρνοι στο Λονδίνο και υπέροχα στιγμιότυπα από μια ονειρεμένη country style κουζίνα. Αυτός είναι ο υπέροχος κόσμος της Jo Rodgers που ανακάλυψα λίγες ημέρες πριν στο Instagram. Η διαχειρίστρια του account @jo_rodgers, είναι μια Αμερικανίδα που από το 2010 ζει στην Αγγλία. Εργαζόταν στον εκδοτικό οίκο Random House και το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται εξ αποστάσεως ως συντάκτρια με την αμερικανική Vogue. Οι φωτογραφίες της με ταξιδεύουν καθημερινά πίσω στο χρόνο, αφού καθεμία από αυτές μοιάζει σαν να έχει βγει από μυθιστόρημα του Γουίλκι Κόλινς.


Η ζωή της ήταν σαν μυθιστόρημα. Ο θάνατός της σαν θρίλερ. Η νεκρή Εβίτα Περόν περιπλανήθηκε για 16 χρόνια, ακολουθώντας τις αλλαγές στην ταραγμένη πολιτικά Αργεντινή. Αυτή την περιπλάνηση της ταριχευμένης σορού της περιγράφει με πολύ ιδιαίτερο κινηματογραφικό τρόπο, ο οποίος θυμίζει θεατρικό έργο, ο σκηνοθέτης Πάμπλο Αγουέρο στην ταινία Η Εβίτα δεν κοιμάται πια εδώ (Eva no duerme).

Δυνατό φιλμ, με ατμοσφαιρική (σκληρή) φωτογραφία που εστιάζει στις ερμηνείες των ηθοποιών, στις εκφράσεις των προσώπων τους. O 39χρονος Αγουέρο εμπνεύστηκε από το μυθιστόρημα Σάντα Εβίτα του Tomás Eloy Martínez (εκδ. Ωκεανίδα).

Συγκλονιστική η σκηνή με την ανάκριση του δικτάτορα που περιγράφει πώς οι φιλελεύθερες ΗΠΑ μέσω της στήριξης στρατιωτικών καθεστώτων προσπαθούσαν να φιλελευθεροποιήσουν δια της βίας την Αργεντινή. Ειδικά το σημείο όπου ο δικτάτορας λέει ότι η δημοκρατία χρειάζεται όπλα για να επιβληθεί και ότι για να εξυγιανθεί η οικονομία έπρεπε να ξεφορτωθούν το κοινωνικό κράτος. Σε μια φράση περιγράφεται όλη η «δημοκρατική» παράνοια που επιβλήθηκε στη Λατινική Αμερική τον 20ο αιώνα. Oι αντιφάσεις του φιλελευθερισμού σε ένα μόνο πλάνο.

Ταυτόχρονα, για να είμαι ακριβής, πρέπει να αναφέρω ότι η ταινία δεν κριτικάρει επί της ουσίας την Αγία Εβίτα. Δείχνει -με κινηματογραφικά ντοκουμέντα της εποχής- μονάχα όσα την έκαναν να γίνει θρύλος, χωρίς ωστόσο να περιγράφει τα αδιέξοδα του περονικού λαϊκισμού. Ούτε εξηγεί πώς ένας ολόκληρος λαός πλήρωσε ακριβά -όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε- την ανάγκη του να λατρέψει μια γυναίκα σαν θεά. Η ειδωλολατρία δεν οδηγεί πουθενά, οι «χαρισματικοί» ηγέτες που μαγεύουν τα πλήθη της εποχής τους, κλέβοντας όμως το budget των επόμενων γενεών, έχουν τεράστιο κόστος. Για το πόσο στοιχίζει η κοινωνική πολιτική που αγιοποιεί ηγέτες όταν αυτή δεν βασίζεται πουθενά η ταινία δεν μιλά.


To τρέιλερ της ταινίας Eva no duerme (Η Εβίτα δεν κοιμάται πια εδώ).

Ξενύχτησα διαβάζοντας τη «Σκοτεινή Ήπειρο: Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας» του Μαρκ Μαζάουερ (εκδ. Αλεξάνδρεια). Ένα ενδιαφέρον ιστορικό βιβλίο, στο οποίο ο συγγραφέας παρατηρώντας τις ευρωπαϊκές πολιτικές μεταλλάξεις, θέτει ένα διαυγές ερώτημα: είναι όντως η δημοκρατία η ψυχή της Ευρώπης;

Όσα η Ευρώπη ξόρκισε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, δεν ήταν, σύμφωνα με τον Μαζάουερ, απλώς παρεκκλίσεις από το δημοκρατικό δρόμο της, είναι αληθινές πληγές που καμουφλάρισε, σκοτεινές πτυχές της ταυτότητάς της τις οποίες σκέπασε μεταπολεμικά με πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας. Όσο αληθινή είναι η Ευρώπη των ιδεολογιών, της Αναγέννησης, της ανεξιθρησκείας, της Επιστημονικής Επανάστασης, του Διαφωτισμού, άλλο τόσο αληθινή είναι και η Ευρώπη του φασισμού, του ναζισμού ή του κομμουνισμού. Αληθινή είναι και η Ευρώπη της κρίσης προσθέτω εγώ, αληθινή τόσο και η οικονομική πολιτική της όσο και η μεταναστευτική -που οδηγούν ανθρώπους σε απόγνωση και μωρά στο θάνατο-, αληθινό και το νεο-ακροδεξιό φλερτ ενός αξιοσημείωτου ποσοστού των πολιτών της. Θα βρει τρόπους η Ευρώπη να εκλογικεύσει ξανά και αυτή τη μετάλλαξη (αν τελικά πρόκειται για μετάλλαξη της δημοκρατίας και όχι απλώς για ένα στοιχείο της σκοτεινής ταυτότητάς της που ήρθε στο φως). Το έχει κάνει ξανά.

Όπως γράφει ο Μαζάουερ: «Μετά το 1945 ο φασισμός παρερμηνεύθηκε κι αυτός ως ένα παθολογικό πολιτικό φαινόμενο, όπου φρενοβλαβείς δικτάτορες οδήγησαν εκμαυλισμένους, υπνωτισμένους λαούς στην καταστροφή. Όμως οι πληγές της ηπείρου δεν μπορούν να εκληφθούν ως έργο μιας χούφτας τρελών, ούτε οι τραυματικές εμπειρίες μπορούν να αποδοθούν στην ψυχασθένεια του Χίτλερ ή του Στάλιν. Είτε μας αρέσει είτε όχι, και ο φασισμός και ο κομμουνισμός συνιστούσαν πραγματικές προσπάθειες να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της μαζικής πολιτικής, της εκβιομηχάνισης και της κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν διέθετε πάντα όλες τις απαντήσεις».


Όπως η Ευρώπη σήμερα αντιμετωπίζει τις θηριωδίες του 20ου αιώνα ως το έργο μιας χούφτας παρανοϊκών έτσι και σε 50 χρόνια από τώρα πιθανόν να βλέπει τα νεκρά μωρά που είναι πια πάρα πολλά, ως απόρροια μιας παρανοϊκής πολιτικής (ή για την ακρίβεια ως απόρροια μιας ανύπαρκτης μεταναστευτικής πολιτικής) την οποία σαν υπνωτισμένη από το σοκ της οικονομικής κρίσης δεν απέτρεψε. Χρέος της Ιστορίας είναι να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Να μην εκλογικεύει, να μην επουλώνει πληγές, αλλά να εξηγεί όσα συνέβησαν και επιστημονικά να τα αναλύει.
Επειδή η φυσική κατάληξη της ιστορίας για μένα είναι πάντα η λογοτεχνία, διαβάζοντας για τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα στη Ρωσία, μου γεννήθηκε η ανάγκη να κατεβάσω από τη βιβλιοθήκη το μυθιστόρημα του Μπορίς Παστερνάκ «Δόκτωρ Ζιβάγκο» (εκδ. Ποταμός) και να το βάλω πάνω-πάνω στη λίστα με τα βιβλία που θέλω άμεσα να διαβάσω. Αμέσως μετά θα περάσω στα εξής μυθιστορήματα:
- «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά» του Λεονάρδο Παδούρα (εκδ. Καστανιώτη), το οποίο βασίζεται στη δολοφονία του Τρότσκι.
- «Η ζωή ενός αγνώστου άντρα» του Αντρέι Μακίν (εκδ. Καστανιώτη) για την πολιορκία του Λένινγκραντ. 
- «Παιδί 44» του Τομ Ρομπ Σμιθ (εκδ. Πατάκη). Ένα αστυνομικό page turner για τη μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση.

Ίσως να επιστρέψω πάλι στο πολύ αγαπημένο μου «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (εκδ. Θεμέλιο), ένα βιβλίο που θα έβαζα σίγουρα σε μία λίστα με τα 10 σπουδαιότερα βιβλία που έχω διαβάσει.

ΥΓ. Ένα εξαιρετικό, σχόλιο για την ταυτότητα της Ευρώπης έχει κάνει και ο Εντγκάρ Μωρέν στο μικρό βιβλίο «Ευρώπη: Πολιτισμός και βαρβαρότητα» (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), όπου όπως επισημαίνει, «η βαρβαρότητα συμπορεύτηκε με τον εκπολιτισμό και πολλές φορές υπήρξε η αιτία του». Ενώ απολαυστικός, όπως πάντα, είναι και ο Πασκάλ Μπρυκνέρ στην «Τυραννία της μεταμέλειας» (εκδ. Αστάρτη), ο οποίος εξηγεί ότι μπορεί η Ευρώπη να γέννησε τέρατα, ταυτόχρονα όμως μάς έδωσε τα διανοητικά όπλα για να τα νικήσουμε.

Όταν ξεκινούσα το πρωί με το ποδήλατο για το γιορτινό μπαζάρ των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης δεν περίμενα με τίποτα ότι στην Κλεισόβης στα Εξάρχεια θα γινόταν κυριολεκτικά ένα πάρτυ με live jazz από μία μπάντα, τραπέζια με κρασί, γλυκά και υπέροχα βιβλία που τα ήθελες όλα... Ο πεζόδρομος ήταν γεμάτος με κόσμο: παρέες φοιτητών, μεγαλύτεροι αναγνώστες, όλοι με τα μπουφάν μας και φορτωμένοι με τους τόμους μας, περιμέναμε υπομονετικά να πληρώσουμε για ώρες.

Ποιος να περίμενε τέτοια προσέλευση στο εβέντ ενός εξειδικευμένου εκδοτικού με επιστημονικά βιβλία; 
Ηθικό δίδαγμα 1ο: Κι όμως να που οι νέοι -ήταν η πλειοψηφία- όχι μόνο διαβάζουν, αλλά ενδιαφέρονται και για πολύ καλά βιβλία. Ήταν απόλαυση να βλέπεις μικρά κοτόπουλα στα 19 και στα 20 να αγοράζουν τον Συντηρητισμό του Κονδύλη ή την Ιστορία του Ελληνικού Κράτους του Δερτιλή.

Παρόλο που δεν υπήρχε σωστή οργάνωση: για παράδειγμα στα βιβλία δεν αναγράφονταν οι τιμές (έπρεπε να παρακολουθείς τον κατάλογο και να υπολογίζεις την έκπτωση) ή το ταμείο ήταν σε λάθος σημείο και οι πληρωμές γίνονταν πάρα πολύ αργά, ο καταναλωτής δεν είχε τουλάχιστον την αίσθηση ότι τον κοροϊδεύουν. Κανένας δεν δυσαρεστήθηκε, δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν έσπρωξε, δεν ζήτησε να δει τον υπεύθυνο εκτοξεύοντας βιβλικές κατάρες - δεν έγινε δηλαδή τίποτε από όλα αυτά τα παρανοϊκά που συμβαίνουν συνήθως όταν συνωστίζονται πολλοί άνθρωποι με καταναλωτική φούρια σε ένα μικρό χώρο. Κατά τη γνώμη μου αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους: Πρώτον στην πολύ ευγενική συμπεριφορά των ανθρώπων του εκδοτικού που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εξυπηρετήσουν τον κόσμο, ο οποίος ήταν ομολογουμένως περισσότερος από κάθε προσδοκία. Δεύτερον το μπαζάρ ήταν μπαζάρ: όλα τα βιβλία είχαν έκπτωση, όχι σαν κάτι άλλα απαράδεκτα μπαζάρ-αρπαχτές που έχουμε πάει κατά καιρούς και έπρεπε να έχουμε κληρονομικό χάρισμα για να καταφέρουμε να ξεχωρίσουμε ποια βιβλία ήταν σε προσφορά και ποια όχι. Στο σημερινό μπαζάρ ΟΛΑ τα βιβλία είχαν έκπτωση: τα καινούρια είχαν 40% (όσο και στην Πρωτοπορία δηλαδή), κάποια λίγα είχαν 80%, ενώ τα υπόλοιπα -τα περισσότερα- του καταλόγου είχαν 60% (αυτά ήταν ουσιαστικά που άξιζαν τον κόπο της αναμονής). 
Ηθικό δίδαγμα 2ο: Το ήθος αναγνωρίζεται και όταν αυτός που πουλάει σέβεται τόσο το προϊόν του όσο και τον καταναλωτή, ο καταναλωτής θα υπομείνει αδιαμαρτύρητα ακόμα και την πιο μεγάλη ταλαιπωρία με χαμόγελο.

Στα «λάφυρα» τώρα: Όπως θα είδατε στη φωτογραφία πήρα πέντε βιβλία συνολικής αξίας €79, το ένα του Κονδύλη μου το έκαναν δώρο γιατί είμαι γλυκούλης (:-p), και πλήρωσα μόνο €26.


ΥΓ. Όσο περίμενα σε ένα café στον πεζόδρομο διάβασα το μισό Φάντασμα της Όπερας, πετάχτηκα μέχρι το Εθνικό Θέατρο για να παραλάβω κάτι προσκλήσεις για τον Βίο του Γαλιλαίου, πέρασα από το βιβλιοπωλείο για να αγοράσω τη Σκοτεινή Ήπειρο του Μαρκ Μαζάουερ και τα Τρία Λευκά Φέρετρα του Αντόνιο Ούνγκαρ, έφαγα μία σαλάτα, σταμάτησα στο βεγκανομπακάλικο για αγαύη / σοκολάτα χωρίς γάλα / παξιμάδια βρώμης και επιπλέον γνώρισα και πέντε έξι ενδιαφέροντα άτομα και είπαμε δυο λογάκια της προκοπής.  

Σε αυτό το μπλογκ υπάρχει μία παράδοση χρόνων: κάθε Δεκέμβριο, λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, προτείνω ένα βιβλίο σκοτεινό για να έρθει να ισορροπήσει μέσα μας το λαμπιόνι και η μεταλλιζέ γιρλάντα της γιορτής. Θρίλερ με φαντάσματα, αστυνομικό, μακελάρικο graphic novel, ιστορικό με φονικούς σεισμούς, εκατονταετείς πολέμους και μεσαιωνικούς λιμούς, κάτι δυσοίωνο τέλος πάντων για να γίνει και λίγο κέφι. Παραμονές της άγιας νύχτας κι ενώ η μανούλα παίζει Fifty Shades of Chicken με τη δεμένη πισθάγκωνα γαλοπούλα στην κουζίνα, εγώ θρονιάζομαι στη δερμάτινη πολυθρόνα του εξόριστου στον καναπέ μπαμπά και με βλοσυρή αυταρέσκεια τηρώ τη δική μου παράδοση «χιόνια στο καμπαναριό, πανώλη σ΄ όλο το χωριό». Τίποτα ωραιότερο από το να περνάς τη γιορτή παρασιτικά στο πατρικό με ένα ωραίο, ανατριχιαστικό βιβλίο.

Φέτος, λοιπόν, αν είστε σε αντίστοιχο mood, προτείνω ένα μυθιστόρημα με καταιγιστική πλοκή που -έτσι, για την απληστία- τα έχει όλα: εγκλήματα, στοιχειωμένα σπίτια, ερειπωμένα νησιά, σπούκι νεκροταφεία με χορταριασμένους τάφους, εξαφανίσεις παιδιών, σημαδεμένους με θρησκευτικά σύμβολα αυτόχειρες... Χαμός. Η Εκδίκηση της Yrsa Sigurðardóttir (εκδ. Μεταίχμιο) ένα πολύ ατμοσφαιρικό αστυνομικό με φαντάσματα. Συνδυάζει την πλοκή μιας εξαφάνισης ανηλίκου με την περιπέτεια τριών φίλων σε ένα στοιχειωμένο σπίτι, το οποίο αγόρασαν σε κάποιο νησί και προσπαθούν μέσα στο καταχείμωνο να το ανακαινίσουν για να το μετατρέψουν σε ξενώνα πριν έρθει το καλοκαίρι. Λατρεύω τα βιβλία που είναι γεμάτα ανατριχιαστικές σκηνές και το συγκεκριμένο είναι από τα καλύτερα του είδους που έχω διαβάσει: οι σελίδες του είναι γεμάτες με σκοτεινές σκάλες, ανήλιαγα παγωμένα δωμάτια όπου παραμονεύει το κακό, απόκοσμα τριξίματα μέσα στην άγρια νύχτα, βήματα σε διαδρόμους, παράθυρα σε χειμωνιάτικα τοπία με τον αέρα να παραδέρνει τα γυμνά κλαδιά των δέντρων.

Στο βιβλίο ο αναγνώστης παρακολουθεί δύο παράλληλες ιστορίες που όμως στην πορεία μπλέκονται μέσα από μια γρήγορη δράση με ανατροπές που φτάνουν μέχρι το δυνατό φινάλε. Τρεις φίλοι -ένα ζευγάρι, η Κατρίν και ο Κάρδαρ, και η φίλη τους Λιβ που έχει χάσει πρόσφατα τον άντρα της- αφήνουν πίσω τους το πολιτισμό για να πάνε σε ένα έρημο νησί και να ανακαινίσουν ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι που αγόρασαν. Σύντομα ανακαλύπτουν ότι στο νησί συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο: ένα παιδί εμφανίζεται από το πουθενά και τους ξυπνά μέσα στη νύχτα, σπασμένοι σταυροί από το νεκροταφείο βρίσκονται πεταμένοι στην αυλή, κοχύλια και υγρές πατημασιές υπάρχουν χωρίς εξήγηση στην κουζίνα. Η κακοκαιρία που κρατά τους φίλους αποκλεισμένους σε συνδυασμό με το αίσθημα ολοκληρωτικής απομόνωσης που νιώθουν όταν διαπιστώνουν ότι τα κινητά τους μυστηριωδώς δεν λειτουργούν πια, φτιάχνουν ένα ζοφερό κλίμα που γίνεται ολοένα και πιο άγριο. Στην απέναντι πόλη, ένας ψυχίατρος, ο Φρέιρ, αναζητά με τη βοήθεια μιας νεαρής ντετέκτιβ το γιο του που εξαφανίστηκε χρόνια πριν. Σύντομα οι δύο ήρωες ανακαλύπτουν ότι η υπόθεση εξαφάνισης έχει σχέση με την αυτοκτονία μιας ηλικιωμένης γυναίκας που βρέθηκε κρεμασμένη σε μια εκκλησία.

Η αίσθηση του κρύου, η παγωνιά του σκανδιναβικού τοπίου, κυριαρχεί, σχεδόν τη νιώθεις από την αρχή έως το τέλος. Φυσικά όπως όλα τα μυθιστορήματα αυτά είναι γραμμένο ακολουθώντας τα κινηματογραφικά τρικ των μάγων του νουάρ: κάθε κεφάλαιο σταματά την ώρα της κορύφωσης, έτσι που να μην μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου.

ΥΓ. Υπολογίζω μέχρι τα Χριστούγεννα -μεταξύ Αριστοτέλη, Κοπέρνικου και Γαλιλαίου που διαβάζω για τη σχολή- να έχω ολοκληρώσει το ατμοσφαιρικό βικτοριανό μυθιστόρημα «Η γυναίκα με τα άσπρα» του Wilkie Collins (εκδ. Ηλέκτρα). Μετά σκέφτομαι να περάσω ή στο «Ζοφερό Οίκο» τoυ Charles Dickens (εκδ. Gutenberg), ή στον «Ένοικο» του Roland Topor, ή στον Μεγάλο Σεισμό: Καταστροφή, δέος και ορθολογισμός στη Λισαβόνα το 1755 (εκδ. Κριτική). Καλές γιορτές :-)


Το πάθος σκανδαλίζει γιατί είναι μια κατά βάση αντικοινωνική πράξη. Δυο άνθρωποι μαζί κι απέναντί τους όλος ο κόσμος. Αν «ερωτεύομαι» κατά τον Μπαρτ σημαίνει αφήνομαι στο άτρεπτο, άρα βρίσκομαι αυτομάτως «απέναντι των πάντων και ενάντια στους πάντες και τα πάντα», ο ερωτευμένος γυρνά την πλάτη σε όλους υποκινούμενος από μια αόρατη κλωστή σαν μαριονέτα που τον βγάζει διαρκώς έξω από το πλαίσιο.

Αυτήν ακριβώς την ιστορία αφηγείται ο Ρεϊμόν Ραντιγκέ στη νουβέλα «Ο διάβολος στο κορμί» (μτφρ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου) που κυκλοφορεί από εκδόσεις Ροές στην εξαιρετική σειρά microMEGA με σημαντικά κλασικά έργα σε βιβλία τσέπης. Ο ήρωας, ένας έφηβος μαθητής, ερωτεύεται μια μεγαλύτερη γυναίκα, σύζυγο ενός στρατιώτη που βρίσκεται στο δυτικό μέτωπο του Ά Παγκοσμίου Πολέμου. Το ζευγάρι μεθυσμένο από μια αποχαυνωτική συνενοχή αδιαφορεί για τις κοινωνικές συμβάσεις και κινείται με ορμή σαν όχημα χωρίς φρένα στο αντίθετο ρεύμα, επιδιώκοντας την πλήρωση ακόμα και μέσα από την καταστροφή. Ούτε καν οι τύψεις για την απιστία σε έναν στρατιώτη που πολεμά δεν είναι ικανές να φρενάρουν το πάθος.

Βασανισμένοι από τα πήγαινε-έλα του έρωτα -πνοή αφανισμού, ζήλια, ματαίωση, διάψευση, ενοχές για την ανίερη ένωση, πληρότητα (μια δυο στιγμές που έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στον Παράδεισο, κι αν όχι στον βιβλικό παράδεισο, σε μια κατάσταση πλήρους αφασίας, συντονισμένος απόλυτα με το σύμπαν, αφημένος στη ροή του, σε μια αρμονική κυκλική κίνηση που τελειότερη αυτής δεν υπάρχει)-, οι ήρωες καταφεύγουν στον κυνισμό για να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ζήσουν το μοναδικό και σπάνιο συναίσθημά τους.
«Πιστεύαμε ότι ήμαστε οι πρώτοι που αντιμετωπίζαμε αυτά τα βάσανα, γιατί δεν ξέραμε ότι ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και ότι όλοι οι εραστές, ακόμα και οι μετριότεροι, νομίζουν ότι καινοτομούν».
Τα βάζουν με όλους, γίνονται θέμα συζήτησης, στόχος κουτσομπολιών, επαναστατούν. Αφήνονται στο διάβολο που κυβερνά πια το κορμί τους κι ας ξέρουν μέσα τους βαθιά πώς κανένας δεν βγήκε ποτέ κερδισμένος από μια τέτοια συναλλαγή. Υπακούν μονάχα στην έλξη που τους κινεί σαν δυο τρελαμένοι μαγνήτες στο μάθημα της φυσικής. Ηδονοθήρες, συλλέκτες του πρωτόγνωρου, περιπατητές που αναζητούν το μοναδικό, το σπάνιο, μια αποκαλυπτική ομορφιά που μπορούν να αναγνωρίζουν μονάχα οι εκλεκτοί, θύματα τελικά μιας αυταπάτης, οι δυο αυτοί ερωτευμένοι και όλοι οι ερωτευμένοι του κόσμου ψάχνουν ατέρμονα το όμοιό τους σαν σκύλος που κυνηγά την ουρά του.
«Ίσως είμαστε όλοι νάρκισσοι που αγαπάμε και μισούμε την εικόνα μας και οτιδήποτε άλλο μάς είναι αδιάφορο. Αυτό το ένστικτο της ομοιότητας μας καθοδηγεί στη ζωή φωνάζοντας μας “Αλτ!” μπροστά σ' ένα τοπίο, σε μια γυναίκα, σ΄ένα ποίημα. Μπορεί να θαυμάζουμε πολλά πράγματα, αλλά αυτή η αναστάτωση είναι τόσο διαφορετική».


Η ανάγνωση του μικρού αυτού μυθιστορήματος των 160 σελίδων είναι απόλαυση. Αυτό το οποίο κάνει ιδιαίτερη τη νουβέλα του Ραντιγκέ δεν είναι τόσο η πρωτοτυπία του έρωτα που αφηγείται, καθώς όλοι οι έρωτες είναι τόσο ίδιοι που είναι λες και διαβάζεις πάντα την ίδια περιπέτεια, αλλά το ιστορικό πλαίσιό της. Το παράνομο ζευγάρι βιώνει την ευτυχία του πάνω στην πλάτη ενός στρατιώτη που πολεμά για την πατρίδα του. Το 1923, που κυκλοφόρησε «Ο διάβολος στο κορμί», η έκδοση ενός τέτοιου βιβλίου ήταν ένα σκάνδαλο, καθώς η κοινωνία στη δυτική Ευρώπη τραυματισμένη βαθιά από τη φρίκη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου που άλλαξε με απόλυτο τρόπο τον κόσμο, θεωρούσε ιεροσυλία τον κυνισμό των δύο ηρώων ενάντια σε έναν στρατιώτη που βρέθηκε στα χαρακώματα. Ο μποέμ Ραντιγκέ κατέκτησε ξαφνικά μια πρωτοφανή φήμη, την οποία δεν πρόλαβε να χαρεί καθώς το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς πέθανε από τυφοειδή πυρετό, αφήνοντας πίσω του και ένα δεύτερο έργο με τίτλο «Ο χορός του κόμη ντ΄Ορζέλ».